← Κύπρος

Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Μαρίας Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 787/07, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Μαρίας Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 787/07, 6 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 787/07 Μεταξύ: Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου Εναγόντων - και - Μαρίας Κωνσταντίνου Εναγόμενης Και με την ανταπαίτηση Μαρίας Κωνσταντίνου Ενάγουσας - και -

  1. Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου
  2. Γρηγόρη Μαλεκκίδη Εναγομένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες και για τους Εναγόμενους εξ΄ ανταπαιτήσεως 1 και 2: κ. Γ. Καραμανώλης για κ. Τάσσο Παπαδόπουλο & Σία (για να ακούσει απόφαση κα Πατσαλίδου) Εναγόμενη: Παρούσα η οποία χειρίστηκε την υπόθεση της προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ H Οι ενάγοντες, αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης το ποσό των Λ.Κ.600 πλέον Φ.Π.Α τόκους και έξοδα ως οφειλόμενες επιβαρύνσεις και/ή ως οφειλόμενα τέλη και/ή αναγνωρισμένη οφειλή και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή διοικητικές πράξεις. Το ως άνω ποσό, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης των εναγόντων, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 23.9.2008, η εναγόμενη επιβαρύνθηκε και τους το οφείλει αναφορικά με την διεξαγωγή, κατόπιν δικής της παράκλησης ημερομηνίας 5/12/2005, πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με κακοτεχνίες και/ή προβλήματα σε οικοδομή της στην οδό Ολυμπίας και Κνωσού στον Ύψωνα. Η εναγόμενη, η οποία είναι συνιδιοκτήτρια με τον σύζυγο της του πιο πάνω ακινήτου, εντός του οποίο ανεγέρθηκε οικοδομή, με επιστολή της ημερομηνίας 5/12/2005 (Τεκμήριο 2), ζητούσε την εμπλοκή των εναγόντων για την επίλυση προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί κατά την ανέγερση της οικοδομής με την παράκληση όπως διορίσουν πραγματογνώμονα για να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με τα προβλήματα και τις κακοτεχνίες. Το ΕΤΕΚ ανταποκρινόμενο στο αίτημα της εναγόμενης, της απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 21/12/2005 (Τεκμήριο 3) με την οποία της εξηγούσε τους όρους διορισμού πραγματογνώμονα και οι οποίοι θα έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί από μέρους της. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 είχαν τεθεί οι ακόλουθοι όροι:
  3. Ο διορισμός πραγματογνώμονα γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Επιμελητηρίου στις οποίες αναφέρεται ότι: - Ο πραγματογνώμονας θα υπογράψει ειδική συμφωνία στην οποία θα αναφέρονται οι όροι εντολής, η αμοιβή, το χρονοδιάγραμμα (αν είναι εφικτό), η διαδικασία και δήλωση του ότι δεν έχει συγκεκριμένο συμφέρον. - Η αμοιβή είναι Λ.Κ 50/ ανθρωποώρα ή μέρος αυτής. - Η πραγματογνωμοσύνη παραδίδεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο με την κατάθεση στο ταμείο του της σχετικής αποζημίωσης.
  4. Κατατεθεί στο ταμείο του ΕΤΕΚ ποσό Λ.Κ.200 πλέον Φ.Π.Α ως προκαταβολή. Η εναγόμενη αποδέχτηκε τους όρους (βλ. χειρόγραφη σημείωση στο Τεκμήριο 3) και κατάθεσε ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.200 πλέον Φ.Π.Α (Τεκμήριο 4) προς ικανοποίηση του δεύτερου όρου όπως αριθμείται στο Τεκμήριο
  5. Οι ενάγοντες στις 7/2/2006 ενημέρωσαν γραπτώς (Τεκμήριο 5) την εναγόμενη ότι η Διοικούσα Επιτροπή αποφάσισε να διορίσει τον κ. Γρηγόρη Μαλεκκίδη Πολιτικό Μηχανικό, για να ετοιμάσει την σχετική έκθεση με την παράκληση όπως η ίδια έρθει σε απευθείας επαφή μαζί του για τα περαιτέρω. Στις 7/3/2006 υπογράφηκε μεταξύ εναγόμενης, του συζύγου της και του Γ. Μαλεκκίδη, η «εξουσιοδότηση εντολέα σε εγγεγραμμένους μηχανικούς για παροχή υπηρεσιών», σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των Περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμοί του 1996 - 1997 (Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 11, η πραγματογνωμοσύνη θα αφορούσε κακοτεχνίες και άλλα προβλήματα και κοστολόγηση εργασίας στην οικοδομή της Οδού Ολυμπίας και Κνωσού 2 Φ/Σχ 53/64, οικόπεδο αρ. 487 στον Ύψωνα Λεμεσού, η αμοιβή καθορίστηκε σε Λ.Κ.50 ανά ανθρωποώρα και η πραγματογνωμοσύνη να παραδοθεί στο ΕΤΕΚ μέχρι τις 31/3/
  6. Όλα τα πιο πάνω είναι παραδεκτά. Επίσης είναι παραδεκτό (βλ. παρ. 10 της τροποποιημένης Ε/Α των εναγόντων και παρ. 16 της Ε/Υ και ανταπαίτησης της εναγόμενης) ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 8.5.2006, που είναι το Τεκμήριο 9 Α, ενημέρωσαν την εναγόμενη ότι η πραγματογνωμοσύνη είναι έτοιμη για παραλαβή από τα γραφεία του ΕΤΕΚ εφόσον καταβληθεί το συνολικό ποσό των Λ.Κ.800.- πλέον Φ.Π.Α. σύμφωνα με το συνημμένο τιμολόγιο (Τεκμήριο 9 Β - στο οποίο αναφέρεται το ποσό Λ.Κ.600 πλέον Φ.Π.Α). Η πραγματογνωμοσύνη (Τεκμήριο 8), σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 παραδόθηκε στο ΕΤΕΚ εντός του μηνός Απριλίου 2006, για την ετοιμασία της οποίας, σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, χρέωσε 16 ώρες, παρά το ότι χρειάστηκε περισσότερο χρόνο, συνεπώς 16 Χ Λ.Κ.50 πλέον Φ.Π.Α από το ποσό των Λ.Κ.920 αφαιρουμένου του ποσού των Λ.Κ.230 που δόθηκε ως προκαταβολή από την εναγόμενη, η εναγόμενη οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.690.-. Η εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.600.- πλέον Φ.Π.Α και δεν έχει παραλάβει την έκθεση του εμπειρογνώμονα από το ΕΤΕΚ. Ισχυρίζεται με την έκθεση υπεράσπισης και την ανταπαίτηση της που καταχώρησε και εναντίον του Πολιτικού Μηχανικού ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2, ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 7.3.2006 (Τεκμήριο 11), αφού ο πραγματογνώμονας δεν είχε ετοιμάσει την έκθεση που του είχε ζητηθεί μέχρι 31/3/2006 ως η μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά ή περί την 6/5/2006 σε προσωπική συνάντηση που είχε με τους ενάγοντες στην παρουσία του συζύγου της, τους κάλεσε να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους σε παράδοση της πραγματογνωμοσύνης όπου στην παρουσία τους, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγόντων επιβεβαίωσε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Γρ. Μαλεκκίδη ότι η πραγματογνωμοσύνη θα ήταν έτοιμη για να τους παραδοθεί στις 10.5.
  7. Στη συνέχεια οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερομηνίας 8.5.2006, πληροφόρησαν την εναγόμενη ότι η πραγματογνωμοσύνη είναι έτοιμη για να την παραλάβει ενημερώνοντας την ταυτόχρονα για το ύψος του ποσού της αμοιβής του Γρ. Μαλεκκίδη και την καλούσαν σε εξόφληση. Ισχυρίζεται (βλ. παρ. 17 της Ε/Υ και Ανταπαίτησης της εναγόμενης) ότι ενώ επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόντων στις 10.5.2006 και εξέτασε το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης, αρνήθηκε να την παραλάβει και/ή την απέρριψε για τον λόγο του ότι το περιεχόμενο της ήταν παντελώς λανθασμένο και/ή περιείχε λεπτομέρειες ανακριβείς και/ή παραπλανητικές και/ή ετοιμάστηκε πλημμελώς και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας και/ή δεν γινόταν καμία αναφορά στα ειδικά θέματα που είχαν συμφωνηθεί. Κατά την πιο πάνω συνάντηση σύμφωνα με την έκθεση υπεράσπισης της εναγόμενης (βλ. παρ. 18 της Ε/Υ και Ανταπαίτησης της εναγόμενης), ο Διευθυντής των εναγόντων ανέλαβε την υποχρέωση να εξετάσει το θέμα που προέκυψε και την θέση της εναγόμενης με τον εν λόγω Γρ. Μαλεκκίδη και θα τους ενημέρωνε σχετικά. Αρνείται επίσης τον υπολογισμό του ύψους του ποσού της αμοιβής του Γρ. Μελεκκίδη και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι υπερβολικό και/ή αδικαιολόγητο και/ή παράλογο. Για τους λόγους που αναφέρει η εναγόμενη στις παρ. 17 και 18 της Ε/Υ της ισχυρίζεται ότι το αντάλλαγμα της συμφωνίας απέτυχε πλήρως και για αυτό οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες αξιώσεις και ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Επαναλαμβάνοντας όλους τους ισχυρισμούς της Ε/Υ της (παρ. 1 μέχρι 23) η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι λόγω της παράβασης της συμφωνίας από τους εναγόμενους 1 και 2 στην ανταπαίτηση υπέστηκε ζημιά ύψους Λ.Κ.200 πλέον Φ.Π.Α ως ποσό που πληρώθηκε για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε πλήρως, και ζητά την επιστροφή του με νόμιμο τόκο από 1/9/
  8. Περαιτέρω ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία παραβιάστηκε από τους εναγόμενους 1 και
  9. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αλλά και ο εναγόμενος εξ ανταπαιτήσεως 2, δηλώνουν άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της εναγόμενης που έρχονται σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης και επαναλαμβάνουν τα όσα διατυπώνονται στην έκθεση απαίτησης ζητώντας απόρριψη της ανταπαίτησης της εναγόμενης ως νομικά και πραγματικά αβάσιμης και αστήρικτης. Η Μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες. Εκ μέρους των εναγόντων ο Γιάννης Παρματζιάς, ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 και η εναγόμενη. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Τα όσα οι μάρτυρες, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε λέχθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων και την εναγόμενη στις αγορεύσεις τους. Κρίνω, χωρίς ανάγκη να προβώ σε αυτό το στάδιο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ενόψει και των παραδεκτών γεγονότων, πως μπορεί και θα πρέπει να εξεταστεί αρχικά η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων ότι η επιβολή του διεκδικούμενου με την αγωγή ποσού αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και συνεπώς η εναγόμενη κωλύεται από το να αμφισβητεί το οφειλόμενο ποσό ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου καθότι αποκλειστικά αρμόδιο για τον αναθεωρητικό έλεγχο της πιο πάνω απόφασης είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Ο συνήγορος των εναγόντων αφού αναφέρθηκε στους σκοπούς της ίδρυσης του ΕΤΕΚ, στις εξουσίες που ασκεί και στα καθήκοντα του, εισηγήθηκε πως η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η επιβολή και είσπραξη των καθορισμένων δικαιωμάτων, πηγάζουν απευθείας από την ίδια την νομοθεσία, αποτελούν μέρος της άσκησης των αρμοδιοτήτων και εξουσιών που ανατέθηκαν στο ΕΤΕΚ, προκειμένου να προωθηθεί και να εκπληρωθεί ο δημόσιος σκοπός που του έχει ανατεθεί και εφόσον η επιβολή και είσπραξη δικαιωμάτων και ή τελών αναφορικά με την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης είναι συνυφασμένη με την εκπλήρωση των σκοπών του, συνιστούν πράξεις εξουσίας οι οποίες επενεργούν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Παρέπεμψε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ 892, The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Republic v. M.D.M Estate Development Ltd
(1982)3 CLR 642, Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 A CLR 623, Νίκου Αργύρου ν. ΕΤΕΚ Υπόθεση αρ. 58/2000 ημερομηνίας 12/7/2001. Αντίθετη άποψη δεν διατυπώθηκε ενώπιον μου, προφανώς λόγω του ότι η εναγόμενη χειρίστηκε η ίδια την υπόθεση της προσωπικά, εφόσον οι δύο δικηγόροι που την εκπροσωπούσαν διαδοχικά είχαν αποσυρθεί και επρόκειτο καθαρά για νομικό ζήτημα και θέμα. Στην υπόθεση SHOHAM (CYPRUS) LTD και Αρχής Λιμένων Κύπρου Πολιτική Έφεση 10390 ημερ. 22.3.2000, η Αρχή Λιμένων κατόπιν αίτησης ή εντολής για λογαριασμό των εφεσειόντων προσέφεραν λιμενικές διευκολύνσεις και υπηρεσίες σε σχέση με ένα εμπορευματοκιβώτιο και συγκεκριμένα των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων για τη διατήρηση του περιεχομένου του. Οι εφεσίβλητοι επέβαλαν στους εφεσείοντες δικαιώματα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε σχέση με το πιο πάνω εμπορευματοκιβώτιο, της τάξης των Λ.Κ.4,400.- και εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια. Πρόσθετα επέβαλαν Λ.Κ.22,50 ως δικαιώματα για εισαχθέντα αγαθά εντός του λιμανιού Λεμεσού πλέον Λ.Κ.268,28 σεντ ως αποθηκευτικά δικαιώματα. Στην αγωγή που ήγειραν οι εφεσίβλητοι εναντίον των εφεσειόντων για την ανάκτηση των πιο πάνω ποσών, οι εφεσείοντες αρνήθηκαν ότι έχουν οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του εφεσίβλητων για τα αξιούμενα ποσά. Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι πρόβαλαν, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι εφεσείοντες δεν μπορούν να έχουν υπεράσπιση διότι η έκδοση των τιμολογίων που αποτελεί και τη βάση της αγωγής αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται μόνο σύμφωνα με το άρθρο 146.1 του Συντάγματος με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Τέτοια προσφυγή δεν είχε ασκηθεί από τους εφεσείοντες. Επομένως οι τελευταίοι εμποδίζονται από το να εγείρουν οποιαδήποτε υπεράσπιση διότι το επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εξετάσει οποιαδήποτε υπεράσπιση προβάλουν. Οι εφεσείοντες δεν αμφισβήτησαν ότι η Αρχή Λιμένων είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, η οποία βάσει νομοθετικής διάταξης δύναται να εκδίδει καθορισμένες διοικητικές πράξεις. Όμως ήταν η εισήγηση τους ότι η διαφορά των διαδίκων αφορούσε χρηματική διαφορά που εμπίπτει στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστήριο και το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί στη διαφοράς ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο άρθρο 4
(2)του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου του 1973 (Ν 38/73 όπως τροποποιήθηκε) που καθορίζει τους σκοπούς σύστασης της Αρχής, στο άρθρο 10
(1)του πιο πάνω Νόμου που καθορίζει τα καθήκοντα της, στον Κανονισμό
(4)των περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (καταβλητέα Δικαιώματα) (Τροποιητικών) Κανονισμών του 1987 (Κ.Δ.Π. 198/87) και στο μέρος ΙΧ των περί Αρχής Λιμένων Κύπρου (καταβλητέα Δικαιώματα) (Τροποιητικών) Κανονισμών του 1981 (Κ.Δ.Π. 284/81) έκαμε αποδεκτή την θέση των εφεσειόντων, κρίνοντας ότι η επιβολή των πιο πάνω δικαιωμάτων εμπεριέχεται στις εξουσίες των εναγόντων και σχετίζεται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που έχουν ανατεθεί στην Αρχή, έκρινε πως συνιστά πράξη εξουσίας, πράξη δηλαδή που εκπηγάζει από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής η οποία εξεδόθη εκτός του πλαισίου των συμβατικών σχέσεων της με τους εναγόμενους. Έκρινε επίσης ότι πράξεις αυτής της κατηγορίας επενεργούν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η κατάταξη της πιο πάνω διοικητική πράξης σε πράξη εξουσίας συναρτήθηκε με τον σκοπό για τον οποίο λήφθηκε η απόφαση σε σχέση με την επίτευξη των σκοπών της Αρχής. Είναι φανερό, λέχθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του, ότι η είσπραξη δικαιωμάτων για την χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων, διευκολύνσεων ή υπηρεσιών από την Αρχή είναι απαραίτητη για την επίτευξη των σκοπών της όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο και εφόσον πρόκειται για πράξη εκτελεστή υπόκειται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος αποκλειστική αρμοδιότητα για την έλεγχο της εγκυρότητας της και εφόσον δεν προσβλήθηκε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο μέσα στην προθεσμία των 75 ημερών, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση. Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε κατ΄ έφεση και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξη ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εδράζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο το Όργανο να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (Βλ. The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, 170, 171 και Vakana v. Repuplic, 3 R.S.C.C. 91). Στην υπόθεση Tamasos Tobaco Supplies and Co v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407 αποφασίστηκε ότι το πεδίο του δημοσίου δικαίου διακρίνεται από το ιδιωτικό ανάλογα με το σκοπό τον οποίο η νομοθεσία αποβλέπει να προάξει και το ενδιαφέρον του κοινού στη συγκεκριμένη λειτουργία και αποφάσεις. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου (πιο πάνω), λέχθηκε ότι γνώμονας για την ταξινόμηση μιας πράξης ή απόφασης νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι ο σκοπός για τον οποίο έγινε η πράξη ή λήφθηκε η απόφαση σε συνάρτηση με τις εξουσίες του νομικού προσώπου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών του νομικού προσώπου αυτή επενεργεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδοσή του. Το κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ των πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη σκοπός. Πράξη ή απόφαση μπορεί να εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του και εν τούτοις να εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, για τον αποκλειστικό λόγο ότι κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη ή την απόφαση αυτή δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο καθορισμός των αστικών δικαιωμάτων που πολίτη (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Υπόθεση 439/90 ημερ. 3.9.1992, The Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Poyadjis v. The Republic
(1975)3 C.L.R. 378 και Charalambides v. The Republic
(1982)3 C.L.R 403). Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (Hellenic Bank Limited ν. The Republic 3 C.L.R. 481, 486) Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προσπαθήσω στη συνέχεια να προσδιορίζω την φύση της πράξης του ΕΤΕΚ στην υπό κρίση περίπτωση, ήτοι της απαίτησης πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.600 πλέον Φ.Π.Α από την εναγόμενη, ποσό το οποίο χρεώθηκε και επιβλήθηκε στην εναγόμενη λόγω της εμπλοκής του ΕΤΕΚ στον διορισμό πραγματογνώμονα μετά από αίτημα της εναγόμενης και για το οποίο εκδόθηκε το τιμολόγιο με αριθμό CR0000180 και το οποίο της κοινοποιήθηκε (βλ. Τεκμήριο 9 Α). Το ΕΤΕΚ εγκαθιδρύθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Ν.224/90όπως τροποποιήθηκε και έχει ως σκοπό την προαγωγή της επιστήμης στους διάφορους τομείς που σχετίζονται με την ειδικότητα των μελών του, της μηχανικής και της τεχνολογίας και την ανάπτυξη τους για αυτοδύναμη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της Δημοκρατίας (άρθρο 4). Ασκεί αρμοδιότητα και εξουσία δυνάμει του Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων κανονισμών. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου το Επιμελητήριο ασκεί κάθε αρμοδιότητα και εξουσία που του έχει ανατεθεί με τον Ν.225/90 ή οποιοδήποτε άλλο νόμο και έχει αρμοδιότητα να επιτελεί κάθε πράξη αναγκαία για την προώθηση των σκοπών του και ιδιαίτερα- (α) .................... (β) να αναλαμβάνει διαιτησίες, επιδιαιτησίες και συμβιβαστικούς διακανονισμούς σχετικά με οποιοδήποτε θέμα ή διαφορά που έχει σχέση με τη μηχανική επιστήμη. Επίσης στις εξουσίες του ΕΤΕΚ είναι και η επιβολή και είσπραξη των καθορισμένων δικαιωμάτων για κάθε βεβαίωση θεώρηση ή έκδοση πιστοποιητικού ή άλλου εγγράφου για τη διεξαγωγή διαιτησιών, πραγματογνωμοσύνης ή δειγματοληψίας ή για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας (άρθρο 5 (ιβ)). Με βάση τον νόμο επιβλήθηκαν στην εναγόμενη δικαιώματα για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης τα οποία και της κοινοποιήθηκαν (βλ. Τεκμήρια 9 Α και 9 Β και παρ. 16 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης). Κρίνω πως η επιβολή των πιο πάνω δικαιωμάτων εμπεριέχεται στις εξουσίες των εναγόντων και σχετίζεται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που τους έχουν ανατεθεί από τον Νόμο. Η είσπραξη των δικαιωμάτων για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από μέλος του ΕΤΕΚ, στο οποίο ανατέθηκε από το ίδιο το ΕΤΕΚ κατόπιν παράκλησης και αποδοχής από μέρους της εναγόμενης, είναι φανερό ότι είναι απαραίτητη για τους επίτευξη των σκοπών του που είναι η προαγωγή της επιστήμης και για τον οποίο συμφέρον στην ευόδωση του έχουν τόσο κοινό αλλά και τμήμα του. Η πράξη επιβολής του ποσού εκπηγάζει από την άσκηση των εξουσιών του ΕΤΕΚ και εξεδόθη εκτός του πλαισίου των συμβατικών σχέσεων του με την εναγόμενη. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Όπως εξηγείται στην απόφαση της Ολομέλειας Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)2 Α.Α.Δ. 453, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο (βλ και Takis P. Marlides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΑΔ 1424). Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθ΄ όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η επιβολή των δικαιωμάτων από το ΕΤΕΚ, για την οποία υπάρχει παραδοχή εκ μέρους της εναγόμενης ότι της επιβλήθηκε, έχει τα γνωρίσματα διοικητικής πράξης από την οποία παράγοντα έννομα αποτελέσματα. Επιχειρείται από μέρους της εναγόμενης η ένδικη αμφισβήτηση και ανατροπή της διοικητική πράξης, μέσω αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι λάθος. Το τεκμήριο της νομιμότητας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με πάγια αρχή του Διοικητικού Δικαίου, η διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή με διοικητική πράξη ή ανάκληση ή κατάργηση της ή γενικά την παύση της ισχύος της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της. Το γεγονός της επιβολής του ποσού των Λ.Κ.600 πλέον Φ.Π.Α ως δικαιώματα των εναγόντων για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι κατά την άποψη αρκετό. Αν η επιβολή έγινε νόμιμα ή παράνομα, ορθά ή εσφαλμένα, δεν μπορεί να κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο και οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν το πιο πάνω ποσό με αγωγή (βλ. Νίτσα Κυριάκου κα. ν. Διευθυντή Τμήματο Τελωνείων
(2000)1 Α.Α.Δ. 589). Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω πως εναγόμενη εμποδίζεται να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση και πως οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση. Με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορεί να εξεταστεί ούτε και η ανταπαίτηση της εναγόμενης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου κρίνω σκόπιμο και πρέπον όπως προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτως ώστε να υπάρχει υλικό σε περίπτωση που η διαπιστωθεί κατ΄ έφεση σφάλμα στην πιο πάνω προσέγγιση του θέματος και στην κατάληξη μου. Οι πιο κάτω αναφορές γίνονται, με την υποθετική πλέον προσέγγιση ότι η εναγόμενη θα μπορούσε να προβάλλει υπεράσπιση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δηλαδή ωσάν να μην επρόκειτο για εκτελεστή διοικητική πράξη. Κατά τον ίδιο τρόπο εξετάζεται και η ανταπαίτηση της εναγόμενης. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Έχοντας μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλοι οι μάρτυρες, πλην της εναγόμενης, έχουν καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου. Η εναγόμενη αν και αποδέχεται τα πλείστα από τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να παρουσιάσει αυτά ή να τα διαστρεβλώσει με τρόπο που ίδια πίστευε ότι θα ήταν βολικό για την υπόθεση της και για να αποφύγει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 και του εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 φέρει εκείνα τα στοιχειά της συνοχής, σταθερότητας και αυθορμητισμού που χαρακτηρίζει κάθε αξιόπιστη μαρτυρία. Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενος 2 απαντούσαν με ευθύτητα, απλότητα, ήταν θετικοί και επεξηγηματικοί στις απαντήσεις τους, η μαρτυρία τους διέπετο από αυθορμητισμό και σαφήνεια ενώ δεν έχω αντιληφθεί να περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση ή τάση υπερβολής ή υπεκφυγής κατά τις απαντήσεις που έδιδαν τόσο στην κυρίως εξέταση τους όσο και στην αντεξέταση τους. Θεωρώ ότι στο δικαστήριο είπαν την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και όπως αυτοί τα γνώριζαν. Η μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων συγκρούεται μόνο σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης της έκθεσης (Τεκμήριο 8) προς το ΕΤΕΚ. Ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι η έκθεση, του παραδόθηκε τον Απριλίου του 2006 ενώ ο Γρ. Μαλεκκίδης ανάφερε ότι την παρέδωσε στο ΕΤΕΚ τον Μάιο του
  1. Επί του προκειμένου αποδέχομαι την μαρτυρία του Γρ. Μαλεκκίδη, ως το πιο αρμόδιο πρόσωπο να καταθέσει επί του ζητήματος αυτού αφού ήταν ο ίδιος που την ετοίμασε και την παρέδωσε. Παρόλα αυτά, το ακριβές χρονικό σημείο παράδοσης της έκθεσης, είτε είναι αυτό είναι περί τα τέλη Απριλίου του 2006, είτε τον Μάιο του 2006 κρίνω ότι δεν είναι ουσιώδης καθότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η εναγόμενη ενημερώθηκε εγγράφως ότι η έκθεση ήταν έτοιμη για παραλαβή από το ΕΤΕΚ με επιστολή του ΕΤΕΚ (Τεκμήριο 9) ημερομηνίας 8.5.2006 κάτι που επιβεβαιώνει ότι η έκθεση βρισκόταν στο ΕΤΕΚ στις 8.5.
  2. Αν ο χρόνος ετοιμασίας της έκθεσης, που εκφεύγει από τα συμφωνηθέντα (βλ Τεκμήριο 11), την απαλλάσσει από οποιαδήποτε ευθύνη πληρωμής ή δημιουργούνται από το γεγονός αυτό οποιαδήποτε δικαιώματα υπέρ της, είναι διαφορετικό ζήτημα και αναλύεται πιο κάτω. Ο Μ.Ε.1 ήταν σε θέση να εξηγήσει και εξήγησε το ιστορικό της υπόθεσης της, από προσωπική γνώση που είχε λόγω της θέσης που κατέχει στο ΕΤΕΚ, ως Ανώτερος Γραμματειακός Λειτουργός όπου στα πλαίσια των καθηκόντων του χειρίζεται, μεταξύ άλλων, και τα διαδικαστικά θέματα προκύπτουν σε σχέση με την αποδοχή αιτήσεων από το κοινό για τον διορισμό πραγματογνωμόνων και την προώθηση τέτοιων αιτήσεων για έγκριση στην Διοικούσα Επιτροπή του ΕΤΕΚ, αλλά και από τα στοιχεία του φακέλου του αρχείου του ΕΤΕΚ και πληροφορίες που έλαβε. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε τα τεκμήρια 2 - 5, 9 Α και 9 Β 10 που επιβεβαιώνουν όλα τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και τα όπως σημειώνω δεν έχουν αμφισβητηθεί. Στα θέματα που έχει διατυπώσει γνώμη, όπως για παράδειγμα ότι η απόφαση για την αμοιβή και οι όροι της πραγματογνωμοσύνης είναι εκτελεστές Διοικητικές πράξεις, η μαρτυρία του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και συνεπώς αγνοείται εφόσον πρόκειται για νομικό ζήτημα και θέμα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως αξιόπιστη και ειλικρινή εξαιρουμένου του μέρους που αφορά τον χρόνο παράδοσης της έκθεσης για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω. Ο Γρ. Μαλεκκίδης κατάθεσε ότι διορίστηκε από το ΕΤΕΚ και έγινε αποδεκτός από την εναγόμενη ως πραγματογνώμονας για να μελετήσει και να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με ανεγειρόμενη κατοικία της εναγόμενης στον Ύψωνα. Σύμφωνα με τον πιο πάνω μάρτυρα, ήρθε σε επαφή με την εναγόμενη, η οποία τον επισκέφθηκε στο γραφείο του στη Λεμεσό όπου και υπέγραψαν το Τεκμήριο 11 και είχαν θέσει ως χρονοδιάγραμμα για την παράδοση της μέχρι την 31/3/
  3. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε στην ετοιμασία της έκθεσης, υιοθέτησε το περιεχόμενο της και απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν από την εναγόμενη κατά το στάδιο της αντεξέτασης του αναφορικά με τις διαπιστώσεις που έχει κάνει σε σχέση με την οικοδομή και τις οποίες έχει καταγράψει στην έκθεση του (Τεκμήριο 8). Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ολοκλήρωσε την έκθεση τέλος Απριλίου και την παρέδωσε στο ΕΤΕΚ στις 4/5/2006 όπου και ενημέρωσε την εναγόμενη τηλεφωνικώς, η οποία δήλωσε ικανοποιημένη και ανακουφισμένη. Έκδωσε επίσης το τιμολόγιο (Τεκμήριο 12) ημερομηνίας 4/5/2006 το οποίο παρέδωσε στο ΕΤΕΚ Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα ως αξιόπιστη και ειλικρινή. Η εναγόμενη μου δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκδοχή της δεν περιέχει την αλήθεια. Η εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν κακή. Η προσπάθεια της να ξεφύγει από ενδεχόμενη καταδίκη για καταβολή οποιοδήποτε ποσού υπήρξε εμφανής, εμφανής επίσης ήταν, και έγιναν γνωστοί οι λόγοι που αρνείτο να παραλάβει την έκθεση και αυτό έχει να κάνει με την διαφωνία της ως προς το περιεχόμενο της και τίποτα περισσότερο. Η εναγόμενη κατά την μαρτυρία της, που είχε ως αποτέλεσμα το δικαστήριο να της το επισημάνει πολλές φορές, φλυαρούσε, αναφερόταν σε θέματα άσχετα, σε μια κατά την άποψη μου προσπάθεια της να τονίσει την κατάσταση στην οποία περιήλθε και στα προβλήματα που υπήρξαν και υπάρχουν σε σχέση με την ανέγερση της οικοδομής της χωρίς όμως τα ζητήματα αυτά να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα, θέλοντας και προσπαθώντας να επιρρίψει ευθύνες τους ενάγοντες και στον πραγματογνώμονα. Στην έκθεση υπεράσπισης της αναφέρει ότι στις 6/5/2006 σε προσωπική συνάντηση που είχε με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των εναγόντων κάλεσε τους ενάγοντες να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους για παράδοση της πραγματογνωμοσύνης. Στην ένορκη κατάθεση της σε αντίθεση με τα πιο πάνω ανάφερε ότι επισκέφθηκε τους ενάγοντες στις 8/5 και σκοπός της επίσκεψης ήταν για να κάνει παράπονο εναντίον του Γρ. Μαλεκκίδη επειδή της είχε αναφέρει αρχές Μαΐου ότι δεν χρειάζονται την πραγματογνωμοσύνη, ότι θα στοίχιζε πολλά, ότι θα ήταν εις βάρος τους και ότι δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τον συνάδελφο του. Σύμφωνα με την εναγόμενη κατά την πιο επίσκεψη της στο ΕΤΕΚ, ο Διευθυντής του ΕΤΕΚ επικοινώνησε με τον Γρ. Μαλεκκίδη τηλεφωνικώς και τον διάταξε να παραδώσει την έκθεση την επόμενη ημέρα στο γραφείο του. Ανέφερε επίσης, ότι στις 10/5/2006, ξανά επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόντων, η έκθεση ήταν έτοιμη, έλαβε γνώση του περιεχομένου της, με το οποίο διαφώνησε, δεν ήταν όμως το Τεκμήριο 8, η έκθεση που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο. Η εναγόμενη, με επιστολή των δικηγόρων της προς του δικηγόρους των εναγόντων, στην οποία κάνουν αναφορά σε επιστολή που έλαβε από τους ενάγοντες ημερομηνίας 2.2.2007, αρνείται να προβεί σε πληρωμή του αξιούμενου ποσού καθότι «δεν έχει γίνει οποιαδήποτε εργασία σχετικά με την προετοιμασία, σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης και οποιοδήποτε συναφή εργασιών σχετικά με το θέμα για το οποίο έδωσε οδηγίες». Με την πιο πάνω επιστολή, η οποία συντάχθηκε προφανώς μετά από οδηγίες της εναγόμενης, η εναγόμενη καμιά από τις θέσεις που παρουσιάζει τώρα δεν προβάλει και κανένα γεγονός, το οποίο σύμφωνα με την μαρτυρία της προηγήθηκε της επιστολής, δεν επικαλείται ως θα ήταν λογικό και αναμενόμενο αν τα πράγματα είχαν όπως η ίδια υποστηρίζει. Είναι εμφανές ότι η εναγόμενη ήθελε πραγματογνωμοσύνη επί παραγγελία με το περιεχόμενο που η ίδια θεωρούσε ορθό. Όταν πλέον έμαθε το περιεχόμενο της με το οποίο διαφωνούσε αρνείτο πεισματικά να προβεί σε εξόφληση του τιμολογίου και να την παραλάβει. Ενώ υποστηρίζει, στην έκθεση υπεράσπισης και την ανταπαίτησης της, ότι η άρνηση της να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σχετίζεται με την αθέτηση των συμφωνηθέντων και την παράδοση της εμπειρογνωμοσύνης μέχρι την 31/3/2006, στην ένορκη κατάθεση της δήλωσε ότι δεν θα πλήρωνε ακόμα και αν της παραδίδετο μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία γιατί το περιεχόμενο είναι παντελώς λανθασμένο. Συνεπώς αυτό το οποίο την ενδιάφερε ήταν το περιεχόμενο της έκθεσης όπως η ίδια το ήθελε και πίστευε ως ορθό. Προσπάθησε να παρουσιάσει τον χρόνο της παράδοσης της έκθεσης ως σημαντικό και ουσιώδης γεγονός επικαλούμενη μεταξύ άλλων και την αδυναμία της να καταχωρήσει έκθεση απαίτησης σε αγωγή που είχε καταχωρήσει εναντίον του Πολιτικού Μηχανικού, με αποτέλεσμα η αγωγή να απορριφθεί λόγω μη προώθησης και να καταδικαστεί στα έξοδα. Ανέφερε όμως ότι ο αριθμός της αγωγής ήταν 3912/2007 κάτι που σημαίνει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2007, πολύ μετά δηλαδή που η έκθεση ήταν έτοιμη και ενημερώθηκε από το ΕΤΕΚ για την ετοιμασία της (από τις 8/5/2006) ενώ ερωτηθείσα πότε απορρίφθηκε η αγωγή, απάντησε ότι αυτό έγινε στις 23/6/2008, 2 χρόνια δηλαδή μετά που πληροφορήθηκε ότι η έκθεση ήταν έτοιμη. Υποστήριξε ουσιαστικά ότι η πραγματογνωμοσύνη που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο (Τεκμήριο 8 ) την είδε πρώτη φορά στις 22/2/2010 ενώ τότε που την είδε στο ΕΤΕΚ ήταν άλλο το περιεχόμενο της «άλλα τότε διάβασα στο ΕΤΕΚ» όπως χαρακτηριστικά είπε. Ουδέποτε όμως υπέβαλε στον Γρ. Μαλεκκίδη κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Δεν προσκόμισε μαρτυρία ειδικού που να αποδεικνύουν το λανθασμένο της κατάληξης του Γ. Μαλεκκίδη με αποτέλεσμα τα όσα του έχουν καταλογιστεί από την ίδια και τα όσα υποστήριξε σε σχέση με τις οικοδομικές εργασίες, το κόστος αυτών και τις κακοτεχνίες, να παραμείνουν ατεκμηρίωτα, μετέωρα και καταδικασμένα σε απόρριψη. Όπως άλλωστε η ίδια παραδέχτηκε και διαφάνηκε δεν κατέχει οποιεσδήποτε γνώσεις και μόρφωση αυτού του είδους ώστε να είναι ικανό πρόσωπο να καταθέσει επί αυτών των ζητημάτων, δηλαδή των κακοτεχνιών της οικοδομής. Καταλόγισε στον πραγματογνώμονα Γ. Μαλεκκίδη ότι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων δεν κοστολόγησε τις ζημιές, όπως του είχε ζητηθεί. Στο Τεκμήριο 8 στην τελευταία σελίδα με τίτλο «Εκτίμηση κόστους εργασιών αποκατάστασης των κακοτεχνιών», αναλύονται οι εργασίες και αναφέρει ο πραγματογνώμονας ότι για τις εργασίες που χρειάζονται να γίνουν εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί το ποσό των Λ.Κ.3,000.- Απομένουν να εξεταστούν στη συνέχεια, δεδομένου του γεγονότος ότι η έκθεση δεν είχε ετοιμαστεί μέχρι την 31/3/2006, αν αυτό απαλλάσσει την εναγόμενη από την υποχρέωση πληρωμής του αξιούμενου με την αγωγή ποσού καθώς και το δικαιολογημένο της αμοιβής του πραγματογνώμονα, το οποίο η εναγόμενη στην έκθεση υπεράσπισης της χαρακτηρίζει ως υπερβολικό και/ή αδικαιολόγητο και/ή παράλογο. Η έκθεση σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω κρίνει ως αξιόπιστη παραδόθηκε από τον Γ. Μαλεκκίδη προς το ΕΤΕΚ στις 4.5.2006 και το ΕΤΕΚ στις 8/5/2006 ενημέρωσε εγγράφως την εναγόμενη ότι είναι έτοιμη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την παραδοχή της εναγόμενης (βλ. παράγραφο 17) η έκθεση δεν παραλήφθηκε όχι γιατί υπήρξε καθυστέρηση στην ετοιμασία της, αλλά λόγω του ότι δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο της. Η εναγόμενη παρουσιάζεται καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, πρόθυμη να παραλάβει την έκθεση από το ΕΤΕΚ, χωρίς να επικαλεστεί αθέτηση οποιοδήποτε όρου συμφωνίας και να τερματίσει την συμφωνία επικαλούμενη παράβαση όρου αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 55
(1)του Κεφ. 149, αν ένας από τους συμβαλλόμενος ανάλαβε υποχρέωση να εκπληρώσει συγκεκριμένες ενέργειες εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να συμμορφωθεί, τότε η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ΄ εκλογή του αθώου μέρους, αν πρόθεση των μερών ήταν να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν τα μέρη δεν είχαν πρόθεση να καταστήσουν τον χρόνο ουσιώδη, τότε η σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 55
(2), δεν καθίσταται ακυρώσιμη, όμως το αθώο μέρος έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Κατά πόσο ο χρόνος εκπλήρωσης είναι ουσιώδης ή όχι, εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης, τη φύση της συναλλαγής, την πρόθεση των μερών και γενικά τις συνθήκες που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Σύμφωνα με την νομολογία, ο χρόνος είναι ουσιώδης όταν υπάρχει περί τούτου ρητή πρόνοια στη σύμβαση, ή όταν εξαιτίας των συνθηκών ή της φύσης της συναλλαγής εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως ο χρόνος εκπλήρωσης τηρηθεί επακριβώς (βλ. G. Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 199, 205). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει σαφής πρόνοια που καθορίζει τον χρόνο ουσιώδη (βλέπε Τεκμήριο 11 Παρ. Γ) και ούτε συνάγεται συμπέρασμα ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως ο χρόνος εκπλήρωσης τηρηθεί επακριβώς. Η εναγόμενη από την άλλη, ουδέποτε τερμάτισε την συμφωνία, αν η ίδια θεωρούσε τον χρόνο παράδοσης ουσιώδη, ούτως ώστε να μπορεί να κριθεί αν ο τερματισμός ήταν νόμιμος, αντιθέτως συμφώνησε όπως η ίδια ανάφερε όπως η έκθεση ετοιμαστεί μετά την ημερομηνία που είχε συμφωνηθεί, πράγμα το οποίο τελικά έγινε. Αμοιβή πραγματογνώμονα Σύμφωνα με την μαρτυρία του πραγματογνώμονα, για την ετοιμασία της έκθεσης του και του πορίσματος του αλλά και για την εργασία που έκανε χρειάστηκε πέραν των 16 ωρών, όμως ο ίδιος χρέωσε στο τιμολόγιο που έκδωσε προς το ΕΤΕΚ, αμοιβή για 16 ώρες. Ο πραγματογνώμονας δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ενώ το ποσό της αμοιβής του ανά ώρα η εναγόμενη το είχε αποδεχτεί με σχετική δήλωση της. Όπως και πιο πάνω έχω αναφέρει, η απροθυμία της εναγόμενης, να καταβάλει το ποσό, προέρχεται λόγω της διαφωνίας της με το περιεχόμενο της έκθεσης και μόνο. Περαιτέρω ουδέποτε η εναγόμενη προηγουμένως, και αφού ενημερώθηκε για το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει προς το ΕΤΕΚ και αφορούσε την αμοιβή του αρχιτέκτονα δεν έκανε χρήση της διαδικασίας που είχε συμφωνήσει ότι θα ακολουθείτο σε περίπτωση διαφωνίας. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 11: «Σε περίπτωση που αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού, συμφωνώ όπως η διαφορά ή αμφισβήτηση παραπέμπεται για επίλυση σε διαδικασία Διαιτησίας ενώπιον Επιτροπής (μονομελούς ή τριμερούς) που θα οριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου. Η διαδικασία Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη.» Συνεπώς η εναγόμενη εμποδίζεται που το να εγείρει ζήτημα σε αυτό το στάδιο και σε αυτή την διαδικασία αναφορικά με την αμοιβή του πραγματογνώμονα. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν πετύχει την αξίωση τους εναντίον της εναγόμενης και συνεπακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €1178.93 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €1025.16 μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση της αναγόμενης για όλους του λόγους που έχουν πιο πάνω εξηγηθεί και ενόψει και της κατάληξης που αφορά την απαίτηση, δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.