← Κύπρος

Net Hunter Ltd ν. Boot Technology Ltd, Αρ. Αγωγής :- 3101/10, 4η Αυγούστου 2011

Net Hunter Ltd ν. Boot Technology Ltd, Αρ. Αγωγής :- 3101/10, 4η Αυγούστου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3101/10 Μεταξύ :- Net Hunter Ltd Ενάγουσα Και Boot Technology Ltd Εναγόμενη Ημερομηνία :- Πέμπτη 4η Αυγούστου 2011 Αίτηση Ακύρωσης Διατάγματος ημερομηνίας 13/10 /2010 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κα. Γιολάντα Ζυμπουλάκη για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .............) Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κος. Σωτήρης Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση

  1. Αιτείται η εναγόμενη την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να «ακυρώνει και/ή παραμερίζει» προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 4/10/2010 (στο εξής θα καλείται το «επίδικο διάταγμα») με το οποίο εμποδίζεται η εναγόμενη από το «.να χρησιμοποιεί και δραστηριοποιείται οπουδήποτε με την εμπορική επωνυμία και/ή το διακριτικό "NET HUNTER" στην Κύπρο και στο εξωτερικό».
  2. Διαζευκτικά και συζευκτικά με αυτή την ακύρωση αιτείται επίσης τον παραμερισμό του διατάγματος και επαναφορά της αίτησης ημερομηνίας 27/9/2010 (στην οποία σημειωτέον εκδόθηκε το διάταγμα του οποίου ζητείται η ακύρωση) με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης από την εναγόμενη.
  3. Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση παρατηρώ τα εξής. 3.
  4. Θεωρώ ότι βασικό μέρος της νομικής βάσης της αίτηση είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). Σύμφωνα με το εδάφιο

(2)αυτού του άρθρου το Δικαστήριο «.δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τροποποιήση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα». 3.
  1. Σαφώς δηλαδή υπάρχει αναφορά σε ακύρωση ή τροποποίηση ενός διατάγματος. Όχι όμως και παραμερισμού του. Έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό το δεδομένο διατηρώντας υπόψη και το διαζευκτικό μέρος του αιτήματος της εναγομένης. 3.
  2. Καθότι όπως διαπιστώνεται έστω και σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα ότι αποδεικνύεται εύλογη αιτία αναφορικά με ένα τέτοιο διάταγμα δεν προνοείται είτε εντός αυτού του άρθρου ή οποιουδήποτε άλλου άρθρου του ιδίου Νόμου, στο οποίο υπάρχει αναφορά στη νομική βάση της αίτησης, είτε σε οποιοδήποτε διαδικαστικό κανονισμό των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο επίσης να υπάρχει αναφορά στη νομική βάση της αίτησης, η εξής εξουσία του Δικαστηρίου. 3.
  3. Αυτή είναι η εξουσία παραμερισμού διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί βάσει του εδαφίου
(1)του άρθρου 32 και στη συνέχεια, ως μέρος αυτού του παραμερισμού, η αναβίωση και συνέχιση της διαδικασίας βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα. Δηλαδή, από το χρονικό σημείο αμέσως προ της έκδοσης του. Η δυνατότητα αυτή σαφώς δεν προβλέπεται εντός του άρθρου 32 και ούτε και θεωρώ ότι είναι δυνατό η συγκεκριμένη νομοθεσία να τύχει τέτοιας ερμηνείας έτσι ώστε να εξάγεται η ύπαρξη μιας τέτοιας εξουσίας. 3.
  1. Όπως δηλαδή αυτή η εξουσία προνοείται σχετικά σε διάφορα σημεία των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας μετά από παραμερισμό μίας απόφασης η οποία εκδόθηκε εξαιτίας παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης (Δ.17 θ. 10) ή δικογράφου (Δ.26 θ. 14) ή παράλειψης εμφάνισης σε ακροαματική διαδικασία (Δ.33 θ. 5). 3.
  2. Σημειωτέον ότι και στις 3 προαναφερόμενες περιπτώσεις γίνεται χρήση της φράσης "set aside". Θεωρώ ότι στην Αγγλική γλώσσα η αντίστοιχη χρήση της λέξης «ακυρώση» (ως ρήμα δηλαδή) όπως αυτή χρησιμοποιείται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 32 του σχετικού Νόμου θα ήταν η λέξη "discharge". Όπως δηλαδή αυτή η συγκεκριμένη λέξη στην Αγγλική γλώσσα συναντιέται και στο εδάφιο
(2)του άρθρου 37 του Courts of Justice Law Chapter 8 (Δικαστηρίων Νόμος, Κεφάλαιο 8). 3.
  1. Στις 3 αυτές περιπτώσεις, όπως αυτές προβλέπονται εντός των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, μετά και από τον παραμερισμό μίας απόφασης, θεωρείται ως δεδομένη η δυνατότητα συνέχισης της διαδικασίας η οποία είχε προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης. Υπό την έννοια ουσιαστικά αναβίωσης και συνέχισης της διαδικασίας ως αυτή θα διεξαγόταν προ της έκδοσης της παραμερισθείσας πλέον απόφασης. 3.
  2. Αυτή ακριβώς είναι και η έννοια του παραμερισμού μίας απόφασης. Καθώς δηλαδή παραμερίζεται (set aside) μια απόφαση η οποία έχει εκδοθεί έτσι ώστε πλέον να μην αποτελεί εμπόδιο για τη συνέχιση της διαδικασίας η οποία είχε λήξει με την έκδοση αυτής της απόφασης.
  3. Συνεπώς, σύμφωνα με τις δυνατότητες οι οποίες καθορίζονται από τη σχετική νομική βάση της αίτησης το θέμα υπό εξέταση με αυτή την απόφαση δεν είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα παραμερίσει αλλά κατά πόσο θα ακυρώσει το επίδικο διάταγμα. Το ερώτημα δηλαδή στο οποίο καλείται να δώσει απάντηση το Δικαστήριο, εντός βεβαίως του πλαισίου του αιτήματος της εναγομένης όπως αυτό καθορίζεται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και διατηρώντας υπόψη ότι δεν επιδιώκεται η τροποποίηση του επίδικου διατάγματος, είναι κατά πόσο αποδεικνύεται με την αίτηση της εναγομένης εύλογη αιτία έτσι ώστε να ακυρωθεί αυτό το διάταγμα.
  4. Ως προς την απάντηση η οποία θα δοθεί σε αυτό το ερώτημα υπάρχουν ορισμένα αδιαμφισβήτητα χρονικά δεδομένα στην περίπτωση υπό εξέταση τα οποία ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Όπως δηλαδή αυτά προκύπτουν από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Τα δεδομένα αυτά αποτελούν σταθερό θεμέλιο επί του οποίου το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δύναται να στηρίξει την απόφαση του.
  5. Βασικό δεδομένο με αναφορά στο οποίο λαμβάνονται υπόψη τα υπόλοιπα σχετικά δεδομένα είναι το γεγονός ότι εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα εναντίον της εναγομένης σε αίτηση δια κλήσεως μετά από παράλειψη της να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πρώτη ημερομηνία ακρόασης της αίτησης προς έκδοση αυτού του διατάγματος (στο εξής θα καλείται η «σχετική αίτηση»).
  6. Τα υπόλοιπα σχετικά δεδομένα είναι κυρίως χρονικά. Προτού αναφερθώ σε αυτά τα δεδομένα αξίζει να σημειωθεί ως κυρίαρχο σχετικό στοιχείο το εξής. Το σύντομο χρονικό διάστημα εντός του οποίου διαδραματίστηκαν αυτά τα δεδομένα. Τονίζω τη σημασία αυτού του στοιχείου καθότι αναπόφευκτα αυτό αποτελεί το σταθερό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να εξεταστεί το αίτημα της εναγομένης.
  7. Παραδείγματος χάριν, υπενθυμίζω απλά το γεγονός ότι η σχετική αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/9/2010 και ορίστηκε σε μία μόνο εβδομάδα μετά από την καταχώρηση της, δηλαδή στις 4/10/
  8. Ενώ στη συνέχεια επιδόθηκε στις 28/9/2010, δηλαδή μία ημέρα μετά την καταχώρηση της.
  9. Βεβαίως, όσο ελάχιστο και να ήταν όντως το χρονικό περιθώριο το οποίο παρεχόταν προς την εναγόμενη θεωρητικά - αλλά και όπως δικονομικά προβλέπεται - παρεχόταν ο απαιτούμενος χρόνος συμμόρφωσης με τη προθεσμία ως προς την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης δύο ημέρες πριν από τις 4/10/2010 (βλ. σχετικά τη Δ.48 θ. 4
(1)). Ανεξάρτητα δηλαδή και από τη δημόσια αργία και το σαββατοκύριακο το οποίο μεσολαβούσε μεταξύ τις 28/9/2010 και αυτής της ημερομηνίας.
  1. Τα υπόλοιπα σχετικά δεδομένα είναι κυρίως χρονικά ή ουσιαστικά συνδέονται με χρονικές αναφορές. 10.
  2. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι - παρά και το γεγονός ότι εντός του φακέλου της αγωγής δεν υπάρχει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος - η καθ΄ ης η αίτηση εναγομένη εταιρεία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 30/9/
  3. 10.
  4. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, μεσολαβούσε μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και της ημερομηνίας κατά την οποία είχε οριστεί για πρώτη φορά για ακρόαση η αίτηση, όχι μόνο η δημόσια αργία της 1ης Οκτωβρίου αλλά και Σαββατοκυρίακο. Δηλαδή, ουσιαστικά η εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένης και της ημερομηνίας επίδοσης της αίτησης, είχε στη διάθεση της 3 εργάσιμες μέρες προ της ημερομηνίας ακρόασης της αίτησης. 10.
  5. Σύμφωνα και με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4/10/2010 το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε η ώρα 09:00 δηλαδή μισή ώρα μετά από την ώρα κατά την οποία η σχετική αίτηση ήταν ορισμένη γι΄ ακρόαση. 10.
  6. Διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο ότι - όπως έγινε αντιληπτό κατά τον ουσιώδη χρόνο από το ίδιο το Δικαστήριο - στο χρονικό σημείο έκδοσης του επίδικου διατάγματος το σημείωμα εμφάνισης το οποίο είχε καταχωρηθεί στις 30/9/2010 στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν υπήρχε εντός του φακέλου της αγωγής καθότι δεν είχε τοποθετηθεί εντός αυτού. 10.
  7. Αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με την τακτική η οποία ακολουθείται από το Δικαστήριο οι φάκελοι αγωγών οι οποίες είναι ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου μεταφέρονται στο γραφείο του εκδικάζοντος Δικαστή το αργότερο νωρίς το πρωί της αμέσως προηγούμενης εργάσιμης ημέρα από την ημερομηνία κατά την οποία αυτές είναι ορισμένες. Δηλαδή ο φάκελος της αγωγής αυτής βρισκόταν στο γραφείο του εκδικάζοντος Δικαστή τουλάχιστον από τις 30/9/2010 δίχως εντός αυτής να είχε τοποθετηθεί το σημείωμα εμφάνισης. 10.
  8. Διατηρώντας υπόψη αυτή την τακτική σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης (παράγραφος 4) αναφορικά με το χρόνο άφιξης της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και τη καταχώρηση του σημειώματος εμφανίσεως τότε εύλογα μπορεί να υποθέσει το Δικαστήριο ότι ο φάκελος της αγωγής ήδη βρισκόταν στο γραφείο του εκδικάζοντος Δικαστή κατά το χρονικό σημείο καταχώρησης του σημειώματος εμφανίσεως. 10.
  9. Όμως, τονίζω και πάλι, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος είχε γίνει έλεγχος εντός του φακέλου της αγωγής και όπως διαπιστώθηκε εντός αυτού δεν υπήρχε το σημείωμα εμφάνισης. Το οποίο μάλιστα αυθημερόν σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο μετά από την έκδοση του επίδικου διατάγματος είχε μεταφερθεί (δίχως αυτό να συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή τον ίδιο το φάκελο της αγωγής) στο γραφείο του εκδικάζοντος Δικαστή. 10.
  10. Τονίζω, επί αυτού του θέματος, ότι το δεδομένο της καταχώρησης του σημειώματος εμφανίσεως στις 30/9/2010 προκύπτει και από τις σχετικές σφραγίδες του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και θεωρώ ότι αυτό είναι θέμα το οποίο δεν είναι δυνατό λογικά να τίθεται υπό αμφισβήτηση με οποιοδήποτε τρόπο από την καθ΄ ης η αίτηση. Ιδιαίτερα δε με γενικές αναφορές όπως αυτή η οποία αποτελεί από μόνη της τον πρώτο λόγο ένστασης και με τον οποίο ουσιαστικά αμφισβητείται ακόμη και αυτός ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. επίσης σχετικά τη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης). 10.
  11. Βεβαίως, ως προς την προαναφερόμενη τακτική μεταφοράς των φακέλων στο γραφείο του εκδικάζοντος Δικαστή, οφείλω να παρατηρήσω ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το Πρωτοκολλητείο μεριμνά έτσι ώστε να μεταφέρονται έγκαιρα προς το Δικαστήριο οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί ανεξάρτητα και από το κατά πόσο ο φάκελος μίας αγωγής δεν βρίσκεται πλέον στο Πρωτοκολλητείο αλλά στο γραφείο του Δικαστή ή ακόμη και εάν έχει πλέον μεταφερθεί εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. 10.
  12. Όμως, διατηρώντας υπόψη επίσης ότι το Δικαστήριο στεγάζεται σε ξεχωριστό κτίριο, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η έγκαιρη ενημέρωση ή ουσιαστικά η συμπλήρωση αυτή του φακέλου δεν επιτυγχάνεται. Όπως βεβαίως εμφανώς συνέβη και στη συγκεκριμένη περίπτωση.
  13. Βεβαίως εύλογα προκύπτει το ερώτημα ως προς το τι ενδεχομένως θα είχε συμβεί έστω και εάν το σημείωμα εμφάνισης είχε καταχωρηθεί εντός του φακέλου της αγωγής; Εφόσον δηλαδή παρέλειψε να εμφανιστεί οποιοσδήποτε δικηγόρος εκ μέρους της εναγομένης κατά το χρόνο και ημερομηνία στην οποία αυτή είχε οριστεί γι΄ ακρόαση. Δηλαδή, ποια εν τέλει θα ήταν σε αυτή την περίπτωση η σημασία της ύπαρξης του σημειώματος εμφανίσεως εντός του φακέλου της αγωγής;
  14. Αναφορικά με αυτό το ερώτημα παρατηρώ τα εξής. Εάν ο φάκελος της αγωγής είχε ενημερωθεί κατάλληλα τότε αναμφίβολα το Δικαστήριο στις 4/10/2010 θα είχε λάβει γνώση ότι η εναγόμενη είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η εναγόμενη δεν είχε επίσης καταχωρήσει και ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην σχετική αίτηση εντούτοις δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να είχε αντιμετωπίσει εντελώς διαφορετικά το αίτημα έκδοσης του επίδικου διατάγματος μετά από τη πάροδο μόνο μισής ώρας από το χρονικό σημείο στο οποίο ήταν ορισμένη η αίτηση. Αφού πρώτα βεβαίως θα ενημέρωνε σχετικά και την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας η οποία εμφανιζόταν κατά την ημερομηνία αυτή ότι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου υπήρχε καταχωρημένο σημείωμα εμφάνισης ανεξάρτητα και από το κατά πόσο η ίδια θα είχε εντός του δικού της φακέλου αντίγραφο αυτού του σημειώματος.
  15. Διαφορετική αντιμετώπιση, όπως, παραδείγματος χάριν, με το να δώσει οδηγίες στον κλητήρα του Δικαστηρίου για να γίνει σχετική ανακοίνωση στο όνομα των δικηγόρων της εναγομένης. Ή ακόμη και να είχε εισηγηθεί στην ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας είτε όπως προσπαθήσει να επικοινωνήσει με το γραφείο επίδοσης των δικηγόρων της εναγομένης ή τουλάχιστον όπως αναμένει για κάποιο επιπρόσθετο χρονικό διάστημα προτού προχωρήσει, στην απουσία των συναδέλφων της, να υποβάλει αίτημα για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
  16. Δικαιωματικά βεβαίως ακόμη και σε μία τέτοια περίπτωση, όπου δηλαδή το σημείωμα εμφάνισης εντοπιζόταν από το Δικαστήριο εντός του φακέλου της αγωγής, η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας θα μπορούσε να ενέμεινε στο αίτημα της για την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ανεξάρτητα βεβαίως κατά πόσο στη συνέχεια το Δικαστήριο θα αποδεχόταν ή όχι τη θέση ουσιαστικά όπως μην παρασχεθεί οποιοσδήποτε επιπρόσθετος χρόνος έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία εμφάνισης σε δικηγόρο εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση εναγομένης.
  17. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω δεν αποκλείεται όμως σε μία τέτοια περίπτωση και το ενδεχόμενο να είχαν δοθεί οδηγίες προς τον κλητήρα του Δικαστηρίου για να γίνει σχετική ανακοίνωση. Κάτι το οποίο επίσης εκ των πραγμάτων θα απαιτούσε κάποιο επιπρόσθετο χρόνο.
  18. Γενικά αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί είναι το ενδεχόμενο να παρεχόταν η ευχέρεια στη δικηγόρο η οποία θα εμφανιζόταν για την εναγόμενη όπως αυτή εν τέλει όντως εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε τουλάχιστον να είχε δηλώσει τη πρόθεση καταχώρησης ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης και παράλληλα να είχε αιτηθεί χρόνο για καταχώρηση αυτής της ένστασης.
  19. Βεβαίως ακόμη και στη περίπτωση παροχής της δυνατότητας εμφάνισης ενδεχομένως τελικά και πάλι να μην υπήρχε τέτοια εμφάνιση. Στη συνέχεια όμως οι περιστάσεις υπό τις οποίες πλέον το Δικαστήριο θα εξέταζε το αίτημα της εναγομένης θα ήταν διαφορετικές.
  20. Δεν προτίθεμαι να προσθέσω οτιδήποτε περισσότερο αναφορικά με αυτό το θέμα. Δηλαδή ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειες μετά και από εντοπισμό του σημειώματος εμφανίσεως εντός του φακέλου της αγωγής. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο ήδη έχει υπερκαλύψει αυτό το θέμα.
  21. Βεβαίως ο λόγος για τον οποίο έχει δοθεί τόση σημασία σε αυτό το θέμα είναι και ο καθοριστικός ρόλος ο οποίος τελικά κρίνεται από το Δικαστήριο ότι διαδραμάτισαν δύο βασικά δεδομένα ως προς την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Δηλαδή, τόσο το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της καταχώρησης και επίδοσης της σχετικής αίτησης όσο και το δεδομένο ότι κατά το χρονικό σημείο έκδοσης του επίδικου διατάγματος δεν υπήρχε εντός του φακέλου της αγωγής το σημείωμα εμφάνισης.
  22. Θα προχωρήσω στη συνέχεια σε εξέταση άλλων θεμάτων τα οποία προκύπτουν από τη καταχώρηση αυτής της αίτησης και τα οποία κρίνονται ως σχετικά αναφορικά με την έκβαση της.
  23. Ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώ ότι αυτή σε μεγάλο βαθμό καλύπτεται από την εξέταση του πρώτου λόγου ένστασης. Διευκρινίζω απλά ότι ασφαλώς δεν τίθεται θέμα αξιολόγησης δεδομένων τα οποία προκύπτουν από τον φάκελο της αγωγής. Όπως, παραδείγματος χάριν, η ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφανίσεως.
  24. Επιπλέον, τονίζω ότι ασφαλώς το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία δεν αξιολογεί τη μαρτυρία υπό την έννοια της εκτίμησης της ουσίας της αίτησης η οποία δεν εκδικάστηκε μεταξύ των διαδίκων διότι η εναγόμενη παρέλειψε να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται σε σχέση με το κριτήριο το οποίο τίθεται από το άρθρο 32 του σχετικού Νόμου (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 3.1 αυτής της απόφασης).
  25. Επίσης πραγματικά δεν θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μέρος αυτού του κριτηρίου η απόδειξη από την εναγόμενη ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον της έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Ότι δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει ότι θα μπορούσε, εάν της είχε δοθεί η ανάλογη ευκαιρία, να προβάλει εκ πρώτης όψεως βάσιμους λόγους ένστασης εναντίον της έκδοσης αυτού του διατάγματος. Έστω και εάν η ίδια η εναγόμενη με τη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ουσιαστικά αγγίζει και αυτό το θέμα.
  26. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα δεν έχει εξασφαλίσει μία τελική απόφαση αλλά ένα προσωρινό μέτρο προστασίας των κατ΄ ισχυρισμό δικαιωμάτων και συμφερόντων της το οποίο δεν αποκλείεται να εξασφαλίσει και πάλι με νέο αίτημα της. Δηλαδή, η περίπτωση υπό εξέταση δεν είναι δυνατό να παρομοιαστεί ή να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην ίδια κατηγορία περιπτώσεων όπου ένας διάδικος έχει πετύχει την έκδοση μίας τελικής απόφασης. Όπου και λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η εξισορρόπηση της ανάγκης να διασφαλιστεί αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων υπό την έννοια της αποτελεσματικής διεκδίκησης των δικαιωμάτων ενός διαδίκου, ως επίσης και της ανάγκης διασφάλισης της τελεσιδικίας (βλ. σχετικά την απόφαση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C. L. R. 204, 210).
  1. Παρά και τη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπόθεσης εναντίον της έκδοσης του επίδικου διατάγματος δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προς έγκριση της αίτησης, εντούτοις οφείλω να παρατηρήσω ότι με τα όσα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα οι διάδικοι έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί η ύπαρξη της δυνατότητας η εναγόμενη να είχε προβάλει εκ πρώτης όψεως βάσιμους λόγους ένστασης εναντίον της έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Θέμα το οποίο όμως, τονίζω και πάλι, δεν εξετάζεται με αυτή την απόφαση. Υπό την έννοια δηλαδή της εξέτασης της απόδειξης από την εναγόμενη ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της έκδοσης του επίδικου διατάγματος. Ούτε και θεωρώ ότι η εναγόμενη θα πρέπει να ικανοποιήσει τα όσα κριτήρια εισηγείται η ενάγουσα με τον έβδομο λόγο ένστασης έτσι ώστε να εγκριθεί η αίτηση της.
  2. Αυτό το οποίο διατηρείται σταθερά υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της αίτησης είναι η βασική αρχή του δικαιώματος της ακρόασης όπως αυτό κατοχυρώνεται και από το Σύνταγμα, δηλαδή η διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος της εναγομένης να είχε ακουστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
  3. Αναφορικά με τα όσα σχετικά προβάλει η ενάγουσα με τον έβδομο λόγο ένστασης έστω και εάν το Δικαστήριο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος έκρινε δικαιολογημένη την αίτηση με την οποία αυτό ζητείτο αναμφίβολα δόθηκε επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα κατά την έκδοση του στο γεγονός της παράλειψης οποιουδήποτε να εμφανιστεί εκ μέρους της εναγομένης. Είναι αυτή η παράλειψη η οποία αποτελεί το πραγματικά επίμαχο επίκεντρο της διαδικασίας υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  4. Διευκρινίζω επίσης ότι δεν έχω εντοπίσει σχετική νομολογία βάσει της οποίας η ικανοποίηση του κριτηρίου απόδειξης εύλογης αιτίας το οποίο τίθεται από το εδάφιο
(2)του άρθρου 32 του σχετικού Νόμου σε σχέση με την ακύρωση διατάγματος να προαπαιτεί την ύπαρξη της ομολογουμένως αναγνωρισμένης από τη νομολογία μας, σε περίπτωση αίτησης παραμερισμού απόφασης, προϋπόθεσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.
  1. Αναφορικά γενικά με τους λόγους ένστασης παρατηρώ τα ακόλουθα.
  2. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά ποιοι είναι οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης οι οποίοι είναι αναληθείς και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επιπλέον προκαλεί απορία η θέση της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της ένστασης στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της όπου δηλώνει ότι διαφωνεί «πλήρως» με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης.
  3. Ιδιαίτερα δε όταν οι περισσότεροι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της αίτησης επιβεβαιώνονται όχι μόνο από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής αλλά ακόμη και από τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης. Όπως, παραδείγματος χάριν, η συνάντηση μεταξύ της δικηγόρου Δέσποινας Κυπριανίδου και της ενόρκως δηλούσας προς υποστήριξη της ένστασης περίπου 45 λεπτά μετά και από την έκδοση του επίδικου διατάγματος (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης).
  4. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης πραγματικά δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως βάσιμη η θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη. Η αναφορά και μόνο του άρθρου 32 καλύπτει την ουσιαστική πτυχή του θέματος υπό εξέταση ενώ η αναφορά της Δ.48 κρίνεται ως επαρκής σε σχέση με τη διαδικαστική πτυχή παρά και τη κρινόμενη ως περιττή αναφορά σε κανονισμούς οι οποίοι έχουν σχέση με τον παραμερισμό αντί με την ακύρωση του επίδικου διατάγματος.
  5. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης όντως η εναγόμενη δεν καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 4
(1). Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη, πρώτο, το πραγματικά σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας επίδοσης της αίτησης και της πρώτης ημερομηνίας ακρόασης και δεύτερο, τη δυνατότητα η οποία, βάσει κοινά αναγνωρισμένης πρακτικής, παρέχεται γενικά σε αυτές τις περιπτώσεις ως προς την υποβολή αιτήματος κατά την πρώτη ημερομηνία ακρόασης μίας αίτησης για παραχώρηση χρόνου για καταχώρηση ένστασης, πραγματικά θεωρώ ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν είναι δυνατό να αποτελέσει μία ορθή και δίκαιη βάση επί της οποίας το αίτημα της εναγομένης να μην γίνει δεκτό από το Δικαστήριο.
  1. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός καλύπτεται γενικά από το σκεπτικό αυτής της απόφασης ως προς τα σχετικά χρονικά δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. Ένα στοιχείο το οποίο όντως δεν εξετάζεται πιο πάνω είναι αυτό της παράλειψης ενημέρωσης των δικηγόρων της ενάγουσας από τους δικηγόρους της εναγομένης. Όμως δεν θεωρώ ότι αυτό το στοιχείο από μόνο του ή σε συνάρτηση με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης ή μέρους αυτού αρκεί έτσι ώστε να μην γίνει δεκτή η αίτηση της εναγομένης. Εντούτοις, όπως αναφέρεται και πιο κάτω, αποτελεί αυτό το στοιχείο ένα βασικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως προς το θέμα έκδοσης διαταγής αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης.
  2. Ως προς τον πέμπτο λόγο ένστασης, πέραν και των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την οποιαδήποτε παράλειψη των δικηγόρων της εναγομένης, πραγματικά δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να αποτελεί καν ένδειξη ότι η ενάγουσα δεν ενήργησε καλόπιστα κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Εντούτοις έστω και εάν αυτό το στοιχείο ενισχύει τη θέση της ενάγουσας ως προς την έκβαση εκδίκασης αυτής της αίτησης προς όφελος της δεν θεωρώ ότι αυτό από μόνο του είναι αρκετό ή σε συνάρτηση με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης ή μέρους αυτού έτσι ώστε να γίνει δεκτός αυτός ο λόγος ένστασης.
  3. Ως προς τον έκτο λόγο ένστασης δεν θα συμφωνήσω ότι η εναγόμενη έχει αποτύχει να δείξει οποιοδήποτε σοβαρό λόγο όχι βεβαίως ως προς τον παραμερισμό του επίδικου διατάγματος αλλά ως προς την ακύρωση του.
  4. Ο έβδομος λόγος ένστασης ήδη έχει καλυφθεί από την εξέταση η οποία έχει γίνει πιο πάνω σε σχέση με το κατά πόσο υπάρχει η αναγκαιότητα να αποδείξει η εναγόμενη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ή ουσιαστικά τη δυνατότητα προβολής ένστασης ως προς την έγκριση της σχετικής αίτησης.
  5. Αναφορικά με τον όγδοο λόγο ένστασης πραγματικά δεν θεωρώ ότι το γεγονός από μόνο του της «κανονικής» λήψης του επίδικου διατάγματος ή της έλλειψης οποιουδήποτε «νομοτεχνικού ελαττώματος» από μόνο του ή σε συνάρτηση με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης ή μέρους αυτού αρκεί έτσι ώστε να μην γίνει δεκτή η αίτηση υπό εξέταση.
  6. Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται και το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί με την έκδοση διατάγματος ακύρωσης του επίδικου διατάγματος. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 4/10/
  7. Εντούτοις, παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης κρίνω ότι τα έξοδα της δεν θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της εναγομένης αιτήτριας καθότι παρά και τη δικαίωση της με την έκδοση αυτής της απόφασης με απώτερο στόχο κυρίως τη διασφάλιση του δικαιώματος της ακρόασης των θέσεων της, θεωρώ ότι όλη αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν η ίδια αντί απλώς να περιοριζόταν στην καταχώρηση του σημειώματος εμφανίσεως είχε μεριμνήσει έτσι ώστε να ενημέρωνε έγκαιρα, δια μέσω των δικηγόρων της, τους δικηγόρους της ενάγουσας ως προς τη πρόθεση των δικηγόρων της να εμφανιστούν εκ μέρους της κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης έτσι ώστε να ζητούσαν χρόνο για καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Ή ακόμη και εάν εμφανιζόταν έγκαιρα (δηλαδή, στο χρονικό σημείο στο οποίο είχε οριστεί γι΄ ακρόαση η αίτηση) δικηγόρος εκ μέρους των δικηγόρων της ενάγουσας. Επιπλέον το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης σε περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα επιθυμεί και πάλι να προωθήσει αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θα είναι ότι εκ των πραγμάτων αυτή θα πρέπει να καταχωρήσει νέα αίτηση.
  8. Εντούτοις ούτε και υπέρ της ενάγουσας καθ΄ ης η αίτηση κρίνεται ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν τα έξοδα αυτής της αίτησης καθότι πέραν και από το ίδιο το αποτέλεσμα εκδίκασης της και η ενάγουσα εύλογα θα μπορούσε, μετά και από την αποκάλυψη της παράλειψης από το Πρωτοκολλητείο να καταχωρήσει εντός του φακέλου το σημείωμα εμφάνισης, να είχε δεχτεί την αίτηση για ακύρωση του επίδικου διατάγματος.
  9. Έστω και εάν η εναγόμενη είχε παραλείψει να ενημερώσει έγκαιρα τους δικηγόρους της ενάγουσας αναφορικά με τη πρόθεση της να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης καθότι και αυτό το δεδομένο πρόθεσης εμφάνισης, σύντομα μετά και από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, είχε πλέον γίνει γνωστό στην ενάγουσα (βλ. σχετικά τη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης). Η γνώση πλέον αυτών των δύο δεδομένων εύλογα θα μπορούσε να οδηγήσει την ενάγουσα σε αποδοχή αυτής της αίτησης ενδεχομένως με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της ως μία μορφή αποζημίωσης για την οποιαδήποτε ταλαιπωρία και καθυστέρηση στην εξασφάλιση ή διατήρηση του προσωρινού μέτρου προστασίας των κατ΄ ισχυρισμό συμφερόντων και δικαιωμάτων της.
  10. Συνεπώς, με βάση αυτό το σκεπτικό, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής 3101/10 Αργυρού Ζυμπουλάκη Αίτηση Ακύρωσης Διατάγματος Πέμπτη και Τελική Διόρθωση Απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.