Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ ν. Steven Andrian Levick κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1600/10, 27η Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1600/10 Μεταξύ :- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ Ενάγουσα Και
- Steven Andrian Levick
- Amanda Levick
- C. A. C. Papa Brothers Investments Limited Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2011 Αίτηση Ακύρωσης Επίδοσης ημερομηνίας 2/9 /2010 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κα. Μαριάννα Κωνσταντινίδου για Ηλίας Ηλιάδης και Ιωάννης Παπαζαχαρίας Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Καραγιαννίδου) Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές:- κος. Νικόλας Γεωργιάδης για Α. Γεωργιάδης & Ν. Α. Π. Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κ. Μ. Τελώνης ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Αιτούνται οι εναγόμενοι την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων,:- 1.
- πρώτο, διάταγμα με το οποίο «.να ακυρώνεται το διάταγμα ημερομηνίας 3/6/2010 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους 1 και 2 αντί της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος· » και/ή 1.
- δεύτερο, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο «.να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγομένους 1 και 2 γιατί δεν αποστάληκε μαζί με το Κλητήριο Ένταλμα μετάφραση στα Αγγλικά κατά παράβαση των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας·.».
- Αρχικά οι εναγόμενοι ζητούσαν και την έκδοση διατάγματος ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 3/6/2010 με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1 και 2 δίχως πρώτα αυτό να επιδοθεί εντός δικαιοδοσίας στον εναγόμενο 3, όμως κατά την ακρόαση της αίτησης το αίτημα αυτό αποσύρθηκε.
- Η αίτηση των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τους.
- Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 5 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας.
- Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν ενώ η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων.
- Διατηρώντας υπόψη ότι αυτό το οποίο ουσιαστικά αιτούνται οι εναγόμενοι έχει σχέση με ακύρωση και συζευκτικά ή διαζευκτικά παραμερισμό διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μετά από υποβολή μονομερούς αίτησης τότε λογικά το Δικαστήριο θα ανέμενε μέρος της νομικής βάσης της αίτησης να ήταν και η Δ.48 θ. 8
(4)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την οποία πρόνοια οποιοδήποτε πρόσωπο (εκτός από τον αιτητή) το οποίο επηρεάζεται από ένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς δύναται να αιτηθεί δια κλήσεως όπως τέτοιο διάταγμα παραμεριστεί ή τροποποιηθεί υπό τέτοιους όρους όπως αυτοί θα κριθούν ως δίκαιοι. Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη ότι η ίδια η ενάγουσα δεν έχει εγείρει αυτό το θέμα και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες σε παρόμοιες περιπτώσεις όπως αυτοί καθορίζονται από σχετική νομολογία (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10196, ημερομηνίας 23/3/1999, Wunderlich κ. ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α. Α. Δ. 366) κρίνω ότι η περίπτωση αυτή είναι κατάλληλη για την έκδοση διατάγματος απαλλαγής από αυτή την παρατυπία, διάταγμα το οποίο εκδίδεται έτσι ώστε στη συνέχεια το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει την αίτηση αυτή ανεξάρτητα και από αυτή την παράλειψη.
- Θεωρώ ότι καθώς επιδιώκεται με αυτή την αίτηση ακύρωση ή παραμερισμός του διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους οφείλει το Δικαστήριο να ανατρέξει τόσο στη νομική βάση της αίτησης στην οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα όσο και στο σκεπτικό βάσει του οποίου αυτό εκδόθηκε με αναφορά βεβαίως στο ίδιο το περιεχόμενο του πρακτικού ημερομηνίας 3/6/
- Όπως αναφέρεται επί της αίτησης αυτή βασιζόταν επί των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 θ.9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 θθ. 1, 2, 4, 5 και 6, Δ.48 θθ. 1, 2 και 8, στο άρθρο 10 του Νόμου 40/82 και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
- Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου αφού λήφθηκε υπόψη το περιεχόμενο της αίτησης και ένορκης δήλωσης σε συμφωνία με το σκεπτικό της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή 3706/09 του αδελφού Δικαστή Γ. Ν. Γιασεμή Π. Ε. Δ. (στο εξής θα καλείται η «ισοβάθμια απόφαση») η αίτηση κρίθηκε ως δικαιολογημένη με την έκδοση διαταγμάτων ως η αίτηση.
- Θα αναφερθώ πρώτα στη νομική βάση της αίτησης. Ασφαλώς σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε «έχοντας υπόψη» αυτή τη νομική βάση. Σαφώς δηλαδή δεν επικεντρώθηκε το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε μέρος αυτής της νομικής βάσης ενώ δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην ισοβάθμια απόφαση στης οποίας το περιεχόμενο θα αναφερθώ πιο κάτω.
- Κατ΄ αρχάς όμως αξίζει να εξεταστεί η νομική βάση επί της οποίας επέλεξε η ενάγουσα να βασίσει την αίτηση της. 10.
- Ασφαλώς ο Νόμος 40/82 δεν έχει καμία εφαρμογή καθότι με το νόμο αυτό απλώς επικυρώθηκε η προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Σύμβαση της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965 για την επίδοση στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις η οποία όμως με τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο
(23)του προοιμίου του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 ουσιαστικά παύει να ισχύει καθότι ο κανονισμός αυτός «.υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και ιδίως . και της σύμβασης της Χάγης, της 15ης Νοεμβρίου 1965, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη.». Συνεπώς, όχι μόνο εκ του περισσού υπήρχε εντός της νομικής βάσης της αίτησης αναφορά στο Νόμο 40/82 αλλά ούτε και θα μπορούσε το Δικαστήριο έγκυρα να βασιστεί στις πρόνοιες αυτής της σύμβασης. 10.
- Ως προς τις αναφορές οι οποίες υπάρχουν στις πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ξεχωριστή αναφορά θα γίνει σε αυτές στη συνέχεια όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Αξίζει απλά να σημειωθεί σε αυτό το μέρος της απόφασης ότι παρά και το γεγονός ότι η ενάγουσα αιτήθηκε διάταγμα επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εντούτοις συμπεριέλαβε και αναφορά στη Δ.6 θ. 6 όπου προνοείται η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος αντί του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος. Υπάρχει όμως στη νομική βάση αναφορά της Δ.6 θθ. 1 και 4 αναφορικά κυρίως με τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. 10.
- Ενώ σε σχέση με την αναφορά στον ίδιο τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07 διατηρώντας υπόψη ότι οι πρόνοιες αυτού χρήζουν ιδιαίτερης εξέτασης αυτό θα γίνει σε ξεχωριστό μέρος αυτής της απόφασης.
- Στη συνέχεια θα αναφερθώ στο περιεχόμενο της ισοβάθμιας απόφασης στην οποία καθότι 3 από τους εναγόμενους ήταν μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας εξετάστηκε το ερώτημα κατά πόσο ήταν το ίδιο το κλητήριο ένταλμα το οποίο θα έπρεπε να επιδοθεί σε αυτούς ή ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Προκύπτουν τα εξής κύρια σημεία από αυτή την απόφαση. 11.
- Αναγνωρίζεται ότι βάσει δικής μας νομολογίας η Δ.6 θ. 6 ερμηνεύτηκε έτσι ώστε σε περίπτωση επίδοσης σε μη Κύπριους υπήκοους θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα, όταν η επίδοση προς αυτούς θα πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό και όχι στην Κύπρο. 11.
- Όμως παρά και την αναγνώριση ως προς την ύπαρξη αυτής της νομολογίας το Δικαστήριο υπεισέρχεται και στο λόγο για τον οποίο απαιτείτο να επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Επεξηγεί ότι αυτό είχε να κάμει με τον τρόπο τον οποίο το κλητήριο ένταλμα ήταν διατυπωμένο την παλιά εποχή στην Αγγλία. Σύμφωνα με αυτή τη διατύπωση διατασσόταν ο εναγόμενος εξ ονόματος του Στέμματος να εμφανιστεί ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. Αυτή η μορφή κλήτευσης εφόσον απευθυνόταν σε υπήκοο άλλης χώρας στο εξωτερικό θεωρήθηκε ότι συνιστούσε καταπάτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων εκείνης της χώρας. 11.
- Πλέον μετά από διαφοροποίηση του λεκτικού με το οποίο το κλητήριο ένταλμα απευθύνεται σε ένα εναγόμενο εξέλειπε η ανάγκη επίδοσης ειδοποίησης αντί του κλητηρίου εντάλματος και έτσι στην Αγγλία δεν απαιτείται να επιδίδεται ειδοποίηση. 11.
- Ενώ στην Κύπρο παραμένει η αντίστοιχη της παλαιάς αγγλικής πρόνοιας (Δ.6 θ. 6). 11.
- Μάλιστα σύμφωνα και με Αγγλική νομολογία εάν δεν επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος τότε ολόκληρη η διαδικασία συνιστά ακυρότητα που δεν μπορεί να διορθωθεί. 11.
- Σήμερα όμως, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ισοβάθμια απόφαση, «.διανύουμε μια νέα εποχή». Όχι μόνο λόγω του ότι το κλητήριο ένταλμα το οποίο χρησιμοποιείται στην Κύπρο δεν προσομοιάζει με οτιδήποτε αναφερόταν στο παλαιό κλητήριο ένταλμα που χρησιμοποιείτο στην Αγγλία αλλά και εξαιτίας συγκεκριμένων κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης «.οι πρόνοιες των οποίων σιωπηρά μεν αλλά με πάσα βεβαιότητα καταργούν την εν λόγω δικονομική πρόνοια». 11.
- Διευκρινίζεται στην ισοβάθμια απόφαση ότι η αναφορά σε συγκεκριμένους κανονισμούς γίνεται σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07 και τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 805/
- 11.
- Επισημαίνεται δε ότι είναι φανερό από το λεκτικό το οποίο χρησιμοποιείται σε αυτούς τους κανονισμούς «.τόσο για την έκδοση απόφασης ερήμην όσο και για τους σκοπούς εκτέλεσης της απαιτείται όπως το Δικαστήριο ικανοποιηθεί, σε κάθε περίπτωση, ότι επιδόθηκε στον εναγόμενο το έγγραφο με το οποίο άρχισε η δικαστική διαδικασία, και τίποτε λιγότερο» (η υπογράμμιση είναι δική μου). 11.
- Γίνεται αναφορά στο Αγγλικό κείμενο των κανονισμών όπου γίνεται χρήση της φράσης "writ of summons or an equivalent document" ενώ παράλληλα τονίζεται ότι βεβαίως η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος είναι απλώς μια ειδοποίηση και δεν αποτελεί "an equivalent document" ενώ γίνεται επίσης αναφορά στο Ελληνικό Κείμενο του κανονισμού 1393/07 (διατηρώντας υπόψη βεβαίως ότι η Ελληνική απόδοση έχει υπόψη της τα όσα σχετικά ισχύουν στην Ελλάδα) όπου η σχετική αναφορά είναι «εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη», δηλαδή, όπως αυτή ερμηνεύεται, πράξη εναρκτήρια της δικαστικής διαδικασίας. 11.
- Τέλος, καταλήγει το Δικαστήριο στο ακόλουθο συμπέρασμα,:- «Αυτές οι πρόνοιες πιστεύω δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι ο Καν. 6 της Δ.6 έχει ουσιαστικά καταργηθεί, πρόσθετα και με το γεγονός ότι δεν εξυπηρετεί πλέον το σκοπό για τον οποίο είχε αρχικά θεσπιστεί, όπως έχει εξηγηθεί προηγουμένως. Επομένως, κρίνω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα που είναι το έγγραφο με το οποίο αρχίζει μία δικαστική διαδικασία με βάση το κυπριακό δίκαιο, και όχι ειδοποίηση του».
- Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί ότι η ισοβάθμια απόφαση εξετάζει μόνο το ερώτημα κατά πόσο σε παρόμοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος αντί το ίδιο το κλητήριο ένταλμα δίχως παράλληλα να εξετάζει τον τρόπο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος.
- Τονίζω και υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 3/6/2010 δήλωσε σαφώς ότι συμφωνούσε με το σκεπτικό της ισοβάθμιας απόφασης το οποίο και παρατίθεται περιληπτικά πιο πάνω στις υποπαραγράφους της παραγράφου 11 αυτής της απόφασης. Αυτό αποτελεί ένα δεδομένο το οποίο ασφαλώς δεν είναι δυνατό είτε να αλλοιωθεί είτε να αγνοηθεί κατά την εξέταση αυτής της αίτησης.
- Επιπλέον, παρά και το γεγονός ότι η ισοβάθμια απόφαση δεν αποτελεί δεσμευτική απόφαση γι΄ αυτό το Δικαστήριο, εντούτοις θεωρώ ορθό να διευκρινίσω ότι εκ πρώτης όψεως εξακολουθώ να συμφωνώ με το σκεπτικό αυτής ως ορθό δίχως όμως αυτό να σημαίνει ότι η αίτηση αυτή είναι προδικασμένη σε αποτυχία καθότι οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει οποιαδήποτε σημεία τα οποία εγείρονται με αυτή και με βάσει τα οποία ενδεχομένως να αναδεικνύεται το οποιοδήποτε στοιχείο με το οποίο αναδρομικά πλέον θα μπορούσε να κριθεί ως λανθασμένη η ισοβάθμια απόφαση ως επίσης κατ΄ επέκταση και η εφαρμογή της κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων των οποίων ζητείται η ακύρωση ή παραμερισμός.
- Εντούτοις απλώς διευκρινίζω σε αυτό το σημείο της απόφασης, ουσιαστικά προς αποφυγή επανάληψης του εντός του σκεπτικού αυτής της απόφασης ότι υιοθετώ πλήρως το σκεπτικό της ισοβάθμιας απόφασης ως μία αρχική βάση για την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης διατηρώντας όμως παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο κατά την εξέταση των όσων σημείων οι εναγόμενοι εγείρουν με την αίτηση τους να κριθεί ότι αυτό το σκεπτικό όντως δεν είναι ορθό και ότι συνεπώς δεν θα πρέπει να ακολουθηθεί εκ νέου αλλά θα πρέπει αντιθέτως να παραμεριστούν τα διατάγματα με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση στους εναγομένους με τον τρόπο τον οποίο επιτράπηκε ασφαλώς.
- Επομένως, σε αυτό το σημείο της απόφασης θα εξεταστούν από το Δικαστήριο οι λόγοι με βάση τους οποίους οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση τους διατηρώντας ασφαλώς παράλληλα υπόψη τους όσους λόγους ένστασης προβάλει η εναγόμενη με την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της.
- Οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται προς έγκριση της αίτησης είναι οι ακόλουθοι.
- Κατ΄ αρχάς επιδιώκεται ασφαλώς η εφαρμογή της Δ.6 θ. 6 όπως βεβαίως αυτή έχει ερμηνευτεί από τη σχετική νομολογία (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 6219, ημερομηνίας 29/11/1984, E. Philippou Ltd. v Littner Hampton Ltd.
(1984)1 C. L. R. 716). Αυτό το οποίο είχε γίνει σύμφωνα με αυτή την νομολογία ήταν η προσαρμογή της Δ.
- θ. 6 ή ουσιαστικά η ερμηνεία και εφαρμογή της έτσι ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με το Σύνταγμα και την υπόσταση πλέον της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ένα νέο κράτος. Γι΄ αυτό ουσιαστικά πλέον η Δ.6 θ. 6 θα πρέπει να διαβάζεται έτσι ώστε να αναφέρεται σε "Cypriot national" και όχι σε "British subject".
- Επί αυτού του σημείου αξίζει να σημειωθεί το εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 179.1 του Συντάγματος στην αρχική του μορφή το Σύνταγμα ήταν ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας. Αυτό έχει πλέον αλλάξει μετά από τη ψήφιση του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 (Ν. 127 (Ι)/2006) με τη προσθήκη του άρθρου 1Α στο Σύνταγμα. Πλέον το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας τηρουμένων όμως των διατάξεων του άρθρου 1Α.
- Αναφέρεται στο προοίμιο του περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 η απόλυτη αναγκαιότητα για τη προσθήκη ενός νέου άρθρου στο Σύνταγμα και η τροποποίηση συγκεκριμένων διατάξεων του για την επίτευξη του στόχου της δημιουργίας των νομικών συνθηκών που θα επιτρέπουν στη Δημοκρατία να λειτουργεί ομαλά ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ασκώντας όλα τα δικαιώματα και συμμορφούμενη προς όλες τις υποχρεώσεις ενός τέτοιου κράτους μέλους.
- Το νέο άρθρο το οποίο προστίθεται, δηλαδή το άρθρο 1Α, προνοεί, μεταξύ άλλων, τα εξής. Ότι καμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδια τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από το να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.
- Επομένως όταν καμία διάταξη του Συντάγματος, το οποίο παραμένει ο υπέρτατος Νόμος της Δημοκρατίας τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 1Α, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι εμποδίζει την εφαρμογή Κανονισμών που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση πόσο μάλλον ένας διαδικαστικός κανονισμός. Εάν και εφόσον βεβαίως πρώτα κριθεί ότι ένας συγκεκριμένος διαδικαστικός κανονισμός όντως ουσιαστικά εμποδίζει την εφαρμογή του οποιουδήποτε Ευρωπαϊκού Κανονισμού.
- Βεβαίως αυτό το οποίο έχει περισσότερη σημασία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα είναι το ερώτημα κατά πόσο μετά και από την εφαρμογή Ευρωπαϊκών Κανονισμών η Δ.6 θ. 6 εξακολουθεί να ισχύει σε σχέση με επίδοση κλητηρίων ενταλμάτων σε πολίτες κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, κατά πόσο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας θα πρέπει να εξακολουθεί να εφαρμόζει αυτό τον διαδικαστικό κανονισμό σε περιπτώσεις όπως και τη παρούσα όπου οι εναγόμενοι είναι αλλοδαποί μη κάτοικοι Κύπρου αλλά κάτοικοι άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να εξετάσει την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Έχει προταθεί η εισήγηση ως μέρος της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης ότι η Δ.6 θ. 6 δεν αντίκειται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 καθότι αυτός αναφέρεται σε επίδοση δικαστικών ή εξώδικων πράξεων ενώ το άρθρο 19
(1)και
(4)αναφέρεται σε εισαγωγικό έγγραφο δίκης ή άλλη ισοδύναμη πράξη. 25. Βεβαίως αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης η αναφορά και στην ισοβάθμια απόφαση ως προς το ότι η Ελληνική απόδοση του κειμένου του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 έχει υπόψη της τα όσα σχετικά ισχύουν στην Ελλάδα. Στο Αγγλικό κείμενο οι σχετικές αναφορές είναι σε judicial or extrajudicial documents (δηλαδή, έγγραφα) ενώ στο άρθρο 19
(1)και
(4)σε "writ of summons or an equivalent document" (δηλαδή, κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο).
- Ουσιαστικά η εισήγηση των εναγομένων είναι ότι εξακολουθεί να ισχύει η Δ.6 θ. 6 καθότι η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος αποτελεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Βεβαίως το πραγματικό ερώτημα υπό τις περιστάσεις δεν είναι κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος αποτελεί ισοδύναμο έγγραφο αλλά κατά πόσο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στους εναγομένους ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα.
- Εντούτοις ακόμη και επί αυτού του επί μέρους θέματος θα συμφωνήσω με την ισοβάθμια απόφαση ως προς το ότι δηλαδή η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι απλώς μία ειδοποίηση και όχι ένα έγγραφο ισοδύναμο με κλητήριο ένταλμα. Ισοδύναμος σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη (Δεύτερη Έκδοση) σημαίνει αυτός που έχει την ίδια αξία, σημασία ή δύναμη με κάποιον άλλον ενώ παρατίθενται ως συνώνυμα και οι λέξεις ισάξιος και αντάξιος. Ενώ στα Αγγλικά η λέξη equivalent σημαίνει κάτι παρόμοιο δηλαδή equal in value, amount, function, meaning etc. (Oxford Dictionaries Online). Ουσιαστικά αυτό το οποίο έχει σημασία είναι η έννοια της ισότητας υπό την έννοια δύο έγγραφα να είναι ίσα μεταξύ τους, δηλαδή να έχουν την ίδια αξία ή σημασία.
- Επομένως, κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί μία ειδοποίηση ως προς την ύπαρξη ουσιαστικά ενός κλητηρίου εντάλματος ισοδύναμη με ένα κλητήριο ένταλμα. Υπενθυμίζω επί αυτού και τα όσα σχετικά αναφέρονται στη Δ.1 θ. 2 ως προς την έννοια της λέξης αγωγή ("action" means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or Rules of court) ως μία πολιτική διαδικασία η οποία αρχίζει με κλητήριο ένταλμα και στη Δ.2 θ. 1 όπου η έναρξη μίας αγωγής θα γίνεται με κλητήριο ένταλμα εκτός εάν προνοείται διαφορετικά. Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται ένα κλητήριο ένταλμα αποτελεί το εναρκτήριο μέσο μίας αγωγής ενώ μία ειδοποίηση ενός κλητηρίου εντάλματος δεν αποτελεί κάτι το ισάξιο ή ισοδύναμο με ένα κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα η αναφορά στη Δ.2 θ. 2 σε ειδοποίηση δεν την εξισώνει με οποιοδήποτε τρόπο με το κλητήριο ένταλμα του οποίου θα δοθεί ειδοποίηση σε περίπτωση επίδοσης του εκτός της Κύπρου.
- Συνεπώς, απορρίπτοντας αυτό το επιχείρημα ως προς το ότι η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι έγγραφο ισοδύναμο με κλητήριο ένταλμα θα επιστρέψω και πάλι στο βασικό ερώτημα ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στους εναγομένους ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα.
- Βεβαίως η απάντηση στο επιχείρημα το οποίο προτάθηκε αναφορικά με το ότι μία ειδοποίηση αποτελεί ισοδύναμο έγγραφο με κλητήριο ένταλμα ουσιαστικά παρέχει την απάντηση και σε αυτό το ερώτημα. Καθότι ασφαλώς εάν θα τύχει εφαρμογής ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/07 και εφόσον ήδη έχει κριθεί ότι η ειδοποίηση δεν αποτελεί ισοδύναμο έγγραφο με κλητήριο ένταλμα τότε αυτό το οποίο θα πρέπει να επιδοθεί δεν είναι ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος αλλά είτε το ίδιο το κλητήριο ένταλμα είτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ένα παράδειγμα άλλου ισοδύναμου εγγράφου θα ήταν ένα έγγραφο με το οποίο να αρχίζει μία δικαστική διαδικασία όπως και στη περίπτωση όπου μία αγωγή αρχίζει με κλητήριο ένταλμα. Παραδείγματος χάριν, μία διαδικασία η οποία αρχίζει με εναρκτήρια κλήση (originating summons).
- Συνεπώς, το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ως προς το ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός δεν έχει εισαγάγει κάτι το καινούργιο που να καθιστά ανίσχυρη τη Δ.6 θ. 6 στη περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την αίτηση δεν γίνεται δεκτό.
- Αναφέρθηκε ως μέρος της ίδιας επιχειρηματολογίας και η διαφορά στη διατύπωση του κειμένου του κλητηρίου εντάλματος (δηλαδή, ότι ο εναγόμενος διατάσσεται όπως καταχωρήσει εμφάνιση) σε σχέση με τη διατύπωση μίας ειδοποίησης. Όπως αναφέρει σχετικά και ο Στυλιανίδης Δ. (όπως ήταν τότε) στη σελίδα 726 της απόφασης E. Philippou Ltd. v Littner Hampton Ltd. (βλ. πιο πάνω) με την ειδοποίηση «. a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance".
- Όπως χαρακτηριστικά θέτει το θέμα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων η καίρια διαφορά μεταξύ ενός κλητηρίου εντάλματος και μίας ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος άπτεται στην αρχή ότι κλήση που απευθύνεται σε υπήκοο άλλης χώρας στο εξωτερικό θεωρείται καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων αυτής της άλλης χώρας. Υπάρχει αναφορά σε αυτή την αρχή ουσιαστικά στη σελίδα 722 της απόφασης E. Philippou Ltd. v Littner Hampton Ltd. όπου ο Στυλιανίδης Δ. (όπως ήταν τότε) παραθέτει το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Scott L. J. στην απόφαση George Monro Ltd. v. American Cyanamid and Chemical Corporation
(1944)1 K. B.
- Ότι δηλαδή επίδοση εκτός δικαιοδοσίας «. is necessarily prima facie an interference with the exclusive jurisdiction of the sovereignty of the foreign country where service is to be effected".
- Εντούτοις παραγνωρίζει αυτό το επιχείρημα μία πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ της ιστορικής κατάστασης στην οποία αναφέρεται και της σημερινής πραγματικότητας. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο όπου κατοικούν οι εναγόμενοι είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχοντας προσχωρήσει σε αυτή το 1972 ήταν ήδη κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπως είναι κοινά γνωστό την 1η Μαΐου
- Προσχώρησε με τη Συνθήκη Προσχώρησης η οποία υπογράφηκε στην Αθήνα τη 16η Απριλίου 2003 και κυρώθηκε με τον σχετικό κυρωτικό Νόμο (Ν. 35 (ΙΙΙ)/2003). Ακόμη και δίχως να ανατρέξει το Δικαστήριο σε σχετικά κείμενα είναι αυτονόητο ότι ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένους τομείς παραχωρεί ουσιαστικά ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα έτσι ώστε να καταστεί κα παραμείνει μέλος αυτής της ένωσης κρατών. Τα κράτη μέλη παραχωρούν κυριαρχία σε κοινά όργανα τα οποία αποφασίζουν επί θέματα κοινού ενδιαφέροντος όπως, παραδείγματος χάριν, η δημιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης η οποία επιτυγχάνεται με συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης.
- Όπως αναφέρεται και στη παράγραφο
(1)στο προοίμιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 η Ευρωπαϊκή Ένωση «.επιδιώκει τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και προς τούτο θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» ενώ όπως αναφέρεται στη παράγραφο
(2)η «.ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξώδικων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις[1]».
- Δεν θεωρώ ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να ενδιατρίψει επί αυτού του θέματος εντός αυτής της απόφασης. Αρκεί απλώς η επισήμανση ότι στο προοίμιο του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 η πρώτη αναφορά η οποία παρατίθεται εντός αυτού είναι η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 61 στοιχείο (γ) και το άρθρο 67 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο. Θεωρώ ότι αξίζει μία αναφορά σε αυτά τα άρθρα έτσι ώστε να διευκρινιστεί ουσιαστικά το πνεύμα με το οποίο διαπνέεται τόσο η ισοβάθμια όσο και αυτή η απόφαση.
- Σύμφωνα με το άρθρο 61 στοιχείο (γ) για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης το Συμβούλιο θεσπίζει μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, όπως προβλέπονται στο άρθρο
- Στο άρθρο 65 αναφέρεται ότι τα μέτρα τα οποία θα ληφθούν κατά το άρθρο 67 στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις και στο μέτρο που είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και βελτίωση και απλούστευση του συστήματος διασυνοριακής επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών και εξώδικων πράξεων ως επίσης και την εξάλειψη των εμποδίων για την ομαλή διεξαγωγή πολιτικών δικών, εν ανάγκη προωθώντας τη συμβατότητα των κανόνων πολιτικής δικονομίας που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Ενώ το άρθρο 67 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο προνοεί σχετικά ότι κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1[2], το Συμβούλιο αποφασίζει με τη διαδικασία του άρθρου 251, τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 65, αποκλειομένων των θεμάτων που άπτονται του οικογενειακού δικαίου.
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη όλες τις σημαντικές αλλαγές τις οποίες επέφερε η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι δυνατό να θεωρείται πλέον ως δεσμευτική νομολογία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε περίπου 20 χρόνια πριν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με την οποία ουσιαστικά ερμηνεύεται δικονομική διάταξη αντίστοιχη με τις δικονομικές διατάξεις οι οποίες ίσχυαν στο Ηνωμένο Βασίλειο το
- Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο αδελφός Δικαστής Γιασεμής Π. Ε. Δ. στην ισοβάθμια απόφαση, «.σήμερα διανύουμε μια νέα εποχή». Συνεπώς, ούτε αυτό το επιχείρημα προς υποστήριξη της αίτησης γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ως ορθό ή ανταποκρινόμενο στη σημερινή πραγματικότητα η οποία σήμερα επικρατεί σε σχέση με την επίδοση κλητηρίου εντάλματος σε αλλοδαπό κάτοικο εξωτερικού εφόσον βεβαίως αυτός είναι κάτοικος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Προτάσσεται επίσης ως επιχείρημα προς υποστήριξη της αίτησης η θέση ότι επί του κλητηρίου εντάλματος το οποίο επιδόθηκε δεν αναγραφόταν η ορθή περίοδος για καταχώρηση εμφάνισης αλλά η συνήθης περιόδου των δέκα ημερών και ότι ως εκ τούτου το κλητήριο ένταλμα το οποίο όντως επιδόθηκε ήταν εσφαλμένο. Βεβαίως οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν εντός της ένορκης δήλωσης τους ότι ο φάκελος τον οποίον έλαβαν περιείχε δύο έγγραφα ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος τους διευκρινίζει ουσιαστικά με το επιχείρημα του ότι το δεύτερο έγγραφο ήταν το διάταγμα του Δικαστηρίου επί του οποίου αναφερόταν η ορθή περίοδος για καταχώρηση εμφάνισης, δηλαδή αυτή των 30 ημερών. Θεωρώ ότι θα αποτελούσε λανθασμένα τυπολατρική προσέγγιση από το Δικαστήριο να αγνοούσε το γεγονός ότι όντως επιδόθηκε έγγραφο στους εναγομένους επί του οποίου αναγραφόταν η ορθή περίοδος για καταχώρηση εμφάνισης επειδή επί του κλητηρίου εντάλματος αναγραφόταν συντομότερη περίοδος. Δίχως σε αυτό το σημείο της απόφασης να εξετάζω τη θέση αναφορικά με το γεγονός ότι τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν στους εναγομένους ήταν διατυπωμένα στην Ελληνική γλώσσα δίχως αυτά να είχαν μεταφραστεί στην Αγγλική γλώσσα ή να συνοδεύονται από μεταφράσεις, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η λανθασμένη αναφορά επί του κλητηρίου εντάλματος δεν καθιστά την όλη διαδικασία άκυρη υπό την έννοια να είχε επιδοθεί στους εναγομένους «λανθασμένο» κλητήριο ένταλμα εφόσον δηλαδή αυτό συνοδευόταν από το διάταγμα του Δικαστηρίου επί του οποίου αναφερόταν η ορθή χρονική προθεσμία για καταχώρηση εμφάνισης.
- Μία βασική θέση των εναγομένων προς υποστήριξη της αίτησης τους είναι η αναγκαιότητα μετάφρασης όπως χαρακτηριστικά έθεσε το θέμα ο ευπαίδευτος συνήγορος τους. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι σαφώς και αναντίλεκτα δηλώνουν ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν το περιεχόμενο των δύο εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν σε αυτούς. Προτάσσεται η Δ.6 Θ. 7
(1)(c) των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Όμως θεωρώ ότι η συγκεκριμένη δικονομική διάταξη έχει σχέση με περιπτώσεις όπου υπάρχει συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και μίας ξένης χώρας. Στη περίπτωση υπό εξέταση δεν υπάρχει τέτοια συνθήκη ενώ ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/07 δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί και αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως συνθήκη ή κάτι ανάλογο με συνθήκη. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με αυτό το θέμα υπενθυμίζω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως προς το ότι ο συγκεκριμένος κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών που συνάπτονται από τα κράτη μέλη με το ίδιο αντικείμενο (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 10.1 αυτής της απόφασης). Επομένως, θεωρώ ότι η παραπομπή αυτή στη συγκεκριμένη δικονομική διάταξη αποτελεί λανθασμένη βάση επί της οποίας να κριθεί το θέμα της αναγκαιότητας της μετάφρασης.
- Στη συνέχεια η επιχειρηματολογία επί του θέματος της αναγκαιότητας μετάφρασης υποστηρίζεται πλέον από αναφορές σε άρθρα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, όπως, παραδείγματος χάριν, το άρθρο 8.1 και την αναγκαιότητα η επίδοση να συνοδεύεται με έντυπη βεβαίωση σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ σε σχέση με ενημέρωση του παραλήπτη του δικαιώματος άρνησης παραλαβής των εγγράφων τα οποία επιδίδονται.
- Βεβαίως επί αυτού του θέματος οφείλω να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση δεν εξετάζει τη θεωρητική εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 αλλά τα όσα πράγματι συνέβησαν σε σχέση με την επίδοση η οποία έγινε προς τους εναγόμενους. Διατηρώντας σταθερά υπόψη δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο όντως επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στους εναγομένους. Αυτό το οποίο διαφεύγει της προσοχής του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων αναφορικά με την ανάπτυξη αυτού του μέρους της επιχειρηματολογίας του είναι τα εξής δεδομένα. 42.
- Πρώτο, η ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα με το οποίο της επιτρεπόταν η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τους εναγόμενους σε συγκεκριμένη διεύθυνση «.δια συστημένου ταχυδρομείου ή μέσω ιδιωτικού ταχυδρομείου και/ή DHL και/ή DATA POST.». 42.
- Δεύτερο, οι ίδιοι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται αναντίλεκτα ότι έλαβαν φάκελο από την Κύπρο με DHL, δηλαδή δια μέσω αυτής της υπηρεσίας.
- Διατηρώντας υπόψη αυτά τα δύο απλά δεδομένα καθίσταται σαφές ότι ουσιαστικά παρά και την αναφορά του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 στη νομική βάση προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 27/5/2010 με την οποία εξασφαλίστηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εντούτοις η ενάγουσα δεν εφάρμοσε τα όσα προνοούνται σχετικά από τον συγκεκριμένο Ευρωπαϊκό Κανονισμό αλλά προχώρησε με βάση το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε και βάση αυτού του διατάγματος επέδωσε το κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τα όσα προνοούνταν σχετικά εντός του συγκεκριμένου διατάγματος.
- Το ερώτημα το οποίο προκύπτει συνεπώς δεν είναι κατά πόσο η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 αλλά κατά πόσο ήταν έγκυρος ο τρόπος με τον οποίο της επιτράπηκε η επίδοση από το Δικαστήριο και με τον οποίο στη συνέχεια επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στους εναγομένους.
- Προτού απαντηθεί όμως αυτό το ερώτημα αξίζει να διευκρινίσω τους λόγους με βάση τους οποίους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα ουσιαστικά δεν εφάρμοσε τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07 (στο εξής θα καλείται ο «κανονισμός»).
- Κατ΄ αρχάς ο κανονισμός σαφώς δεν αναφέρεται σε διενέργεια απευθείας επίδοσης από τον ίδιο τον διάδικο εκτός υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Όπως αναφέρεται στη παράγραφο
(6)του προοιμίου του κανονισμού η αποτελεσματικότητα και ταχύτητα των δικαστικών διαδικασιών στον αστικό τομέα προϋποθέτει την άμεση και ταχεία διαβίβαση δικαστικών και εξώδικων πράξεων μεταξύ τοπικών υπηρεσιών οριζομένων από τα κράτη μέλη. Δηλαδή το κάθε κράτος ορίζει από μία μόνον υπηρεσία διαβίβασης και παραλαβής ή μία υπηρεσία που αναλαμβάνει και τα δύο αυτά καθήκοντα (βλ. σχετικά και πάλι την παράγραφο
(6)). Σύμφωνα δε με την παράγραφο
(7)του προοιμίου η ταχύτητα της διαβίβασης δικαιολογεί τη χρήση κάθε ενδεδειγμένου μέσου ενώ σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο ενώ σύμφωνα με τη παράγραφο
(17)του προοιμίου κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να επιδίδει πράξεις σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους απευθείας μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο. Σύμφωνα και πάλι με την παράγραφο
(7)του προοιμίου η ασφάλεια της διαβίβασης απαιτεί να συνοδεύεται η πράξη από ένα τυποποιημένο έντυπο. Το οποίο θα πρέπει να συμπληρώνεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επίδοση ή σε κάποια άλλη γλώσσα δεκτή από το κράτος παραλαβής. Στη παράγραφο
(11)του προοιμίου υπάρχει αναφορά σε διευκόλυνση επίδοσης πράξεων μεταξύ κρατών μελών και ότι για την επίδοση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του κανονισμού. Στη παράγραφο
(12)του προοιμίου υπάρχει αναφορά σε ενημέρωση του παραλήπτη από την υπηρεσία παραλαβής για το δικαίωμα άρνησης παραλαβής εφόσον η πράξη δεν έχει συνταχθεί, μεταξύ άλλων, σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη. Σαφώς αναδεικνύεται από αυτές τις αναφορές ότι η επίδοση η οποία προνοείται γενικά από τον κανονισμό θα πρέπει να γίνεται δια μέσω των τοπικών υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής. 47. Όπως αναφέρεται πιο πάνω ο κανονισμός σαφώς δεν αναφέρεται σε διενέργεια απευθείας επίδοσης από τον ίδιο τον διάδικο εκτός υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Στη παράγραφο
(18)του προοιμίου του κανονισμού αναφέρεται σχετικά ότι οι έχοντες έννομο συμφέρον σε δίκη θα πρέπει να μπορούν να επιδώσουν ή κοινοποιήσουν απευθείας τις πράξεις μέσω δικαστικών επιμελητών (βλ. σχετικά την υποσημείωση[3]) ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, αν αυτό επιτρέπεται από το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ενώ με το άρθρο 15 αναφέρεται ρητά ότι η δυνατότητα απευθείας επίδοσης δικαστικών πράξεων από τους έχοντες έννομο συμφέρον σε δίκη μέσω δικαστικών λειτουργών (εδώ γίνεται εντελώς διαφορετική μετάφραση της ίδιας φράσης, δηλαδή της φράσης "judicial officers, officials") υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής αν αυτό επιτρέπεται από την νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους. 48. Βεβαίως το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί θέμα πραγματικό και θα πρέπει ως τέτοιο να αποδειχτεί με την κατάλληλη μαρτυρία (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 8317, ημερομηνίας 8/10/1993, Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co. Ltd. κ. ά.
(1993)1 Α. Α. Δ 753). Κάτι βεβαίως το οποίο η ενάγουσα δεν έπραξε κατά την υποβολή της αίτησης της. Έτσι ώστε δηλαδή να αποδείξει ότι η απευθείας επίδοση την οποία επεδίωκε (και βεβαίως το είδος επίδοσης το οποίο επεδίωκε «.δια συστημένου ταχυδρομείου ή μέσω ιδιωτικού ταχυδρομείου και/ή DHL και/ή DATA POST.») επιτρεπόταν από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου. Έτσι ώστε στη συνέχεια να μπορούσε να επιδώσει απευθείας και όχι δια μέσω των τοπικών υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής.
- Συνεπώς, όπως εξηγώ και πιο πάνω, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στους εναγομένους σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται σχετικά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 καθότι αυτή δεν έγινε δια μέσω των τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ενώ ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η ενάγουσα είχε έννομο συμφέρον σε δίκη (κάτι το οποίο θεωρώ δεδομένο) δεν θα μπορούσε να επιδώσει με τον τρόπο τον οποίο επέδωσε το κλητήριο ένταλμα εφόσον δεν είχε πρώτα συμμορφωθεί με τα όσα σχετικά προνοούνται από το άρθρο 15 του κανονισμού.
- Εάν δε εξεταστεί η υπόλοιπη νομική βάση της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα διατάγματα με τα οποία επιτράπηκε η επίδοση στους εναγομένους αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση διατάγματος αναφορικά με το συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος αν και η έκδοση διατάγματος αναφορικά με την άδεια η οποία δόθηκε για την επίδοση αυτού του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας αντί ειδοποίησης αυτού εξακολουθεί να κρίνεται απόλυτα δικαιολογημένη.
- Ως εκ τούτου και διατηρώντας επίσης υπόψη ότι δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι οποιοσδήποτε από τους λόγους ένστασης ευσταθεί η αίτηση γίνεται μερικώς δεκτή και η αίτηση εγκρίνεται στο βαθμό στον οποίο κρίνεται ότι αυτή μπορεί να εγκριθεί. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται το διάταγμα με το οποίο καθορίστηκε ο τρόπος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους και κατ΄ επέκταση ακυρώνεται βεβαίως και η επίδοση προς τους εναγόμενους με το συγκεκριμένο τρόπο.
- Διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης το ήμισυ των εξόδων της επιδικάζεται υπέρ των εναγομένων και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Θεωρώ ότι είναι πιο σαφές με το κείμενο στην Αγγλική γλώσσα ότι η αναφορά σε πράξεις ασφαλώς δεν σημαίνει τίποτε διαφορετικό από αναφορά σε έγγραφα. Παραθέτω πιο κάτω αυτό το κείμενο,:-
(2)The proper functioning of the internal market entails the need to improve and expedite the transmission of judicial and extrajudicial documents in civil or commercial matters for service between the Member States. [2] Σύμφωνα με τη παράγραφο 1 του άρθρου 67 κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου πέντε ετών μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, το συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα βάσει προτάσεως της Επιτροπής ή κατόπιν πρωτοβουλίας κράτους μέλους και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [3] Προφανώς ο μεταφραστής του κειμένου στην Ελληνική γλώσσα είχε υπόψη του την έννοια του δικαστικού επιμελητή υπό την έννοια η οποία παρατίθεται στο «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη (Δεύτερη Έκδοση), δηλαδή ο «.άμισθος δημόσιος υπάλληλος ο οποίος αμείβεται από τον εκάστοτε πελάτη του, κυρίως για την επίδοση εγγράφων και την εκτέλεση εκτελεστών τίτλων». Θεωρώ ότι μια πιο ορθή μετάφραση από το Αγγλικό κείμενο, όπου γίνεται χρήση δύο λέξεων αντί μόνο μίας (δηλαδή, officers και officials) είναι δικαστικός λειτουργός. Όπως, παραδείγματος χάριν, γίνεται χρήση της φράσης «Παρεμπόδιση δικαστικών λειτουργών» (στα Αγγλικά, "Obstructing Court officers") στον πλαγιότιτλο του άρθρου 132 του Ποινικού Κώδικα αναφορικά με το πλημμέλημα της παρεμπόδισης δικαστικού λειτουργού. Παρά και τη μετάφραση με την ίδια φράση (δηλαδή, δικαστικοί λειτουργοί) στο άρθρο 15 του Ποινικού Κώδικα εντούτοις στα Αγγλικά η φράση η οποία χρησιμοποιείται είναι judicial officers αντί Court officers. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο