← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Ανδρέα Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 1489/07, 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. Ανδρέα Παναγιώτου, Αρ. Αγωγής: 1489/07, 8 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1489/07 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, από την Λευκωσία Εναγόντων - και - Ανδρέα Παναγιώτου από την Πάφο Εναγόμενου ---------------------------------- Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Κλεάνθους ( Για να ακούσει απόφαση κ. Χρ. Σάββα) Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Κνώφου για κ. Κ. Π. Δημητριάδης (Για να ακούσει απόφαση κ. Λ¨ Νεοφύτου) ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ H Οι ενάγοντες, που σύμφωνα με την έκθεση απαίτηση είναι Τραπεζικός Οργανισμός, αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €9069.27 (Λ.Κ. 5308.01) ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο χρηματιστηριακών συναλλαγών και/ή ως η αξία αγοράς 13.000 μετοχών που έγινε την 12.9.2000, ποσό €3520.23 (Λ.Κ.2060.30) τόκους μέχρι 30.6.2006 στο πιο πάνω ποσό και τόκους 11.50% ετησίως επί ποσού €12589.50 (Λ.Κ.7,368.31) από 1.7.2005 μέχρι εξόφλησης κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ζητούν επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η πώληση, ρευστοποίηση και/ή διάθεση δια δημοσίου πλειστηριασμού 8.000 μετοχών της Δωδώνης Εταιρείας Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ, 4.800 μετοχών της εταιρείας Luis Cruises Line Ltd και 11.500 μετοχών της εταιρείας Πανδώρα Επενδύσεις Λτδ προς ικανοποίηση του χρέους και/ή της απαίτησης. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι οι ενάγοντες, την 20.2.2003 ανέλαβαν τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι κατά ή περί την 12.9.2000 η Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ κατόπιν εντολής και/ή παράκλησης του εναγόμενου και/ή μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του και/ή διαμεσολαβητή του Κυριάκου Χαραλάμπους προέβηκε εκ μέρους του σε αγορές και πωλήσεις μετοχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Κατά ή περί την 19.9.2000 ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο με το οποίο μεταξύ άλλων εξουσιοδοτούσε την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπος του να προβαίνει σε πράξεις αγοράς, πώλησης, μεταβίβασης ή αποδοχής μεταβίβασης μετοχών και/ή άλλων πράξεων. Κατά ή περί την 12.9.2000 η Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ κατόπιν συγκατάθεσης και/ή αποδοχής εκ μέρους του εναγόμενου άνοιξε λογαριασμό με αρ. 2881/IDL646337 στον οποίο εγίνονταν οι εγγραφές και/ή χρεοπιστώσεις των αγοραπωλησιών μετοχών και οποίος λογαριασμός την 12.9.2000 παρουσίαζε χρεωστικό οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.5,308.01 Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 8% ετησίως επί εκάστοτε υπολοίπου. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημ. 6.4.2003 προς τον εναγόμενο του γνωστοποίησαν ότι από την 20.2.2003 ανάλαβαν τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ, ότι η οφειλή του ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.5,342.93 πλέον τόκοι και ότι το πιο πάνω ποσό οφείλεται προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Κατά ή περί την 23.9.2000, ο εναγόμενος, εξέδωσε επιταγή με αρ. 1072561 της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου προς όφελος της Εθνικής Χρηματιστηριακής για το ποσό των Λ.Κ. 5350, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα προς πληρωμή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίου του εκδότη της και επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχο της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ όλες τις πιο πάνω μετοχές για ασφάλεια και/ή προς εξασφάλιση αποπληρωμής του Χρηματιστηριακού λογαριασμού του δυνάμει σύμβασης ενεχύρου ημ. 15.01.2001 με την οποία η Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ θα έχει το δικαίωμα κατά την διακριτική της ευχέρεια να πληρώσει ή ρευστοποιήσει όλες ή μέρος των μετοχών και το προϊόν της πώλησης να πιστωθεί έναντι του λογαριασμού του. Οι ενάγοντες με επιστολές τους ημ. 13.5.2002, 19.9.2002, 14.06.2004 και 17.10.2005 καλούσαν τον εναγόμενο όπως πληρώσει την οφειλή του, η οποία περί την 1.7.2005 ανέρχετο σε Λ.Κ.7,368.31 αλλά ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Περαιτέρω με επιστολή τους ημερομηνίας 22.12.2005 είχαν γνωστοποιήσει στον εναγόμενο ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του ήτοι Λ.Κ.7368,31 μεταφέρθηκε την 15.11.2005 στις οριστικές καθυστερήσεις με αριθμό λογαριασμού 995/3991241 και ότι το επιτόκιο του λογαριασμού μετά τις καθυστερήσεις θα επιβαρύνετο με επιτόκιο 11.50% το χρόνο. Ο εναγόμενος αρνείται την έκθεση απαίτησης των εναγόντων στο σύνολο της (παραγράφους 1 μέχρι και 13) και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (α) ουδέποτε συνεργάστηκε με τους ενάγοντες και/ή ουδέποτε έδωσε εντολές σ΄αυτούς να προβούν για λογαριασμό του σε οποιεσδήποτε πράξεις. (β) Κατά ή περί το έτος 2000 προσεγγίστηκε από τον συγχωριανό του Χαράλαμπο Χαραλάμπους ο οποίος του παρουσιάστηκε ως χρηματιστής και τον συμβούλευσε να επενδύσει στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. (γ) Ο εναγόμενος αφού πείστηκε από τον πιο πάνω ότι η ενασχόληση του με το Χ.Α.Κ. και/ή την αγοραπωλησία μετοχών και/ή τίτλων θα ήταν κερδοφόρα και/ή στηριζόμενος στις υποσχέσεις του και/ή διαβεβαιώσεις αυτού ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα απεκόμιζε μεγάλα κέρδη του υπέγραψε κάποια χαρτιά που του ζήτησε. Επίσης του ζήτησε και έλαβε από τον εναγόμενο μια επιταγή για το ποσό των περί τις Λ.Κ.5000.-. Ήταν ρητός όρος και/ή στον εν λόγω πρόσωπο υποδείχθηκε και/ή το πρόσωπο αυτό αποδέχτηκε και/ή ο εναγόμενος συμφώνησε με τον εν λόγω πρόσωπο τα πιο κάτω: Ι. Ο εν λόγω Χαράλαμπος Χαραλάμπους θα προέβαινε σε πράξεις για λογαριασμό του εναγόμενου και/ή θα αγόραζε και/ή θα πωλούσε μετοχές και/ή τίτλους αξιών στο Χ.Α.Κ. μόνο κατόπιν ρητών οδηγιών και/η εντολών του εναγόμενου. ΙΙ. Η εν λόγω επιταγή δόθηκε από τον Εναγόμενο στον εν λόγω Χαράλαμπο Χαραλάμπους υπό την μορφή εγγύησης για την μελλοντική τους συνεργασία και/ή με την ρητή δέσμευση του τελευταίου ότι δεν θα εξαργύρωσε την εν λόγω επιταγή και/ή δεν θα την παρουσίαζε στην Τράπεζα για κατάθεση και/ή εξαργύρωση. (δ) Ο εναγόμενος ουδέποτε έδωσε εντολές στο εν λόγω πρόσωπο για να συναλλαχθεί με και/ή μέσω των Εναγόντων για λογαριασμό του.

  1. Οι αναφερόμενες στην παρ. 10 της Ε/Α μετοχές εάν πράγματι έχουν αγοραστεί από τους Ενάγοντες για λογαριασμό του εναγόμενου και/ή δικαιούχος αυτών είναι ο εναγόμενος και/ή αν πράγματι έχουν ενεχυριστεί προς όφελος των εναγόντων οι ενάγοντες θα μπορούσαν να τις πωλήσουν και να λάβουν το προϊόν της πώλησης αυτών των μετοχών προς εξόφληση του θρυλούμενου χρέους του εναγόμενου και το υπόλοιπο να το αποδώσουν στον εναγόμενο.
  2. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αξία των εν λόγω μετοχών υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό εκείνο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων δήθεν τους οφείλει.
  3. Ο εναγόμενος κατά ή περί των Ιανουάριο και/ή Φεβρουάριο του 2006 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από την εταιρεία «Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ» να διευθετήσει δήθεν οφειλή του προς την εν λόγω εταιρεία για αγορά μετοχών. Ο εναγόμενος ζήτησε περαιτέρω λεπτομέρειες και/ή διευκρινήσεις για το θρυλούμενο χρέος του αφού αυτός ουδέποτε είχε συνεργαστεί με την εταιρεία, οι οποίες όμως ουδέποτε του δόθηκαν. Ο εναγόμενος απέστειλε μέσω του δικηγόρου του επιστολή ημερομηνίας 8/3/2006 και την επιστολή ημερομηνίας 28/3/2006 με τις οποίες ζητούσε από την εταιρεία τα πιο κάτω: Ι. Εάν ο εναγόμενος τους έχει υπογράψει οποιονδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο τους διόριζε χρηματιστές του, το ακύρωνε. ΙΙ. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο αν είχε υπογραφεί να επιστραφεί στον εναγόμενο. ΙΙΙ. Κάλεσε την εταιρεία να αποστείλει όλους τους τίτλους των μετοχών οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ανήκουν στον Εναγόμενο και τους κατακρατεί. Οι εν λόγω επιστολές παραμένουν μέχρι σήμερα αναπάντητες και ουδείς εκ των υπαλλήλων της εταιρείας ήταν σε θέση να δώσει οιανδήποτε πληροφορία στους δικηγόρους του εναγόμενου όταν οι τελευταίοι επικοινώνησαν με την εταιρεία τηλεφωνικά. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο των παραγράφων 1 μέχρι και 7 της Υπεράσπισης του, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων αυτοί κατακρατούν τις πιο πάνω αναφερόμενες μετοχές ιδιοκτησίας του και αν πράγματι αυτές του ανήκουν, οι ενάγοντες οφείλουν να τους τις παραδώσουν ελεύθερες από κάθε βάρος και/ή επιβάρυνση επειδή ουδέποτε συναλλάχθηκε μαζί τους και ουδέποτε τους έδωσε οδηγίες να του αγοράσουν μετοχές και/ή να προβούν για λογαριασμό του σε χρηματιστηριακές πράξεις και/ή επειδή εάν οι εν λόγω μετοχές είναι πράγματι ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων αυτό έγινε άνευ ανταλλάγματος και/ή για αιτία μη επακολουθήσασα και/ή για ανύπαρκτο χρέος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητά την έκδοση διατάγματος που να κηρύσσει την ενεχυρίαση των μετοχών ως άκυρη και/ή εξ΄ υπαρχής άκυρη και/ή ως στερημένης οιουδήποτε αποτελέσματος καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες να του παραδώσουν τις μετοχές. Οι ενάγοντες με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, δηλώνουν άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του εναγόμενου τους οποίους χαρακτηρίζουν ψευδείς και εκ των υστέρων εικασίες οι οποίοι προβάλλονται με σκοπό να αποφύγει την υποχρέωση του για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού προς τους ενάγοντες και να φορτώσει στους ενάγοντες τις ζημιές που υπέστη από την πτώση των μετοχών του. Επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος περί την 19/9/2000 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόριζε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ όπως μεταξύ άλλων πωλεί, αγοράζει, μεταβιβάζει ή αποδέχεται μεταβιβάσεις οποιονδήποτε μετοχών ή άλλων αξιών σε οποιαδήποτε δημόσια εταιρεία και εισπράττει ή καταβάλει το τίμημα ανάλογα με την πράξη. Ισχυρίζονται επίσης τα ακόλουθα: (β) Πέραν του πληρεξουσίου εγγράφου, ο εναγόμενος είχε διορίσει διαμεσολαβητή μέσω του οποίο προέβαινε σε χρηματιστηριακές πράξεις. (γ) Κάθε δοσοληψία και/ή χρηματιστηριακή συναλλαγή στην οποία προέβηκε εκ μέρους του εναγόμενου έγινε με την προηγούμενη συγκατάθεση και/ή οδηγία του και/ή εξουσιοδότηση και ότι ήταν πάντοτε σε γνώση του και σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΧΑΚ. (δ) Οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τις μετοχές του εναγόμενου χωρίς τις οδηγίες αυτού και/ή αντιπροσώπου του. Αρνούνται τους ισχυρισμούς των παρ. 4 και 5 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου και ισχυρίζονται ότι δεν αποτελεί υποχρέωση τους αλλά δικαίωμα τους να προβούν στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και εν πάση περιπτώσει δεν απαλλάσσει τον εναγόμενο από την υποχρέωση να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Επικαλούνται το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 19.9.2000, την συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών ημερ. 15.1.2001 και την επιταγή ύψους Λ.Κ.5350.- και ισχυρίζονται ότι κωλύεται δια της συμπεριφοράς του και/ή εμποδίζεται από το να εγείρει τους ισχυρισμούς αυτός εφόσον ο ίδιος αναγνώριζε και δημιούργησε το οφειλόμενο με τις συναλλαγές που έκανε στο ΧΑΚ. Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ενάγοντες κάλεσαν μόνο μία μάρτυρα την Άννα Κεττένη, υπεύθυνη στο τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών κατά το 2000 της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και τώρα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, για να αποδείξει την υπόθεση της. Από πλευρά εναγόμενου δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως τεκμήρια στην υπόθεση, κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, πέραν της γραπτής δήλωσης της Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 1), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, κατατέθηκα τα πιο κάτω:
  4. Πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2).
  5. Χρηματιστηριακή μερίδα πελάτη ημερ. 27/1/2006 (Τεκμήριο 3).
  6. Κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.11.2005 (Τεκμήριο 4).
  7. Αντίγραφο επιταγής (Τεκμήριο 5).
  8. Σύμβαση ενεχύρου και πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 6).
  9. Έγγραφο - επιβεβαίωσης ενεχυριασμένων μετοχών ημερ. 21/4/2004 (Τεκμήριο 7).
  10. Επιστολή ημερ. 6.4.2003 (Τεκμήριο 8), επιστολή ημερ.13.5.2002 (Τεκμήριο 9Α), επιστολή ημερ. 19.9.2002 (Τεκμήριο 9Β), επιστολή ημερ. 14.6.2004 (Τεκμήριο 9Γ), επιστολή ημερ. 17.10.2005 (Τεκμήριο 9Δ), επιστολή ημερ. 22.12.2005 (Τεκμήριο 10), επιστολή ημερ. 8.3.2006 (Τεκμήριο 11) και επιστολή ημερομηνίας 28.3.2006 μετά συνημμένης επιστολής ημερ. 8.3.2006 (Τεκμήριο 12). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η Μ.Ε. 1, κατά ή περί το 2000 εργαζόταν στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ στο Τμήμα Χρηματιστηριακών συναλλαγών, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρει στην γραπτή της δήλωση και είναι εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντα της, είπε ότι ο εναγόμενος έγινε πελάτης της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ, περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2000, όπου και ανοίχτηκε με τις οδηγίες και/ή αποδοχή του ο Χρηματιστηριακός Λογαριασμός 2881/IDL646337 στον οποίο γίνονταν οι εγγραφές των αγοραπωλησιών μετοχών. Ο εναγόμενος, σύμφωνα πάντα με την πιο πάνω μάρτυρα, κατά ή περί την 19/9/2000 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε ως χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του να εκτελεί τις αγοραπωλησίες μετοχικών τίτλων και/ή αξιών για λογαριασμό του την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ. Οι ενάγοντες σύμφωνα με την Μ.Ε1, έχουν προβεί σε αγοραπωλησίες μετοχών του ΧΑΚ σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου και/ή του διαμεσολαβητή του Κυριάκου Χαραλάμπους από την 12/9/
  11. Οι οδηγίες του εναγόμενου για την αγορά μετοχών ήταν προφορικές μέσω τηλεφώνου και γίνονται από τον ίδιο είτε μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ή του διαμεσολαβητή του Κυριάκου Χαραλάμπους. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στον τρόπο τήρησης της χρηματιστηριακής μερίδας (Τεκμήριο 3) του εναγόμενου, πως γίνονται οι καταχωρήσεις, επεξήγησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και είπε πως σε αυτό αναφέρονται όλες οι αγορές/πωλήσεις λεπτομερώς καθώς και το υπόλοιπο κατά την 12/9/2000 το οποίο ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ. 5342.93 ήτοι €9.141.
  12. Σύμφωνα με την Μ.Ε.1, ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό έναντι του Χρηματιστηριακού Λογαριασμού του και το ποσό της χρηματιστηριακής του μερίδας περί την 30/6/2005 ανερχόταν σε Λ.Κ.7.368.31 συμπεριλαμβανομένων και των τόκων, ποσό το οποίο μεταφέρθηκε στις καθυστερήσεις με αρ. λογαριασμού 995/3991241 (Τεκμήριο 4). Υποστήριξε ότι ο εναγόμενος, κατά ή περί την 23.9.2000 εξέδωσε την επιταγή με αρ. 1072561 (Τεκμήριο 5) της ΣΠΕ Γεροσκήπους προς όφελος της Εθνικής Χρηματιστηριακής για το ποσό των Λ.Κ.5350 ως η αξία των χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν την 12/9/2000 με ημερ. πληρωμής 23.9.2000, η οποία δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίου του εκδότη της και επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχο αυτής. Ο εναγόμενος, όπως ανάφερε, προς εξασφάλιση του οφειλόμενου χρηματιστηριακού λογαριασμού, ενεχυρίασε προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ 8.000 μετοχές της Δωδώνης Εταιρεία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου Λτδ, 4.800 μετοχές της εταιρείας Luis Cruises Line Ltd και 11.500 μετοχών της Πανδώρας Επενδύσεις Λτδ δυνάμει συμφωνίας ενεχύρου ημερ. 15.1.2001 (Τεκμήριο 6). Σχολιάζοντας και απαντώντας στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του εναγόμενου, υποστήριξε ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) με την θέληση του ώστε να μπορεί να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω των εναγόντων, ότι ο εναγόμενος ενημερωνόταν καθημερινά για τις συναλλαγές του, ο ίδιος ή μέσω του μεσολαβητή του έδινε οδηγίες γι΄αυτές και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ως προς τούτο, κάθε δοσοληψία και/ή χρηματιστηριακή συναλλαγή στην οποία προέβηκαν εκ μέρους του εναγόμενου έγινε κατόπιν προφορικής εντολής και εξουσιοδότησης του και πάντοτε σε γνώση του σύμφωνα με τους κανονισμούς του ΧΑΚ, ο εναγόμενος ενημερωνόταν τακτικά για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές του, οι ενάγοντες ενεργούσαν πάντοτε κατόπιν ρητών προφορικών οδηγιών του εναγόμενου ή του μεσολαβητή του αναφορικά με τις επενδύσεις σε μετοχές, οι ενάγοντες ουδέποτε προέβηκαν σε οποιαδήποτε αγοραπωλησία μετοχών χωρίς τις οδηγίες του εναγόμενου ή του μεσολαβητή του, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η υπογραφή του εναγόμενου για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών αφού αυτός έδινε προφορικές εντολές και εξουσιοδότησε με πληρεξούσιο έγγραφο τους ενάγοντες να διενεργούν πράξεις στο ΧΑΚ στο όνομα του. Ο συνήγορος των εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την μαρτυρία της Μ.Ε.1, επισημαίνοντας ότι κατά την αντεξέταση της τα όσα της υπέβαλε η υπεράσπιση ως θέσεις και ισχυρισμούς παρέμειναν ατεκμηρίωτα καθότι ο εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία όπως όφειλε. Κατά τον ίδιο τρόπο ανάφερε, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από το Δικαστήριο και τα όσα παραθέτει ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του καθότι το δικαστήριο δεν έχει μαρτυρία για να αξιολογήσει και να διαπιστώσει την ορθότητα και την αλήθεια των ισχυρισμών του. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών των εναγόντων, ο συνήγορος τους, επικαλέστηκε και την έγγραφη μαρτυρία, το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2), του οποίο όπως είπε, η υπογραφή δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκείνο, όμως ανέφερε, που θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο, σχετίζεται με τα κενά που παρουσιάζει, δηλαδή σε σχέση με το πρόσωπο που εξουσιοδοτεί ο εναγόμενος και ποιος λογαριασμός θα χρεώνεται. Υποστήριξε ότι μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας διαφαίνεται ότι πρόθεση του εναγόμενου ήταν να διορίσει πληρεξούσιο αντιπρόσωπος του το Χρηματιστηριακό Γραφείο της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την έκθεση υπεράσπισης του είναι παραδεκτό ότι συνεργάστηκε με τον Κυριάκο Χαραλάμπους με σκοπό να επενδύσει στο Χ.Α.Κ. Η πρόθεση του αυτή φαίνεται, όπως είπε και από τις μεταγενέστερες από την ημέρα της αγοράς των μετοχών πράξεις και συμπεριφορά του. Επικαλέστηκε επίσης την ύπαρξη επιταγής (Τεκμήριο 5), που σύμφωνα με του ενάγοντες δόθηκε για εξόφληση του λογαριασμού του, το ποσό της οποία καλύπτει την αξία των μετοχών καθώς και την σύμβαση ενεχυρίασης των μετοχών και πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 6). Η όλη μαρτυρία, ανάφερε ο κ. Κλεάνθους, καταδεικνύει και είναι ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος έχει προβεί στην αγορά των μετοχών ενώ τα τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί αφού δεν έχει τεθεί ισχυρισμός ότι είναι προϊόν πλαστογραφίας ή ψυχικής πίεσης ή απάτης ή οτιδήποτε άλλο που μπορεί να επιφέρει την ακυρότητα τους. Χαρακτήρισε επίσης την επιλογή του εναγόμενου να μην προσκομίσει μαρτυρία ατυχή, καθότι δεν παρείχε στο Δικαστήριο την δυνατότητα να ακούσει την δική του εκδοχή και να υποστηρίζει την υπεράσπιση του. Το Δικαστήριο εισηγήθηκε θα πρέπει να κάνει αποδεκτή την μαρτυρία των εναγόντων από την οποία καθίσταται ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό. Αναφορικά με το ζήτημα του τόκου που οι ενάγοντες αξιώνουν, παραδέχτηκε ότι ελλείψει συμφωνίας, το δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τέλος, αναφέρθηκε στην υποχρέωση του μέρους που επικαλείται εξ΄ακοής μαρτυρία και στην βαρύτητα που θα πρέπει να δώσει το Δικαστήριο σε τέτοια μαρτυρία, αναφερόμενος στα όσα η Μ.Ε.1 είπε και σχετίζονται με τον Κυριάκο Χαραλάμπους, προβάλλοντας την εισήγηση πως από το σύνολο της μαρτυρίας παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Ο συνήγορος του εναγομένου στην γραπτή του αγόρευση, έθιξε ζητήματα που αφορούν την νομιμοποίηση των εναγόντων για έγερση αγωγής εναντίον του εναγόμενου επικαλούμενοι συμφωνία που έγινε με την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ, σχολίασε εκτενώς την μαρτυρία των εναγόντων και την χαρακτήρισε ανεπαρκή και ανίκανη να αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ εναγόμενου και Εθνικής Χρηματιστηριακής Λτδ και συνεπώς την υπόθεση τους δεδομένης και της αμφισβήτησης με την έκθεση υπεράσπισης των εγγράφων και οποιαδήποτε εμπλοκής του εναγόμενου με την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ, έθιξε το ζήτημα της αξίωσης των εναγόντων για επιδίκαση τόκου ύψους 11.50%, ενώ αναφορικά με την επιταγή εισηγήθηκε, σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί των εναγόντων, με την λήψη της οποιαδήποτε ισχυριζόμενη οφειλή έχει εξοφληθεί ενώ με την μη εξαργύρωση της γεννήθει έτερον αγώγιμο δικαίωμα. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή την Μ.Ε.1 όταν κατέθετε ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτή έδιδε μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδινε, την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία της. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις της. Η Μ.Ε.1 δεν πρόκειται ακριβώς για περίπτωση αναξιόπιστου μάρτυρα, αλλά μάρτυρα που ήθελε να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως ήθελε και πίστευε αλλά και κατά τρόπο που θα ήταν βολικά για την υπόθεση της ενάγουσας χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά οποιαδήποτε γεγονότα. Η Μ.Ε.1 αν και δήλωσε ότι είχε γνώση προσωπική των γεγονότων της υπόθεσης (βλέπε Τεκμήριο 1 παρ. 2) διαφάνηκε μέσα από την αντεξέταση της ότι κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Από την μαρτυρία της προκύπτει αβίαστα πως δεν γνώριζε οτιδήποτε συγκεκριμένο για την υπόθεση των εναγόντων και πως δεν είχε λάβει καμία συγκεκριμένη πληροφόρηση από υπάλληλο, χρηματιστή της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ, διαμεσολαβητή, συνάδελφο στο τμήμα της, που εμπλεκόταν προσωπικά στα επίδικα ζητήματα Παραδέχτηκε ότι η ίδια προσωπικά δεν έχει λάβει καμία οδηγία και εντολή από τον εναγόμενο για την αγορά μετοχών και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά την αντεξέταση της αν ήταν ο εναγόμενος ή ο Κυριάκος Χαραλάμπους που έδωσε εντολή στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ για την αγορά των μετοχών. Προκύπτει έτσι ότι η Μ.Ε.1 δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με την αγορά των μετοχών. Το γεγονός ότι αυτές αγοράστηκαν κατόπιν εντολής του εναγόμενου ή του Κυριάκου Χαραλάμπους αποτέλεσε όπως φάνηκε δική της εικασία. Η διαζευκτικότητα του ισχυρισμού της το καθιστά εμφανές. Κανένα πληρεξούσιο σε σχέση με τον Κυριάκο Χαραλάμπους και τον εναγόμενο δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, παρά το ότι στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων αναφερόμενοι στο πιο πάνω πρόσωπο, μεταξύ άλλων τον χαρακτηρίζουν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου, ενώ ο Χαραλάμπους δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου για να διαφανεί ποια ήταν η ακριβής σχέση του με τον εναγόμενο. Επειδή από τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της η Μ.Ε.1, φαίνεται ότι είχαν αγοραστεί μετοχές στο όνομα του εναγόμενου, η πεποίθηση της ήταν ότι αυτό έγινε μετά από οδηγίες του εναγόμενου ή του Κυριάκου Χαραλάμπους. Η Μ.Ε.1 ουδέποτε ανάφερε στην κατάθεση της ότι είχε οποιαδήποτε συνομιλία η ίδια με τον Κ. Χαραλάμπους για την υπόθεση αυτή. Το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) ήταν επίσης ένα άλλο στοιχείο το οποίο την έκανε να θεωρεί ότι δόθηκε εντολή από τον εναγόμενο για την αγορά των μετοχών. Κανένα στοιχείο από την Μ.Ε.1 δεν έχει δοθεί σε σχέση με την μοναδική ημερομηνία, 12/9/2000, που είχαν αγοραστεί οι μετοχές στο όνομα του εναγόμενου. Η μαρτυρία της δεν ήταν ουσιαστική επί γεγονότων, αλλά αναφέρθηκε γενικά στη συνήθη πρακτική για την αγορά μετοχών και την τήρηση των καταστάσεων και λογαριασμών από το τμήμα που εργαζόταν. Δεν γνώριζε τον εναγόμενο προσωπικά, δεν γνώριζε να πει ποιος ή ποιοι έδωσαν εντολές για την αγορά των μετοχών, δεν γνώριζε ποιος λάμβανε την εντολή για την αγορά τους, ποιος την εκτέλεσε, ποιος την έφερε πίσω, δεν θυμόταν να πει ποιος ασχολήθηκε στις 12/9/2000 στο Τμήμα εκκαθάρισης λογαριασμών με τις συναλλαγές που εκτελέστηκαν, ποιος τις καταχώρησε στον λογαριασμό του εναγόμενου, παρά το ότι στην γραπτή της δήλωση αναφέρει (βλ. παρ. 8) ότι «Η χρηματιστηριακή μερίδα των πελατών των εναγόντων και συγκεκριμένα του εναγόμενου τηρούνται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι καταχωρήσεις γίνονται από εμένα ως υπεύθυνη εκκαθάρισης συναλλαγών καθημερινά κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ελέγχονται καθημερινά .....», λέγοντας επίσης ερωτηθείσα σχετικά ότι δεν θυμάται αν εργαζόταν στις 12/9/
  13. Στην αντεξέταση της υποστήριξε ότι ενημερώθηκε ο εναγόμενος ή ο διαμεσολαβητής του, δεν θυμόταν όμως να πει ποιος τους ενημέρωσε, ενώ στην κυρίως εξέτασης της δηλώνει θετικά ότι ο εναγόμενος, χωρίς να αναφέρει κάτι για τον διαμεσολαβητή, ενημερωνόταν καθημερινά για τις συναλλαγές του. Δεν γνώριζε τις τιμές των μετοχών που είχαν αγοραστεί. Δεν ήξερε να πει τι αφορά το ποσό των Λ.Κ.34.92 που αναφέρεται στο Τεκμήριο
  14. Δεν γνώριζε να πει αν υπήρχε συμφωνία με τον εναγόμενο και την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου για το θέμα του τόκου. Ενδεικτικά καταγράφω τα ακόλουθα από την μαρτυρία της: «............... Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι τον εναγόμενο, τον είχατε γνωρίσει εδώ στο Δικαστήριο; Α. Είναι λογικό όμως να μην γνωρίζω όλους του πελάτες εξ όψεως. Ε. Πρώτη φορά πότε μιλήσατε με τον εναγόμενο; Α. Πρώτη δεν θυμάμαι, αλλά θυμάμαι πότε μίλησα τελευταία, είχα και επικοινωνία μαζί του τηλεφωνικώς νομίζω στην τελευταία επιστολή που έλαβε 17/ 10/
  15. Ε. Δηλαδή η πρώτη φορά που ήρθες σε προσωπική επαφή με τον εναγόμενο ήταν το 2005; Α. Όχι, εγώ είπα για τελευταία. Δεν θυμάμαι πρώτη. Ε. Το 2000 δεν είχατε επικοινωνία μεταξύ σας; Α. Ο κ. Παναγιώτου ήταν πελάτης διαμεσολαβητή, δηλαδή ήταν συνεργάτης της Χρηματιστηριακής ο Κυριάκος Χαραλάμπους, που συνήθως μιλούσε με τον διαμεσολαβητή χωρίς να αποκλείω και το ενδεχόμενο να μίλησα με τον κ. Παναγιώτου. Ε. Η επικοινωνία με τον εναγόμενο με την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ δεν ξέρετε πως γινόταν; μπορεί να γινόταν με διαμεσολαβητή ή προσωπικά; Α. Μπορούσε να επικοινωνεί απευθείας ή μέσω διαμεσολαβητή. Ε. Είχε αυτές τις δυνατότητες επικοινωνίας; Α. Ναι. Ε. Ποια από τις 2 εφάρμοζε δεν γνωρίζεται: Α. Δεν θυμάμαι. Ε. Σίγουρα ο ίδιος ο κ. Παναγιώτου ουδέποτε έδωσε οδηγίες σε εσάς για αγορά μετοχών; Α. Όχι εγώ προσωπικά δεν έλαβα εντολή από τον κ. Ανδρέα Παναγιώτου για αγορά ή πώληση μετοχών του. ........... Ε. Δηλαδή αντιλαμβάνομαι ο κ. Παναγιώτου έδινε εντολές στον διαμεσολαβητή; Α. Αυτό δε μπορώ να σας το απαντήσω, διότι δεν ήμουν στο τμήμα των εντολών, αν θέλετε να σας πω γιατί ξέρω ότι υπήρχαν διαδικασίες. Εγώ προσωπικά εντολές δεν έπαιρνα και ούτε είμαι σε θέση αυτή τη στιγμή να σας πω αν ο κύριος Παναγιώτου έδιδε μόνος του εντολές, οι εντολές έρχονταν μέσω του διαμεσολαβητή του, του κύριου Χαραλάμπους, εγώ δε μπορώ να σας το απαντήσω, εγώ είπα για τις διαδικασίες, γιατί γνωρίζω, διότι είμαι στη συγκεκριμένη θέση. ........... Ε. Σε ποια ομάδα, κατηγορία, έφταναν οι εντολές του εναγόμενου γνωρίζεται; Α. Όχι Ε. Μπορείτε να μας πείτε ποιος χρηματιστής προέβη στην αγορά μετοχών που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3; Α. Αυτή τη στιγμή όχι, όμως είναι κάτι το οποίο ξέρω, μπορούμε να το βρούμε. ........... Ε. Άρα συμφωνείτε μαζί μου ότι δεν μπορείτε να ξέρετε και να μας πείτε σήμερα κατά πόσο το πρόσωπο εκείνο, ο χρηματιστής που κατ΄ ισχυρισμό εκτέλεσε τις εντολές που δήθεν έχει, σας έχει δώσει ο Εναγόμενος, είναι και το ίδιο πρόσωπο, ο χρηματιστής δηλαδή που έτυχε ενημέρωσης από το ΧΑΚ για την εκτέλεση των εν λόγω πράξεων. Α. Φυσικά δεν γνωρίζω τούτο το πράγμα, είπα από την αρχή ότι δεν γνωρίζω καν ποιος επήρε την εντολή, πόσο μάλλον να γνωρίζω ποιος την εκτέλεσε και ποιος την έφερε πίσω. ........... Ε. Και δεν μπορείτε να ξέρετε σήμερα και τότε το 2000 12/9/2000 ανάμεσα στην δουλεία που σας ανατέθηκε για διεκπεραίωση αν ήταν και οι συναλλαγές που έγιναν κατ΄εντολή του εναγόμενου; Α. Όχι δεν μπορώ να ξέρω ποιος ενημέρωσε, μπορεί εγώ ή άλλος συνάδελφος, μπορεί να ενημέρωσαν τον κ. Παναγιώτου ή τον διαμεσολαβητή του. Ε. 12/9/2000 δεν μπορείτε να θυμάστε εάν εργάζεστο στη δουλεία; Α. Δεν θυμάμαι, όχι φυσικά. ........... Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι στις 12/9/2000 δεν γνωρίζετε ποιος από το Τμήμα εκκαθάρισης λογαριασμών ασχολήθηκε με τις συναλλαγές που εκτελεστήκαν όπως ισχυρίζεστε για λογαριασμό του εναγόμενου; Α. Δεν θυμάμαι μπορεί να τις καταχώρησα εγώ απλώς δεν θυμάμαι. ........... Ε. Εσείς για να προβείτε σε αγορά μετοχών για λογαριασμό του Παναγιώτου, λαμβάνατε προφορικές οδηγίες από εναγόμενο, αν ξέρετε, η Εθνική Χρ. Κύπρου; Α. Όπως είπα και την προηγούμενη φορά εγώ προσωπικά δεν λάμβανα εντολές από πελάτες, οι πελάτες που ανοίγουν την μερίδα μέσω διαμεσολαβητή μπορούσαν είτε οι ίδιοι είτε ο διαμεσολαβητής να δώσουν εντολή, δεν είμαι σε θέση τώρα να σας πω για τις συγκεκριμένες συναλλαγές ποιος ή ποιοι έδωσαν τις οδηγίες. ........... Ε. Αυτή η συναλλαγή πες μου τι αφορά; Α. Αφορά μετοχές της Εταιρείας Δωδώνης Ε. Πόσες; Α.
  16. Ε. Τιμή που αγοράστηκαν; Α. Δεν συγκεκριμενοποιείται στην κατάσταση αν φαίνονται, υπάρχουν όμως καταστάσεις αν θέλετε να την φέρουμε. Ε. Στην 2η περίπτωση τις αφορά; Α. Μετοχές της Δωδώνης Ε. 7548; Α. Ναι . Ε. Ούτε αυτές ξέρουμε πόσα αγοράστηκαν ανά μετοχή; Α. Αν θέλετε να δω τον φάκελο μου (κοιτάζει). Δυστυχώς δεν έχω μαζί μου, μπορούμε όμως εύκολα να το βρούμε. ........... Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι ουδεμία συμφωνία υπήρχε μεταξύ της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και του εναγόμενου για τόκους; Α. Αυτό δεν το γνωρίζω. ........... Ε. Σας υποβάλλω ότι ο εναγόμενος ουδέποτε συμφώνησε με τους εναγόμενους ή με την Εθνική Χρ. Κύπρου Λτδ για τόκους; Α. Όσον αφορά τους τόκους υπάρχει ενημέρωση του πελάτη με επιτολή μας. Ε. Υπάρχει έγγραφο πέραν της επιστολής; Α. Δεν έχω κάτι υπόψη μου. ................» Περαιτέρω όπως διαφάνηκε επίσης η Μ.Ε.1 δεν είχε καμία ανάμιξη κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 6 και δεν ήταν γνώστης των συνθηκών που αυτά υπογράφτηκαν. Λόγω της προσκόμισης από τους ενάγοντες εξ΄ακοής μαρτυρίας η πλευρά του εναγόμενου έκδωσε και επέδωσε κλήση μάρτυρα προς τον Κυριάκο Χαραλάμπους δυνάμει του άρθρου 26

(1)του Κεφ. 9. Το πιο πάνω πρόσωπο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο μέχρι την 8.7.2010 δεν εκτελέστηκε. Ο συνήγορος του εναγόμενου στις 8.7.2010 τονίζοντας αρχικά τα πιο πάνω, ανάφερε ότι είναι υποχρέωση των εναγόντων να παρουσιάσουν τον μάρτυρα και πως η πλευρά του εναγόμενου υπό τις περιστάσεις δεν θα επιμένει περαιτέρω στην παρουσίαση του για τον αντεξετάσει. Μετά την πιο πάνω δήλωση ο συνήγορος των εναγόντων με σχετική δήλωση του έκλεισε την υπόθεση των εναγόντων. Αδιαμφισβήτητα η εξ΄ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του Κεφ. 9 που επέφερε ο Νόμος 32
(1)/2004 γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία, τίθεται όμως ζήτημα βαρύτητας μιας τέτοιας μαρτυρίας και το δικαστήριο εφαρμόζοντας το άρθρο 27 (όχι όμως περιοριστικά) του πιο πάνω νόμου θα πρέπει κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Το άρθρο 27
(2)ενδεικτικά αναφέρει τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες οι οποίες, αποκλείουν την δυνατότητα αποδοχής μιας τέτοιας μαρτυρίας. Και εξηγώ. (α) Η Μ.Ε.1 δεν αναφέρθηκε σε καμία περίπτωση για οποιαδήποτε προσωπική επαφή ή επικοινωνία με τον Κυριάκο Χαραλάμπους, ότι ανέφερε σε σχέση με την εντολή ή τις εντολές καταγράφεται πιο πάνω και είναι εμφανές ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση ή πληροφόρηση. (β) Δεν δόθηκε καμία εξήγηση ενώπιον του δικαστηρίου και δεν έχει διαφανεί να έγινε εκ μέρους των εναγόντων οποιαδήποτε προσπάθεια για να παρουσιάσει τον Κυριάκο Χαραλάμπους για να δώσει μαρτυρία. Το άρθρο 26
(2)του Κεφ. 6 για τους σκοπούς του Νόμου αναφέρει βέβαια ότι «Όταν μάρτυρας κλητεύεται, δυνάμει του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως εάν είχε κλητευθεί από το διάδικο, ο οποίος έχει προσαγάγει την αρχική δήλωση με εξ ακοής μαρτυρία», η κλήτευση του Κυριάκου Χαραλάμπους από τον συνήγορο του εναγόμενου δεν μπορεί όμως να λογιστεί προς όφελος των εναγόντων και ως προσπάθεια παρουσίασης του. (γ) Σε συνέχεια των πιο πάνω, δεν δόθηκε καμία εξήγηση που να τείνει να δικαιολογήσει πιθανή αδυναμία των εναγόντων να τον παρουσιάσει αλλά ούτε και υπήρξε επίκληση οποιασδήποτε τέτοιας αδυναμίας εκ μέρους τους. Λαμβάνοντας υπόψη μου επίσης και το γεγονός ότι η επίδοση της κλήσης μάρτυρας επιτεύχθηκε στον ίδιο προσωπικά. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και την γενική εντύπωση που έχω αποκομίσει από την Μ.Ε.1, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω μαρτυρία και να είναι τούτο ασφαλές για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς στη βάση της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί αλλά και των γραπτών στοιχείων που έχουν παρουσιαστεί θα προχωρήσω στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων αρχίζοντας από το ζήτημα που έθιξε ο συνήγορος του εναγόμενου και το οποίο σχετίζεται με την νομιμοποίηση των εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Δηλώθηκε, όπως και πιο πάνω αναφέρω και είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες στις την 20.2.2003 ανάλαβαν τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ. Ο εναγόμενος με την έκθεση υπεράσπισης του, αρνείται ότι καθ΄ οιονδήποτε χρόνο συνεργάστηκε με τους ενάγοντες και/ή έδωσε οδηγίες στους ενάγοντες να προβούν για λογαριασμό του σε οποιεσδήποτε πράξεις. Αποτελεί επίσης κοινά παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι ουδέποτε κατάρτησαν οιονδήποτε συμφωνία μεταξύ τους. Οι ενάγοντες κίνησαν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου επικαλούμενοι συμφωνία του εναγόμενου που έγινε με την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ το έτος 2000 πριν δηλαδή από την ανάληψη των εργασιών της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ από αυτούς. Συνεπώς αυτό το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί αρχικά, εφόσον αποτελεί και μέρος των εισηγήσεων του συνηγόρου του εναγόμενου, είναι κατά πόσο οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου, χωρίς ανάγκη να απαντηθεί σε αυτό το στάδιο αν πράγματι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου και της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ ή έστω ακόμα και υποθετικά ότι πράγματι υπήρξε συμφωνία μεταξύ εναγόμενου και Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ. Πέραν της πιο πάνω δήλωσης, σε ότι αφορά το μέρος της ανάληψης των εργασιών της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ από τους ενάγοντες, η μοναδική μάρτυρας των εναγόντων, σχετικά με το ζήτημα αυτό στην γραπτή της δήλωση Τεκμήριο 1 αναφέρει τα εξής «Κατά ή περί την 20.2.2003 οι ενάγοντες ανέλαβαν τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ η οποία είναι χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου». Το παραδεκτό των πιο πάνω, δηλώθηκε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Ε.1 σε υποβολή ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αναλάβει τις εργασίες της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ στις 20.2.2003 όπως ισχυρίστηκε, η μάρτυρας απάντησε ως εξής: «Α. Υπάρχει ανακοίνωση την οποία, δεν ξέρω αν υπάρχει στον φάκελο ή όχι, υπάρχει ανακοίνωση την οποία επίσημα έχουμε ακολουθήσει όλες τις διαδικασίες και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Κεντρικής Τράπεζας και του ΧΑΚ και έχουμε μεταφέρει νομότυπα τις εργασίες μας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου Λτδ, η οποία είναι μέλος του ΧΑΚ, από την ίδια ημέρα της μεταβίβασης των εργασιών μας έχει γίνει μέλος. Ε. Εσείς προσωπικά είχατε οποιαδήποτε εμπλοκή στην ανάληψη των εργασιών της Εθνικής Χρηματιστηριακής από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος; Α. Είχα ανάμιξη στην μεταφορά όλων των πελατών που διατηρούσε την δεδομένη στιγμή χρηματιστηριακό κωδικό, λογαριασμό με την Χρηματιστηριακή Κύπρου. Ήμουν υπεύθυνη στο να γίνουν όλα ορθά, όλες οι διαδικασίες της μεταφοράς του πελατολογίου μας από την Εθνική Χρηματιστηριακή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ε. Αυτή η πράξη έγινε αυτόβουλα από εσάς ή κατόπιν εντολών κάποιων; Α. Όχι φυσικά. Δεν αποφάσισα από μόνη μου να μεταφέρω το πελατολόγιο προς θεού. Ε. Ποιος σας έδωσε οδηγίες; Α. Τις οδηγίες τις λαμβάνω και τις λάμβανα για ότι διαδικασία κάνω από τους προϊσταμένους μου την δεδομένη στιγμή. Ε. Την ίδια εντολή που είχατε λάβει από τους προϊσταμένους σας την είχαν λάβει και οι άλλοι συνάδελφοι σας στο Τμήμα εκκαθάρισης λογαριασμών; Α. Ο κάθε υπάλληλος έλαβε εντολή για το κομμάτι το οποίο τον όρισε η τράπεζα να εκτελέσει για να γίνει η μεταβίβαση των εργασιών, η δική μου αρμοδιότητα, ήμουν υπεύθυνη στην μεταφορά του πελατολογίου.» Στην έκθεση απαίτηση δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός και ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι οι ενάγοντες, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ. Στην υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ., κρίθηκε ότι θα έπρεπε να αποδειχτεί η νομιμοποίηση των εναγόντων. Εκεί η Τράπεζα Williams & Glyn's Bank που είχε παράσχει δάνειο στους εφεσίβλητους, συγχωνεύτηκε με άλλη και μετονομάστηκε σε Royal Bank of Scotland. Η νέα τράπεζα ανάλαβε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και την διαδέχτηκε εν τίτλω. Αναφορά στην υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C (πιο πάνω) γίνεται και στην υπόθεση M.A. Goodvalue Suppliers Ltd και άλλων ν. Barclays Bank PLC
(2001)1 B Α.Α.Δ. 1038, στην οποία σύμφωνα με την μαρτυρία των εφεσίβλητων, οι τελευταίοι πώλησαν στην Ελληνική Τράπεζα τις εγχώριες εργασίες τους και τις υποχρεώσεις των πελατών τους. Τονίστηκε ότι διαφοροποιείται η περίπτωση από την υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. καθότι η τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο ήγειρε την αγωγή, κρίθηκε έτσι πως η οποία συμφωνία μεταξύ των εφεσίβλητων και της Ελληνικής Τράπεζας δεν επηρέαζε τη συμβατική σχέση των εφεσίβλητων. Δεν υπήρχε συνεπώς ανάγκη, πολύ περισσότερο, όπως αναφέρθηκε, υποχρέωση των εφεσίβλητων να καταθέσουν περισσότερα για τη συμφωνία τους και της Ελληνικής Τράπεζας. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Εν πάση περιπτώσει οι διάφορες αναφορές σε συγχώνευση των δύο τραπεζών ήταν εντελώς αχρείαστες, αφού στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε συγχώνευση, αλλά εκχώρηση εργασιών της μιας τράπεζας προς την άλλη. Οι ενάγοντες συνέχιζαν να είναι το πρόσωπο που παραχώρησε το δάνειο στους εφεσείοντες.» Στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένο ότι οι ενάγοντες βασίζουν την αγωγή τους σε συμφωνία που έγινε μεταξύ της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ και του εναγόμενου και όχι απευθείας μαζί τους, όφειλαν να αποδείξουν ότι υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ αλλά και τον τρόπο που αυτό έγινε ώστε να νομιμοποιούνται στην έγερση της αγωγής για διευκόλυνση/πίστωση που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων παραχωρήθηκε από την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ στον εναγόμενο. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, δεν προκύπτει κάτι περισσότερο ή λιγότερο από το γεγονός της ανάληψης και μεταφοράς των εργασιών της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Το άρθρο 2 του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου 64
(1)/97, καθορίζοντας τον όρο «μεταβιβαζόμενες εργασίες και επιχείρηση της εξαγορασθείσας Τράπεζας» αναφέρεται σε στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού «όπως καθορίζονται στην σχετική συμφωνία μεταξύ εξαγορασθείσας Τράπεζας και αποκτώσας Τράπεζας.». Επομένως από μόνη της η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια δεν είναι ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το τι προνοούσε η συμφωνία μεταξύ των δύο τραπεζών. Θα μπορούσε βέβαια, η απόδειξη του τι ακριβώς κάλυπτε η συμφωνία των δύο τραπεζών και κατά πόσο κάλυπτε την επίδικη συναλλαγή να ικανοποιείτο με την παρουσίαση στο Δικαστήριο της Γνωστοποίησης που απαιτεί το άρθρο 3 του προαναφερθέντα Νόμου, κάτι που δεν έπραξαν οι ενάγοντες. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο «Η δημοσίευση της γνωστοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο
(1)πιο πάνω θα αποτελεί τελεσίδικη μαρτυρία της μεταβίβασης και του χρόνου μεταβίβασης και φωτοτυπία ή άλλης μορφής αναπαραγωγή της σελίδας ή μέρους της σελίδας της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας που περιέχει την εν λόγω γνωστοποίηση από το Γραμματέα της αποκτώσας Τράπεζας θα αποτελεί μαρτυρία της δημοσίευσης της γνωστοποίησης». Συνεπώς, στην απουσία μαρτυρίας για το τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η ανάληψη και μεταφορά εργασιών και αν ακόμα ήθελε διαφανεί ότι μεταξύ της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου και του εναγόμενου υπήρξε συμφωνία, παραμένει το ερώτημα στην βάση ποιων στοιχείων οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του και να αξιώνουν το οφειλόμενο προς την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ ποσό. Συνεπακόλουθα, η πιο πάνω αποτυχία των εναγόντων διαγράφει και την τύχη της αγωγής η οποία οδηγείται σε απόρριψη. Ως θέμα πρακτικής και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα προχωρήσω στην εξέταση και των υπολοίπων επίδικων θεμάτων. Είναι κοινά αποδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι δεν έχουν μεταξύ του συμβληθεί απευθείας. Στην βάση της μαρτυρίας που έχουν προσκομίσει οι ενάγοντες, δεν έχει αποδειχτεί ότι ο εναγόμενος με οποιοδήποτε τρόπο είτε προσωπικά είτε μέσω του Κυριάκου Χαραλάμπους έδωσε οδηγίες στην Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου για την αγορά των μετοχών. Ενδεικτικά καταγράφεται πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 όπου και φαίνεται η αδυναμία στοιχειοθέτησης και απόδειξης του πιο πάνω ισχυρισμού των εναγόντων. Ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του παραδέχεται ότι περί το έτος 2000 συμφώνησε με κάποιο Χαράλαμπο Χαραλάμπους και όχι Κυριάκο Χαραλάμπους, ο οποίος προέβαινε σε πράξεις για λογαριασμό του και/ή θα αγόραζε και/ή θα πωλούσε μετοχές και/ή τίτλους αξιών στο Χ.Α.Κ μόνο κατόπιν ρητών οδηγιών και/η εντολών του εναγόμενου αρνείται όμως ότι έδωσε εντολές στον Χαράλαμπο Χαραλάμπους να συναλλαχθεί μέσω των εναγόντων για λογαριασμό του. Στο δε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2), το οποίο η μάρτυρας επικαλείται, προς ενίσχυση των θέσεων των εναγόντων (βλέπε παρ. 7 του Τεκμηρίου 1 και παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης), δεν αναγράφεται ποιος εξουσιοδοτείται από τον εναγόμενο (βλέπε τεκμήριο 2) να τελεί τις πράξεις που αναφέρονται σε αυτό. Συνεπώς και αν ακόμα αποδεχόμουν ότι αυτό έχει υπογραφεί από τον εναγόμενο, το οποίο όμως αμφισβητείται και οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν την ορθή εκτέλεση του (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιαννάκης Ανδρέα Σαλούμη Πολιτική Έφεση 63/2005 ημερ. 15.12.2006), η Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ δεν είχε εξουσιοδοτηθεί εκ μέρους του εναγόμενου και ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν μπορούν να το επικαλούνται. Στην περίπτωση όμως που το πιο πάνω πληρεξούσιο ήταν έγκυρο, θα μπορούσε να στηριχθεί εύρημα, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, ότι εξουσιοδότησε ο εναγόμενος την Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ να αγοράσει μετοχές για λογαριασμό του, δυνάμει του πληρεξουσίου, όταν η αγορά των μετοχών έγινε στις 12.9.2000 και το πληρεξούσιο φέρει ημερομηνία πιστοποίησης την 19.9.
  1. Πέραν των πιο πάνω σε ερώτηση του συνηγόρου του εναγόμενου, να εξηγήσει η Μ.Ε.1 τον τρόπο που ανοίγεται Χρηματιστηριακή μερίδα, αυτή ανέφερε ότι, «ο πελάτης μπορούσε να έρθει στο γραφεία της Εθνικής Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ ή μέσω διαμεσολαβητή ούτως ώστε να υπογράψει το απαραίτητο πληρεξούσιο έγγραφο για να δώσει αρχικά αριθμό ταυτότητας, το όνομα του, την διεύθυνση του, ούτως ώστε να ανοιχτεί μερίδα στο σύστημα της Εθνικής Χρηματιστηριακής». Για το άνοιγμα συνεπώς της Χρηματιστηριακής μερίδας, ήταν απαραίτητη η παρουσίαση πληρεξουσίου εγγράφου, εννοώντας βέβαια πληρεξουσίου εγγράφου προς την Εθνική Χρηματιστηριακή. Ανέφερε στην συνέχεια πως σύμφωνα με τον φάκελο του εναγόμενου, ανοίχτηκε χρηματιστηριακή μερίδα μέσω διαμεσολαβητή ο οποίος τους έστειλε το πληρεξούσιο, εννοώντας το Τεκμήριο 2, υπογραμμένο από τον εναγόμενο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Εθνική Χρηματιστηριακή, θα μπορούσε να ανοίξει χρηματιστηριακή μερίδα/Χρηματιστηριακό λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου μετά που είχε στην κατοχή της το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) και αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει πριν από τις 19.9.2000, αφού αυτό φέρει ημερομηνία 19.9.
  2. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω έρχονται τα όσα αναφέρει στην παρ. 13 της δήλωσης της (Τεκμήριο 1) η Μ.Ε.1 και στα όσα αναφέρονται στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. Προκύπτει συνεπώς, το εύλογο ερώτημα, στην βάση ποιών δεδομένων και στοιχείων, οι ενάγοντες, ενώ ήταν απαραίτητη η παρουσίαση πληρεξουσίου εγγράφου, άνοιξαν χρηματιστηριακό λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου από τις 12/9/2000 και προέβηκαν στην αγορά μετοχών; Περαιτέρω η Μ.Ε.1 κατάθεσε ως τεκμήριο συμφωνία ενεχύρου (Τεκμήριο 6) την οποία και επικαλέστηκε κατά την μαρτυρία της ώστε να προωθήσει την θέση των εναγόντων περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ εναγόμενου και Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ για την αγορά μετοχών. Ο εναγόμενος στην παρ. 3 της έκθεσης υπεράσπισης του αρνείται μεταξύ άλλων και την παρ. 10 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων η οποία αναφέρεται στην σύναψη σύμβασης ενεχύρου (Τεκμήριο 6), θέση η οποία προωθήθηκε από την υπεράσπιση και κατά την ακροαματική διαδικασία. Η μάρτυρας των εναγόντων σε καμία περίπτωση δεν υποστήριξε ότι είχε η ίδια οποιαδήποτε προσωπική ανάμιξη και εμπλοκή αναφορικά με την πιο πάνω συμφωνία. Όπως διαφάνηκε, η Μ.Ε.1 απλά είχε στην κατοχή και την φύλαξη της το έγγραφο (βλέπε παρ. 18 στο Τεκμήριο 1) το οποίο και παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας σε υποβολή του συνηγόρου του εναγόμενου ότι το Τεκμήριο 6 δεν έχει υπογραφεί από τον εναγόμενο απάντησε «Διαφωνώ. Υπάρχουν υπογραφές και ονόματα μαρτύρων συναδέλφων που εργάζονται στην τράπεζα». Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιαννάκης Ανδρέα Σαλούμη (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «Δεδομένης της άρνησης των ισχυρισμών της εφεσείουσας από τους εφεσίβλητους στο στάδιο των δικογράφων και δεδομένης επίσης της αμφισβήτησης στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, της οποιασδήποτε εμπλοκής των εφεσίβλητων στα όσα τους καταλόγιζε η εφεσείουσα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι με την παρουσίαση των προαναφερομένων τεκμηρίων από τη μάρτυρα κα Βασιλείου, χωρίς ένσταση της υπεράσπισης, η εφεσείουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των εφεσίβλητων, τη στιγμή μάλιστα που η μόνη μαρτυρία που πρόσφερε η εφεσείουσα στο δικαστήριο (αυτή της κας Βασιλείου) ήταν μεν αξιόπιστη, αλλά ήταν εντελώς ανεπαρκής για να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε εμπλοκή των εφεσίβλητων στην υπόθεση και κατ΄επέκταση οποιαδήποτε ευθύνη τους προς την εφεσείουσα. Η κα. Βασιλείου, όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ουδεμία ουσιαστική γνώση για την υπόθεση αυτή είχε και συνεπώς με την τυπική μαρτυρία που έδωσε, που συνίστατο στην απλή παρουσίαση των προαναφερθέντων τεκμηρίων, δεν ήταν δυνατό να αποδείξει τα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα της εφεσείουσας εις βάρος των εφεσίβλητων». Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ Autospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 843, η οποία υιοθετήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση έχουν αναφερθεί τα εξής: «Ενόψει της αμφισβήτησης της υπογραφής και της πράγματι σύναψης της σύμβασης, μόνη η παρουσίαση του εγγράφου που την έφερε, δεν αποδείκνυε τίποτε και δεν προωθούσε την υπόθεση των εφεσίβλητων. Αφού δεν υπήρχε θετική μαρτυρία πως η σύμβαση υπεγράφη και συνακολούθως η σφραγίδα τέθηκε από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Ώστε να τίθεται πλέον ζήτημα βάρους απόδειξης που θα έφεραν οι εφεσίβλητοι.» Συνεπώς, εφόσον η συμφωνία ενεχύρου (Τεκμήριο 6) αμφισβητείτο από τον εναγόμενο, οι ενάγοντες οι οποίοι την επικαλούνται έφεραν και το βάρος της ορθής εκτέλεσης της, όφειλαν δηλαδή, να πείσουν το δικαστήριο πως ο εναγόμενος πράγματι συνεβλήθη θέτοντας την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο. Οι ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν τα πιο πάνω. Η Μ.Ε.1 δεν πρόσφερε ούτε πρόσθεσε με την μαρτυρία της επί του προκειμένου οτιδήποτε. Ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι ο εναγόμενος έχει θέσει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 6 και έχει ενεχυριάσει προς όφελος της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ μετοχές και συνεπακόλουθα το δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στο πιο πάνω έγγραφο με οποιοδήποτε τρόπο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος έδωσε είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτου προσώπου εντολή στην πιο πάνω εταιρεία για την αγορά μετοχών εκ μέρους του. Η μαρτυρία των εναγόντων αναφορικά με την επιταγή (Τεκμήριο 5) δεν συνάδει με την έκθεσης απαίτησης τους. Στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίου του εκδότη της και επιστράφηκε απλήρωτη στον κάτοχο της. Στο Τεκμήριο 5 που είναι φωτοαντίγραφο της όψης της επιταγής, πάνω σε επιστολή και κείμενο που ακολουθεί, δεν υπάρχει τέτοια σημείωση, η σφραγίδα που φαίνεται να τέθηκε αναφέρει «REFFER TO DRAWER», που σημαίνει αποταθείτε στον εκδότη της για να πληροφορηθείτε γιατί η επιταγή δεν έχει πληρωθεί. Οι ενάγοντες δεν στηρίζουν στην αξίωση τους εναντίον του εναγόμενου στην πιο πάνω επιταγή και δεν είναι αυτό το ζητούμενο, την ύπαρξη της όμως, επικαλούνται για να αποδείξουν την ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ του εναγόμενου και της Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ καθότι όπως υποστηρίζουν η επιταγή δόθηκε για σκοπούς πληρωμής του ποσού που προέκυψε συνεπεία της αγοράς μετοχών προς όφελος του εναγόμενου μετά από οδηγίες του. Τα όσα αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου, αναφορικά με την πιο πάνω επιταγή δεν αποτελούν φυσικά μαρτυρία. Το κενό όμως που δημιουργείται όμως σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής και την ημερομηνία που δόθηκε η κατ΄ ισχυρισμό εντολή για αγορά των μετοχών, το ποσό της επιταγής που διαφέρει από αυτό του Τεκμηρίου 3, η κατάθεση αντιγράφου της επιταγής, η έλλειψη επαρκούς δικαιολογίας για την μη προσκόμιση της πρωτότυπης επιταγής, η δήλωση άγνοιας από μέρους της Μ.Ε.1 για το οποίος συμπλήρωσε την επιταγή αλλά και όλες οι αδυναμίες στην μαρτυρία των εναγόντων που έχω πιο πάνω εντοπίσει και καταγράψει θεωρώ ότι δεν μου παρέχουν την δυνατότητα να στηριχθώ, υπό τις περιστάσεις αποκλειστικά και μόνο στο πιο πάνω Τεκμήριο για σκοπούς απόδειξης της συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ. Από την μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον μου και από την παράλειψη αντεξέτασης ως προς την ορθότητα ή νομιμότητα τήρησης του Τεκμηρίου 3, βρίσκω ότι η Χρηματιστηριακή μερίδα/Χρηματιστηριακός λογαριασμός (Τεκμήριο 3), κατατέθηκε δεόντως: τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου. Η νομιμότητα και η ορθότητα των καταγεγραμμένων συναλλαγών κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Δοθέντων πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει αποδειχτεί, ανεξαρτήτως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου που αφορούν την ύπαρξη συμφωνίας κτλ, ότι το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 είναι το ποσό που αφορά τις συναλλαγές που έγιναν στις 12/9/2010 για την αγορά των μετοχών που περιγράφονται σε αυτό, το οποίο όμως διαφέρει από αυτό που αξιώνουν οι ενάγοντες στην παρ. Α της έκθεσης απαίτησης τους. Εγείρεται από την πλευρά του εναγόμενου ζήτημα υποχρέωσης των εναγόντων για πώληση των μετοχών (βλ. παρ. 4 και 5 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης), σε περίπτωση που αυτές πράγματι είχαν ενεχυριαστεί προς όφελος τους. Το ζήτημα προσεγγίζεται στην συνέχεια, με την προϋπόθεση ότι είχε αποδειχτεί ενώπιον του δικαστηρίου τόσο αρχική συμφωνία όσο και η συμφωνία ενεχύρου αλλά και η νομιμοποίηση των εναγόντων. Στην υπόθεση China & South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1989)3 All E.R. 839 (PC), όταν οφειλέτης απέτυχε να εξοφλήσει το χρέος του, οι πιστωτές δεν προχώρησαν στην εκποίηση των μετοχών, που είχαν υποθηκευτεί προς όφελος τους από εταιρεία, αλλά αργότερα και σε κάποιο στάδιο που οι μετοχές αυτές δεν είχαν πια αξία απαίτησε το οφειλόμενο ποσό από τον εγγυητή. Η Δικαστική Επιτροπή του Ανακτοβουλίου, επιτρέποντας την έφεση, αποφάσισε ότι οι πιστωτές δεν είχαν καθήκον να ασκήσουν το δικαίωμα εκποίησης των υποθηκευμένων μετοχών, αλλά μπορούσαν να αποφασίσουν αν θα πωλούσαν ή όχι και πότε. Οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 6.2 (α) του Τεκμηρίου 6 να πωλήσουν τις μετοχές σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο μετά την έλευση γεγονότος υπερημερίας. Το ίδιο ισχύει και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 134
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπου σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής «δύναται» να πωλήσει τα ενεχυριασθέντα αγαθά μετά από εύλογη ειδοποίηση. Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι δεν υπήρχε υποχρέωση πώλησης των μετοχών αλλά δικαίωμα πώλησης τους. Είναι η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι με την λήψη της επιταγής, χωρίς καμία επιφύλαξη, από μέρους της Εθνικής Χρηματιστηριακής Επιταγή η οποιαδήποτε τυχόν οφειλή του εναγόμενου προς την Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ έχει εξοφληθεί, αφού σύμφωνα με την απόφαση James Lamont & Co Ltd V. Hyland Ltd
(1958)1 K.B 585, οι επιταγές ισοδυναμούν με μετρητά. Με την μη εξαργύρωση της επιταγής, ανάφερε δεν ξαναγεννιέται η αρχική οφειλή αλλά δημιουργείται νέο αγώγιμο δικαίωμα και συγκεκριμένα επί της επιταγής. Το πιο πάνω θέμα εγείρεται εκτός δικογράφων και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης του. Αναφορικά με το ζήτημα του τόκου, όπως και ο συνήγορος των εναγόντων ορθά έχει δηλώσει και αποδεχτεί στην ανυπαρξία γραπτής συμφωνίας μεταξύ εναγόμενου και Εθνικής Χρηματιστηριακής Κύπρου Λτδ ή εναγόμενου και εναγόντων το δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπώς, σε περίπτωση που είχα καταλήξει θετικά υπέρ των εναγόντων και προχωρούσα στην έκδοση απόφασης σε σχέση με το αξιούμενο στην παρ. Α της έκθεσης απαίτησης ποσό μόνο, εφόσον το ποσό που αναφέρεται στην παρ. Β είναι τόκος και δεν το δικαιούνται, ο τόκος που θα επιδίκαζα θα ήταν νόμιμος από την καταχώρηση της αγωγής επί του ποσού της παρ. Α της έκθεσης απαίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση: Η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν μπορεί να επιτύχει. Πιο πάνω έχω καταλήξει ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται υπό τις περιστάσεις στην έγερση της παρούσας αγωγής κατ΄ επέκταση και ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητά εναντίον των εναγόντων τα αιτούμενα διατάγματα. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων λόγω της αποτυχίας τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης δεν εκδίδω καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.