Alpha Panareti Public Ltd ν. Susan Jenkins, Αρ. Αγωγής :- 3156/09, 27η Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A119 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3156/09 Μεταξύ :- Alpha Panareti Public Ltd Ενάγουσα Και Susan Jenkins Εναγόμενη Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2011 Αίτηση Διαγραφής Δικογράφου ημερομηνίας 27/10/2010 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κα. Στεφανία Φλωράκη για Χλωρακιώτης και Φλωράκη Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Μ. Παναγιώτου) Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κα. Ειρήνη Δημητρίου για G. Kouzalis L.L.C. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Αιτείται η εναγόμενη την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου τα οποία να διατάσσουν,:- 1.
- πρώτο, «.την διαγραφή μέρους της Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση . και συγκεκριμένα ολόκληρης της παραγράφου
- » και 1.
- δεύτερο, «.την καταχώρηση τροποποιημένης συμφώνως της . διαγραφής Απαντήσεως στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από της εκδόσεως του . διατάγματος ή και εντός του χρόνου του οποίου ήθελε κρίνει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο.».
- Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 5 συνολικά λόγους ένστασης.
- Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων.
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται εντός της αίτησης και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Η ουσία αυτών των γεγονότων, σύμφωνα με τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται, είναι ότι η ενάγουσα με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εγείρει νέα βάση αγωγής η οποία μόνο στην έκθεση απαίτησης θα μπορούσε να είχε εγερθεί. Δηλαδή, ουσιαστικά αυτό το οποίο εισηγείται η εναγόμενη είναι ότι η δυνατότητα προβολής των συγκεκριμένων ισχυρισμών εντός της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση (στο εξής χάριν συντομίας θα καλείται η «απάντηση») θα υπήρχε μόνο σε περίπτωση προηγηθείσας έγκρισης αιτήματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης.
- Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τη Δ.19 θ. 14 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία πρόνοια κανένα δικόγραφο δεν θα εγείρει νέα βάση αξίωσης ή περιέχει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί ύπαρξης ενός γεγονότος αναντίστοιχο με προηγούμενο δικόγραφο του διαδίκου ο οποίος εγείρει αυτή τη νέα βάση αγωγής ή προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί ύπαρξης τέτοιου γεγονότος εκτός εάν έχει δοθεί άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση[1].
- Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων και των δύο διαδίκων υπήρξε ιδιαίτερα βοηθητική για το Δικαστήριο και ουσιαστικά βασίστηκε επί της ίδιας Αγγλικής νομολογίας δίδοντας όμως διαφορετική ερμηνεία ως προς την εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω αυτή τη νομολογία εντοπίζοντας και άλλες αυθεντίες επίσης Αγγλικής νομολογίας δίχως όμως παράλληλα να έχω εντοπίσει οποιεσδήποτε αυθεντίες στη δική μας νομολογία.
- Διατηρώντας υπόψη αυτές τις σχετικές αυθεντίες (βλ. σχετικά Toke v. Andrews
(1882)8 Q.B.D. 428, Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. [1900] 2 Q. B. 181, The Normar; Owners of Motor Vessel Normar v. British Transport Docks Board and Others [1968] 1 All E. R. 753, Competitive Insurance Co. Ltd. v. Davies Investments Ltd and another [1975] 3 All E. R. 254, Maridive & Oil Services (SAE) and another v. CAN Insurance Co. (Europe) Ltd. [2002] All E. R. (D) 384 (Mar) και Finlan and another v. Eyton Morris Winfield (a firm) and another [2007] 4 All E. R. 143) καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα σε σχέση με τους λόγους ένστασης.
- Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης κρίνω ότι η ενάγουσα δεν έχει δείξει οποιοδήποτε λόγο με βάση τον οποίο να κριθεί γενικά και αόριστα ότι η αίτηση «.είναι παράτυπη και ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη». Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται.
- Ως προς τους υπόλοιπους λόγους ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ουσιαστικά αυτοί αποτελούν στο σύνολο τους ένα λόγο ένστασης ανεξάρτητα και από τη διατύπωση τους σε 4 ξεχωριστές παραγράφους. Θεωρώ δηλαδή ότι η κάθε παράγραφος αποτελεί μέρος και συγκεκριμενοποίηση της ίδιας βασικής θέσης της ενάγουσας. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτή την επί μέρους διατύπωση εντός αυτής της απόφασης. Τονίζω απλά ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στο σύνολο τους τόσο τους λόγους επί τους οποίους η εναγόμενη έχει στηρίξει την αίτηση της ως επίσης και τους λόγους ένστασης της ενάγουσας.
- Αξίζει απλά να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι εντός της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης υπάρχει αναφορά σε παράγραφο 11 της απάντησης. Πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο αντιληπτό από το Δικαστήριο αυτό το μέρος της επιχειρηματολογίας καθότι πολύ απλά ουσιαστικά[2] δεν υπάρχει παράγραφος 11 στην απάντηση τουλάχιστον όχι με το περιεχόμενο το οποίο αποτελεί μέρος της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης. Παραδείγματος χάριν, ότι αναφέρεται εντός αυτής της παραγράφου 11 ότι η ενάγουσα επικαλείται και διεκδικεί εύρημα για αποζημίωση λόγω τερματισμού (μεταξύ άλλων) και ότι εντός αυτής της παραγράφου ισχυρίζεται ότι η αξία του επίδικου ακινήτου είναι €97.416,
- Μάλιστα ακόμη και η αναφορά στην έκθεση απαίτησης ως προς το ποσό της αξίωσης στην έκθεση απαίτησης είναι λανθασμένη, δηλαδή €89.000,00 αντί €70.000,
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι εντός της ίδιας της αίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε παράγραφο αριθμημένη με τον αριθμό
- Πραγματικά δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αντιληφθεί ακριβώς το λόγο για την ύπαρξη αυτών των διαφορών. Είναι ωσάν ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης να αναφέρεται σε δεδομένα άλλης αγωγής. Διευκρινίζω απλά ότι η αναφορά σε αυτές τις διαφορές γίνεται έτσι ώστε, πρώτο, να μην θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο αγνοεί οποιοδήποτε μέρος της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης και δεύτερο, έτσι ώστε να καθίσταται ξεκάθαρο επί ποίας πραγματικής βάσης ως προς το περιεχόμενο των δικογράφων στηρίζεται το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της αίτησης.
- Διατηρώντας υπόψη αμφότερες τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις προχωρώ απευθείας σε εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να δώσει απάντηση το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η ενάγουσα ορθά και δικαιωματικά έχει προσθέσει τη παράγραφο 10 στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση.
- Υπό μορφή απλά γενικής αναφοράς στην επιχειρηματολογία και των δύο ευπαίδευτων δικηγόρων παρατηρείται ότι βασικό στοιχείο επί του οποίου αυτή βασίστηκε είναι αυτό του τερματισμού. 13.
- Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουσιαστικά η θέση η οποία προβάλλεται με τη παράγραφο 10 της απάντησης (στο εξής χάριν συντομίας θα καλείται η «παράγραφος 10») είναι αντιφατική με τη γενικότερη θέση της όπως αυτή προβάλλεται εντός της έκθεσης απαίτησης. Ότι δηλαδή ενώ με την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα επικαλείται τη συνέχιση της ισχύς της επίδικης συμφωνία εντούτοις με τη παράγραφο 10 εγείρεται νέα βάση αγωγής η οποία στηρίζεται στον κατ΄ ισχυρισμό τερματισμό αυτής της συμφωνίας και με την οποία αξιώνονται ποσά διαφορετικά από αυτά τα οποία παρατίθενται ως θεραπείες στην έκθεση απαίτησης. 13.
- Αντιθέτως η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θέση της είναι και παραμένει ότι η επίδικη συμφωνία παραμένει σε ισχύ και ότι οι θεραπείες που διεκδικεί είναι αυτές οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Μάλιστα όπως χαρακτηριστικά έθεσε το θέμα η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας μοναδικός σκοπός της παραγράφου 10 είναι όπως αυτή αποτελέσει ασπίδα της ενάγουσας σε περίπτωση κατά την οποία επιτύχει η ανταπαίτηση της εναγομένης δίχως όμως παράλληλα αυτό να αλλάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη πρόθεση της ενάγουσας να προχωρήσει με τη διεκδίκηση των θεραπειών οι οποίες αναφέρονται εντός της έκθεσης απαίτησης.
- Το Δικαστήριο εξετάζει πιο κάτω σε περισσότερη λεπτομέρεια, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων. Αξίζει όμως σε αυτό το σημείο της απόφασης να αναφερθεί το Δικαστήριο στη σχετική νομολογία αναφορικά με το θέμα υπό εξέταση και στις αρχές οι οποίες καθορίζονται από αυτή. 14.
- Όπως αναφέρεται σχετικά στην υπόθεση Toke v. Andrews
(1882)8 Q.B.D. 428 (σε ελεύθερη μετάφραση σχετικής σημείωσης[3]) ο ενάγων δύναται στην απάντηση σε ανταπαίτηση να προβάλει ανταπαίτηση σε σχέση με αγώγιμο δικαίωμα το οποίο προέκυψε μετά από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος αλλά το οποίο προκύπτει παράλληλα από την ίδια συναλλαγή όπως η ανταπαίτηση του εναγομένου. Ουσιαστικά η ανταπαίτηση στην απάντηση προβάλλεται ως μέτρο προστασίας εναντίον της ανταπαίτησης του εναγομένου. 14.
- Τα γεγονότα στην υπόθεση Toke v. Andrews είχαν ως εξής. Ο ενάγων καταχώρησε αγωγή για ανάκτηση καθυστερημένων ενοικίων μίας φάρμας μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού. Ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του η οποία παραδόθηκε μετά από τις 29 Σεπτεμβρίου απαίτησε ένα ποσό βάσει εκτίμησης ως ενοικιαστής ο οποίος θα αποχωρούσε. Ο ενάγων με την απάντηση του υπό μορφή συμψηφισμού και ανταπαίτηση αξίωσε το τριμηνιαίο ενοίκιο το οποίο θα έπρεπε να είχε πληρωθεί στις 29 Σεπτεμβρίου ως επίσης και ένα ποσό για επιβάρυνση ενοικίου το οποίο δεν είχε πληρωθεί από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος αιτήθηκε τη διαγραφή της απάντησης αλλά το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο ενάγων δικαιωματικά είχε προβάλει μία τέτοια ανταπαίτηση στην απάντηση του. 14.
- Στην υπόθεση Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. [1900] 2 Q. B. 181 καταχωρήθηκε αγωγή για το τίμημα αγαθών τα οποία είχαν παραδοθεί και οι εναγόμενοι καταχώρησαν ανταπαίτηση διεκδικώντας αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν ότι η συμφωνία τους δέσμευε και επιπρόσθετα ισχυρίστηκαν ότι εάν όντως η συμφωνία τους δέσμευε τότε οι εναγόμενοι είχαν διαπράξει παραβάσεις της συμφωνίας οι οποίες τους προκάλεσαν απώλεια και προέβαλαν ανταπαίτηση έτσι ώστε να συμψηφίσουν την απώλεια αυτή εναντίον της ανταπαίτησης των εναγομένων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση διαγραφής της ανταπαίτησης στην απάντηση. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι ενάγοντες δεν βασίζονταν στην ανταπαίτηση στην απάντηση ως μία ανεξάρτητη αγωγή αλλά απλά ως μέτρο προστασίας εναντίον της ανταπαίτησης των εναγομένων και ότι η ανταπαίτηση κανονικά είχε εγερθεί στην απάντηση και συνεπώς δεν θα έπρεπε να διαγραφεί. Στην υπόθεση Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή η οποία είχε καθιερωθεί στην υπόθεση Toke v. Andrews. Αναφέρθηκε επίσης στην απόφαση Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. ότι δεν θα ήταν δίκαιο να υποχρεώνονταν οι ενάγοντες να προβάλλουν ως απαίτηση (προφανώς δηλαδή με τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης) αυτό επί του οποίου οι ίδιοι απλώς ήθελαν να χρησιμοποιήσουν ως υπεράσπιση και ασπίδα εναντίον της ανταπαίτησης. Αναφέρει σχετικά στην απόφαση Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. ο Romer L. J. τα εξής (οι υπογραμμίσεις του κειμένου είναι δικές μου),:- "If a plaintiff when he sees a counter-claim finds that he has omitted to raise a claim in addition to that already raised in the statement of claim, he ought, as a rule, to raise that claim by amendment of his statement of claim. That is the regular course, and that is what was directed to be done in the case of James v. Page
(1888)85 L. T.(Jo.) 157 before Manisty and Stephen JJ. To this rule there are exceptions. If on looking at the nature of the additional claim which the plaintiff wants to set up it appears to be one that cannot be added to the original statement of claim without inflicting hardship and injustice on the plaintiff, and further that it would be an injustice not to allow him to set it up, the Court has jurisdiction to allow him to set it up in his reply. That principle was laid down in Toke v. Andrews 8 QBD 428, a decision that was given in 1882, and has not been impugned up to the present time, and a decision which in my opinion did a great deal of good and ought to be upheld. In this case it is impossible to require the plaintiffs to amend their statement of claim and begin all over again, and it would be an injustice not to allow them to set up the claim as an answer to the counter- claim. I think that the Court ought in the circumstances of this case to allow the plaintiffs to set up their claim for breach of the contract in answer to the defendants' counter-claim founded on that contract, and to do this in the only way practically open to them, namely, by a counter-claim in reply to the counter-claim of the defendants."
- Διατηρώντας υπόψη τις προαναφερόμενες αρχές θα εξετάσω στη συνέχεια, όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων.
- Αναφορικά με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης παρατηρώ τα ακόλουθα. 16.
- Με αναφορά στα ποσά εντός της παραγράφου 10 της απάντησης προτάσσεται η εισήγηση ότι η «αξίωση» αυτών των ποσών γίνεται επί άλλης βάσης αγωγής. Βεβαίως αυτό το οποίο διαπιστώνεται από την ίδια τη διατύπωση της παραγράφου 10 είναι ότι η ενάγουσα ουσιαστικά παραπέμπει στις λεπτομέρειες στις οποίες προτίθεται να αναφερθεί ως προς τη ζημιά την οποία κατ΄ ισχυρισμό υπέστη σε περίπτωση που το επίδικο πωλητήριο έγγραφο ακυρώθηκε ή τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγομένης ή εάν αυτό κριθεί εξ υπαρχής άκυρο. Ενώ στη συνέχεια αναφέρεται «ενδεικτικά» σε δύο ποσά. 16.
- Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και το δεδομένο ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τόσο εντός της έκθεσης απαίτησης όσο και της απάντησης πηγάζει από την εφαρμογή του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου και όχι της ακύρωσης ή τερματισμού του σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οποίους η εναγόμενη προβάλει εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ενάγουσα δεν εγείρει νέα βάση αγωγής αλλά αντιθέτως αυτό το οποίο προβάλει είναι υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και ουσιαστικά ασπίδα ενάντια σε αυτή σε περίπτωση κατά την οποία όντως πετύχει η ανταπαίτηση. 16.
- Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η ούτω καλούμενη «αξίωση» δεν αποτελεί νέα βάση αγωγής η οποία θα έπρεπε, έτσι ώστε να είναι επιτρεπτή, να είχε εγερθεί με την έκθεση απαίτησης. Εντάσσεται δηλαδή η παράγραφος 10 στο όλο νομολογιακά επιτρεπτό πλαίσιο το οποίο καθορίστηκε από την αρχή η οποία καθιερώθηκε στην απόφαση Toke v. Andrews. Δηλαδή, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, η παράγραφος 10 αποτελεί άσκηση της δυνατότητας να είχε προβάλει η ενάγουσα ανταπαίτηση σε σχέση με αγώγιμο δικαίωμα το οποίο προέκυψε μετά από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και το οποίο προκύπτει παράλληλα από την ίδια συναλλαγή ως η ανταπαίτηση της εναγομένης και η οποία ανταπαίτηση στην απάντηση προβάλλεται ως μέτρο προστασίας εναντίον της ανταπαίτησης της εναγομένης. Ακόμη δε περισσότερο εντάσσεται σε παρόμοιο πλαίσιο με αυτό της απόφασης Renton Gibbs & Co. Ltd. v. Neville & Co. Όπου ενώ οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει αγωγή για το τίμημα αγαθών βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανταπαίτηση για αποζημιώσεις λόγω κατ΄ ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας από τους ίδιους και έτσι στη συνέχεια αν και αρνήθηκαν ότι η συμφωνία ήταν δεσμευτική για τους ίδιους εντούτοις ισχυρίστηκαν ότι εάν όντως τους δέσμευε (δηλαδή, ουσιαστικά εάν κρινόταν ασφαλώς από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής) ότι όντως τους δέσμευε τότε οι εναγόμενοι είχαν διαπράξει παραβάσεις της ίδιας συμφωνίας οι οποίες τους είχαν προκαλέσει απώλεια με αποτέλεσμα πλέον και οι ίδιοι να προβάλουν ανταπαίτηση με απώτερο στόχο τον συμψηφισμό αυτής της απώλειας με την ανταπαίτηση των εναγομένων. Παρόμοια ήταν η εξέλιξη στην ετοιμασία των δικογράφων και σε αυτή την αγωγή. Ενώ η ενάγουσα καταχώρησε αγωγή διεκδικώντας την εφαρμογή συμφωνίας η εναγόμενη αντιτασσόμενη σε αυτή την αξίωση παρά και το δεδομένο ότι αποδέχεται την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας (με παραδοχή της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης) εντούτοις προβάλει διάφορους ισχυρισμούς, μεταξύ αυτών, ως προς την ακυρότητα ή καταγγελία ή τερματισμού της συμφωνίας. Ως αποτέλεσμα αυτών των ισχυρισμών η ενάγουσα δίχως να είχε οποιαδήποτε πρόθεση να διεκδικήσει οτιδήποτε περισσότερο ή λιγότερο από την εφαρμογή της συμφωνίας βρισκόμενη πλέον αντιμέτωπη με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγομένης προβάλει και αυτή με τη δική της σειρά ανταπαίτηση σε περίπτωση ουσιαστικά κατά την οποία γίνει δεκτή μετά από την εκδίκαση της αγωγής η ανταπαίτηση της εναγομένης. 16.
- Διαπιστώνεται δηλαδή ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το αντιφατικό στη διατύπωση της απάντησης υπό την έννοια δηλαδή η ενάγουσα να ισχυρίζεται με την απαίτηση της δικαιώματα τα οποία να πηγάζουν από την εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας ενώ με την απάντηση να αξιώνει ποσά ως ζημιές λόγω του τερματισμού ή της ακυρότητας της συμφωνίας αυτής. Είναι η εναγόμενη η οποία πρώτη έχει προβάλει ισχυρισμό περί τον τερματισμό ή ακυρότητα της συμφωνίας. Ισχυρισμό τον οποίο η ενάγουσα απορρίπτει έχοντας ήδη αναφερθεί στη παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης στην εκδήλωση της επιθυμίας της εναγομένης για τον τερματισμό του πωλητηρίου εγγράφου. 16.
- Η εισήγηση δε ότι η ενάγουσα παραβαίνει τα όσα σχετικά προνοούνται από τη Δ.19 θ. 14 δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Δηλαδή δεν γίνεται δεκτή η θέση ότι ήταν αρκετή η αναφορά στη παράγραφο 9 της απάντησης δίχως να χρειάζεται και η προσθήκη της παραγράφου 10 καθότι με αυτή τίθεται με συγκεκριμένο τρόπο βάση αγωγής αναφορά και διεκδίκηση ζημιών. Αυτό το οποίο η ενάγουσα αναφέρει στη παράγραφο 9 είναι πολύ απλά ότι, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως ισχύουν τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης αναφορικά με την ακυρότητα ή τερματισμό ή νόμιμη καταγγελία της επίδικης συμφωνίας, η εναγόμενη δεν μπορεί να διεκδικεί αποζημιώσεις καθότι και αν ακόμη η συμφωνία τερματίστηκε αυτό έγινε με υπαιτιότητα της εναγομένης και ως συνέπεια η ενάγουσα επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για αποζημιώσεις λόγω παράβασης αυτής της συμφωνίας από την εναγόμενη. Ενώ στη συνέχεια αναφέρει ενδεικτικά δύο ποσά σε σχέση με την ζημιά εξαιτίας αυτής της παράβασης. Δεν είναι νέα βάση αγωγής την οποία προβάλει η ενάγουσα, την οποία όφειλε να συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης προφανώς διαζευκτικά, αλλά υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και ουσιαστικά ανταπαίτηση στην ανταπαίτηση σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ανταπαίτηση της εναγομένης. 16.
- Ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι τίθεται θέμα επιλογής από την ενάγουσα της προώθησης μίας ούτω καλούμενης «δεύτερης βάσης αγωγής» σε σχέση με την οποία δεν προσφέρθηκε η ευκαιρία στην εναγόμενη να καταχωρήσει δικό της δικόγραφο διότι αυτή η «βάση αγωγής» προστέθηκε στο τελευταίο δικόγραφο αυτής της αγωγής. Η ευκαιρία και επιλογή καταχώρησης δεύτερου δικογράφου προσφερόταν στην εναγόμενη εάν αυτό επιθυμούσε με την Δ.21 θ. 14
(2)όμως η ίδια δεν επέλεξε όπως ενεργοποιήσει αυτή τη διαδικασία υποβάλλοντας ανάλογο αίτημα. Συνεπώς, έχοντας παραλείψει να υποβάλει ένα τέτοιο αίτημα το οποίο να είχε απορριφθεί πραγματικά θεωρώ ότι δεν είναι καν ορθό ως επιχείρημα να προβάλλεται η θέση ότι δεν προσφέρθηκε αυτή η δυνατότητα στην εναγόμενη ή η ίδια να αναφέρεται σε «τελευταίο δικόγραφο» στη διαδικασία. 16.
- Δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ούτε και η θέση ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντίθεση ή αντίφαση μεταξύ της αρχικής προβολής της αξίας του επίδικου ακινήτου ως €130.000,00 και της προβολής στη παράγραφο 10 ως προς τη μείωση αυτής της αξίας κατά €39.520,
- Όντως η ενάγουσα αναφέρεται σε μία αξία του επίδικου ακινήτου. Όμως η βάση της αξίωσης της είναι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης αυτού του ακινήτου και όχι η αξία του. Θα ήταν πρόωρο για το Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα καν της αναφοράς της κατ΄ ισχυρισμό αξίας του επίδικου ακινήτου στην έκθεση απαίτησης. Όμως αυτό το οποίο έχει σημασία είναι ότι η αξίωση της ενάγουσας όπως αυτή παρατίθεται εντός της έκθεσης απαίτησης βασίζεται σε εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας, ιδιαίτερα δε την εφαρμογή του όρου 2.3 της επίδικης συμφωνίας για πληρωμή του ποσού των €70.000,
- Ενώ στη παράγραφο 10 η αναφορά σε μείωση 30% δεν έχει ως βάση το ποσό της αξίας στο οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης αναφέρει ως μέρος του επιχειρήματος του (δηλαδή το ποσό το οποίο αναφέρεται στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης) αλλά το αρχικό τίμημα πώλησης. Δεδομένο το οποίο μπορεί να εξαχθεί με απλή αφαίρεση αυτού του ποσοστού από το τίμημα πώλησης και όχι από την προβαλλόμενη αξία. Συνεπώς είναι άξιον απορίας πως καταλήγει σε συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς αντίθετος και αντιφατικός με τον ισχυρισμό στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Αυτό το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη από αυτό το επιχείρημα είναι η ίδια η βάση της αξίωσης όπως αυτή παρατίθεται εντός της έκθεσης απαίτησης. Ενώ η οποιαδήποτε αξίωση στην ανταπαίτηση εναντίον της ανταπαίτησης της εναγομένης εν πάση περιπτώσει λαμβάνει υπόψη του το ενδεχόμενο αποδοχής της ανταπαίτησης της εναγομένης από το Δικαστήριο. Δηλαδή αυτό το οποίο βασικά παραγνωρίζει αυτό το επιχείρημα είναι ότι ενώ η αξίωση της ενάγουσας βασίζεται σε εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας η ανταπαίτηση της εναγομένης βασίζεται σε απόρριψη αυτής της συμφωνίας ως έγκυρη. Η προβολή ως προς τη μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου δεν συνδέεται με τη προβαλλόμενη αξία στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης αλλά στο συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Ενώ η ουσιαστική διαφορά δεν έγκειται στην αξία η οποία προκύπτει από τη μείωση κατά 30% αλλά μεταξύ της προβαλλόμενης αξίας στη παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης και του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς η οποία είναι πραγματικά ελάχιστη, δηλαδή €1.733,
- Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι ασφαλώς η μείωση στην οποία αναφέρεται η ενάγουσα έχει και μία σχετική χρονική πτυχή υπό την έννοια ότι ενώ η επίδικη συμφωνία έγινε το Δεκέμβριο του 2006 η ανταπαίτηση της εναγομένης καταχωρήθηκε τον Απρίλιο του
- 16.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 10 είναι ασύμβατοι ή αντίθετοι με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Ή ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 10 έχουν προβληθεί δίχως άδεια τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η οποία τροποποίηση στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κρίνεται απαραίτητη από το Δικαστήριο. Ούτε, με το ίδιο σκεπτικό το οποίο διαγράφεται πιο πάνω, γίνεται δεκτό ότι ουσιαστικά κατά την εκδίκαση της αγωγής η ενάγουσα θα έχει τη δυνατότητα να προωθεί παράλληλα δύο βάσεις αγωγής και να της επιτρέπεται να παρουσιάζει μαρτυρία για την απόδειξη των όσων αναφέρονται στη παράγραφο 10 δίχως να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ούτε πραγματικά είναι δυνατό να γίνει ως ορθή η θέση ότι η εναγόμενη θα έχει να αντιμετωπίσει παράλληλα τη προώθηση δύο διαφορετικών βάσεων αγωγής δίχως προηγουμένως μάλιστα να της έχει δοθεί η δυνατότητα (την οποία εν πάση περιπτώσει δεν διεκδίκησε) να έχει καταχωρήσει επιπρόσθετο δικόγραφο. Δεν έχει πεισθεί πραγματικά το Δικαστήριο ότι η εναγόμενη εξαιτίας της παραγράφου 10 θα έχει να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε δικονομικό ή διαδικαστικό ή αποδεικτικό μειονέκτημα ή πρόβλημα ή επηρεασμό της υπεράσπισης της. 16.
- Με το ίδιο σκεπτικό δεν είναι δυνατό πραγματικά να γίνει δεκτή η θέση ως προς τη παράβαση γενικότερα της Δ.19 θ. 14 αναφορικά με τη προβολή ισχυρισμών εντός της απάντησης οι οποίοι να κρίνονται ως αντιφατικοί με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. 16.
- Τέλος, επαναλαμβάνω απλώς την αναφορά του Δικαστηρίου ως προς την ανυπαρξία παραγράφου η οποία να αριθμείται 11 στην απάντηση και η οποία να εμπεριέχει τα όσα σχετικά αναφέρει στην επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης. Συνεπώς δεν παρέχεται η δυνατότητα εξέτασης της επιχειρηματολογίας η οποία έχει προταθεί αναφορικά με αυτή την ανύπαρκτη παράγραφο της απάντησης. Μάλιστα υπάρχουν και αναφορές στην επιχειρηματολογία σε ποσά τα οποία δεν αντιστοιχούν με τα δεδομένα αυτής της αγωγής. Όπως, παραδείγματος χάριν, ότι στην έκθεση απαίτησης η ενάγουσα αξιώνει ποσό €89.000,
- Ή ότι στην έκθεση απαίτησης και μάλιστα στη παράγραφο 5 η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αξία του επίδικου ακινήτου είναι γύρω στις €100.000,
- Αναφορικά με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης θεωρώ ότι η λεπτομερής εξέταση αυτής δεν είναι αναγκαία καθώς ουσιαστικά όπως φαίνεται και από το σκεπτικό αυτής της απόφασης όλοι οι λόγοι ένστασης πλην του πρώτου γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο.
- Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same. [2] Υπάρχει παράγραφος αριθμημένη με τον αριθμό 11 αλλά αυτή έχει διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό το οποίο αναφέρεται στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης και αποτελείται απλώς από άρνηση της ανταπαίτησης και των αιτούμενων θεραπειών ως επίσης και από αίτημα για έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας. [3] Plaintiff may, in his reply to a counterclaim of defendant, counterclaim in respect of a cause of action accrued after the issue of the writ, but arising at the same time and out of the same transaction as the counterclaim of defendant. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο