MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. A Pakis Pumps Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής :- 4092/99, 27η Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 4092/99 Μεταξύ :- MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ[1]) Ενάγουσα Και
- A. Pakis Pumps Ltd
- Χρυσόστομου Ηροδότου Γεωργίου
- Δήμητρας Ηροδότου Γεωργιάδη
- Κωνσταντίνου Ηροδότου Γεωργίου Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2011 Αίτηση Ακύρωσης Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 18/5 /2010 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση :- κος. Λουκάς Μαυρίκίος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Νικόλα) Για την Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια :- κος. Αντώνης Σοφοκλέους για κο. Αντώνη Σ. Παπαντωνίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Νεοφύτου ) Απόφαση
- Αιτείται η εναγόμενη 3 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου με τα οποία,:- 1.
- πρώτο, «.να ακυρώνονται και/ή να παραμερίζονται όλες οι . εγγραφές[2] (ΜΕΜΟ) της δικαστικής απόφασης . επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης . ως καταχρηστικές και/ή επηρεάζουσες δυσμενώς την Εναγόμενη . και/ή ως μη εύλογες υπό τις περιστάσεις, πλην οποιωνδήποτε ΜΕΜΟ που το Δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις, ή πλην των εγγραφών που αφορούν την ακίνητη ιδιοκτησία της Αιτήτριας με αύξοντα αριθμό 2, 7, 21 και 22, δηλαδή τα τεμάχια 194, 197, 510 και 509, Φύλλο/Σχέδιο 45/45 στη Τσάδα της Επαρχίας Πάφου» και 1.
- δεύτερο, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο «.να απαγορεύει στους Ενάγοντες να εγγράψουν και/ή να εξουσιοδοτήσουν οποιονδήποτε πρόσωπο για να εγγράψει τη δικαστική απόφαση . επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης . πλην όσης ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης το Δικαστήριο θεωρήσει εύλογη και/ή επαρκή εγγύηση για την πληρωμή του εκ της δικαστικής απόφασης χρέους.».
- Υποστηρίζεται η αίτηση από ένορκη δήλωση της εναγομένης.
- Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 15 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της. Δεν θεωρώ αναγκαία την αυτολεξεί παράθεση αυτών των λόγων ένστασης ή έστω και τη περιληπτική αναφορά σε αυτούς εντός αυτής της απόφασης. Τονίζω απλά ότι το Δικαστήριο ασφαλώς λαμβάνει υπόψη αυτούς στο σύνολο τους δίδοντας βεβαίως σημασία όχι στον ίδιο τον αριθμό αυτών των λόγων ένστασης αλλά στην ουσία των θέσεων οι οποίες προκύπτουν από αυτούς σύμφωνα και με τη διατύπωση τους.
- Αξίζει να σημειωθεί απλά ότι ούτε οι ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκαν αλλά ούτε και ζητήθηκε η κλήτευση και αντεξέταση των εκτιμητών οι οποίοι ετοίμασαν τις εκθέσεις εκτίμησης και ως αποτέλεσμα η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων.
- Διατηρώντας υπόψη ότι ουσιαστικά αυτό το οποίο αιτείται η εναγόμενη έχει σχέση με την εφαρμογή μεθόδου εκτέλεσης της απόφασης[3] θεωρώ ότι μία ιστορική αναδρομή της όλης πορείας εκτέλεσης της απόφασης θα αποτελούσε χρήσιμο και εισαγωγικό μέρος της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης. Διευκρινίζω ότι οι αναφορές πιο κάτω είναι απλά επιγραμματικές δίχως το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο της απόφασης να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς τη πορεία την οποία ακολούθησε η εκτέλεση της απόφασης μετά και από την έκδοση της.
- Αδιαμφισβήτητα δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν με βάση το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, είναι τα ακόλουθα. 6.
- Η απόφαση εις βάρος της εναγομένης 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον εναγόμενο 4 εκδόθηκε στις 25/11/
- 6.
- Η απόφαση συντάχτηκε στις 16/12/1999 και στη συνέχεια στις 26/1/2000 αυτή εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ως επιβάρυνση επί της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης η οποία αποτελείται από 26 συνολικά τεμάχια τα περισσότερα κυρίως στο χωριό Τσάδα[4] της επαρχίας Πάφου εκ των οποίων η εναγόμενη είναι η μοναδική ιδιοκτήτρια με εξαίρεση 6 από αυτά στα οποία είναι συνιδιοκτήτρια. 6.
- Στις 22/3/2000 η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των εναγομένων 3 και 4 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο σε σχέση με την εναγόμενη στις 4/5/2000 και σε σχέση με τον εναγόμενο 4 στις 30/6/
- 6.
- Στις 24/5/2000 εκδόθηκε απόφαση εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά μεταξύ τους. 6.
- Στις 20/7/2000 η ενάγουσα ενέγραψε την απόφαση η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης 1 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 6.
- Στις 7/11/2001 η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας των εναγομένων 1 και 2 το οποίο στις 21/12/2001 επιστράφηκε ανεκτέλεστο. 6.
- Στις 10/1/2002 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση έρευνας εναντίον του εναγομένου 2 η οποία στις 24/5/2002 αποσύρθηκε άνευ βλάβης. 6.
- Στις 29/4/2004 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για την εκποίηση δύο ακινήτων της εναγομένης η οποία όμως δύο μήνες αργότερα αποσύρθηκε με επιφύλαξη στις 28/6/
- 6.
- Στις 22/9/2005 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για παράταση της ισχύς εγγραφής της δικαστικής απόφασης για ακόμη δύο χρόνια η οποία εγκρίθηκε στις 24/10/
- 6.
- Την 1/12/2005 η ενάγουσα αιτήθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος των εναγομένων 3 και 4 και η οποία δόθηκε στις 9/12/
- 6.
- Στις 16/3/2006 η ενάγουσα αιτήθηκε παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης εναντίον της εναγομένης 1 η οποία εγκρίθηκε στις 12/4/
- 6.
- Στις 25/5/2006 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 και η οποία δόθηκε στις 2/6/
- 6.
- Στις 4/10/2007 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης 1 η οποία εγκρίθηκε την 1/11/
- 6.
- Στις 21/2/2008 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης 1 η οποία εγκρίθηκε στις 19/3/
- 6.
- Στις 10/9/2009 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης η οποία εγκρίθηκε στις 16/10/
- 6.
- Στις 18/3/2010 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης 1 η οποία εγκρίθηκε στις 21/4/
- 6.
- Οφείλω απλά να διευκρινίσω ότι αυτή ήταν η πορεία εκτέλεσης της απόφασης μέχρι και τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Εντούτοις αξίζει απλά να σημειωθεί ότι μετά και από την επιφύλαξη της απόφασης, στις 26/11/2010, καταχωρήθηκε στις 9/6/11 αίτηση για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος της εναγομένης η οποία εγκρίθηκε στις 6/7/
- Επανέρχομαι σε εξέταση της πιθανής σημασίας αυτής της αίτησης σε άλλο σημείο της απόφασης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 10 αυτής της απόφασης).
- Με βάση αυτή τη πορεία εκτέλεσης της απόφασης θα προσπαθήσω στη συνέχεια να καταγράψω τα όσα δεδομένα προκύπτουν από την όση μαρτυρία η ενάγουσα δίχως αμφισβήτηση παρουσίαζε κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Τονίζω δηλαδή ότι σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εξέταση των ισχυρισμών οι οποίοι εμπεριέχονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης. Η καταγραφή αυτή δεν θα γίνει σε σχέση με κάθε στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης αλλά περιληπτικά και σε σχέση με τα δεδομένα στο σύνολο τους όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση και διατηρώντας υπόψη τα όσα σχετικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10/9/2009 προς υποστήριξη της προαναφερόμενης αίτησης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.15 αυτής της απόφασης). Δηλαδή, τα πιο κάτω δεδομένα έχουν ως χρονικό σημείο αναφοράς την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 10/9/
- 7.
- Μετά από πάροδο περίπου 10 ½ χρόνων από την έκδοση της απόφασης εις βάρος της εναγομένης και παρόμοιας περιόδου αλλά μικρότερης κατά δύο μήνες από την εγγραφή της απόφασης εις βάρος της εναγομένης η απόφαση δεν έχει εκτελεστεί υπό την έννοια βεβαίως να έχει εξοφληθεί. 7.
- Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η ενάγουσα δεν έχει προχωρήσει στη πώληση οποιουδήποτε μέρους της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης έτσι ώστε να εξασφαλίσει την είσπραξη του απαιτούμενου ποσού προς εξόφληση αυτής της απόφασης. Υπενθυμίζω απλά τα όσα αναφέρονται σε σχέση με αυτό το θέμα στην υποπαράγραφο 6.8 αυτής της απόφασης. 7.
- Το ποσό το οποίο είχε πληρωθεί έναντι αυτής της απόφασης ήταν το ποσό των €66.157,
- 7.
- Το ποσό της απόφασης ανέρχεται σε €562.135,07 πλέον τόκους 9% ετησίως από 1/7/
- Βεβαίως επί αυτού του σημείου είναι αξιοσημείωτη και η αναφορά του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης στη παράγραφο 9 (α) της ένορκης δήλωσης του όπου αναφέρει ότι το εξ αποφάσεως χρέος της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των €485.611,74[5]. 7.
- Η αξία της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης η οποία επιβαρύνεται με την εγγραφή της απόφασης εις βάρος της ανέρχεται σε ποσό περίπου €2.000.000,
- Ιδιαίτερα σημαντικός βεβαίως είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος στη παράγραφο 6 ότι μέχρι την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης ο ίδιος (προφανώς εννοώντας την ενάγουσα) δεν προχώρησε στη πώληση της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης.
- Αξίζει βεβαίως να ληφθεί υπόψη και η οποιαδήποτε διαφοροποίηση αυτών των δεδομένων διατηρώντας υπόψη και την καταχώρηση και έγκριση της τελευταίας αίτησης για παράταση της ισχύς της εγγραφής της απόφασης εις βάρος της εναγομένης (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.17 αυτής της απόφασης). Βεβαίως η εναγόμενη δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί αυτών των κατ΄ ισχυρισμό δεδομένων. Εφόσον δηλαδή η αίτηση καταχωρήθηκε και εγκρίθηκε μετά από την επιφύλαξη αυτής της απόφασης. Εντούτοις, εφόσον είναι η ίδια η ενάγουσα η οποία προβάλει αυτούς τους ισχυρισμούς, τουλάχιστον στο βαθμό στον οποίο αυτοί θα μπορούσαν να κριθούν ότι λειτουργούν εις βάρος της ακόμη και χωρίς να ακουστεί η θέση της εναγομένης αναφορικά με αυτούς, πραγματικά δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε αυτοί να μην ληφθούν υπόψη. Θα περιοριστώ απλώς σε αναφορά μίας διαφοροποίησης και μίας αξιοσημείωτης απουσίας αλλαγής. Πρώτο, ότι πλέον το χρεωστικό υπόλοιπο είναι €665,469.01[6] πλέον τόκοι 9% ετησίως από 1/4/2001 και δεύτερο, ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης η οποία βαρύνεται με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης παραμένει ακριβώς η ίδια, δηλαδή €2,000,000.00, δίχως να σημειώνει δηλαδή είτε οποιαδήποτε αύξηση είτε ακόμη και μείωση. Αξιοσημείωτη αυτή η απουσία οποιασδήποτε αλλαγής ιδιαίτερα ως προς τη περίπτωση της πιθανής μείωσης. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Αναφορικά δηλαδή με τη συνεχή μείωση της αξίας των συγκεκριμένων ακινήτων τα οποία είχαν εκτιμηθεί από διαφορετικούς εκτιμητές σε σχέση με αυτή τη διαδικασία.
- Αξίζει επίσης να σημειωθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης το εξής. Διατηρώντας υπόψη το δεδομένο της επιφύλαξης της απόφασης σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση και επιπλέον το δεδομένο ότι η αίτηση για παράταση της ισχύς της επίδικης εγγραφής της απόφασης καταχωρήθηκε μετά από αυτή την επιφύλαξη τότε θα ήταν εύλογο και ασφαλώς πιο δίκαιο όπως το Δικαστήριο είτε να διέτασσε την επίδοση αυτής της αίτησης στην εναγόμενη είτε, εφόσον μάλιστα παρεχόταν και η ευχέρεια χρόνου με βάση τη προηγουμένως εγκριθείσα παράταση ισχύς της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, να όριζε την αίτηση γι΄ ακρόαση σε ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης αυτής της απόφασης. Εντούτοις αν και αυτό δεν έγινε θεωρώ ότι αυτό δεν επηρεάζει την ενδεχόμενη δυνατότητα του Δικαστηρίου κατά την έκδοση αυτής της απόφασης έμμεσα να ανατρέψει ουσιαστικά και το αποτέλεσμα της έγκρισης της αίτησης ημερομηνίας 9/6/
- Θεωρώ ότι αυτή η δυνατότητα παρέχεται καθότι παρά και την προγενέστερη επιφύλαξη αυτής της απόφασης εντούτοις μέχρι και την ημερομηνία έγκρισης της αίτησης ημερομηνίας 9/6/2011, δηλαδή στις 6/7/2011, η απόφαση αυτή δεν είχε εκδοθεί. Δηλαδή δεν είχε εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία αυτής της αίτησης. Θέτοντας το πολύ απλά θεωρώ ότι δεν εμποδίζεται το Δικαστήριο από το να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με την αίτηση υπό εξέταση ανεξάρτητα και από αυτή τη προγενέστερη έγκριση ουσιαστικά παράτασης του χρόνου εγγραφής καθότι η αίτηση παράτασης εξετάστηκε με τα δεδομένα της αγωγής ως αυτά είχαν προ του καθορισμού από το Δικαστήριο οποιωνδήποτε νέων δεδομένων μετά και από την εξέταση της αίτησης και έκδοση αυτής της απόφασης. Κρίνω δηλαδή ότι δεν είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι με την έκδοση αυτής της απόφασης το Δικαστήριο επενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο ωσάν να ασκούσε δευτεροβάθμια δικαιοδοσία επί προηγούμενης απόφασης του. Άλλωστε το Δικαστήριο ενέκρινε παρόμοια αίτηση (ημερομηνίας 10/9/2010) περίπου 7 μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Συνεπώς σε περίπτωση έγκρισης αυτής της αίτησης επίσης σε περίοδο κατά την οποία θα ίσχυε εν πάση περιπτώσει η διάρκεια της παράτασης της ισχύς της εγγραφής της δικαστικής απόφασης και πάλι θα δημιουργείτο η εντύπωση ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά ανέτρεπε προηγούμενη απόφαση του. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η παράταση η οποία δόθηκε με την έγκριση της αίτησης ημερομηνίας 10/9/2009 εξακολουθεί να ισχύει καθότι δόθηκε παράταση μέχρι τις 20/1/
- Συνεπώς ακόμη και αυτή η απόφαση εκδίδεται εντός του πλαισίου εκείνης της περιόδου παράτασης και όχι της νέας περιόδου. Η οποία νέα παράταση δοσμένη με τα ισχύοντα δεδομένα της ημερομηνίας έκδοσης της ασφαλώς σε περίπτωση κατά την οποία αυτή η αίτηση εγκριθεί θα παύει πλέον να ισχύει.
- Αναφορικά με τα όσα δεδομένα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος της εναγομένης ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στους εξής παράγοντες όπως αυτοί προκύπτουν έχοντας ως βάση αυτά τα δεδομένα.
- Υπενθυμίζω τη χρονική περίοδο η οποία αναφέρεται πιο πάνω στην υποπαράγραφο 7.
- Σύμφωνα με τη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης η ίδια κατά την ημερομηνία υπογραφής της ήταν 61 ετών. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε όταν η ίδια ήταν περίπου 50 έως 51 ετών. Αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια με τα στοιχεία στη διάθεση του Δικαστηρίου. Ούτε και γνωρίζει ασφαλώς το Δικαστήριο για πόση χρονική διάρκεια προηγουμένως η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της εναγομένης. Ανεξαρτήτως όμως και από την έλλειψη επακριβής γνώσης αυτών των δεδομένων αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο εντός του πλαισίου του αιτήματος της εναγομένης είναι μία εύλογη και γενικότερη αντίληψη της κλίμακας του μέσου όρου μίας ανθρώπινης ζωής. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν προβαίνει σε εικασίες ως προς την αναμενόμενη διάρκεια της ζωής της εναγομένης αλλά βασίζεται σε υπαρκτά δεδομένα. Αυτό το οποίο αβίαστα παρατηρείται, αφαιρώντας και μία περίοδο 18 ετών κατά την οποία ουσιαστικά η εναγόμενη δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, είναι ότι η εναγόμενη στερήθηκε του δικαιώματος είτε ιδιωτικής είτε εμπορικής εκμετάλλευσης ή οποιασδήποτε άλλης αξιοποίησης της όσης ακίνητης ιδιοκτησίας της έχει επιβαρυνθεί με την εγγραφή της επίδικης δικαστικής απόφασης για μία σημαντική περίοδο ως ποσοστό της όλης ενήλικης ζωής της.
- Ασφαλώς δεν αγνοεί το Δικαστήριο το δεδομένο ότι η απόφαση αυτή δεν έχει εξοφληθεί ενώ τονίζω παράλληλα ότι το δεδομένο αυτό διατηρείται σταθερά υπόψη του Δικαστηρίου σε μία προσπάθεια εξισορρόπησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων των διαδίκων σε αυτή τη διαδικασία. Εντούτοις αυτό στο οποίο θα ήθελα να δώσω έμφαση είναι το εξής. Η ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο δεν επηρεάζεται από τις αναπόφευκτες φυσικές συνέπειες μίας οποιασδήποτε ανθρώπινης ύπαρξης. Όχι όμως και η εναγόμενη. Η οποία υπόκειται όπως ο κάθε συνάνθρωπος της σε φυσιολογικά όρια ζωής ανεξάρτητα και από οποιοδήποτε ενδεχόμενο μακροβιότητας. Ενώ η ενάγουσα ως νομικό πρόσωπο ασφαλώς δεν επηρεάζεται ή περιορίζεται από τέτοιους παράγοντες.
- Όπως έχει ήδη περάσει χρονική περίοδος πέραν των 10 ετών από την ημερομηνία εγγραφής της επίδικης απόφασης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση δίχως η ενάγουσα να έχει πράξει οτιδήποτε έτσι ώστε πραγματικά να προωθήσει τη πώληση του οποιουδήποτε μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης έτσι θα μπορούσε να πράξει και μελλοντικά. Κρίνοντας δηλαδή το Δικαστήριο το όλο θέμα έχοντας ως αμετακίνητη βάση τη προηγούμενη συμπεριφορά της ως εξ αποφάσεως πιστώτρια. Καθώς δηλαδή διασφάλιζε για ένα αόριστο χρονικό διάστημα την εγγραφή της επίδικης δικαστικής απόφασης, θεμιτά μεν ως μέτρο εκτέλεσης, δίχως όμως παράλληλα να διεκδικούσε οποιοδήποτε αποτελεσματικότερο μέτρο εκτέλεσης προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους με τη πώληση οποιουδήποτε μέρους αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Ταυτόχρονα και αναπόφευκτα περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο την οποιαδήποτε δυνατότητα η εναγόμενη στο μεσοδιάστημα να είχε αξιοποιήσει την ακίνητη ιδιοκτησία της. Η οποία αξιοποίηση δεν αποκλείεται ενδεχομένως να είχε οδηγήσει και σε επιπρόσθετες πληρωμές έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της ή ακόμη και εξόφλησης του.
- Πέραν του προαναφερόμενου δεδομένου της ηλικίας της εναγομένης και του κατ΄ επέκταση συσχετισμού αυτής με τη μέση διάρκεια μίας ανθρώπινης ζωής διατηρώ υπόψη μου και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της εναγομένης εντός της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης της. Ότι δηλαδή η ίδια είναι διαζευγμένη, ότι πέραν του μηνιαίου μισθού της δεν έχει οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα, ότι έχει αρκετά προσωπικά χρέη και ότι κάθε μήνα καταβάλει ένα σημαντικό ποσό για τις σπουδές της κόρης της.
- Μάλιστα και πάλι εντός του γενικότερου πλαισίου μίας οικονομικά παραγωγικής ανθρώπινης ζωής θεωρώ ότι είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να λάβει δικαστική γνώση του γεγονότος ότι σε μερικά χρόνια από την ηλικία στην οποία σήμερα βρίσκεται η εναγόμενη ο οποιοσδήποτε υπάλληλος είτε ιδιωτικός είτε δημόσιος συνήθως παύει να εργάζεται και αρχίζει να λαμβάνει σύνταξη. Δηλαδή ακόμη και η οικονομική ζωή ενός ατόμου έχει ένα όριο παραγωγικότητας υπό την έννοια επικερδούς απασχόλησης και είσπραξης εισοδήματος. Υπάρχει επίσης αναφορά στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 29/4/2004 προς υποστήριξη της αίτησης για τη πώληση δύο χωραφιών της εναγομένης ότι αυτή εργάζεται ως νοσοκόμος στο Νοσοκομείο Πάφου ενώ στη κατάσταση της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης το επάγγελμα της αναφέρεται ως κυβερνητική υπάλληλος.
- Βεβαίως το Δικαστήριο δεν έχει σαφή μαρτυρία αναφορικά με το επάγγελμα της εναγομένης κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση. Εντούτοις όπως η ίδια αναφέρει στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της λαμβάνει μηνιαίο μισθό δίχως να έχει οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα επομένως είναι εύλογο για το Δικαστήριο να υποθέσει ότι η εναγόμενη εργάζεται ως μισθωτός και ότι το πιο πιθανό ενδεχόμενο είναι ότι αυτή η παροχή εργασίας έναντι μισθού έχει ένα όριο αφυπηρέτησης.
- Διατηρώντας υπόψη ότι τα όσα αναφέρονται πιο πάνω βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αποδοχή από το Δικαστήριο των όσων σχετικά ισχυρίζεται η εναγόμενη στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της οφείλω να διευκρινίσω τα εξής ως προς την αποδεικτική αξία του περιεχομένου τόσο αυτής της παραγράφου αλλά και του υπόλοιπου περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της εναγομένης.
- Ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης αναφέρει σχετικά στη παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του ότι διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγομένης και ότι απορρίπτει το περιεχόμενο της στην ολότητα της. Βεβαίως αυτός είναι ένας πολύ γενικός και αόριστος ισχυρισμός. Μάλιστα με τη παράγραφο 4 (α) της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ο ίδιος δεν είναι καν σε θέση να διαφωνεί και να απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης καθότι όπως ο ίδιος ισχυρίζεται ο λόγος για τον οποίο η ενάγουσα αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης είναι διότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται αυτό το περιεχόμενο, προσθέτοντας επίσης ότι (σύμφωνα με θέση ουσιαστικά και όχι ισχυρισμό της ενάγουσας) οι ισχυρισμοί της εναγομένης στη παράγραφο 2 είναι παντελώς άσχετοι με την αίτηση υπό εξέταση.
- Βεβαίως το Δικαστήριο ήδη έχει απορρίψει τη θέση περί έλλειψης σχετικότητας των ισχυρισμών εντός της παραγράφου 2 αντιθέτως αναγνωρίζοντας και μάλιστα αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία σε αυτούς τους ισχυρισμούς.
- Επιστρέφοντας όμως πίσω στο θέμα της αποδεικτικής αξίας των ισχυρισμών αυτών κρίνω ότι δεν είναι αρκετό για την ενάγουσα να απορρίπτει απλώς με αυτό τον τρόπο τους ισχυρισμούς της εναγομένης. Πέραν από το γεγονός ότι πραγματικά είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να δεχτεί ότι η ενάγουσα αγνοεί πλήρως την ηλικία της εναγομένης, εφόσον δηλαδή την είχε αποδεχτεί ως εγγυήτρια για τη συμφωνία παραχώρησης δανείων προς την εναγόμενη 1 ημερομηνιών 3/9/96 και 18/5/98 και συνεπώς εύλογα θα ανέμενε την εξασφάλιση κάποιων προσωπικών της στοιχείων προς αυτό το σκοπό, αυτό το οποίο έχει καθοριστική σημασία αναφορικά με αυτό το θέμα είναι το εξής.
- Σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.
- Εάν όντως η ενάγουσα αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς της εναγομένης, είτε εντός της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης είτε εντός οποιασδήποτε άλλης παραγράφου, είχε παράλληλα τη δικονομική ευχέρεια να αντεξετάσει την εναγόμενη. Κάτι όμως το οποίο παρέλειψε να ζητήσει σύμφωνα με τη Δ.
- Συνεπώς η απλή απόρριψη και μόνο των ισχυρισμών της εναγομένης από τον ενόρκως δηλούντα προς υποστήριξη της ένστασης δεν είναι αρκετή έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ευσταθούν. Υπό αυτές τις περιστάσεις το Δικαστήριο εξάγει τα συμπεράσματα του από την όση μαρτυρία οι διάδικοι έχουν θέσει υπόψη του διατηρώντας ταυτόχρονα υπόψη, ιδιαίτερα σε αυτή τη διαδικασία, το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής.
- Δεν έχω εντοπίσει άμεσα σχετική νομολογία με το θέμα υπό εξέταση αν και λογικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτό έχει σχέση και με την αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας για εκτέλεση μίας απόφασης όταν και εφόσον αυτό προκύπτει, έτσι ώστε με βάση αυτό το σκεπτικό να παρέχεται και η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ανατρέξει για καθοδήγηση σε αυθεντίες στις οποίες εξετάζεται αυτό το θέμα.
- Όπως, παραδείγματος χάριν, η απόφαση του House of Lords, Lowsley and another v Forbes (t/a LE Design Services) [1998] 3 All E. R. 897, εντός της οποίας παρατίθεται μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας παρεχόταν η ευχέρεια εφαρμογής της διαδικασίας εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης σε συσχετισμό και με περιόδους παραγραφής έγερσης αγώγιμου δικαιώματος ως επίσης και της θέσπισης σχετικού διαδικαστικού κανονισμού επί του οποίου βασίστηκε και η Δ.40 θ. 8 των δικών μας Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτή τη περιγραφή εντός αυτής της απόφασης και ούτε και θεωρώ ότι χρειάζεται η οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά στην απόφαση Lowsley and another v Forbes (t/a LE Design Services) την οποία αναφέρω κυρίως ως ένα παράδειγμα της σημασίας ως προς την ύπαρξη μίας συγκεκριμένης περιόδου κατά την οποία αναμένεται ο εξ αποφάσεως πιστωτής να μεριμνήσει έτσι ώστε να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος.
- Αναμφίβολα ο σχετικός Νόμος[7] δίδει το δικαίωμα επιλογής στον εξ αποφάσεως πιστωτή όπως είτε πωλήσει την ακίνητη ιδιοκτησία του εξ αποφάσεως πιστωτή είτε όπως εγγράψει τη δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε προς όφελος του, ως επιβάρυνση σε ακίνητη ιδιοκτησία ενός εξ αποφάσεως χρεώστη πάντα όμως βεβαίως με σκοπό την εκτέλεση αυτής της απόφασης.
- Διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι για μία περίοδο πέραν των 10 ετών από την ημερομηνία εγγραφής της δικαστικής απόφασης και ενώ η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε ενεργήσει με διαφορετικό τρόπο έτσι ώστε με τη πώληση μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης να είχε εισπράξει ένα ποσό με το οποίο να εξοφλούσε όχι απλώς μέρος αλλά ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος επέλεξε ουσιαστικά να περιοριστεί ως προς την εκτέλεση της απόφασης σε σχέση με την εναγόμενη αρχικά στην εγγραφή και μελλοντικά στη διατήρηση της εγγραφής της δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης δίχως παράλληλα να αποκαλύπτει έστω και μελλοντικά την οποιαδήποτε πρόθεση πώλησης αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Ουσιαστικά η θέση η οποία προβάλλεται από την ενάγουσα είναι ότι αρκεί το γεγονός ότι έχει το δικαίωμα εκτέλεσης της απόφασης με την απλή εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης δίχως παράλληλα να καταβάλλονται οι οποιεσδήποτε προσπάθειες ή ακόμη καν να δηλώνονται οι οποιεσδήποτε προθέσεις αναφορικά με τη πώληση αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας έτσι ώστε ως αποτέλεσμα να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος. Θεωρώ ότι αυτή η θέση δεν αποτελεί ορθή αντίληψη του σχετικού Νόμου και ότι η ενάγουσα καταχράται ένα δικαίωμα το οποίο ο σχετικός Νόμος της παρέχει ως προς την εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης. Συγκεκριμένα το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6 στο εισαγωγικό του μέρος στο εδάφιο
(1)πριν από τη παράθεση των μεθόδων εκτέλεσης μίας απόφασης αναφέρει ρητά το εξής. Ότι οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου δύναται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου, να εκτελεστεί με όλες ή οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες μεθόδους. Δίδω έμφαση στη φράση "may . be carried into execution." η οποία στην επίσημη μετάφραση της από την Υπηρεσία Αναθεώρησης και Ενοποίησης της Κυπριακής Νομοθεσίας έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά ως «δύναται . να εκτελεστεί .». Θεωρώ ότι μία ορθότερη αντίληψη της συγκεκριμένης πρόνοιας εξάγεται από το αυθεντικό της κείμενο στην Αγγλική γλώσσα δίχως παράλληλα να θεωρώ ότι η συγκεκριμένη μετάφραση είναι λανθασμένη έστω και εάν αυτή δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το νόημα του αρχικού κειμένου. Η όλη εικόνα η οποία δημιουργείται από τη φράση " . carried into execution." είναι ότι οι μέθοδοι οι οποίοι παρατίθενται στο άρθρο 14 δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλά αντιθέτως στόχο έχουν τη εκτέλεση της απόφασης. Δηλαδή η διενέργεια μίας πράξης ή ουσιαστικά η εφαρμογή μίας μεθόδου εκτέλεσης με σκοπό τη πραγματοποίηση της εκτέλεσης μίας απόφασης και όχι η εφαρμογή της οποιασδήποτε μεθόδου απλώς και μόνο χάριν της δυνατότητας η οποία παρέχεται από τον σχετικό Νόμο ως προς την εφαρμογή της. Κρίνω δηλαδή ως αυτονόητο ότι η δυνατότητα εγγραφής μίας απόφασης ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας ενός εξ αποφάσεως χρεώστη δεν παρέχεται αόριστα από τον σχετικό Νόμο αλλά με απώτερο σκοπό την εκτέλεση μίας απόφασης. Η οποία εκτέλεση ασφαλώς δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε λιγότερο από την είσπραξη είτε μέρους είτε ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους. Μόνο έτσι είναι δυνατό να γίνει λογικά αντιληπτή η πραγματοποίηση της εκτέλεσης μίας απόφασης εντός του πλαισίου το οποίο παρέχεται από το άρθρο 14. 29. Υπενθυμίζω δε σχετικά ότι σύμφωνα και με το άρθρο 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται να αιτηθεί από το Δικαστήριο τον παραμερισμό οποιασδήποτε εγγραφής η οποία έχει επιτευχθεί με βάση το Μέρος V αυτού του Νόμου. 30. Διατηρώντας υπόψη ότι αμφότεροι οι διάδικοι εγείρουν το θέμα της κατάχρησης θεωρώ ότι αναφορά σε νομολογία σε σχέση με αυτό το θέμα θα ήταν χρήσιμη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. 31. Στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 6487, ημερομηνίας 21/6/1983, Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1Α C. L. R. 348 υπάρχουν διάφορες αναφορές επί του θέματος. Καταγράφονται πιο κάτω ορισμένες από αυτές σε ελεύθερη μετάφραση. 31.
- Η εξουσία του Δικαστηρίου ελέγχου της δικαστικής διαδικασίας και της παρεμπόδισης κατάχρησης της διαδικασίας αποτελεί χαρακτηριστικό της αυτονομίας της Δικαστικής εξουσίας και απαραίτητο εργαλείο για την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. 31.
- Το Δικαστήριο έχει έμφυτη εξουσία ελέγχου της διαδικασίας ενώπιον του ως επίσης παρεμπόδισης κατάχρησης της διαδικασίας. 31.
- Κατάχρηση της διαδικασίας δύναται να λάβει διάφορες μορφές και σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι δυσδιάκριτη. 31.
- Όχι μόνο συμπεριφορά η οποία να μειώνει την εξουσία και συνταγματικό ρόλο των Δικαστηρίων δύναται να ανακοπεί κατά την εκτέλεση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου αλλά ακόμη και η άσκηση δικαιωμάτων τα οποία δίδονται από τον Νόμο οποτεδήποτε αυτά εμφορούνται από απώτερο κίνητρο. Δηλαδή, η άσκηση ενός δικαιώματος δύναται να εμποδιστεί από το Δικαστήριο όταν αυτό διεκδικείται όχι για τη δικαίωση του αλλά έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ένα παράλληλο και επιπρόσθετο πλεονέκτημα. 31.
- Επίσης η άσκηση ενός δικαιώματος δύναται να χαλιναγωγηθεί όταν αποσκοπεί στη πρόκληση αδικίας στο άλλο μέρος. 31.
- Η δικαιοδοσία παρεμπόδισης κατάχρησης της διαδικασίας είναι η μόνη εξουσία διαθέσιμη στο Δικαστήριο έτσι ώστε να εμποδίσει ένα διάδικο από το να υπονομεύει τη πορεία της δικαιοσύνης.
- Στην απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 9173, ημερομηνίας 16/3/1995 Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus
(1995)1 Α. Α. Δ. 217 ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι το αντικείμενο υπό εξέταση σε εκείνη τη περίπτωση ήταν διαφορετικό τονίστηκε ότι η χρήση διαδικασιών που οδηγούν σε καταπίεση συνιστά μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης τονίστηκε γενικότερα ότι η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του.
- Επί του σημείου της χρήσης διαδικασίας η οποία οδηγεί σε καταπίεση και ότι αυτή συνιστά μορφή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αξίζει να σημειωθεί ότι ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι η εγγραφή μίας δικαστικής απόφασης γίνεται στο Κτηματολόγιο δεν παύει το δικαίωμα εγγραφής να πηγάζει από τη σχετική νομοθεσία με ταγμένο σκοπό πάντοτε την εκτέλεση μίας δικαστικής απόφασης. Εντάσσεται δηλαδή και αυτή η διενέργεια εγγραφής της απόφασης σε ένα γενικότερο πλαίσιο της διαθέσιμης δικαστικής διαδικασίας η οποία προσφέρεται προς ένα διάδικο με σκοπό την επίτευξη εκτέλεσης αυτής της απόφασης.
- Σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση των λόγων ένστασης. Προς αποφυγή κατ΄ επανάληψη αναφοράς στον κάθε λόγο ένστασης διευκρινίζω ότι η αρίθμηση της κάθε υποπαραγράφου αντιστοιχεί με τον ανάλογο λόγο ένστασης όπως δηλαδή αυτός είναι αριθμημένος εντός της ένστασης. 34.
- Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης αποτελεί γενικότητα η οποία δεν έχει υποστηριχθεί είτε από μαρτυρία είτε με επιχειρηματολογία. 34.
- Το μέρος της νομικής βάσης της αίτησης το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 23 του Συντάγματος δεν κρίνεται άσχετο με την αίτηση υπό εξέταση ενώ η αναφορά στο άρθρο 30
(3)από μόνη της έστω και να μην κρίνεται σχετική παράλληλα κρίνεται ότι δεν είναι δυνατό από μόνο του το συγκεκριμένο μέρος του λόγου ένστασης να γίνει δεκτό έτσι ώστε η αίτηση να απορριφθεί από το Δικαστήριο. 34.
- Πραγματικά τόσο η γενική μορφή αυτού του λόγου ένστασης όσο και η παράλληλη έλλειψη υποστήριξης του είτε από μαρτυρία είτε επιχειρηματολογία δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο παρά να τον κρίνει ως παντελώς ανεδαφικό. Κανένα από τα στοιχεία τα οποία αναφέρονται είναι δυνατό να κριθεί ότι προκύπτουν από τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ούτε ότι η αίτηση υπό εξέταση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου αλλά ούτε και είναι δυνατό να κριθεί ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας διότι, όπως προτείνεται, εκλείπει το στοιχείο της καλής πίστης ή ότι αυτή είναι ενοχλητική, καταπιεστική και σκανδαλώδης. 34.
- Σε σχέση με αυτό τον λόγο ένστασης πραγματικά δεν μπορεί παρά να κριθεί από το Δικαστήριο ότι όντως αποτελεί σχήμα παράδοξο η ενάγουσα να αναφέρεται σε υπέρμετρη καθυστέρηση της εναγομένης. Αφ΄ ης στιγμής δηλαδή αβίαστα διαπιστώνεται η ύπαρξη υπέρμετρης καθυστέρησης από την ίδια την ενάγουσα ως προς την εκτέλεση της απόφασης. Καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο με αυτό τον λόγο ένστασης να τιμωρήσει την εναγόμενη διότι η ίδια ανέχτηκε την επιβάρυνση της ακίνητης ιδιοκτησίας της για τόση μεγάλη χρονική περίοδο δίχως να είχε αντιδράσει διαφορετικά προηγουμένως. 34.
- Αναφορικά με αυτό τον λόγο ένστασης διερωτάται το Δικαστήριο πως η εναγόμενη επέδειξε «τρομερή αδιαφορία και αδράνεια» ως προς τη πληρωμή οποιουδήποτε ουσιαστικού ποσού έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Πως έχει αναδειχτεί καν από τη μαρτυρία ότι η εναγόμενη είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος αλλά αδιαφόρησε ή αδράνησε να το πράξει αυτό; Αντιθέτως αυτό το οποίο όντως έχει αναδειχτεί είναι ότι η εναγόμενη στερήθηκε για μία μεγάλη χρονική περίοδο τη δυνατότητα αξιοποίησης της ακίνητης ιδιοκτησίας της έτσι ώστε να της παρεχόταν καν η ευκαιρία να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της. Μάλιστα επί αυτού του θέματος ακόμη και να μην υπήρχε πρόθεση της εναγομένης να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της μετά και από την οποιαδήποτε πώληση μέρους αυτής τότε το μέρος VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6 παρείχε τη δυνατότητα στην ενάγουσα όπως κατάσχει ιδιοκτησία στα χέρια τρίτου. Επιπλέον, η εναγόμενη ισχυρίζεται και δεν έχει προκύψει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου ο ισχυρισμός αυτός να μην γίνει δεκτός από το Δικαστήριο, ότι δηλαδή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους κατέβαλε κατά καιρούς στο μέτρο των οικονομικών της δυνατοτήτων σημαντικά ποσά. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης παρά και το γεγονός ότι απορρίπτει τους ισχυρισμούς της εναγομένης στη παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της ως γενικούς και αόριστους δίχως αυτοί να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε τεκμήρια εντούτοις σε ανύποπτο χρόνο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για παράταση της ισχύς της εγγραφής της επιβάρυνσης εις βάρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης ημερομηνίας 10/9/2009 αναφέρει ότι έχει πληρωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ένα ποσό της τάξης των €66,157.
- Πέραν αυτού παρατηρείται επίσης ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά εντός του φακέλου της αγωγής βάσει της οποίας οι υπόλοιποι εναγόμενοι να έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (μάλιστα στην αίτηση ημερομηνίας 25/5/2006 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 έχει πτωχεύσει) ενώ στην αίτηση ημερομηνίας 1/12/2005 αναφέρεται ότι η εναγόμενη έχει πληρώσει ποσό £15.000,00 (δηλαδή, €25.629,00) έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Πραγματικά η παράλειψη της ίδιας της ενάγουσας να παραθέσει ευθέως στο Δικαστήριο το σύνολο των πληρωμών οι οποίες έγιναν από την εναγόμενη έναντι του εξ αποφάσεως χρέους προσομοιάζει με ανέντιμο χειρισμό του όλου θέματος υπό εξέταση με αυτή την απόφαση καθώς με την απόρριψη των ισχυρισμών της εναγομένης καταβάλλεται προσπάθεια απόκρυψης στη συγκεκριμένη διαδικασία ενός γεγονότος το οποίο σε άλλο μέρος του φακέλου της αγωγής (το περιεχόμενο του οποίου ασφαλώς το Δικαστήριο έχει κάθε δικαίωμα να λάβει υπόψη κατά την εκδίκαση αυτής της αίτησης) εν πάση περιπτώσει σε κάποιο βαθμό γίνεται δεκτό από την ίδια την ενάγουσα. 34.
- Ως προς αυτό τον λόγο ένστασης θεωρώ ότι ακόμη και η αποδοχή του δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης. Το ερώτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση με αυτή την απόφαση δεν επηρεάζεται τόσο από τη διαδικασία την οποία η ενάγουσα ακολούθησε αλλά από το αποτέλεσμα το οποίο αυτή είχε. 34.
- Αυτός ο λόγος ένστασης δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από απόρριψη της βασιμότητας της έκθεσης εκτίμησης η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της εναγομένης. Θεωρώ ότι η εγκυρότητα και βασιμότητα είτε αυτής της έκθεσης εκτίμησης είτε της έκθεσης εκτίμησης η οποία υποστηρίζει την ένσταση αποτελεί θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο εάν και εφόσον πρώτα αυτό κριθεί απαραίτητο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Δεν μπορεί όμως από μόνη της η βασιμότητα αυτής της έκθεσης εκτίμησης να αποτελέσει λόγο με την αποδοχή του οποίου το Δικαστήριο θα απέρριπτε την αίτηση της εναγομένης. Η αποδοχή του ως πραγματικό γεγονός βεβαίως θα μπορούσε σε συνδυασμό με αποδοχή και άλλων θέσεων της ενάγουσας να αποτελούσε τη βάση επί της οποίας εν τέλει να μην γινόταν δεκτή η αίτηση της εναγομένης. 34.
- Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο ως προς τη λογικότητα καν της θέσης η οποία προβάλλεται με αυτό τον λόγο ένστασης. Πως είναι δυνατό δηλαδή η ενάγουσα να προβάλει ως λόγο μη αποδοχής της αίτησης τη θέση ότι θα είναι αδύνατο να καλυφθούν όλες οι υποχρεώσεις της εναγομένης. Το πραγματικό ερώτημα το οποίο προκύπτει με αυτή τη θέση είναι τι έχει κάνει η ίδια η ενάγουσα μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση έτσι ώστε να εξασφαλίσει την εκτέλεση της απόφασης; Απλώς έχει διατηρήσει σε ισχύ την εγγραφή της επιβάρυνσης της απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης δίχως παράλληλα να λάβει οποιοδήποτε μέτρο προς πραγματοποίηση της εκτέλεσης της απόφασης και κατ΄ επέκταση της εξόφλησης των υποχρεώσεων της εναγομένης σε σχέση με αυτή την απόφαση. Πραγματικά εάν η θέση αυτή της ενάγουσας ιδωθεί στο συνολικό πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αντίθετη με το όλο πνεύμα το οποίο διαπνέει την εφαρμογή του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο
- Καθότι ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σκοπός της ύπαρξης της εγγραφής της επιβάρυνσης είναι η κάλυψη των υποχρεώσεων της εναγομένης εντούτοις η ίδια για περίοδο πέραν των 10 ετών δεν έχει πράξει οτιδήποτε έτσι ώστε πράγματι να εξασφαλίσει την εξόφληση των υποχρεώσεων της εναγομένης με τη πώληση οποιουδήποτε μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης η οποία επηρεάζεται από αυτή την εγγραφή. 34.
- Τόσο η αξία στο σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης - όπως μάλιστα η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται - όσο και η διάρκεια εγγραφής της απόφασης δίχως παράλληλα η ενάγουσα να έχει μεριμνήσει για τη πώληση οποιουδήποτε μέρους αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας προς εκτέλεση της απόφασης όπως καθορίζει και η σχετική νομοθεσία αναδεικνύουν την ύπαρξη κατάχρησης από την ενάγουσα. Όπως και να ιδωθεί η συμπεριφορά της ενάγουσας δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως πειστική η θέση της ότι μοναδικός σκοπός της εγγραφής της απόφαση ήταν η διασφάλιση της απόφασης και των συμφερόντων της ενάγουσας. Αυτή η θέση θα μπορούσε δίχως αμφιβολία να γίνει δεκτή ως γνήσια αρχικά όταν δηλαδή η απόφαση είχε εγγραφεί και για μία λογική περίοδο μετά την εγγραφή της κατά τη διάρκεια της οποίας η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε προχωρήσει με την αποτελεσματική εκτέλεση της απόφασης υπό την έννοια της πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης μέχρι και τη πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. 34.
- Ως προς αυτό τον λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτός είναι εντελώς αβάσιμος καθώς διαπιστώνω ότι ισχύουν τα αντίθετα από τα όσα αναφέρονται εντός αυτού. 34.
- Διαπιστώνω ότι το ίδιο ισχύει και σε σχέση με αυτό τον λόγο ένστασης. Προσθέτω μόνο ότι η αναφορά σε εξαιρετικούς λόγους ή εξαιρετικές περιστάσεις από μόνη της δίχως οποιαδήποτε σχετική επιχειρηματολογία ή αναφορά σε νομολογία δεν είναι αρκετή έτσι ώστε να γνωρίζει και το Δικαστήριο που ακριβώς βασίζεται αυτός ο λόγος ένστασης. Αρκεί απλώς να επαναλάβω τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τον προηγούμενο λόγο ένστασης. 34.
- Ως προς τη θέση ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα διερωτώμαι πραγματικά πως αναμένει η ενάγουσα να γίνει δεκτός ως γνήσιος αυτός ο λόγος ένστασης όταν η ίδια είχε την ευχέρεια για μία τόσο μεγάλη χρονική περίοδο να αξιοποιήσει την εγγραφή της δικαστικής απόφασης εις βάρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης δίχως όμως να το έχει πράξει μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση. Επιπλέον θεωρώ ότι κατάφωρη αδικία δεν θα προκληθεί στην ενάγουσα από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά στην εναγόμενη από την μη έκδοση τους. Καθότι δεν είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η οποία θα παρεμποδίσει την ενάγουσα από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της εκδοθείσα απόφαση ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η παρεμπόδιση αυτή ή τουλάχιστον μία επιπρόσθετη δυσκολία θα μπορούσε να αποτελεί ένα παράπλευρο αποτέλεσμα της έκδοσης αυτής. Η ίδια η συμπεριφορά της ενάγουσας μέχρι σήμερα αναδεικνύει ότι από μόνη της δεν αξιοποίησε κατάλληλα την εγγραφή της απόφασης προς όφελος της έτσι ώστε να είχε καν αποπειραθεί την είσπραξη του λαβείν της. Επαναπαυόταν για μία αδικαιολόγητα μακρά περίοδο η ενάγουσα στη διατήρηση της εγγραφής δίχως παράλληλα να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα για την είσπραξη του λαβείν της. Δεν δικαιολογείται πραγματικά πλέον να προβάλει τη θέση ότι είναι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η οποία θα τη παρεμποδίσει όταν η ίδια για μία τόσο μακρά χρονική περίοδο είχε την ευχέρεια δίχως οποιοδήποτε εμπόδιο να πραγματοποιήσει την είσπραξη του λαβείν της αλλά δεν το έπραξε. 34.
- Πραγματικά είναι άξιον απορίας πως είναι δυνατό η ενάγουσα να προβάλει τη θέση ότι η αίτηση υπό εξέταση έχει ως μοναδικό σκοπό «.την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας και/ή αναστολή της όλης διαδικασίας και κατ΄ επέκταση στην είσπραξη του λαβείν.» της ενάγουσας ή ότι αυτή «.είναι κακόπιστη και αυτό εμφαίνεται από όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.». Αντιθέτως, μετά από την όλη καθυστέρηση η οποία αβίαστα διαπιστώνεται ως προς την εκτέλεση της απόφασης από την ενάγουσα αυτό το οποίο επιδιώκει επιτέλους η εναγόμενη είναι να τεθεί ένα τέλος σε αυτή τη καταπιεστική ουσιαστικά κωλυσιεργία. 34.
- Ως προς αυτό τον λόγο ένστασης πραγματικά δεν έχει πείσει η ενάγουσα το Δικαστήριο ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων «.θα προκαλέσει δυσχέρεια, υπέρμετρη αδικία, ανεπανόρθωτη ζημιά και δυσμένεια.» ή ότι αυτή θα είναι καταπιεστική για την ενάγουσα. Η ίδια η ενάγουσα έχει οδηγήσει την όλη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με την εναγόμενη στην κατάσταση στην οποία αυτή βρισκόταν κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση. Αξίζει δε να σημειωθεί σε σχέση με τα όσα ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης ισχυρίζεται στη παράγραφο 9 (β) της ένορκης δήλωσης του ότι η εναγόμενη θα δωρίσει την ακίνητη ιδιοκτησία της στα παιδιά της, ότι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, παρέχει προστασία σε σχέση με πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών. 34.
- Ο τελευταίος λόγος ένστασης ουσιαστικά επαναλαμβάνει παρόμοιες θέσεις ως προς τον άμεσο και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της ενάγουσας και τη παρεμπόδιση είσπραξης του λαβείν της ενάγουσας οι οποίες ήδη έχουν εξεταστεί. Δεν διαπιστώνεται πραγματικά ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξουν την απονομή της δικαιοσύνης με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως κρίνω ότι είναι η απόρριψη της αίτησης η οποία θα έπληττε την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης.
- Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης στο σύνολο τους απορρίπτονται ως ανεδαφικοί. Διευκρινίζω όμως και πάλι ότι ο έβδομος λόγος ένστασης ουσιαστικά δεν αποτελεί αυτόνομο λόγο ένστασης αλλά θέμα αξιολόγησης μαρτυρίας σε περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ως βάσιμο το αίτημα της εναγομένης.
- Παρά και την απόρριψη των λόγων ένστασης αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο δεν είναι μόνο η διαζευκτική μορφή του πρώτου διατάγματος την έκδοση του οποίου αιτείται η εναγόμενη, δηλαδή η ίδια η διατύπωση του αιτήματος της, αλλά και η μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται γενικότερα το αίτημα της. Ουσιαστικά η θέση η οποία προβάλλεται (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης) είναι ότι η ενάγουσα καταχρηστικά έχει προβεί σε εγγραφές επί ολόκληρης της ακίνητης ιδιοκτησίας της εφόσον το χρέος της είναι υπερβολικά μικρότερο από τη συνολική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της. Συμφωνώ, όπως αναδεικνύεται από την όση μαρτυρία έχει λάβει υπόψη του το Δικαστήριο και ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη την όλη συμπεριφορά της ενάγουσας μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση, ότι όντως η εγγραφή της απόφασης επί ολόκληρης της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης δεν μπορεί παρά να κριθεί ως καταχρηστική. Δεν θα συμφωνήσω όμως ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι «υπερβολικά μικρότερο» από τη συνολική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης. Μικρότερο είναι το εξ αποφάσεως χρέος ακόμη και με την αξία την οποία η ίδια η ενάγουσα διατείνεται ως προς το σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης. Όχι όμως και υπερβολικά μικρότερο.
- Επιπλέον, όπως διαπιστώνεται με βάση τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, η θέση της εναγομένης δεν είναι ότι η ενάγουσα δεν θα πρέπει να έχει κάποια εξασφάλιση προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Μάλιστα, όπως αναφέρει σχετικά στη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της η εναγόμενη σύμφωνα και με τη συμβουλή των δικηγόρων της, το δικαίωμα της ενάγουσας για εγγραφή ΜΕΜΟ προς εγγύηση της αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους δεν πρέπει να υπερβαίνει το απολύτως απαραίτητο και το εύλογο υπό τις περιστάσεις. Ουσιαστικά η θέση η οποία προβάλλεται από την εναγόμενη είναι ότι η παροχή εγγύησης για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους δεν θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να της στερεί ολοκληρωτικά το δικαίωμα για τη διάθεση και εκμετάλλευση όσης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είναι αναγκαία προς εγγύηση του ύψους του ποσού για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της.
- Ουσιαστικά αυτό το οποίο επιδιώκει η εναγόμενη είναι ο περιορισμός της ακίνητης της ιδιοκτησίας η αξιοποίηση της οποίας να εμποδίζεται από την εγγραφή της δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί αυτής. Μάλιστα όπως αναφέρει στο τέλος της ένορκης δήλωσης της με το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πλήττονται με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της ενάγουσας καθότι θα εξακολουθήσει να έχει ΜΕΜΟ επί ακίνητης ιδιοκτησίας της η οποία θα καλύπτει πλήρως το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους και θα αποτελεί πλήρη, επαρκή και ικανοποιητική εγγύηση για τη πληρωμή του. Ενώ όπως προσθέτει στο τέλος της ένορκης δήλωσης της σκοπός της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι έτσι ώστε να της παρασχεθεί η ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την ακίνητη ιδιοκτησία της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο έτσι ώστε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος.
- Ομολογώ ότι το Δικαστήριο προβληματίστηκε πραγματικά ως προς το κατά πόσο η πιο δίκαια κατάληξη εκδίκασης αυτής της αίτησης θα ήταν η έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται ολόκληρη η εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης. Όμως όπως ουσιαστικά η ίδια η εναγόμενη περιορίζει το αίτημα της τόσο με τη διατύπωση γενικότερα όσο και τη διαζευκτική μορφή του πρώτου διατάγματος του οποίου αιτείται την έκδοση αλλά επιπλέον τόσο και με τη μαρτυρία της όσο και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της αίτησης καταλήγω σε συμπέρασμα ότι αυτό το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει είναι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος με το οποίο να εξαιρείται ένα μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον παραμερισμό της επίδικης εγγραφής ο οποίος θα προκύψει με την έκδοση αυτής της απόφασης. Μάλιστα η ίδια η διατύπωση του αιτούμενου διατάγματος ακόμη και στο σημείο όπου υπάρχει αναφορά σε όλες τις εγγραφές άρρηκτα συνδέεται με ανάλογη αφαίρεση με τη διπλή χρήση της λέξης πλην ανάλογα με τη διαζευκτικά εισηγούμενη περίπτωση αφαίρεσης εγγραφών.
- Συνεπώς οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει και τη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί αναφορικά με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας την οποία η εναγόμενη έχει προτείνει ως μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της το οποίο θα μπορούσε να εξαιρεθεί από τον παραμερισμό της επίδικης εγγραφής. Επιστρέφει δηλαδή το Δικαστήριο σε εξέταση του θέματος αξιολόγησης της μαρτυρίας το οποίο επισημαίνεται ουσιαστικά από τον έβδομο λόγο ένστασης.
- Αναφορικά με αυτό το θέμα τονίζω ότι το Δικαστήριο δεν έχει ακούσει προφορική μαρτυρία καθότι οι δύο εκτιμητές οι οποίοι ετοίμασαν τις εκθέσεις εκτίμησης υπό αξιολόγηση δεν κατέθεσαν και επομένως ούτε και αντεξετάστηκαν. Περιορίζεται η αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας στο περιεχόμενο της κάθε έκθεσης εκτίμησης σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα άλλα δεδομένα είναι δυνατό να εξαχθούν είτε από την υπόλοιπη μαρτυρία είτε ακόμη και από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Κατ΄ αρχάς διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο ότι η ίδια η ενάγουσα προ της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση υπολόγιζε την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης η οποία επηρεαζόταν από την επίδικη εγγραφή σε €2.000.000,
- Δεύτερο, διατηρεί επίσης υπόψη του ότι η έκθεση εκτίμησης προς υποστήριξη της αίτησης έγινε το Δεκέμβριο του 2008 δηλαδή σχεδόν 1 ½ χρόνο προ της καταχώρησης της αίτησης. Ενώ η έκθεση εκτίμησης προς υποστήριξη της ένστασης έγινε ασφαλώς μετά τη καταχώρηση της αίτησης και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του
- Τρίτο, η διαφορά στην ολική αξία καταναγκαστικής πώλησης μεταξύ των δύο εκτιμήσεων είναι σημαντική καθότι αυτή είναι της τάξης των €223.000,
- Τέταρτο, αμφότερες οι εκτιμήσεις λαμβάνουν υπόψη περίπου τους ίδιους παράγοντες έτσι ώστε να καταλήξουν σε αυτό το διαφορετικό συμπέρασμα. Πέμπτο, οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ των δύο εκτιμήσεων είναι η πληρέστερη αναφορά του εκτιμητή της έκθεσης προς υποστήριξη της αίτησης στις οικιστικές προοπτικές της ακίνητης ιδιοκτησίας υπό εκτίμηση και η αναφορά του εκτιμητή της έκθεσης προς υποστήριξη της ένστασης στη τάση της κτηματαγοράς και της οικονομίας γενικότερα. Διατηρώντας υπόψη αυτούς τους παράγοντες πραγματικά καθίσταται δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου ως προς τον αποκλεισμό είτε της μίας είτε της άλλης εκτίμησης και της επικράτησης οποιασδήποτε από τις δύο ως η ορθότερη μεταξύ των δύο. Εντούτοις η γνησιότητα του αιτήματος της εναγομένης η οποία ενισχύεται και από τον περιορισμό του με εξαίρεση συγκεκριμένων τεμαχίων ακίνητης ιδιοκτησίας από τον αιτούμενο παραμερισμό της επίδικης εγγραφής σε αντίθεση με τη διαπιστούμενη ως καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας αναφορικά με την εκτέλεση της επίδικης απόφασης οδηγεί το Δικαστήριο εντός του πλαισίου γενικότερα της αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας προς υποστήριξη είτε της αίτησης είτε της ένστασης ότι δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η εκτίμηση προς υποστήριξη της ένστασης. Απορία επίσης προκαλεί και η επιλογή της ενάγουσας να επισυνάψει μεν τεκμήριο ημερομηνίας 15/10/10 (τεκμήριο Β) στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στο οποίο να υπάρχει μεν αναφορά «.σε νέα εκτίμηση με συγκριτικές αξίες επί των 19 ακινήτων.» της εναγομένης δίχως όμως αυτή η εκτίμηση επίσης να επισυνάπτεται ως τεκμήριο.
- Παράλληλα διευκρινίζω ότι το αντικείμενο αυτής της αξιολόγησης δεν είναι να καταλήξει το Δικαστήριο σε ένα επακριβή καθορισμό της αξίας των συγκεκριμένων τεμαχίων. Η ευχέρεια η οποία παρέχεται υπό τις περιστάσεις είναι να μην αποκλειστεί ως υπερβολική η αξία στην οποία καταλήγει ο εκτιμητής, ο οποίος ετοίμασε την εκτίμηση προς υποστήριξη της αίτησης, στην έκθεση του αναφορικά με την καταναγκαστική πώληση των συγκεκριμένων τεμαχίων ενώ παράλληλα έστω και εάν υιοθετηθεί ένας μέσος όρος μεταξύ της αξίας στην μία εκτίμηση και της αξίας στην άλλη αυτό το οποίο είναι αξιοσημείωτο είναι το εξής. Ότι το ποσό αυτού του μέσου όρου είναι €509.500,00 από το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί και ένα ποσό της τάξης των €65.000,00 το οποίο ήδη έχει πληρωθεί ενώ σύμφωνα και με τα όσα αναφέρονται σχετικά στην υποσημείωση 6 αυτής της απόφασης το εξ αποφάσεως χρέος δεν αποκλείεται να μην υπερβαίνει ένα ποσό της τάξης των €523.000,
- Συνεπώς μετά και από αφαίρεση ακόμη και από αυτό το ποσό ενός ποσού της τάξης των €65.000,00 η διαφορά μεταξύ της αξίας στην οποία καταλήγει ο εκτιμητής της έκθεσης εκτίμησης προς υποστήριξη της ένστασης με αυτό το ποσό (δηλαδή, το ποσό των €458.000,00) είναι περίπου €60.000,
- Μάλιστα ο ίδιος ο ενόρκως δηλών τόσο στη παράγραφο 4 (ε) όσο και στη παράγραφο 9 (α) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης ισχυρίζεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος της εναγομένης είναι €485.611,74[8]. Ουσιαστικά με αυτό το σκεπτικό το Δικαστήριο δεν αποκλείει πραγματικά η αξία της καταναγκαστικής πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας την οποία έχει προτείνει η εναγόμενη όπως εξαιρεθεί του παραμερισμού της επίδικης εγγραφής να καλύπτει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος.
- Επομένως με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εγκρίνεται η αίτηση της εναγομένης με την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων. 43.
- Πρώτο, διάταγμα παραμερισμού της εγγραφής της δικαστικής απόφασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με αριθμό φακέλου Μ17/2000 με εξαίρεση του μέρους της εγγραφής το οποίο καλύπτει τα κτήματα με αριθμούς τεμαχίων 194, 197, 510 και 509 του Φύλλου/Σχεδίου 45/45 στη Τσάδα της επαρχίας Πάφου. 43.
- Δεύτερο, διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην ενάγουσα την εγγραφή ή εξουσιοδότηση οποιουδήποτε προσώπου για την εγγραφή της δικαστικής απόφασης σε αυτή την αγωγή επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης 3 με εξαίρεση του μέρους αυτής το οποίο προνοείται από το διάταγμα παραμερισμού εγγραφής της δικαστικής απόφασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με αριθμό φακέλου Μ17/
- Διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 3 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά εντός του φακέλου την ειδοποίηση αλλαγής ονόματος η οποία καταχωρήθηκε από την ενάγουσα στις 18/3/
- [2] Επισυνάπτεται σχετικός πίνακας επί της αίτησης. [3] Βλ. σχετικά τη παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε). [4] Εκτός από ένα οικόπεδο στο Δήμο Γεροσκήπου στην Πάφο. [5] Το ίδιο ποσό αναφέρεται και στον πέμπτο λόγο ένστασης. [6] Διατηρώντας υπόψη και το ποσό αυτό εύλογα προκύπτει το ερώτημα πλέον κατά πόσο τυγχάνει και εφαρμογής το άρθρο 6
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977 σύμφωνα με το οποίο το «.ποσόν το οποίον δύναται να ανακτηθή δι΄ αγωγής ως καθυστερούμενος τόκος εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν θα υπερβαίνη το ποσόν του αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως εν σχέσει προς την οποίαν ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος». [7] Βλ. σχετικά τη παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε). [8] Το ίδιο ποσό αναφέρεται και στον πέμπτο λόγο ένστασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο