Σοφία Νεοφύτου Γεωργίου ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας κ.α., Αρ. Αγωγής :- 2737/10, 27η Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 2737/10 Μεταξύ :- Σοφία Νεοφύτου Γεωργίου το γένος Λεοντίου Ψάλτη από την Αυστραλία δια του πληρεξουσίου αυτής αντιπροσώπου Γιάννη Γεωργίου Ενάγουσα Και Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας Ανδρέα Χριστοφόρου Λεοντίου Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2011 Αίτηση Προσωρινών Διαταγμάτων ημερομηνίας 5/8/2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Δέσποινα Ανδρέου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............... ) Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Κώστας Σιαηλής (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ...............) Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση :- κος. Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ...............) Ενδιάμεση Απόφαση
- Εξασφάλισε η ενάγουσα με μονομερή της αίτηση προσωρινά διατάγματα εις βάρος αμφότερων των εναγομένων με τα οποία εμποδίζονται από την οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με δύο ακίνητα το ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο ακίνητο σε αυτή την αγωγή.
- Μετά από καταχώρηση ενστάσεων ακολούθησε ακροαματική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας αντεξετάστηκαν, πρώτα, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας (ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «πληρεξούσιος αντιπρόσωπος»), ακολούθως, ο γραμματέας των εναγομένων 1 (δηλαδή, του Κοινοτικού Συμβουλίου Έμπας, ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «γραμματέας») και τέλος, ο εναγόμενος
- Αναφορικά με την αντεξέταση του πληρεξούσιου αντιπροσώπου παρατηρώ τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτή είναι επιτρεπτή για τους σκοπούς αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας. Υπό την έννοια δηλαδή του ελέγχου κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις προς διατήρηση σε ισχύ των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων ή ακόμη και κατά πόσο πλέον μετά και από ακρόαση της αίτησης στη παρουσία όλων των διαδίκων, έτσι ώστε να είχαν τοποθετηθεί σχετικά και οι εναγόμενοι, οι προϋποθέσεις αυτές όντως υπήρχαν κατά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. 3.
- Διαπιστώνεται κυρίως η ύπαρξη των στοιχείων της διστακτικότητας και αβεβαιότητας στην προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα ως επίσης και η έλλειψη πλήρης αντίληψης του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων του και κατ΄ επέκταση η ανυπαρξία της λογικά αναμενόμενης συμφωνίας με τους όσους ισχυρισμούς ο ίδιος προηγουμένως προέβαλε τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Παραδείγματος χάριν, ενώ στη παράγραφο 5 της αρχικής ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέταξαν ειδικό πληρεξούσιο στο όνομα του εναγομένου 2 εντούτοις κατά την αντεξέταση του ευθέως απάντησε ότι το ποιος συνέταξε το ειδικό πληρεξούσιο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να πει ο ίδιος. 3.
- Βεβαίως κανείς δεν εμπόδιζε τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο από το να διατυπώσει ανάλογα τους ισχυρισμούς του εντός των ενόρκων δηλώσεων του. Εάν απλώς υποψιαζόταν αυτά τα οποία ισχυριζόταν θα μπορούσε κάλλιστα να εξέφραζε αυτές τις υποψίες του. Επέλεξε όμως ευθέως να ισχυριστεί και όχι να διατυπώσει με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο τη θέση του επί αυτού του θέματος. 3.
- Ούτε και βεβαίως λογικά αναμένεται υπό τις περιστάσεις ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος να ήταν σε θέση να καταθέτει με βεβαιότητα ότι όντως γνωρίζει ποιος ή ποιοι συνέταξαν το πληρεξούσιο έγγραφο. Όμως πραγματικά δεν είναι δυνατό στην ένορκη δήλωση του να ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την απουσία της ενάγουσας στο εξωτερικό συνέταξαν πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο στη συνέχεια προχώρησαν στη πώληση του επίδικου ακινήτου και στη συνέχεια στην προφορική κατάθεση του να παραδέχεται ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος συνέταξε το συγκεκριμένο πληρεξούσιο έγγραφο. 3.
- Όχι μόνο αυτό είναι αντιφατικό αλλά ουσιαστικά υπονομεύει ολόκληρη τη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο στηρίχτηκε έτσι ώστε να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Θα μπορούσε εάν όντως δεν γνώριζε ποιος ή ποιοι συνέταξαν το πληρεξούσιο έγγραφο να εξέφραζε εξ αρχής τις οποιεσδήποτε υποψίες του και να παρέθετε τους λόγους οι οποίοι τον οδήγησαν στο να σχηματίσει αυτές τις υποψίες. Αντί να είναι απόλυτος στους ισχυρισμούς του τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του με την οποία υιοθετεί πλήρως τους ισχυρισμούς του εντός της αρχικής του ένορκης δήλωσης. 3.
- Τονίζω και πάλι ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτή την αντίφαση υπό την έννοια εξέτασης της ουσίας της αγωγής αλλά σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις προς διατήρηση σε ισχύ των ήδη μονομερώς εκδομένων διαταγμάτων ή ακόμη και κατά πόσο δικαιολογημένα αυτά είχαν εκδοθεί με τη μαρτυρία η οποία αρχικά είχε τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Αναδρομικά ιδωμένη βεβαίως αυτή η μαρτυρία αφού πλέον είχαν και οι υπόλοιποι δύο διάδικοι την ευκαιρία να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου τις δικές τους θέσεις και τους δικούς τους ισχυρισμούς. 3.
- Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται όταν ένας ενόρκως δηλών κατά την υποβολή ενός μονομερές αιτήματος προβάλει ένα ισχυρισμό αναμένεται στη συνέχεια να παραμένει σταθερός και μάλλον επεξηγηματικός στη προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού και όχι ουσιαστικά να τον αθετεί με μία επιπολαιότητα η οποία να αψηφά και το γεγονός ότι οι ενδιάμεσες θεραπείες εξασφαλιστήκαν δίχως να είχαν ακουστεί πρώτα από το Δικαστήριο και οι υπόλοιποι διάδικοι σε αυτή την αίτηση. 3.
- Επιπλέον κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του αναφερόταν και σε ισχυρισμούς τους οποίους λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο να είχε περιλάβει στην αρχική του ένορκη δήλωση. 3.
- Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι το 1994 υπήρχαν τηλεφωνικώς απειλές ότι αν δεν πωλούσαν το σπίτι θα τους το έπαιρναν. Αποφεύγω συνειδητά να υπεισέλθω σε αχρείαστες λεπτομέρειες και παραπέμπω απλά στη μαρτυρία του πληρεξουσίου αντιπροσώπου όπως αυτή είναι καταγραμμένη στο πρακτικό του Δικαστηρίου. 3.
- Ενδεχομένως οι ισχυρισμοί του πληρεξουσίου αντιπροσώπου επί αυτού του θέματος να έχουν περισσότερο σχέση με απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου παρά με οποιεσδήποτε απειλές. Απαλλοτρίωση η οποία ενδεχομένως να ήταν και νόμιμα εφικτή ενόψει και της ιδιότητας των εναγομένων
- Αυτό το οποίο έχει σημασία όμως αναφορικά με το αντικείμενο αυτής της διαδικασίας είναι ότι συντείνει η παράλειψη αναφοράς και αυτών των ισχυρισμών του πληρεξουσίου αντιπροσώπου εντός των ενόρκων δηλώσεων του στη δημιουργία της εικόνας ότι - εάν όντως αυτά είχαν συμβεί σύμφωνα με τη δική του εκδοχή - τότε ο ίδιος παρέλειψε να αποκαλύψει πλήρως όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε και θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει στο Δικαστήριο και τα οποία ενδεχομένως να είχαν επηρεάσει τη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αποδοχή του μονομερώς υποβληθέντος αιτήματος της ενάγουσας. 3.
- Επιπλέον, όσο περισσότερο αντεξεταζόταν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τόσο περισσότερο αυξανόταν η όλη εντύπωση της αοριστίας η οποία σταθερά εξανέμιζε την οποιαδήποτε αρχικά δημιουργημένη εικόνα συνοχής στην όλη μαρτυρία του. 3.
- Όπως, παραδείγματος χάριν, και η αποδοχή από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο ότι όντως η ενάγουσα είχε προηγουμένως δώσει τη συγκατάθεση της να πωληθεί το επίδικο ακίνητο κατά τη διάρκεια του έτους
- Ενώ στη συνέχεια πρόσθεσε ότι ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις αλλά άλλαξε τη γνώμη της. Πραγματικά εάν διατηρηθεί υπόψη από το Δικαστήριο ότι εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης δεν αναφέρεται οτιδήποτε αναφορικά με αυτό το θέμα και διατηρώντας υπόψη ότι εντός αυτής προβάλλεται γενικά ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα ως μόνιμος κάτοικος της Αυστραλίας από το έτος 1952 δεν γνώριζε οτιδήποτε για την πώληση του επίδικου ακινήτου θα ανέμενε λογικά το Δικαστήριο να υπήρχε κάποια αναφορά σε αυτές τις διαπραγματεύσεις έστω και εάν αυτές δεν καρποφόρησαν διότι - όπως ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος ισχυρίστηκε - η ενάγουσα άλλαξε τη γνώμη της. 3.
- Δηλαδή ακόμη και το ενδεχόμενο πώλησης του επίδικου ακινήτου, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι οι άμεσα εμπλεκόμενοι και πάλι θα ήταν αμφότεροι οι εναγόμενοι, θεωρείται από το Δικαστήριο ως ένα δεδομένο η παράλειψη αναφοράς του οποίου υπονομεύει ακόμη περισσότερο τη γνησιότητα του αιτήματος της ενάγουσας δημιουργώντας και την εντύπωση ότι ο ενόρκως δηλών είχε παραλείψει να αναφερθεί σε ένα ισχυρισμό ο οποίος θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει προς όφελος αμφότερων των απόντων διαδίκων. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε κατά τις αρχές του αμέσως επόμενου έτους. 3.
- Σημασία θα είχε η αποκάλυψη γνώσης της ενάγουσας τόσο ως προς το ενδιαφέρον το οποίο εκδηλωνόταν από τους εναγόμενους 1 σε σχέση με την αγορά του επίδικου ακινήτου όσο και της οποιασδήποτε πιθανής εμπλοκής του εναγομένου 2 υπό την έννοια της αντιπροσώπευσης της ενάγουσας στις διαπραγματεύσεις αυτές. Ανεξάρτητα και από τον ισχυρισμό του πληρεξουσίου αντιπροσώπου ότι η ενάγουσα δεν υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο το 1994 ή το
- 3.
- Ως προς τις απαντήσεις τις οποίες έδωσε σε σχέση με το πληρεξούσιο (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2), το οποίο μάλιστα υπογράφηκε σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πληρεξουσίου αντιπροσώπου, βρισκόταν στην Κύπρο[1], περιορίζεται απλά το Δικαστήριο στο να σημειώσει την εκδήλωση άρνησης του ουσιαστικά να πιστέψει ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε υπογράψει ένα τέτοιο πληρεξούσιο. Δίχως όμως να είναι σε θέση, ακόμη και με βάση οτιδήποτε το οποίο να είχε αναφερθεί στον ίδιο από την ενάγουσα, να ισχυριστεί ότι και αυτό το πληρεξούσιο έγγραφο αποτελούσε πλαστογραφία. Σκόπιμα περιορίζεται και πάλι το Δικαστήριο ως προς την έκταση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του πληρεξουσίου αντιπροσώπου καθώς διατηρείται σταθερά υπόψη μου η αρχή αποφυγής της εξέτασης της ουσίας της αγωγής με αυτή την απόφαση. 3.
- Απλά παραθέτω ορισμένα παραδείγματα είτε ως προς τη διάσταση η οποία διαπιστώνεται μεταξύ της μαρτυρίας η οποία εμπεριέχεται κυρίως στην αρχική ένορκη δήλωση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου και τα όσα ο ίδιος στη συνέχεια ανέφερε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του είτε ως προς τα κενά εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης τα οποία αναδεικνύονται κατά την αντεξέταση του εάν δηλαδή ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί τους οποίους ο ίδιος προέβαλε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. 3.
- Αυτό το οποίο όμως δεν είναι δυνατό να μην σημειωθεί είναι ότι η οποιαδήποτε εκ πρώτης όψεως εντύπωση αοριστίας η οποία θα μπορούσε να προκληθεί από προσεχτική ανάγνωση της αρχικής ένορκης δήλωσης αντί να μειώνεται με βάση τα όσα ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος στη συνέχεια ισχυρίστηκε προφορικά, αντιθέτως εντείνεται σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε αναδρομικά να υπονομεύεται ακόμη περισσότερο η μαρτυρική βάση επί της οποίας στηρίχτηκε το Δικαστήριο έτσι ώστε να αποδεχτεί το μονομερώς υποβαλλόμενο αίτημα της ενάγουσας. 3.
- Ισχυρίζεται επίσης ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος (παράγραφος 8 της αρχικής ένορκης δήλωσης), πέραν του ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε, ότι ουδέποτε εισέπραξε το τίμημα αγοράς, δηλαδή το ποσό των £18.000,
- Δεν έδωσε όμως οποιαδήποτε λογική εξήγηση για την ύπαρξη του τεκμηρίου Β το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 και για τα όσα αναφέρονται εντός αυτού. Μάλιστα απάντησε ότι ο αριθμός του τραπεζικού λογαριασμού επί αυτού του τεκμηρίου φαινόταν να ήταν αυτός της μητέρας του, δηλαδή της ενάγουσας. Η απόρριψη δε και διαφωνία του ως προς το ότι η ενάγουσα εισέπραξε το συγκεκριμένο ποσό παρέμεινε εντελώς αόριστη. 3.
- Υπενθυμίζω ότι η αίτηση της ενάγουσας εδράζεται επί του ισχυρισμού ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου αποτελούσε πράξη η οποία έγινε «.με πληρεξούσιο έγγραφο σε χρόνο που . απουσίαζε στο εξωτερικό, με δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και εν αγνοία αυτής και χωρίς να εισπράξει οποιοδήποτε τίμημα πώλησης.». Ουσιαστικά είναι από αυτό τον ισχυρισμό που εξάγεται και το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. 3.
- Αναφορικά με αυτό το θέμα έστω και να γίνει δεκτό ότι με τα όσα η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου εγείρεται κάποιο σοβαρό θέμα προς εκδίκαση κατά τη δίκη θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί και το κριτήριο ότι υπάρχει πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Θεωρώ ότι καταδεικνύεται μία συζητήσιμη υπόθεση εντούτοις διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία έχει προκύψει από την εκδίκαση της αίτησης κρίνω ότι ενώ αρχικά η ενάγουσα είχε καταφέρει να καταδείξει μία ορατή δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή της πλέον αυτή η εκ πρώτης όψεως ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης έχει υπονομευτεί σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε πλέον να μην υφίσταται επαρκώς για να είναι πλέον δυνατό να κριθεί ότι αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται για σκοπούς διατήρησης των προσωρινών διαταγμάτων σε ισχύ. 3.
- Θεωρώ ότι η οποιαδήποτε επιπρόσθετη ανάλυση της μαρτυρίας του πληρεξουσίου αντιπροσώπου δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης καθώς θα διακινδύνευε πλέον και το Δικαστήριο να υπεισερχόταν σε εξέταση της ουσίας της αγωγής και στη δημιουργία της εντύπωσης ότι αξιολογείται η μαρτυρία του πληρεξουσίου αντιπροσώπου με τρόπο ο οποίος θα καθίσταται επιτρεπτός μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και όχι της αίτησης. Αρκεί η επισκόπηση αυτής της μαρτυρίας έτσι ώστε να αναδειχτεί η ανεπάρκεια της προς υποστήριξη γενικότερα των θέσεων της ενάγουσας σε σχέση με τη διατήρηση σε ισχύ των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων. 3.
- Εντούτοις στη συνέχεια θα αναφερθώ απλά σε δύο γεγονότα τα οποία αναδείχτηκαν από την καταχώρηση ενστάσεων και εκδίκαση της αίτησης - και βεβαίως την αντεξέταση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου - αλλά και σε σχέση με τα οποία ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος δεν ανέφερε οτιδήποτε εντός των ενόρκων δηλώσεων του και τα οποία γεγονότα θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί εντός αυτών των ενόρκων δηλώσεων προς πληρέστερη πληροφόρηση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του μονομερώς υποβληθέντος αιτήματος της ενάγουσας. 3.21.
- Το γεγονός ότι μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου οι εναγόμενοι 1 προχώρησαν στη κατεδάφιση της παλιάς ισόγειας κατοικίας η οποία υπήρχε κτισμένη επί αυτού και ανέγειραν τα γραφεία τους ως Κοινοτικό Συμβούλιο η αξία των οποίων είναι άνω των €500.000,00 (παράγραφοι 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του γραμματέα). Ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος σταθερά δημιουργεί την εντύπωση ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν το σπίτι της ενάγουσας. Παραπέμπω σχετικά, παραδείγματος χάριν, στη παράγραφο 8 της αρχικής ένορκης δήλωσης (όπου αναφέρεται ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε μέχρι πρόσφατα ότι το σπίτι της πωλήθηκε) και στη παράγραφο 7 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (όπου υπάρχει αναφορά σε κατοικία) αλλά και στις θεραπείες επί του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και τις κατ΄ επανάληψη αναφορές σε κατοικία της ενάγουσας. Ενώ στην προφορική κατάθεση του ανέφερε ότι επισκέφθηκε τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά το προηγούμενο έτος δηλώνοντας επίσης γνώση ως προς την ανέγερση αυτού του κτιρίου επί του επίδικου ακινήτου. 3.21.
- Προέκυψε κατά την αντεξέταση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου 2 ότι κατά το έτος 1994 υπήρχε και τρίτο πληρεξούσιο έγγραφο από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 2 το οποίο αποστάληκε στη πρεσβεία όμως αργότερα ακυρώθηκε. Αναφέρθηκε σε αυτό το πληρεξούσιο έγγραφο ως αυτό το οποίο υπογράφηκε όταν είχε πεισθεί η ενάγουσα να πωλήσει το σπίτι της. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν το ανέφερε αυτό εντός της ένορκης δήλωσης του ισχυρίστηκε ότι του διέφυγε προσθέτοντας μάλιστα ότι στο φάκελο είχαν πάρα πολλά έγγραφα, προκαλώντας παράλληλα και απορία προς το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο υπήρχαν και άλλα σχετικά έγγραφα στα οποία όμως ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος παρέλειψε να αναφερθεί[2]. Αναφέρθηκε αντιφατικά βεβαίως σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασης του ότι μόλις πρόσφατα ανακάλυψε την υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου το 1994 δίχως όμως παράλληλα να διευκρινίζει κατά πόσο αυτή η ανακάλυψη έγινε πριν ή μετά από την υπογραφή των ενόρκων δηλώσεων του. Ούτε και συνάδει αυτή η κατά τον ίδιο πρόσφατη ανακάλυψη με την όλη εκδοχή του ως προς το ότι η ενάγουσα είχε τότε πεισθεί να πωλήσει το σπίτι της αλλά μετά είχε αλλάξει τη γνώμη της. 3.
- Τέλος, αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από αυτό το μάρτυρα υπό γραπτή μορφή διαπιστώνεται μία πολύ σημαντική διάσταση με τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε επί ενός πολύ βασικού στοιχείου σε σχέση με διαδικασία αυτής της φύσης. Υπενθυμίζω ότι όταν τέθηκε για πρώτη φορά η αίτηση της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρήθηκε από το Δικαστήριο ότι θα έπρεπε να διευκρινιστεί η αναφορά του ενόρκως δηλούντος στη παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης του και η χρήση της λέξης «πρόσφατα». Προφανώς βεβαίως σε σχέση με την ικανοποίηση του παράγοντα του κατεπείγοντος σε περίπτωση υποβολής μονομερούς αίτησης. Ισχυρίστηκε εντός της παραγράφου 15 ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος ότι οι εναγόμενοι «.δεν απεκάλυψαν ποτέ στην ενάγουσα και στα παιδιά της ότι η περιουσία της αποξενώθηκε μέχρι πρόσφατα που έκαμα την σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο και πληροφόρησα την ενάγουσα για την πώληση της περιουσίας της δυνάμει του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου γεγονός για το οποίο η ενάγουσα εξέφρασε πλήρη άγνοια και λύπη». Δόθηκε άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας - σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα αναφέρονται εντός της αρχικής ένορκης δήλωσης - εύλογα εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόλις μερικές μέρες πριν από τη καταχώρηση της αίτησης είχε ουσιαστικά γίνει αντιληπτό από την ενάγουσα αλλά και από τα παιδιά της (μεταξύ των οποίων βεβαίως και ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος) ότι είχε πωληθεί το επίδικο ακίνητο. Ουσιαστικά, ιδιαίτερα δε αναδρομικά ιδωμένη, διαπιστώνεται ως εμφανής η σκοπιμότητα στη δημιουργία της εντύπωσης στο Δικαστήριο ότι το γεγονός της πώλησης του επίδικου ακινήτου ήταν ένα γεγονός για το οποίο μόλις πρόσφατα είχε ενημερωθεί ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος. Όταν όμως ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου πότε αντιλήφθηκε ότι πωλήθηκε το επίδικο ακίνητο απάντησε ευθέως και δίχως οποιοδήποτε δισταγμό, το
- Πρόσθεσε βεβαίως ότι ξεκίνησαν την αρχική τους έρευνα και κατά την έρευνα βρήκαν τι είχε συμβεί. Ερωτήθηκε όμως τότε εάν είχαν χρειαστεί ένα χρόνο γι΄ αυτό το σκοπό και ανέφερε ότι είχαν πάρα πολλές δουλειές να κάνουν με περιουσιακά θέματα όμως όταν ερωτήθηκε εάν περίμενε ένα χρόνο για να ενεργήσει ουσιαστικά δεν απέρριψε αυτή τη θέση. Προέβαλε ουσιαστικά την απόσταση μεταξύ Κύπρου και Αυστραλίας αλλά σε κανένα σημείο δεν ανέτρεψε την αρχική του απάντηση ως προς το ότι δηλαδή είχε αντιληφθεί ότι το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί το
- Παραδέχτηκε μάλιστα ότι είχε επισκεφθεί δύο φορές την Κύπρο κατά τη διάρκεια του έτους
- Υπήρξε και επιπρόσθετη αντεξέταση επί αυτού του σημείου δίχως όμως ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος να δώσει οποιαδήποτε πειστική απάντηση η οποία να δικαιολογεί τα όσα ανέφερε εντός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή να απαντά ως προς την εύλογα δημιουργημένη εντύπωση σκοπιμότητας στην ετοιμασία αυτής της ένορκης δήλωσης. Θεωρώ ότι αυτός και μόνο ο λόγος, δηλαδή το γεγονός ότι ουσιαστικά η αναφορά στις ένορκες δηλώσεις του πληρεξουσίου αντιπροσώπου ότι πρόσφατα έγινε αντιληπτή η πώληση του επίδικου ακινήτου αναδεικνύεται από την αντεξέταση του ως εντελώς αναληθής είναι αρκετή έτσι ώστε να ακυρωθούν τα διατάγματα καθότι είναι επί αυτού του αναληθές ισχυρισμού που το Δικαστήριο στηρίχτηκε έτσι ώστε να ικανοποιηθεί ότι τηρείται ο παράγοντας του κατεπείγοντος και στη συνέχεια να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα αποδεχόμενο το μονομερώς υποβαλλόμενο αίτημα της ενάγουσας. 3.
- Τονίζω ότι το Δικαστήριο δεν προκαθορίζει, έχοντας ως βάση την εντύπωση την οποία αποκόμισε αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία δόθηκε από αυτό το μάρτυρα σε μία ενδιάμεση διαδικασία, τη τελική αξιολόγηση του ως μάρτυρας σε σχέση με την εκδίκαση της αγωγής καθώς δεν υπεισέρχεται με αυτή την αξιολόγηση σε θέματα ουσίας της αγωγής αλλά περιορίζεται συνειδητά σε θέματα τα οποία θεωρεί σχετικά με τη διαδικασία υπό εξέταση. Παραδείγματος χάριν, δεν εξετάζει με αυτή την απόφαση το Δικαστήριο εάν όντως το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν πλαστογραφημένο αλλά εξετάζει κατά πόσο με βάση την όση μαρτυρία έχει παρουσιάσει η ενάγουσα προς υποστήριξη του αιτήματος της καταδεικνύεται μία ορατή δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή της. 3.
- Συνεπώς, παρά και το έδαφος το οποίο παρέχεται από τα όσα σχετικά ανέφερε ο πληρεξουσίος αντιπρόσωπος και για επιπρόσθετη αξιολόγηση της μαρτυρίας και πάλι βεβαίως αποκλειστικά σε σχέση με τις προϋποθέσεις διατήρησης σε ισχύ των επίδικων διαταγμάτων, θεωρώ ότι ήδη το Δικαστήριο έχει καλύψει σε επαρκές βαθμό αυτή τη μαρτυρία έτσι ώστε να αναδείξει βάσιμους λόγους επί τους οποίους να στηρίξει το συμπέρασμα του σε αυτή την απόφαση.
- Αναφορικά με την αντεξέταση τόσο του γραμματέα των εναγομένων 1 όσο και του εναγομένου 2 διαπιστώνω σε σχέση με τη μαρτυρία, η οποία προσφέρθηκε από τους ίδιους είτε υπό μορφή ένορκης δήλωσης είτε κατά τη διάρκεια των προφορικών τους καταθέσεων, ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδυναμώνει τους όσους λόγους ένστασης οι εναγόμενοι προέβαλαν είτε να ενισχύει τις οποιεσδήποτε θέσεις της ενάγουσας επί τις οποίες στηρίχτηκε έτσι ώστε να εξασφαλίσει τα επίδικα προσωρινά διατάγματα. Απλά θα ήθελα να προσθέσω ότι σε σχέση με την οποιαδήποτε επιτρεπτή αξιολόγηση της μαρτυρίας του γραμματέα των εναγομένων 1 ότι αν και βεβαίως αυτή σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται σε πληροφόρηση από τρίτους αυτή διακρίνεται από συνοχή τόσο ατομικά ιδωμένη ως η βάση της εκδοχής των εναγομένων 1 όσο και σε συνάρτηση με την εκδοχή την οποία ο εναγόμενος 2 προέβαλε. Ενώ σε σχέση με τη μαρτυρία του εναγομένου 2 επίσης θα ήθελα να προσθέσω ότι και πάλι βεβαίως στο βαθμό στον οποίο η αξιολόγηση αυτής είναι επιτρεπτή σε μία ενδιάμεση διαδικασία όπως η παρούσα ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του ο μάρτυρας αυτός κατέθετε με σταθερότητα δίδοντας λογικές απαντήσεις σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του και αναδεικνύοντας με αυτές τη πλήρη επίγνωση και αντίληψη των ισχυρισμών του εντός της ένορκης δήλωσης του. Ισχυρισμοί οι οποίοι όπως κρίνεται υποστηρίζουν με πειστική επάρκεια γενικότερα τις θέσεις του ως διάδικος αναφορικά με το αντικείμενο αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας.
- Ήδη όπως αναφέρεται και πιο πάνω (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 3.19 αυτής της απόφασης) μετά και από την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο πλέον κρίνει ότι η προϋπόθεση ως προς την ύπαρξης πιθανότητας η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία δεν ικανοποιείται. Ενώ επιπλέον όπως ήδη έχει κριθεί από το Δικαστήριο η ενάγουσα δια μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα κατά τη μονομερή υποβολή του αιτήματος της για την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων τα οποία θα μπορούσε να είχε αποκαλύψει όμως παρέλειψε να το πράξει. Αυτά και μόνο τα δύο συμπεράσματα του Δικαστηρίου κρίνονται ως επαρκή έτσι ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει στην ακύρωση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων δίχως να κρίνεται απαραίτητη η εξέταση οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης η οποία να εφαρμόζεται στη περίπτωση υπό εξέταση. Εντούτοις, προσθέτω απλά, ότι πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι ικανοποιείται και η προϋπόθεση ως προς το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν διατηρηθούν σε ισχύ τα επίδικα διατάγματα. Ιδιαίτερα δε μετά από την αποκάλυψη - και πάλι ως αποτέλεσμα καταχώρησης ενστάσεων και της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης - ως προς το ότι η κατοικία της ενάγουσας πλέον δεν υπάρχει. Ενώ ούτε και έχει προσαχθεί ή προκύψει η οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία έτσι ώστε να αποκλείεται ως ικανοποιητικό μέτρο προστασίας των συμφερόντων της ενάγουσας η μελλοντική δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων εις βάρος τόσο των εναγομένων 1 όσο και του εναγομένου 2 σε περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της.
- Συνεπώς, με βάση το σκεπτικό αυτής της απόφασης στο σύνολο του και όχι αποσπασματικά ιδωμένο, κρίνω ότι αμφότερα τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν όπως και ακυρώνονται με την έκδοση αυτής της απόφασης.
- Ως προς το θέμα των εξόδων διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται εις βάρος της ενάγουσας και υπέρ αμφότερων των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι η τελευταία φορά που βρισκόταν στην Κύπρο η ενάγουσα ήταν το 1992 ενώ πέραν και από ισχυρισμό στη παράγραφο 12 της αρχικής ένορκης δήλωσης του επισυνάπτεται επί αυτής και το τεκμήριο 4 δηλαδή φωτοαντίγραφο σελίδων από το διαβατήριο της ενάγουσας σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου αυτή βρισκόταν στην Κύπρο μεταξύ 29/4/1992 και 26/8/
- [2] Υπάρχει δε επί αυτού του θέματος γενική και αόριστη αναφορά στη παράγραφο 11 της αρχικής ένορκης δήλωσης του πληρεξουσίου αντιπροσώπου σε σχέση με τη σύγκριση της υπογραφής της ενάγουσας με άλλα έγγραφα στη κατοχή του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο