Επαμεινώνδας Ε. Κορακίδης ν. Δήμος Πάφου, Αρ. Αγωγής :- 987/2005, 27η Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 987/2005 Μεταξύ :- Επαμεινώνδας Ε. Κορακίδης Ενάγοντας Και Δήμος Πάφου Εναγόμενος Ημερομηνία :- Τρίτη 27η Σεπτεμβρίου 2011 Για τον Ενάγοντα :- κα. Αρίστη Κορακίδου - Μακρίδου Ενάγων παρών (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη 1 :- κος. Ανδρέας Δημητριάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Ελ. Μιχαήλ ) Τελική Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Ο ενάγων με πρόθεση να ανεγείρει οικοδομή σε ιδιόκτητο τεμάχιο αποτάθηκε στον εναγόμενο (στο εξής θα καλείται ο «Δήμος Πάφου») για έκδοση άδειας οικοδομής. Η άδεια εκδόθηκε θέτοντας όρο παραχώρησης τμήματος του τεμαχίου με σκοπό τη διαπλάτυνση παρακείμενου δημοσίου δρόμου.
- Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ως αποτέλεσμα της επιβολής αυτού του όρου ο ίδιος υπέστη ζημιά[1] για την οποία αξιώνει αποζημίωση από τον Δήμο Πάφου.
- Η γενικότερη θέση του ενάγοντα διατυπώνεται στις παραγράφους 10 έως και 13 της έκθεσης απαίτησης το περιεχόμενο των οποίων θεωρώ ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο δίχως να απομονώνεται οποιοδήποτε μέρος αυτού και να επικεντρώνεται αποκλειστικά επί αυτού η προσοχή του Δικαστηρίου. Όπως θα φανεί στη συνέχεια το Δικαστήριο εξετάζει αυτή τη θέση στο σύνολο της σε συνάρτηση με τη σχετική νομική πτυχή επί του θέματος.
- Ουσιαστικά προκύπτουν τα ακόλουθα σημεία (διευκρινίζω απλά ότι η οποιαδήποτε υπογράμμιση κειμένου εντός αυτής της απόφασης είναι δική μου) τα οποία παραθέτω υπό μορφή αποσπασμάτων από την έκθεση απαίτησης έτσι ώστε να αποδίδεται όσο το δυνατό πιο πιστά η διατύπωση αυτών των επί μέρους σημείων επί των οποίων η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται. 4.
- Πρώτο, ότι η «.απόκτηση από το δημόσιο μέρους του τεμαχίου του . που επηρεάζεται από τη ρυμοτομία και η επιβολή όρου ασφαλτόστρωσης αυτού από τον ενάγοντα συνιστά δυσμενή μεταχείριση του ενάγοντα απάδουσα των αισθημάτων του μέσου συνετού ανθρώπου και αντιστρόφως ανάλογη των ωφελημάτων που έχει ο ενάγων από την παραχώρηση στο δημόσιο του μέρους του τεμαχίου του που επηρεάζεται από τη ρυμοτομία σε σχέση με την ωφέλεια του Δημοσίου». 4.
- Ότι η «.μη πληρωμή αποζημίωσης στον ενάγοντα για το μέρος του τεμαχίου που αποκτήθηκε από το δημόσιο αποτελεί hardship λαμβανομένων υπόψη της έκτασης που κατέλαβε το δημόσιο και της ζημιάς που προξενείται στον ενάγοντα από την ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος του και παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος ιδιοκτησίας που έχει ο ενάγων». 4.
- Ότι το «.ποσοστό ζημιάς που προκαλείται στον ενάγοντα ένεκα της απόκτησης από το δημόσιο μέρους του τεμαχίου του δεν είναι ποσό που λογικά θα αναμένετο να αποδεκτεί ο λογικά και δίκαια σκεπτόμενος πολίτης χωρίς να αποζημιωθεί προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος». 4.
- Ότι η «.παραχώρηση του μέρους του τεμαχίου του ενάγοντος . στο δημόσιο ζήμιωσε τον ενάγοντα γιατί του αποστέρησε μέρος της ιδιοκτησίας του προς όφελος του δημοσίου χωρίς να του προσφέρει καμμία ουσιαστική ωφέλεια γιατί η διαπλάτυνση του δρόμου θα συντελεστεί μόνο όταν και εφόσον αποφασίσουν οι ιδιοκτήτες των παρακειμένων τεμαχίων αριστερά και δεξιά του ενάγοντος να αξιοποιήσουν τα τεμάχια τους γεγονός μέλλον και αβέβαιο».
- Προς υποστήριξη της αξίωσης του κατέθεσε τόσο ο ίδιος ο ενάγων ως Μ. Ε. 2 όσο και ο Γεώργιος Χρίστου Γεωργιάδης ως Μ. Ε. 1 ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν ως Μ. Υ. 1 ο Ιωάννης Πολυβίου και ως Μ. Υ. 2 η Κούλλα Δρυμιώτου.
- Παρά και το γεγονός ότι ο ενάγων αρχικά διεκδικούσε αποζημιώσεις και για την αξία περίφραξης ως επίσης και για αξία ασφάλτου και πεζοδρομίων εντούτοις δεν προσήγαγε αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με αυτές τις αξιώσεις ενώ όπως η ευπαίδευτη δικηγόρος του δήλωσε στην τελική αγόρευση της ο ενάγων δεν είχε πρόθεση πλέον όπως διεκδικήσει αυτές τις θεραπείες. ΑΞΙΑ ΕΠΗΡΕΑΖΟΜΕΝΗΣ ΓΗΣ
- Επιπλέον, αναφορικά με την αξία της επηρεαζόμενης γης διαπιστώνω τα εξής. 7.
- Η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του τη μαρτυρία του Μ. Υ. 1, δηλαδή του εκτιμητή του εναγομένου. Δήλωσε επίσης κατά την τελική αγόρευση της ότι ο ενάγων «αποδέχεται» ότι η αγοραία αξία της επηρεαζόμενης έκτασης κατά την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής άδειας οικοδομής ήταν €109,00 το τετραγωνικό μέτρο. 7.
- Βεβαίως ο Μ. Υ. 1 ισχυρίστηκε ότι η αξία ανά τετραγωνικό μέτρο κατά την ημερομηνία αυτή ήταν €100,00 και όχι €109,
- Η παράλειψη όμως αντεξέτασης του Μ. Υ. 1 επί αυτού του θέματος ή έστω και η παράλειψη καν υποβολής ότι η αξία ήταν €109,00 ανά τετραγωνικό μέτρο και η οποία υποβολή να υποστηρίζεται από ανάλογη μαρτυρία δεν αφήνει οποιαδήποτε άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να δεχτεί αυτή την αναντίλεκτη μαρτυρία ως προς την πραγματική αξία ανά τετραγωνικό μέτρο η οποία έχει αποδειχτεί από αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία. Αποδεκτή βεβαίως υπό την έννοια της ειδικότητας του Μ. Υ. 1 και αξιόπιστη τόσο υπό την έννοια παράλειψης αμφισβήτησης της όσο και της ανυπαρξίας οποιασδήποτε αρνητικής διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα αυτού. 7.
- Επί αυτού του θέματος υπενθυμίζω ότι σύμφωνα βεβαίως και με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1, δηλαδή του εκτιμητή του ενάγοντα, η αξία ανά τετραγωνικό μέτρο την οποία ο ενάγων αρχικά διεκδικούσε ήταν αυτή των £95,00 η οποία αντιστοιχεί στο ποσό των €162,32, δηλαδή ένα ποσό με διαφορά πέραν των €50,00 από το ποσό των €109,
- 7.
- Επομένως, πραγματικά μία τέτοια διαφοροποίηση της αξίωσης (έστω και με μείωση του ποσού της αιτούμενης θεραπείας) δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο δίχως προηγουμένως να είχε προσφερθεί η ανάλογη μαρτυρία ή έστω καν αυτό το ποσό να είχε υποβληθεί ως θέση προς τον Μ. Υ. 1 έτσι ώστε να του είχε δοθεί και η ευκαιρία να είχε τοποθετηθεί σχετικά. 7.
- Βεβαίως η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε ως μέρος της επιχειρηματολογίας της ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο με βάση τη μαρτυρία των εκτιμητών να καταλήξει το ίδιο σε αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου. Επικέντρωσε δε την εισήγηση της στον ένα μόνο από τους δύο πίνακες συγκριτικών πωλήσεων του εκτιμητή του Δήμου Πάφου υποστηρίζοντας αυτή την εισήγηση με αναφορά στο δεδομένο ότι και ο εκτιμητής του ενάγοντα επίσης στηρίχτηκε σε 3 κοινές (μεταξύ των εκτιμητών δηλαδή) συγκριτικές πωλήσεις. Διατηρώντας όμως υπόψη τα όσα δεδομένα αναφέρονται στις πιο πάνω υποπαραγράφους κρίνω ότι η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Καθότι η σύμπτωση συγκριτικών πωλήσεων οι οποίες επιλέγηκαν από τους δύο εκτιμητές δεν είναι δυνατό να ιδωθεί σε απομόνωση από το υπόλοιπο σκεπτικό βάσει του οποίου ο καθένας οδηγήθηκε στο δικό του συμπέρασμα. Επίσης, δεν προσφέρεται οποιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο να αποδεχτεί τις συγκριτικές πωλήσεις μόνο στον Πίνακα 4 της έκθεσης εκτίμησης του εκτιμητή του Δήμου Πάφου και να μην λάβει υπόψη και αυτές στον Πίνακα
- 7.
- Επομένως, πραγματικά θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη ορθή επιλογή από το να δεχτεί την αξία των €100,00 ανά τετραγωνικό μέτρο ως η αξία η οποία αναντίλεκτα προκύπτει από τη μαρτυρία καθώς επίσης και με την τελική αγόρευση δεν διαπιστώνεται καν να προωθείται η αξία ανά τετραγωνικό μέτρο η οποία προτάθηκε από τον εκτιμητή του ενάγοντα. ΕΠΗΡΕΑΖΟΜΕΝΗ ΕΚΤΑΣΗ
- Βεβαίως ανεξάρτητα και από την μη αναγκαιότητα αξιολόγησης του Μ. Ε. 1 ως προς το ζήτημα της αξίας της γης ανά τετραγωνικό μέτρο αρχικά υπήρχε διάσταση στις θέσεις των διαδίκων αναφορικά με την επηρεαζόμενη έκταση από το επίδικο ακίνητο[2] και ο Μ. Ε. 1 στην εκτίμηση του (τεκμήριο 1) αναφέρει ότι από το επίδικο ακίνητο «.καταλαμβάνεται εμβαδό 850 τ.μ. για διαπλάτυνση υφιστάμενου δημοσίου μονοπατιού/χωματόδρομου.». Κατά την αντεξέταση του εξήγησε ότι ο υπολογισμός αυτός έγινε με βάση σχέδιο επί κλίμακας 1:
- Απέρριψε την εισήγηση ότι δεν μπορούσε με αυτό τον τρόπο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Ούτε ήταν σε θέση να συμφωνήσει με τη θέση ότι η έκταση αυτή ήταν 797 τετραγωνικά μέτρα.
- Εντούτοις, παρά και τις θέσεις των διαδίκων εντός των δικογράφων τους, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε και παρουσίασε μαρτυρία (τεκμήριο 5) σύμφωνα με την οποία η έκταση αυτή ήταν 836,32 τετραγωνικά μέτρα δίχως αυτή η μαρτυρία να αμφισβητηθεί ενώ και ο Δήμος Πάφου παρουσίασε μαρτυρία (αυτή του Μ. Υ. 1) σύμφωνα με την οποία η έκταση αυτή επίσης ήταν 836,32 τετραγωνικά μέτρα. Μαρτυρία η οποία επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη ενώ επιπλέον αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υιοθέτησαν αυτή την έκταση στις τελικές τους αγορεύσεις ως η επηρεαζόμενη έκταση. Συνεπώς αυτή είναι η έκταση η οποία γίνεται δεκτή και καθορίζεται και από το Δικαστήριο ως αυτή της επηρεαζόμενης έκτασης. Με αποτέλεσμα βεβαίως και το πόσο της αξίας της επηρεαζόμενης έκτασης γης κατά την ημερομηνία έκδοσης της άδειας οικοδομής, δηλαδή στις 19/5/2004, να καθορίζεται στο ποσό των €83,632.
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
- Ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από τη προφορική κατάθεση του ενάγοντα αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι σε μεγάλο βαθμό ο ίδιος εύγλωττα εξέφραζε τις δικές του θέσεις δίχως παράλληλα να αμφισβητείται σε σχέση με τους οποιουσδήποτε επί μέρους ισχυρισμούς προέβαλε επί πραγματικών γεγονότων προς ενίσχυση αυτών των θέσεων. Βεβαίως του υποβλήθηκε γενικά ότι δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με την οποία να δικαιούται να αποζημιωθεί από τον Δήμο Πάφου δυνάμει της παραχωρηθείσας άδειας οικοδομής. Εντούτοις αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι δεν χρήζει αξιολόγησης η μαρτυρία του ενάγοντα υπό την έννοια της αξιολόγησης της αξιοπιστίας ή ειλικρίνειας του. Ταυτόχρονα βεβαίως αυτή η διαπιστούμενη έλλειψη αναγκαιότητας αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα δεν σημαίνει ότι όλες οι θέσεις οι οποίες εξέφρασε γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο δίχως να έχει προηγηθεί η εξέταση της νομικής πτυχής αυτής της αγωγής.
- Ως προς τη μαρτυρία της Μ. Υ. 2 παρά και τη βεβαιότητα με την οποία κατέθεσε κατά τη διάρκεια της κύριας εξέτασης της (αναφορικά βεβαίως και κυρίως σε σχέση με γεγονότα τα οποία ουσιαστικά δεν βρίσκονταν υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων) αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι η αδυναμία της να τοποθετηθεί με παρόμοιο τρόπο κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της όπου κατέφευγε κατ΄ επανάληψη σε παραδοχές ότι δεν μπορούσε να απαντήσει επί συγκεκριμένων θεμάτων. Όπως, παραδείγματος χάριν, κατά πόσο η ρυμοτομία του όρου 3 της άδειας οικοδομής ήταν δεσμευτική. Υπενθυμίζω επί αυτού του θέματος ότι η Μ. Υ. 2 ερωτήθηκε κατά την κύρια εξέταση της εάν το επίδικο τεμάχιο βαρυνόταν με οποιαδήποτε δεσμευτική ρυμοτομία και απάντησε «όχι» αναφερόμενη ταυτόχρονα σε δευτερεύων οδικό δίκτυο σύμφωνα με τον σχετικό νόμο περί πολεοδομίας και σύμφωνα με τη δημοσίευση του Τοπικού Σχεδίου Πάφου. Εντούτοις κατά την αντεξέταση της αν και απάντησε αρχικά ότι η ρυμοτομία στον όρο 3 της σχετικής άδειας οικοδομής δεν ήταν δεσμευτική συμφώνησε επίσης ότι δεν υπήρχε τρόπος ο ενάγων να απαλλαχτεί από αυτό τον όρο ενώ στη συνέχεια όταν της τέθηκε ότι άρα η ρυμοτομία ήταν δεσμευτική ομολόγησε ότι δεν ήξερε να απαντήσει αν ήταν δεσμευτική. Της υποβλήθηκε τότε ότι η ρυμοτομία ήταν δεσμευτική και απάντησε ουσιαστικά ότι νόμιζε ότι θα ήταν καλύτερα να έλθει ο «προϊστάμενος» να απαντήσει επί αυτού του θέματος. Η έλλειψη επιμονής της μάρτυρος αυτής επί θεμάτων αναφορικά με τα οποία δεν μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα οδηγεί μεν το Δικαστήριο σε αποδοχή της ως μία αξιόπιστη μάρτυρας έτοιμη να δεχτεί τη δική της αδυναμία να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, διατηρώντας όμως παράλληλα τις οποιεσδήποτε επιφυλάξεις προκαλεί στο Δικαστήριο η φύση της μαρτυρίας της ως προς την βασιμότητα του περιεχομένου της. Επιπλέον, πραγματικά η μαρτυρία η οποία δόθηκε από αυτή τη μάρτυρα πέραν και από αναφορά στο Τοπικό Σχέδιο Πάφου ως η βάση για τη δημιουργία του οδικού δικτύου με βάση το οποίο επιβλήθηκε σχετικός όρος τόσο στην επίδικη πολεοδομική άδεια όσο και στην επίδικη άδεια οικοδομής δεν αναδεικνύει οτιδήποτε περισσότερο από τα όσα είναι κοινώς παραδεκτά ακόμη και με τα δικόγραφα των διαδίκων ή με αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία ο ενάγων κατέθεσε κατά τη διάρκεια της δικής του προφορικής κατάθεσης. Η εμφανής προσπάθεια να προωθηθεί μία θέση του Δήμου Πάφου αναφορικά με την οποία υπάρχει διάσταση με ανάλογη θέση του ενάγοντα ελάχιστα προωθήθηκε με τη μαρτυρία της Μ. Υ.
- Πέραν δηλαδή και από την αναφορά της στη δημοσίευση του Τοπικού Σχεδίου Πάφου ως η βάση του δευτερεύοντα οδικού δικτύου.
- Η διάσταση βεβαίως στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο είναι αυτή η οποία αναδεικνύεται από την αντιπαράθεση του περιεχομένου της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης με αυτό της παραγράφου 5 της έκθεσης υπεράσπισης. Καθώς ενώ στη παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης υπάρχει αναφορά σε επηρεασμό του επίδικου ακινήτου από δεσμευτική ρυμοτομία στη παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης προβάλλεται η εξής θέση. Πέραν και από την ειδική άρνηση ότι το επίδικο ακίνητο επηρεάζεται από δεσμευτική ρυμοτομία υποστηρίζεται η θέση ότι το επίδικο ακίνητο «.επηρεάζεται από τις πρόνοιες του Παραρτήματος Β, παράγραφος 3.1.(α) του Τοπικού Σχεδίου Πάφου, που δημοσιεύτηκε, σύμφωνα με τον Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο και αφορά την διάνοιξη νέων δρόμων, την διεύρυνση και/ή συνέχιση υφιστάμενων δρόμων.». Πέραν και από το γεγονός ότι η εφαρμογή του Τοπικού Σχεδίου Πάφου εν πάση περιπτώσει διενεργείται με την έκδοση σχετικών πολεοδομικών αδειών ή αδειών οικοδομής απλώς διευκρινίζω το εξής. Ότι σύμφωνα με το σκεπτικό αυτής της απόφασης δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο αφαιρέθηκε ή με τον οποίο ουσιαστικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφαιρέθηκε τμήμα από το επίδικο ακίνητο με σκοπό είτε τη διάνοιξη νέου δρόμου είτε τη διαπλάτυνση υφιστάμενου δρόμου αλλά το ίδιο το γεγονός αυτής της αφαίρεσης. Ενώ εν πάση περιπτώσει είτε βάσει του Τοπικού Σχεδίου Πάφου αφαιρέθηκε αυτή η έκταση είτε ως αποτέλεσμα επιβολής όρου δεσμευτικής ρυμοτομίας (αρχικά σε πολεοδομική άδεια και ακολούθως σε άδεια οικοδομής) ή ακόμη και εξαιτίας συνδυασμού αυτών των δύο παραγόντων, εφόσον το αποτέλεσμα και των δύο τρόπων παραμένει η αφαίρεση ουσιαστικά τμήματος του επίδικου ακινήτου και παραχώρησης του στο δημόσιο και εφόσον το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα ότι δεν τίθεται θέμα ικανοποίησης οποιασδήποτε χρονικής προθεσμίας υποβολής απαίτησης, τότε θεωρώ πραγματικά ότι η παρατηρούμενη αυτή διάσταση μεταξύ των διαδίκων δεν έχει σημασία αναφορικά με τα επίδικα θέματα.
- Θεωρώ ότι έχοντας πλέον διευκρινίσει την όλη εικόνα επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής και δίχως να κρίνεται αναγκαία σε αυτό το μέρος της απόφασης η παράθεση ευρημάτων του Δικαστηρίου θα προχωρήσω σε εξέταση της νομικής πτυχής της αγωγής όπως αυτή καθορίζεται από τα δικόγραφα παράλληλα διατηρώντας υπόψη την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. Διευκρινίζω δηλαδή ότι το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε διαπιστώσεις επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής σε σχέση με σημεία αναφορικά με τα οποία θα είναι δυνατό εν τέλει διατηρώντας υπόψη και την οποιαδήποτε σημασία τους σε σχέση με τη νομική πτυχή να διαπιστωθεί ότι όντως υπάρχει η οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ των διαδίκων επί αυτών των σημείων έτσι ώστε να καθίσταται και αναγκαίος ο καθορισμός τέτοιων διαπιστώσεων επί των πραγματικών γεγονότων. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
- Ο Δήμος Πάφου εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις με την έκθεση υπεράσπισης του.
- Η πρώτη έχει σχέση με τη δυνατότητα ο ενάγων να είχε εγείρει και προωθήσει αυτή την αγωγή. Ότι δηλαδή ο ενάγων «.κωλύεται να εγείρει και προωθεί την . αγωγή του, για αξίωση αποζημιώσεων εναντίον του ως Πολεοδομική Αρχή, επειδή δεν συμμορφώθηκε και/ή δεν τήρησε την προβλεπόμενη από τον Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο διαδικασία για υποβολή της απαίτησης του».
- Αναφορικά με αυτή την προδικαστική ένσταση παρατηρώ τα ακόλουθα σε σχέση τόσο με το είδος της ζημιάς όσο και με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από τον συγκεκριμένο Νόμο. 16.
- Σύμφωνα με τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 (Ν. 90/72όπως αυτός τροποποιήθηκε και όπως αυτός ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή μέχρι και τον τροποποιητικό Νόμο 142 (Ι) του 1999 και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος») και συγκεκριμένα το άρθρο 68, εάν με οποιοδήποτε τρόπο προκύψει ουσιώδης ζημιά εις βάρος ιδιοκτησίας ως συνέπεια της εφαρμογής των προνοιών του Νόμου, τότε θα πρέπει να καταβάλλεται δίκαια αποζημίωση. 16.
- Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 67 του ίδιου Νόμου καμία απαίτηση για αποζημίωση δεν γίνεται δεκτή εκτός εάν ειδοποίηση αυτής της απαίτησης επιδοθεί στη Πολεοδομική Αρχή εντός προθεσμίας 6 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης της πολεοδομικής απόφασης στην οποία αναφέρεται ενώ η απαίτηση θα πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Όγδοου Μέρους του ίδιου Νόμου. 16.
- Επιπλέον, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 68 του συγκεκριμένου Νόμου αποζημίωση καταβάλλεται μόνο όταν αποδειχθεί από τον απαιτητή ότι ως αποτέλεσμα πολεοδομικής απόφασης η οποία επηρεάζει την ακίνητη ιδιοκτησία σε σχέση με την οποία υποβάλλεται η απαίτηση, επήλθε ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας αυτής.
- Η θέση του ενάγοντα είναι ότι η απαίτηση του δεν στηρίζεται στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο αλλά κυρίως στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο (Κεφ. 96 όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος») ως επίσης και στο άρθρο 23.3 του Συντάγματος.
- Το ερώτημα το οποίο προκύπτει προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι πρώτα να κρίνει κατά πόσο όντως όφειλε ο ενάγων να είχε βασίσει την απαίτηση του επί του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου έτσι ώστε στη συνέχεια, εάν η απάντηση η οποία θα δοθεί από το Δικαστήριο επί αυτού του θέματος είναι θετική, να εξετάσει κατά πόσο τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία για υποβολή της απαίτησης του. Δηλαδή τότε θα οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο παρέχεται η ευχέρεια να κριθεί ότι ο ενάγων υπέβαλε την απαίτηση του σύμφωνα με τη προθεσμία η οποία τίθεται από τον συγκεκριμένο Νόμο.
- Επί αυτού του ερωτήματος υπενθυμίζω τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 16.3 αυτής της απόφασης) ως προς την εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 68 του συγκεκριμένου Νόμου. 20. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τις πρόνοιες του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου διαπιστώνω ότι η διάσταση των θέσεων των διαδίκων η οποία παρατηρείται επί αυτού του θέματος σε σχέση με τη πρώτη προδικαστική ένσταση παραγνωρίζει μία πολύ βασική διαφορά μεταξύ των όσων προνοούνται σχετικά στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο και τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο. Καθότι η σχετική αναφορά στον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο παρά και την αναφορά στο εδάφιο
(1)του άρθρου 68 σε ουσιώδη ζημιά εις βάρος ιδιοκτησίας έχει σχέση με τα όσα αναφέρονται στο εδάφιο
(2)σύμφωνα με το οποίο η αποζημίωση καταβάλλεται μόνο εφόσον αποδειχθεί ότι ως συνέπεια πολεοδομικής απόφασης η οποία επηρεάζει την ακίνητη ιδιοκτησία σε σχέση με την οποία υποβάλλεται η απαίτηση επήλθε ουσιώδης μείωση της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας αυτής. Δηλαδή, η ιδιοκτησία αυτή ιδωμένη στο σύνολο της ως ένα ενιαίο αντικείμενο αξίας.
- Θεωρώ ότι η ορθότητα αυτής της ερμηνείας του άρθρου 68 αναδεικνύεται και με βάση τα όσα προνοούνται από το άρθρο 72 του ίδιου Νόμου όπου αναφέρεται ότι σε σχέση με υποβολή απαίτησης για αποζημίωση το ποσό της μειώνεται με ποσό ίσο προς την αύξηση της οικονομικής αξίας «.οιουδήποτε συμφέροντος εν ακινήτω ιδιοκτησία, άλλου ή εκείνου εις το οποίον αναφέρεται το σχετικό συμφέρον, κατεχομένου υπό του απαιτούντος υπό την αυτή ιδιότητα κατά την ημερομηνία της σχετικής πολεοδομικής αποφάσεως εις περιπτώσεις καθ΄ ας η τοιαύτη αύξησις της οικονομικής αξίας οφείλεται είτε στους όρους της πολεοδομικής άδειας η οποία προεκάλεσε την απαίτησιν δι΄ αποζημίωσιν είτε εις το γεγονός ότι περιελήφθη, ή εγένετο πρότασις όπως περιληφθή, εν σχεδίω τινί αναπτύξεως οιαδήποτε πρόβλεψις δι΄ ουσιώδη μετατροπήν χρήσεως ή την εκτέλεσιν έργων δημοσία δαπάνη».
- Ο ενάγων σαφώς δεν διεκδικεί τη διαφορά μεταξύ της οικονομικής αξίας την οποία το επίδικο ακίνητο θα είχε εάν αυτό δεν είχε επηρεαστεί από οποιαδήποτε πολεοδομική απόφαση ιδιαίτερα δε από το συγκεκριμένο όρο ως προς τη διαπλάτυνση του δημόσιου δρόμου. Αυτό το οποίο όντως διεκδικεί είναι τη ζημιά την οποία το επίδικο ακίνητο έχει υποστεί ανεξάρτητα και από τον οποιοδήποτε επηρεασμό της οικονομικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Δηλαδή ο ενάγων δεν διεκδικεί την οποιαδήποτε μείωση της οικονομικής αξίας του επίδικου ακινήτου στο σύνολο του ως ιδιοκτησία ιδωμένη στο σύνολο της ως ένα ενιαίο αντικείμενο αξίας.
- Βεβαίως υπάρχει αναφορά στην έκθεση απαίτησης (βλ. σχετικά τη παράγραφο 4.2 αυτής της απόφασης) σε ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του επίδικου ακινήτου. Εντούτοις, η αναφορά αυτή δεν έχει σχέση με τη μείωση της οικονομικής αξίας της εναπομείνασας έκτασης του επίδικου ακινήτου αλλά της οικονομικής αξίας της έκτασης η οποία παραχωρείται από το επίδικο ακίνητο για τη διαπλάτυνση του δημόσιου δρόμου και την αφαίρεση της από τη συνολική αξία του επίδικου ακινήτου.
- Αυτό προκύπτει με σαφήνεια και από την ίδια την εκτίμηση της αποζημίωσης την οποία διεκδικεί ο ενάγων για την απώλεια αυτής της έκτασης και όχι τη γενικότερη μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου υπό την έννοια της έκτασης η οποία θα απομείνει ως δική του ιδιοκτησία μετά και από τη σχετική παραχώρηση. Θεωρώ ότι το θέμα αυτό καθίσταται ακόμη πιο σαφές εάν εξεταστεί με προσοχή η υπάρχουσα νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου.
- Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εφόσον αφαιρείται αυτή η έκταση τότε κατά συνέπεια μειώνεται η αξία του επίδικου ακινήτου στο σύνολο του. Όμως πραγματικά θεωρώ ότι όπως και να ιδωθεί η σχετική νομοθεσία αλλά και νομολογία δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι η επιδίκαση αποζημίωσης στη κάθε περίπτωση επιβολής όρου δεσμευτικής ρυμοτομίας για την έκταση γης η οποία επηρεάζεται από τη διαπλάτυνση ή ευθυγράμμιση μίας δημόσιας οδού. Είτε με το άρθρο 13
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο θα πρέπει να διαπιστώνεται η ύπαρξη hardship είτε με το Σύνταγμα θα πρέπει να μειώνεται ουσιωδώς η οικονομική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Κρίνω δηλαδή ότι η βάση της αξίωσης του ενάγοντα όπως ο ίδιος την έχει προωθήσει και ανεξάρτητα και από συγκεκριμένη αναφορά εντός της έκθεσης απαίτησης του (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 4.2 αυτής της απόφασης) δεν έχει σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό πρόκληση ουσιώδους ζημιάς όπως αυτή προβλέπεται σχετικά με βάση τις πρόνοιες του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου έτσι ώστε κατά συνέπεια ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να αποδείξει ότι είχε επέλθει ουσιώδης μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου ως αποτέλεσμα πολεοδομικής απόφασης η οποία το επηρέαζε. Ούτε και ο ίδιος επεδίωξε να αποδείξει κάτι τέτοιο διότι ακριβώς η αξίωση του εδράζεται επί εντελώς διαφορετικής βάσης.
- Υπενθυμίζω επί αυτού του θέματος ότι τα σχετικά άρθρα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου έχουν σχέση, όπως αναφέρεται και στον πλαγιότιτλο του άρθρου 12, με ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στη διεύρυνση ή ευθυγράμμιση οδών. Δηλαδή, όπως αναφέρεται και στο εδάφιο
(1)του άρθρου 12 η αρμόδια αρχή δύναται για το σκοπό διεύρυνσης ή ευθυγράμμισης οποιασδήποτε οδού να ετοιμάζει ή να μεριμνά ώστε να ετοιμαστούν σχέδια που να δείχνουν το πλάτος της οδού αυτής και τη διεύθυνση τη οποία πρέπει να λάβει. Μετά από δημοσίευση αυτών των σχεδίων και τη προβλεπόμενη διαδικασία επιθεώρησης από το κοινό ή εξέτασης προσφυγής από το Υπουργικό Συμβούλιο, αυτά καθίστανται δεσμευτικά για την αρμόδια αρχή και για όλα τα πρόσωπα που επηρεάζονται από αυτά και καμία άδεια δεν εκδίδεται από την αρμόδια αρχή παρά μόνο σύμφωνα με τα σχέδια αυτά.
- Ενώ στο άρθρο 13 του ίδιου Νόμου όταν χορηγείται άδεια (δηλαδή, άδεια οικοδομής) και η άδεια αυτή συνεπάγεται νέα εξωτερική πλευρά για οποιαδήποτε οδό σύμφωνα με οποιοδήποτε δεσμευτικό (σύμφωνα με το άρθρο 12) σχέδιο τότε οποιοδήποτε διάστημα μεταξύ τέτοιας εξωτερικής πλευράς και της παλιάς καθίσταται τμήμα της οδού χωρίς καταβολή από την αρμόδια αρχή οποιασδήποτε αποζημίωσης.
- Υπάρχει όμως η εξής επιφύλαξη. Ότι δηλαδή αν ήθελε διαπιστωθεί ότι θα προερχόταν «βλάβη» (hardship) αν δεν καταβαλλόταν αποζημίωση η αρμόδια αρχή καταβάλει εύλογη αποζημίωση διατηρώντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ενώ ούτε και καθορίζεται οποιαδήποτε προθεσμία αναφορικά με αυτή τη διαπίστωση πρόκλησης «βλάβης» (hardship).
- Αυτή είναι η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ενάγων βασίζει την αξίωση του. Αυτό το οποίο ισχυρίζεται δηλαδή δεν είναι ότι το επίδικο ακίνητο έχει υποστεί ουσιώδη μείωση της αξίας του βάσει του όρου ο οποίος τέθηκε με την πολεοδομική άδεια αλλά ότι προέκυψε βλάβη βάσει του όρου ο οποίος τέθηκε με την άδεια οικοδομής αναφορικά με την διεύρυνση της οδού, δηλαδή τη διαπλάτυνση του υφιστάμενου δημόσιου δρόμου και τη παραχώρηση έκτασης από το συνολικό εμβαδόν του επίδικου ακινήτου προς το δημόσιο με σκοπό τη χρήση του για διαπλάτυνση του δημόσιου δρόμου.
- Δηλαδή, ενώ το άρθρο 13 προνοεί ότι γενικά το διάστημα μεταξύ της νέας και παλιάς εξωτερικής πλευράς της οδού καθίσταται τμήμα της οδού χωρίς καταβολή από την αρμόδια αρχή οποιασδήποτε αποζημίωσης εντούτοις σε περίπτωση διαπίστωσης πρόκλησης βλάβης (hardship) εάν δεν καταβαλλόταν αποζημίωση τότε αφού πρώτα ληφθούν υπόψη όλες οι σχετικές περιστάσεις καταβάλλεται εύλογη αποζημίωση.
- Όσο λεπτή και να διαφαίνεται η διαφορά στη βάση μίας αξίωσης η οποία να προκύπτει από το άρθρο 68 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου και του άρθρου 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου θεωρώ ότι αυτή είναι εμφανώς υπαρκτή και ότι συνεπώς η αξίωση του ενάγοντα δεν είναι δυνατό να κριθεί ως εκπρόθεσμη ή μη αποδεκτή με αποδοχή δηλαδή της πρώτης προδικαστικής ένστασης ή ότι ο ίδιος δεν συμμορφώθηκε ή τήρησε τη προβλεπόμενη διαδικασία από τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο για υποβολή της απαίτησης του ή ότι δεν συμμορφώθηκε με την οποιαδήποτε προβλεπόμενη από αυτό τον Νόμο προθεσμία.
- Η δεύτερη προδικαστική ένσταση του Δήμου Πάφου επίσης έχει σχέση με τη δυνατότητα ο ενάγων να είχε εγείρει και προωθήσει αυτή την αγωγή. Ότι δηλαδή ο ενάγων «.κωλύεται να εγείρει και προωθεί την . αγωγή του, επειδή αποδέχθηκε τον επιβληθέντα όρο για παραχώρηση μέρους του τεμαχίου του για δημιουργία και/ή διεύρυνση δημοσίου δρόμου τόσο με την Πολεοδομική Άδεια με αριθμό 2806 όσο και με την Άδεια Οικοδομής με αριθμό Κ 4375 και ουδέποτε προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση των όρων αυτών».
- Αναφορικά με αυτή την προδικαστική ένσταση θεωρώ ότι διατηρώντας υπόψη τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο ότι είναι εμφανές η έλλειψη οποιασδήποτε σημασίας ως προς την απαίτηση του ενάγοντα η αποδοχή ή μη από τον ίδιο του οποιουδήποτε όρου σε σχέση με τη παραχώρηση μέρους του επίδικου τεμαχίου για δημιουργία ή διεύρυνση δημοσίου δρόμου είτε με την επίδικη πολεοδομική άδεια είτε με την επίδικη άδεια οικοδομής. Επί της ίδιας βάσης κρίνω ότι ούτε και από την επιλογή να μην προσφύγει ο ενάγων στο Ανώτατο Δικαστήριο επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η εγκυρότητα της απαίτησης του ενάγοντα όπως δηλαδή αυτή έχει υποβληθεί υπό τη μορφή της παρούσας αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου.
- Καταλήγω συνεπώς σε συμπέρασμα ότι ούτε η πρώτη αλλά ούτε και η δεύτερη προδικαστική ένσταση είναι δυνατό να γίνουν δεκτές ως βάσιμες έτσι ώστε να κριθεί κατ΄ επέκταση ότι υπήρχε ή υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα είτε στην έγερση είτε στη προώθηση αυτής της αγωγής από τον ενάγοντα. Με βάση το προαναφερόμενο σκεπτικό αμφότερες οι προδικαστικές ενστάσεις απορρίπτονται. ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ "HARDSHIP"
- Επομένως, θα προχωρήσω πλέον σε εξέταση της ουσίας της αξίωσης του ενάγοντα. Θεωρώ ότι ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με αυτή την αξίωση έχει η έννοια της λέξης "hardship".
- Υπενθυμίζω σχετικά ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 13 προϋπόθεση προς πληρωμή αποζημίωσης από την αρμόδια αρχή είναι ο καθορισμός[3] της ύπαρξης "hardship". Η λέξη αυτή έχει επίσημα μεταφραστεί στα Ελληνικά από την Υπηρεσία Αναθεώρησης και Ενοποίησης της Κυπριακής Νομοθεσίας ως «βλάβη». 38. Βεβαίως σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου του 1988 (όπως αυτός τροποποιήθηκε) ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, όπως και άλλοι Νόμοι οι οποίοι ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 188 του Συντάγματος έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά (σε μία δηλαδή από τις δύο επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας) και αν και από την ημερομηνία δημοσίευσης του αποτελεί το αυθεντικό κείμενο του συγκεκριμένου Νόμου εντούτοις σύμφωνα με το εδάφιο
(5)του ίδιου άρθρου σε περίπτωση κατά την οποία το νόημα κειμένου που έχει δημοσιευτεί (σύμφωνα είτε με το εδάφιο
(3)του ίδιου άρθρου είτε της επιφύλαξης αυτού του εδαφίου) διαφέρει από το νόημα του αρχικού κειμένου τότε θα υπερισχύει το αρχικό κείμενο.
- Θεωρώ ότι η μετάφραση της λέξης "hardship" ως «βλάβη» δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το νόημα της και ότι συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να ανατρέξει στο αρχικό κείμενο έτσι ώστε να αντλήσει καθοδήγηση ως προς τη πραγματική έννοια αυτού του τόσο σημαντικού για την αξίωση του ενάγοντα όρου. Προσθέτω απλώς ότι ο ίδιος ο Νόμος δεν παρέχει ορισμό αυτού του όρου στο σχετικό άρθρο ερμηνείας.
- Πρώτα αξίζει να εξεταστεί η απλή έννοια της λέξης «βλάβη» η οποία έχει χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε να μεταφραστεί η λέξη "hardship". Σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη (2η Έκδοση), μεταξύ άλλων, η λέξη «βλάβη» ερμηνεύεται πρώτο, ως ζημιά ή φθορά ιδιαίτερα μηχανήματος ή εργαλείου, δεύτερο, ιατρικά ως κάκωση ή αλλοίωση ή μεταβολή προς το χειρότερο και τέλος, ως πρόκληση ζημιάς υλικής ή ηθικής που προκύπτει είτε από μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης είτε από συμπεριφορά που αντίκειται σε νομικό κανόνα. Η τρίτη ερμηνεία βεβαίως είναι αυτή η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετική διατηρώντας υπόψη το κείμενο του σχετικού Νόμου.
- Αναφορικά με τη λέξη "hardship" σύμφωνα με το Oxford Dictionary of English η λέξη "hardship" σημαίνει "severe suffering or privation" το οποίο νόημα σε ελεύθερη μετάφραση είναι «δριμεία δοκιμασία (ή ακόμη και ταλαιπωρία) ή στέρηση». Βεβαίως αυτή η ερμηνεία από μόνη της δεν παρέχει ιδιαίτερη βοήθεια ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη το κείμενο εντός του οποίου γίνεται χρήση της λέξης "hardship".
- Όμως εάν ληφθεί υπόψη ότι το σχετικό άρθρο αναφέρεται βεβαίως σε μία νέα κατάσταση η οποία δεν προϋπήρχε της παραχώρησης μέρους της ιδιοκτησίας ενός ατόμου για τη διαπλάτυνση ή ευθυγράμμιση δημόσιου δρόμου τότε αυτό το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η δυσκολία ή ταλαιπωρία η οποία προκαλείται ως αποτέλεσμα από αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων στον ιδιοκτήτη του οποίου η ακίνητη ιδιοκτησία επηρεάζεται έτσι ώστε να υπολογίσει την ανάλογη αποζημίωση. Καθότι με τη δημιουργία αυτής της νέας κατάστασης όπως αυτή προκύπτει με αποτέλεσμα τη μειωμένη έκταση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ατόμου αυτού τότε ενδεχομένως να προκαλείται μία κατάσταση εξαιτίας της οποίας το άτομο αυτό να υπόκειται σε κάποιο βαθμό είτε ταλαιπωρίας ή δυσκολίας είτε σε κάποιας μορφής στέρηση.
- Στη περίπτωση υπό εξέταση θεωρώ ότι ο όρος "hardship" θα πρέπει να ιδωθεί ως η δημιουργία μίας υποχρέωσης (δηλαδή, αυτή της παραχώρησης μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας ενός ιδιοκτήτη) η οποία όμως υποχρέωση παραχώρησης να είναι δυσανάλογη με το αντίστοιχο όφελος προς τον ιδιοκτήτη έτσι ώστε βάσει αυτής της έλλειψης αναλογίας να είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτός θα πρέπει να αποζημιωθεί γι΄ αυτή τη παραχώρηση. Σε αυτή μόνο τη περίπτωση δηλαδή είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι προκύπτει η οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή στέρηση προς τον ιδιοκτήτη.
- Θα πρέπει δηλαδή, μετά από μία προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ της έκτασης της υποχρέωσης η οποία επιβάλλεται επί του ιδιοκτήτη με το όφελος το οποίο αποκομίζεται από τον ίδιο, στο βαθμό στον οποίο τέτοιο όφελος είναι δυνατό να κριθεί ως υπαρκτό, να κριθεί ότι η συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει από τις πλείστες των περιπτώσεων όπου ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος προνοεί ότι το μέρος ιδιωτικής ακίνητης ιδιοκτησίας πλέον καθίσταται μέρος μίας οδού δίχως η αρμόδια αρχή να είναι υπόχρεα όπως πληρώσει οποιαδήποτε αποζημίωση.
- Δηλαδή, όπως το Δικαστήριο ερμηνεύει τη λέξη "hardship", αποζημίωση καθίσταται πληρωτέα σε οποιαδήποτε περίπτωση όπου καθορίζεται η δημιουργία μίας τέτοιας κατάστασης έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι θα προκληθεί ταλαιπωρία ή στέρηση προς τον ιδιοκτήτη της έκτασης η οποία έχει παραχωρηθεί σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρωθεί εύλογη αποζημίωση. ΣΧΕΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
- Οφείλω σε αυτό το σημείο της απόφασης να διευκρινίσω σε σχέση με τον ορισμό του όρου "hardship" ότι το Δικαστήριο δεν αγνοεί τη νομολογία η οποία υπάρχει επί του θέματος τόσο της διαπίστωσης της ύπαρξης του όσο και ως προς τον υπολογισμό της ανάλογης αποζημίωσης. Θεωρώ όμως ότι η νομολογία αυτή περιορίζεται σε μία μόνο αυθεντία δηλαδή την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 4374, ημερομηνίας 7/2/1963, Christodoulides v. Municipal Corporation of Famagusta
(1963)2 C. L. R. 35 το περιεχόμενο της οποίας εξετάζεται πιο κάτω.
- Ενώ σε σχέση με την υπόλοιπη νομολογία η οποία θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη έστω και ως έμμεσα σχετική θεωρώ ότι αυτή είναι βοηθητική κυρίως υπό την έννοια ουσιαστικά σύγκρισης με και αποκλεισμό άλλων παρόμοιων περιπτώσεων και ότι δεν θα ήταν ορθό να εφαρμοστεί ως έχει στη περίπτωση του ενάγοντα η οποία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως μία νομολογιακά πρωτοφανής περίπτωση, εφόσον δηλαδή δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αυθεντία με την οποία να εξετάζεται εντελώς παρόμοια αξίωση όπως αυτή του ενάγοντα με την οποία αρχικά διεκδικούσε αποζημίωση όχι απλώς για την αξία της γης η οποία παραχωρείται αλλά και για άλλα ποσά έστω και εάν πλέον έχει περιορίσει τις θεραπείες τις οποίες διεκδικεί σε μόνο δύο, μεταξύ των οποίων και η αξία της γης η οποία παραχωρείται. Τονίζω και πάλι βεβαίως ότι σαφώς ο ενάγων δεν διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με τον επηρεασμό της αξίας της εναπομένουσας έκτασης του επίδικου ακινήτου πέραν βεβαίως από τον αναπόφευκτο επηρεασμό υπό την έννοια της αφαίρεσης της αξίας της έκτασης η οποία παραχωρείται στο δημόσιο.
- Βεβαίως το γεγονός ότι η αποζημίωση η οποία διεκδικείται από τον ενάγοντα εμπεριείχε και εξακολουθεί σε λιγότερο βαθμό να εμπεριέχει ποσά ανεξάρτητα και από την αξία της γης η οποία παραχωρείται δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι ο σχετικός Νόμος αναφέρεται γενικά σε αποζημίωση δίχως αυτή να κατηγοριοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο. Παρά δηλαδή και το γεγονός ότι στη περίπτωση της απόφασης Christodoulides v. Municipal Corporation of Famagusta (βλ. πιο πάνω) η ενάγουσα διεκδικούσε ως hardship ένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο σύμφωνα με την αξίωση της αποτελούσε την αξία της γης την οποία παραχωρούσε για τη διαπλάτυνση της δημόσιας οδού.
- Όπως αναφέρω στη παράγραφο 0 αυτής της απόφασης η μοναδική αυθεντία η οποία έχω εντοπίσει στην οποία εξετάζεται αξίωση παρόμοια με αυτή του ενάγοντα είναι η απόφαση Christodoulides v. Municipal Corporation of Famagusta (βλ. πιο πάνω). Σε αυτή την περίπτωση η ενάγουσα βάσει της άδειας οικοδομής η οποία εκδόθηκε όφειλε να παραχωρήσει από το οικόπεδο της, συνολικής έκτασης 8.281 τετραγωνικά πόδια, μία έκταση 3.500 τετραγωνικά πόδια για τη δημιουργία δημόσιας οδού. Με την αγωγή της διεκδικούσε συγκεκριμένο ποσό για το "hardship" (βλ. σχετικά την υποσημείωση ως προς τη χρήση αυτής της λέξης[4]) το οποίο προκλήθηκε σε αυτήν. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν θα προκαλείτο hardship στην ενάγουσα εάν δεν πληρωνόταν αποζημίωση σε αυτήν. Σύμφωνα δηλαδή με την επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όντως θα προκαλείτο hardship και εκτίμησε την αποζημίωση σε ποσό £1.000,00 ενώ η ενάγουσα αρχικά διεκδικούσε £2.000,
- Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου συμφωνώντας ότι η ενάγουσα είχε αποδείξει την ύπαρξη hardship ενώ παράλληλα το ποσό της αποζημίωσης κρίθηκε ως εύλογο.
- Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δικαστής Zekia ως προς το θέμα της απόδειξης ύπαρξης hardship, στη σελίδα 45 της απόφασης, τα ακόλουθα,:-΄ "A space of land situated in the centre of the commercial and industrial part of the town amounting to over 43% of the total area owned by the plaintiff was, by operation of the law, ceded to the street. Obviously this amounts to a hardship. No doubt if the space taken was not an extensive one and the decrease in value of the remaining portion was not substantial a case of hardship cannot be said to have been made but the amount of loss sustained in this case, even after taking into account the advantage a land owner will derive from a straightened and widened road passing by his building site, is not an amount which could reasonably be expected to be accepted or suffered by a public and fair-minded citizen in favour of public interest without any compensation. To my mind it must remain always a question of fact dependent on the surrounding circumstances whether in a particular case a case of hardship within the meaning of the proviso to section 13
(1)of the Streets and Buildings Regulation Law, Cap. 96 (supra) has been made or not. In ascertaining whether hardship was caused under the proviso, in my view both the objective and the subjective aspect of the case should be considered."
- Θεωρώ ως πολύ σημαντική την αναφορά του Δικαστή Zekia ως προς τον τρόπο καθορισμού της ύπαρξης hardship ιδιαίτερα δε την έμφαση την οποία δίδει ως προς το να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική πτυχή. Διευκρινίζω εντούτοις ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έδωσε απόφαση και ο Δικαστής Βασιλειάδης ενώ ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Wilson αν και, στη σελίδα 47 της απόφασης, συμφώνησε με τους λόγους των αποφάσεων και των δύο άλλων Δικαστών εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αποφάσεων αναφορικά με τα στοιχεία τα οποία θα λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της έννοιας του hardship προσθέτοντας ότι αυτό είναι πάντοτε ερώτημα πραγματικό (question of fact).
- Εμπεριέχει η απόφαση του Δικαστή Βασιλειάδης χρήσιμες αναφορές στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως, παραδείγματος χάριν, το γεγονός ότι έλαβε υπόψη το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι υπήρχε hardship σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)επειδή η χρήση η οποία θα μπορούσε να γίνει της εναπομένουσας έκτασης του οικοπέδου το οποίο επηρεαζόταν από τη ευθυγράμμιση ή ανάλογη ρύθμιση (alignment) του δρόμου επηρεαζόταν ουσιωδώς από την έκταση η οποία είχε αφαιρεθεί και ως αποτέλεσμα η αξία της εναπομένουσας έκτασης μειωνόταν σημαντικά. Ως επίσης αναφορά και στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο υπολόγισε την αποζημίωση λαμβάνοντας υπόψη την επαύξηση της αξίας του οικοπέδου από τη διαπλάτυνση της οδού. Στη συνέχεια εξέτασε το ερώτημα κατά πόσο οι περιστάσεις της υπόθεσης αποτελούσαν hardship έτσι ώστε να παρέχουν το δικαίωμα αποζημίωσης στην ενάγουσα. Αναφέρει σχετικά τα εξής, στη σελίδα 53, ως προς το νόημα της λέξης hardship,:- "In the absence of special definition for the purposes of this statute, the word "hardhip" in this section, must carry its ordinary meaning in the context in which it is used by the legislator. Reading section 13
(1)of the Streets and Buildings Regulation Law (supra) in the framework of the statute as a whole, I find that the word presents no difficulty whatever in ascertaining the effect of the section upon the case in hand. According to the Shorter Oxford English Dictionary, 3rd Ed., p. 866 "hardship" is the quality of being hard to bear; hardness of fate or circumstances ; a piece of harsh treatment. And "harsh" according to the same dictionary at p. 869 is a treatment "repugnant to the feelings". The legislator expressly provided under section 13, that any space between the old and the new alignment of a street "shall become part of such street without the payment by the appropriate authority of any compensation whatsoever". But as this might, in certain circumstances, amount to a piece of hard treatment, a treatment of the owner of the affected site, repugnant to the feelings of the ordinary man, if no compensation were paid to the expropriated owner for the extensive loss he sustained by the severity of the statute, the legislator made it clear that this was not intended; and he expressly provided in the same section that if it is established that hardship would be caused "if no compenstation were paid" the appropriate authority "shall pay such compensation as may be reasonable having regard to all the circumstances of the case". I have underlined[5] certain words to lay stress in their use by the legislator. And to show that the hardship must be sought in the non-payment of compensation ; and not in the loss of part of the site, which is, as submitted, unavoidable".
- Στη συνέχεια αναφερόμενος στην απώλεια πέραν του 40% της έκτασης του οικοπέδου συμφώνησε με τη προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία θεωρήθηκε ότι θα προκαλείτο hardship εάν δεν πληρωνόταν αποζημίωση.
- Επιπλέον, ο Δικαστής Βασιλειάδης ήταν και ο μόνος από τη τότε σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο οποίος εξέτασε και τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης σε τέτοιες περιπτώσεις εκφράζοντας άποψη επί του συγκεκριμένου θέματος. Αναφέρει σχετικά τα εξής στη σελίδα 54 της απόφασης,:- ".I am inclined to the view that the wording of the section indicates that the compensation should not be measured on the value of the land lost to the street ; but it must be sufficient to constitute reasonable compensation to the owner of the affected site, "having regard to all the circumstances of the case." This, in my opinion, means that together with the value of the site before and after the alignment, all other relevant circumstances in a particular case, must be taken into account in assessing the compensation, which is the responsibility of the trial-Court in the first instance. And that unless it can be shown on appeal, that the trial Court acted on wrong principle, or made their finding on irrelevant factors, this Court should not interfere with the assessment made by the trial court merely because it may appear to be lower or higher than our own estimate; unless this Court thinks that the amount awarded is unreasonable in the circumstances."
- Θεωρώ αρκετά σημαντική την άποψη του Δικαστή Βασιλειάδη η οποία μάλιστα είχε σχέση με βασικό ερώτημα το οποίο εξετάστηκε κατά την έφεση. Δηλαδή, κατ΄ επέκταση του ερωτήματος της διαπίστωσης ύπαρξης hardship το ερώτημα ως προς το ποιο θα ήταν εύλογο ποσό επιδίκασης ως αποζημίωση. Ως εκ τούτου δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι η αναφορά αυτή αποτελούσε obiter dictum. Αντιθέτως αποτελεί και αυτή μέρος του δεσμευτικού περιεχομένου της απόφασης.
- Σημαντική κρίνω είναι η ευρύτητα επιλογής παραγόντων η οποία καθορίζεται ως σχετική κατά τον καθορισμό των σχετικών δεδομένων τα οποία δύναται να λάβει υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο στον υπολογισμό της αποζημίωσης. Οι σχετικοί παράγοντες δηλαδή για καθορισμό εύλογης αποζημίωσης σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι η αξία του μέρους της γης η οποία έχει παραχωρηθεί για διαπλάτυνση της δημόσιας οδού αν και αυτή θα πρέπει να είναι επαρκής έτσι ώστε να αποτελεί εύλογη αποζημίωση στον ιδιοκτήτη του επηρεαζόμενου ακινήτου διατηρώντας υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα της υπόθεσης. Δηλαδή, σε συνάρτηση με την αξία του επηρεαζόμενου ακινήτου πριν και μετά την ευθυγράμμιση ή ρύθμιση της οδού (alignment) όλες οι υπόλοιπες σχετικές περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της αποζημίωσης.
- Αναφορικά με την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10695, ημερομηνίας 27/3/2011, Γεωργαλλίδου κ. ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1Α Α. Α. Δ. 365 παρατηρώ τα ακόλουθα. Υπενθυμίζω ότι η απόφαση αυτή αφορούσε απαλλοτρίωση αν και βεβαίως η σχετικότητα της προκύπτει από το γεγονός ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης είχε ως σκοπό τη διαπλάτυνση και βελτίωση δημόσιας οδού ενώ όλη η έκταση της απαλλοτρίωσης ενέπιπτε σε χώρο που ήδη επηρεαζόταν από διατάγματα δεσμευτικής ρυμοτομίας. Εξετάστηκε ουσιαστικά σε αυτή την απόφαση η εφαρμογή του άρθρου 10 (η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν. 15/62όπως αυτός τροποποιήθηκε) το οποίο προστέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 25/83 και του οποίου έρεισμα, όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση, είναι το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Αναφέρεται δε σχετικά στην απόφαση αυτή ότι περιορισμοί που αφορούν δεσμευτική ρυμοτομία εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 10 (η) ως περιορισμοί απολύτως απαραίτητοι προς το συμφέρον της πολεοδομίας στα πλαίσια του άρθρου 23.3 και ως επιβαλλόμενοι δυνάμει των διατάξεων «οιουδήποτε άλλου Νόμου» θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης εφόσον θα ήταν καταβλητέα γι΄ αυτούς αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 23.3. Ενώ όπως αναφέρεται σχετικά (σελίδα 376) η υποχρέωση καταβολής αποζημίωση ευθέως σε σχέση με ρυμοτομία ρυθμίζεται και από το άρθρο 13
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου το οποίο θα πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Παρατηρείται ότι το άρθρο 13 αναγνωρίζει την υποχρέωση καταβολής εύλογης αποζημίωσης αν προκαλείται hardship ενώ στη σελίδα 377 γίνονται τρεις παρατηρήσεις αναφορικά με την απόφαση Christodoulides v. Municipal Corporation of Famagusta (βλ. πιο πάνω). Πρώτο, «.ότι η υπόθεση, ευθέως ως απαίτηση για καταβολή αποζημίωσης για hardship λόγω ρυμοτομίας, αποφασίσθηκε σε συνάρτηση με το άρθρο 13
(1)και όχι με το Άρθρο 23.4.γ του Συντάγματος και το άρθρο 10(η), το οποίο εξ άλλου δεν ήταν σε ισχύ τότε και το οποίο δεν περιορίζει την καταβλητέα αποζημίωση μόνο στην περίπτωση hardship». Δεύτερο, «.ότι η ύπαρξη hardship . δεν συναρτάται προς οποιοδήποτε συγκεκριμένο και δεδομένο ποσοστό της έκτασης της ρυμοτομίας επί της έκτασης του κτήματος.αλλά είναι θέμα γεγονότων σε κάθε περίπτωση ως προς το μέγεθος της ζημιάς για τον ιδιοκτήτη αφού ληφθούν υπ΄όψη όλοι οι παράγοντες που συνυπολογίζονται στον καθορισμό της αποζημίωσης, περιλαμβανομένης της οποιασδήποτε επελθούσας υπεραξίας στο κτήμα». Τρίτο, «.ότι η έννοια του hardship δεν συσχετίσθηκε προς την ευρύτερη και - ως εκ της συνταγματικής της θέσης - επικρατέστερη έννοια της ουσιώδους μείωσης της αξίας βάσει του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος». 58. Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση Γεωργαλλίδου είχε σχέση με απαλλοτρίωση και ότι η αξίωση των εναγουσών ουδέποτε καταχωρήθηκε επί της βάσης του άρθρου 13 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο. Εντούτοις γίνονται αναφορές στο άρθρο 13 σε συσχετισμό τόσο με την εφαρμογή του άρθρου 10 (η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου όσο και με τον επηρεασμό της εφαρμογής του άρθρου 13 μετά από ανάλογη προσαρμογή του στο Σύνταγμα. Όπως δε αναφέρεται σχετικά, στη σελίδα 381, το άρθρο 13
(1)θα πρέπει να προσαρμοσθεί στους όρους του άρθρου 23.3 του Συντάγματος, «.δηλαδή ως αναφερόμενο όχι πλέον σε hardship αλλά σε ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας του κτήματος απολήγουσα σε ταυτόσημη προσέγγιση ως η του άρθρου 10(η)». 59. Παρά και την αναφορά αυτή όμως εντός του πλαισίου εξέτασης της συγκεκριμένης έφεσης σημειώθηκε ότι εν πάση περιπτώσει το Ανώτατο Δικαστήριο θα διαπίστωνε και hardship «.όπως αυτό είναι νομολογιακά αντιληπτό στα πλαίσια του άρθρου 13
(1).η νομολογία καταδεικνύει ότι το hardship είναι θέμα πραγματικό στην κάθε περίπτωση και δεν υπάρχει γενικά λογικό και καθοριστικό ποσοστό ρυμοτομίας προς ολική έκταση.» προσθέτοντας ότι «.όπως η φύση του κτήματος, το ποσοστό της έκτασης της ρυμοτομίας προς την ολική έκταση, ο βαθμός επηρεασμού των προοπτικών ανάπτυξης του κτήματος και άλλα τέτοια μπορεί βέβαια να είναι σχετικά ως προς την πραγματική διαπίστωση hardship, έτσι είναι ιδιαίτερα σχετική η αξία της υπό ρυμοτομία έκτασης, όχι σε σχετικούς όρους ως αναλογία επί της ολικής αξίας του κτήματος αλλά αυτή καθ΄αυτή ως προς το μέγεθος της». 60. Θεωρώ ότι όλες αυτές οι αναφορές έχουν τη δική τους ιδιαίτερη σημασία όμως και πάλι τονίζω ότι δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου στην εφαρμογή της σχετικής νομικής πτυχής αυτής της αγωγής το δεδομένο ότι στην απόφαση Γεωργαλλίδου εξεταζόταν ως κύριο επίδικο θέμα ο καθορισμός του ποσού αποζημίωσης σε υπόθεση απαλλοτρίωσης και όχι αυτή καθαυτή η εφαρμογή του άρθρου 13
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ HARDSHIP
- Αναφορικά με το ερώτημα ως προς το κατά πόσο ο ενάγων έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί hardship έτσι ώστε να αποκτά το δικαίωμα επιδίκασης οποιασδήποτε αποζημίωσης πέραν και των όσων σχετικά αναφέρονται πιο πάνω εξειδικεύω και παραθέτω πιο κάτω και ορισμένους σχετικούς παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι ασφαλώς προκύπτουν από τα ιδιαίτερα γεγονότα αυτής της αγωγής. 61.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι στη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση η πρόσοψη του επίδικου ακινήτου σύμφωνα και με τη κλίμακα επί του Επίσημου Κτηματικού Σχεδίου η οποία επισυνάπτεται στο τεκμήριο 6 είναι περίπου 80 μέτρα. Θεωρώ ότι αναπόφευκτα το μέγεθος της έκτασης η οποία παραχωρείται προς το δημόσιο δρόμο επηρεάζεται και από αυτό το ίδιο το μήκος της πρόσοψης του επίδικου ακινήτου. 61.
- Ανεξάρτητα και από αυτό το δεδομένο δεν συμμερίζομαι την άποψη ουσιαστικά η οποία εκφράζεται στη παράγραφο 10 (δ) της έκθεσης υπεράσπισης. Ως προς το ότι δηλαδή επειδή η παραχωρούμενη έκταση δεν είναι μεγαλύτερη του ποσοστού 3,57% [6] του όλου τεμαχίου αυτό δεν συνιστά δυσμενή επηρεασμό του ώστε ο ενάγων να δικαιούται σε επιδίκαση αποζημίωσης. Θεωρώ δηλαδή ότι αν και η συνολική έκταση του επίδικου ακινήτου σε συσχετισμό με την έκταση η οποία παραχωρείται αποτελεί σχετικό παράγοντα αυτός είτε από μόνος του είτε σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο σχετικό παράγοντα δεν είναι αρκετός έτσι ώστε να κριθεί ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση. Ασφαλώς το ποσοστό αυτό είναι μικρό. Το γεγονός αυτό όμως προκύπτει από την ίδια την έκταση του επίδικου ακινήτου. Δηλαδή, 22 δεκάρια και 266 τετραγωνικά μέτρα (βλ. σχετικά το τεκμήριο 3). Δεν παύει όμως και η ίδια η έκταση γης η οποία παραχωρείται προς διαπλάτυνση της δημόσιας οδού να είναι μία αρκετά σημαντική έκταση ιδιαίτερα δε εάν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και με βάση τη μαρτυρία του Μ. Ε. 1 σε σχέση με παρόμοιες συγκριτικές πωλήσεις στην ίδια περιοχή υπάρχει ολόκληρο οικόπεδο η συνολική έκταση του οποίου δεν διαφέρει ιδιαίτερα και από την έκταση της γης η οποία παραχωρείται προς το δημόσιο. Δηλαδή, η συγκριτική πώληση (δ) του εκτιμητή του ενάγοντα η οποία περιγράφεται ως πώληση οικοπέδου συνολικής έκτασης 876 τετραγωνικών μέτρων. Μία σχετικά μικρή διαφορά δηλαδή 40 τετραγωνικών μέτρων. Διατηρεί υπόψη του το Δικαστήριο αυτή την ίδια την έκταση της γης η οποία παραχωρείται προς το δημόσιο ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι αυτή όντως δεν αποτελεί παρά ένα μικρό ουσιαστικά ποσοστό του επίδικου ακινήτου. Όμως ακόμη και αυτό το δεδομένο από μόνο του δεν κρίνεται ως αρκετό έτσι ώστε να κριθεί ότι με βάση τις απαιτούμενες προϋποθέσεις όπως αυτές τίθενται με τη σχετική νομολογία ο ενάγων όντως δικαιούται σε επιδίκαση αποζημίωσης. Απλώς και μόνο δηλαδή λόγω της ίδιας της έκτασης της γης η οποία παραχωρείται προς το δημόσιο. 61.
- Ένας επιπρόσθετος παράγοντας είναι και τα όσα ανέφερε σχετικά ο ενάγων αναφορικά με τη πραγματική κατάσταση επί τόπου και ιδιαίτερα ως προς την απαραίτητη εξασφάλιση δικαιώματος διάβασης πάνω από δημόσιο αργάκι. Δηλαδή, αυτό το οποίο διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο είναι το εξής. Η περίπτωση του ενάγοντα δεν είναι όσο απλή όσο αυτή στην οποία ήδη υπάρχει ένα σαφώς διατυπωμένο επί του εδάφους δημόσιο οδικό δίκτυο σε σχέση με το οποίο ζητείται και από τον ίδιο όπως και από τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες παρακείμενων τεμαχίων να παραχωρήσει μέρος του δικού του ακινήτου. Αντιθέτως, έτσι ώστε ο ίδιος να ήταν σε θέση να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια χρειάστηκε να εξασφαλίσει δικαίωμα διάβασης από τα γειτονικά τεμάχια τα οποία προς καλή του τύχη ανήκαν στις αδελφές του και έτσι του παραχωρήθηκε δωρεάν και ότι στη συνέχεια έτσι ώστε να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής απαιτήθηκε από τον ίδιο όπως καταβάλει ένα ποσό και όπως εξασφαλιστεί η άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου έτσι ώστε να αποκτήσει δικαίωμα διαβάσεως πάνω από δημόσιο αργάκι[7]. Ενώ, όπως με περισσή σαφήνεια εξήγησε, μπροστά από το επίδικο ακίνητο αυτό το οποίο όντως υπάρχει ουσιαστικά είναι μονοπάτι και ότι αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να εξασφαλίσει δικαίωμα διαβάσεως. Καθότι δηλαδή το πλάτος του μονοπατιού δεν ήταν αρκετό έτσι ώστε να εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια. Άλλωστε, δηλαδή πέραν και από την έλλειψη οποιασδήποτε αμφισβήτησης της μαρτυρίας του ενάγοντα επί του προκειμένου, το δεδομένο της ύπαρξης μονοπατιού στην βορειονατολική πλευρά του επίδικου ακινήτου επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Άρα ουσιαστικά ο όρος ο οποίος επιβλήθηκε σε σχέση με τη παραχώρηση της συγκεκριμένης έκτασης από το επίδικο ακίνητο δεν συνδέεται άμεσα είτε χρονικά είτε διαφορετικά με τη διαπλάτυνση ή ευθυγράμμιση υπαρκτής δημόσιας οδού υπό την έννοια μάλιστα της διεύρυνσης του οδικού δικτύου όπως αυτή περιγράφεται στη παράγραφο 10 της έκθεσης υπεράσπισης. 61.
- Μάλιστα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 10 έχουν σχέση με αβέβαιη ουσιαστικά μελλοντική ανάπτυξη του οδικού δικτύου μπροστά από το επίδικο ακίνητο. Η μελλοντική αυτή αβεβαιότητα προκύπτει με σαφήνεια από τη μαρτυρία την οποία ο ενάγων έχει δώσει. Παραδείγματος χάριν, η αναφορά στην υποπαράγραφο (β) της έκθεσης υπεράσπισης ως προς το ότι ενώ το επίδικο ακίνητο προηγουμένως συνόρευε με μονοπάτι και είχε διέξοδο στον δημόσιο δρόμο με δικαίωμα διάβασης «.ενώ μετά την επιβολή του όρου . θα συνορεύει με δημόσιο δρόμο.» ουσιαστικά δεν ανταποκρίνεται με τη πραγματικότητα επί του εδάφους. Ακόμη και περίπου 4 ½ χρόνια μετά από τη σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα η κατάσταση επί του εδάφους δεν είχε αλλοιωθεί. Βεβαίως ουσιαστικά οι αναφορές εντός της παραγράφου 10 έχουν σχέση με μελλοντικές εξελίξεις. Όπως η διεύρυνση του δημόσιου δρόμου με τη παραχώρηση αντίστοιχου μέρους από το γειτονικό τεμάχιο 40 ώστε ο δρόμος μελλοντικά να καταστεί πλάτους 64 ποδών. Ή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Τοπικού Σχεδίου Πάφου η σταδιακή διαπλάτυνση του δρόμου και προς τις δύο κατευθύνσεις, δεξιότερα και αριστερότερα του τεμαχίου του ενάγοντα μέχρι τη συνένωση του με το υφιστάμενο οδικό δίκτυο και το τεράστιο όφελος του τεμαχίου μετά τη συμπλήρωση του οδικού δικτύου. Διαπιστώνεται δηλαδή με βάση τη μαρτυρία του ενάγοντα μία σαφής αβεβαιότητα ως προς το οποιοδήποτε είτε ακόμη και μελλοντικά ενδεχόμενο όφελος για τον ίδιο ως ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου ως αποτέλεσμα της παραχώρησης προς το δημόσιο της συγκεκριμένης έκτασης από το επίδικο ακίνητο. 61.
- Υπενθυμίζω σε αυτό το σημείο της απόφασης τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την έννοια της λέξης hardship όπως το ίδιο το Δικαστήριο την ερμηνεύει υπό τις περιστάσεις στις παραγράφους 42 έως και 45 αυτής της απόφασης δίχως να θεωρώ απαραίτητη την επανάληψη του περιεχομένου αυτών των παραγράφων.
- Έχοντας μελετήσει ενδελεχώς τόσο τη σχετική νομολογία όσο και τα δεδομένα αυτής της αγωγής όπως αυτά προκύπτουν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και δίχως να κρίνεται ως απαραίτητη η οποιαδήποτε επιπρόσθετη διαπίστωση πραγματικών γεγονότων κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την ύπαρξη hardship έτσι ώστε να δικαιούται στην επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης.
- Συνίσταται το hardship το οποίο έχει προκληθεί από την παραχώρηση της σχετικής έκτασης από το επίδικο ακίνητο πρώτο και κυριότερο από το γεγονός ότι όχι μόνο αυτό δεν απολαμβάνει οποιοδήποτε άμεσο και απτό όφελος από τη παραχώρηση της σχετικής έκτασης αλλά επιπλέον είναι αβέβαιο πότε μελλοντικά θα αποκτηθεί το οποιοδήποτε όφελος παρά και την άμεση επιβολή του όρου δεσμευτικής ρυμοτομίας και δεύτερο από τη στέρηση της διάτρησης η οποία προηγουμένως υπήρχε σε αυτή την έκταση και για το κόστος δημιουργίας νέας ο ενάγων έδωσε αναντίλεκτη μαρτυρία σύμφωνα με την οποία αυτό είναι €3.295,00 (όπως το ποσό αυτό προκύπτει μετά από μετατροπή του από το ποσό των £1.928,55 επί του τεκμηρίου 8 και στρογγυλοποίηση του).
- Αναφορικά με τον καθορισμό εύλογης αποζημίωσης για το μέρος εκείνο του hardship το οποίο δεν έχει σχέση με το κόστος αντικατάστασης της διάτρησης αλλά τη ταλαιπωρία και στέρηση μέρους του επίδικου ακινήτου δίχως οποιοδήποτε άμεσο όφελος και την αβεβαιότητα ως προς τη μελλοντική δημιουργία δημόσιας οδού μπροστά από το επίδικο ακίνητο διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικαστεί αποζημίωση. Κρίνω ότι ως μία λογική βάση υπολογισμού αυτής της αποζημίωσης το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη την ίδια την αξία της έκτασης η οποία έχει παραχωρηθεί. Δηλαδή ο καθορισμός της αποζημίωσης να βασίζεται επί ενός ποσοστού της αξίας της γης η οποία έχει παραχωρηθεί. Θεωρώ ότι ένα δίκαιο και εύλογο ποσοστό υπό τις περιστάσεις είναι αυτό του 20% αυτής της αξίας. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη και την αξία της παραχωρηθείσας έκτασης, δηλαδή €83.632,00, καθορίζω αυτό το μέρος της αποζημίωσης στο ποσό των €16.726,40 το οποίο στρογγυλοποιώ στο ποσό των €16.700,00 ενώ έχοντας υπόψη ότι μετά από πρόσθεση αυτού του ποσού στο ποσό των €3.295.00 ως κόστος αντικατάστασης της διάτρησης προκύπτει το συνολικό ποσό των €19.995,00 το οποίο στρογγυλοποιώ σε €20.000,00 ως το σύνολο της αποζημίωσης η οποία θα επιδικαστεί.
- Αναφορικά με το θέμα του νόμιμου τόκου ο οποίος θα επιδικαστεί διατηρώ υπόψη μου το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 2008 (Ν.81 (Ι) του 2008) ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αγωγής τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
- Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εις βάρος του εναγομένου για το ποσό των €20.000,00 πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν πλέον τόκο 8% ετησίως από 7/4/2005 μέχρι 15/10/2008 και τόκο 5.5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά τη παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης. [2] Βλ. σχετ. τη παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης και τη παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης. [3] ".if it is established that hardship would be caused if no compensation were paid." [4] Σκοπίμως θα χρησιμοποιώ τη λέξη αυτή στα Αγγλικά καθότι θεωρώ ότι αποτελεί ένα πολύ βασικό ορισμό σε σχέση με τα δεδομένα της αγωγής έτσι ώστε να αποκλείεται όσο το δυνατό το περισσότερο η πρόκληση οποιασδήποτε λανθασμένης εντύπωσης αναφορικά με την αιτιολόγηση αυτής της απόφασης σε περίπτωση χρήσης οποιασδήποτε μετάφρασης αυτής της λέξης. [5] Αντί για υπογράμμιση έχω τονίσει τα μέρη αυτά με πιο έντονη εμφάνιση (bold) έτσι ώστε να ξεχωρίζουν οι δικές μου υπογραμμίσεις από το ίδιο απόσπασμα. [6] Βεβαίως σύμφωνα με δικούς μου υπολογισμούς σύμφωνα με τα δεδομένα όπως αυτά έχουν αποδειχθεί μετά από ακρόαση της αγωγής το ποσοστό το οποίο παραχωρείται είναι περίπου 3,76% και όχι 3,57%. [7] Αξίζει να σημειωθεί επί του συγκεκριμένου σημείου ότι είναι άξιον απορίας πως επιβλήθηκε η υποχρέωση στον ενάγοντα να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό εφόσον σύμφωνα και με το σχεδιασμό του οδικού δικτύου βάσει του Τοπικού Σχεδίου Πάφου πάνω από το σημείο όπου βρίσκεται το δημόσιο αργάκι μελλοντικά θα υπάρχει δημόσια οδός. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο