Χριστάκης Ιωάννου ν. Βαγγέλης Λαγός, Αρ. Αγωγής 4278/2010, 28.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟY ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 4278/2010 Χριστάκης Ιωάννου, από την Πάφο Ενάγοντα Και Βαγγέλης Λαγός από την Δερύνεια Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 3.1.2011 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.9.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Π. Ευθυμίου (Για να ακούσει απόφαση κα Ν. Χριστοδουλίδου) Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση: κ. Ν. Τσιαπαλής (Για να ακούσει απόφαση κα Στ. Ευθυβούλου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας ζητά συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγόμενου καθότι στερείται υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 και στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι η απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου είναι ξεκαθαρισμένη και γνήσια αφού προκύπτει από έγγραφη ανάληψη υποχρέωσης χρέους, στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού άλλων υποθέσεων εναντίον του στο Ε.Δ. Πάφου την οποία και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία ουσιαστική και/ή βάσιμη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ο λόγος που καταχώρησε εμφάνιση είναι απλώς για να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης εναντίον του. Εξ΄ όσων γνωρίζει και πιστεύει συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία και προσθέτει ότι ο εναγόμενος έναντι του χρέους του πλήρωσε σε 2 ημερομηνίες 14/11/2010 και 7/12/2010 το συνολικό ποσό των €2500 και παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο €32.500 πλέον τόκοι από 22/11/2010 μέχρι εξόφλησης. Ο καθ΄ου η αίτηση στις 7.2.2011 καταχώρησε γραπτή ένσταση, στην οποία διατυπώνονται οι πιο κάτω λόγοι ένστασης:
- Η αίτηση του ενάγοντα - αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Ο εναγόμενος - καθ΄ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση νομική και ουσιαστική. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
- Ειλικρινά πιστεύω ότι έχω καλή υπεράσπιση σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να επιτραπεί η χωρίς όρους καταχώρηση της έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
- Στην ποινική υπόθεση 8733/2009 Ε.Δ. Πάφου που αναφέρεται στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, είχα αρνηθεί τις κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν την έκδοση επιταγών και στις 12.7.2010 είχε αρχίσει ακροαματική διαδικασία η οποία συνεχιζόταν στις 21.9.
- Λίγες ημέρες πριν τις 21.9.2010 με επισκέφθηκε κάποιο πρόσωπο, στο οποίο στο παρόν στάδιο εξ΄όσων γνωρίζω εκτιθεί ποινή φυλάκισης, μου ανάφερε ότι είναι σταλμένος του Χριστάκη Ιωάννου δηλ. του ενάγοντα και ευθέως με απείλησε ότι αν δεν δεχόμουν και δεν αναγνώριζα ότι οφείλω στον ενάγοντα τα λεφτά που μου ζητά, αρχικά θα με έκαναν άχρηστο στο ξύλο και στη συνέχεια μπορεί και να μου συνέβαινε και κανένα σοβαρό ατύχημα, σαφώς δε με προειδοποίησε ότι δεν έπρεπε να πω τίποτα σε κανένα.
- Τα γεγονότα αυτά με τρομοκράτησαν και πραγματικά προβληματιζόμουν για το πώς θα το αντιμετώπιζα και πως θα έπρεπε να ενεργήσω.
- Στις 21.9.2010 όταν παρουσιάστηκα στο Δικαστήριο, ο ενάγων μου υπέδειξε ότι ανάμενε ότι η υπόθεση θα διευθετείτο, διαφορετικά θα δεχόμουν σύντομα νέα επίσκεψη δείχνοντας μου μάλιστα και το πρόσωπο που με έχει επισκεφθεί και μας παρακολουθούσε από κάποια απόσταση. Τονίζοντας ότι αυτή την φορά δεν θα έμεναν στα λόγια.
- Όταν διερωτήθηκα απευθυνόμενος στον ενάγοντα για το πώς μπορεί να διευθετηθεί η υπόθεση αφού δεν έχω τα χρήματα που απαιτεί, μου υπέδειξε ότι θα έπρεπε να υπογράψω ένα χαρτί που θα ετοιμάσει ο δικηγόρος του το οποίο θα τον εξασφαλίζει και θα έκλεινε και η ποινική υπόθεση. Μου είπε μάλιστα ότι αν τα κανόνιζα σύντομα θα μου «χάριζε» και €
- Κάτω από αυτές τις συνθήκες αναγκάστηκα να υπογράψω το έγγραφο ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής το οποίο επικαλείται ο ενάγων και επισυνάπτεται σαν Τεκ. «Α» στην αίτηση για συνοπτική απόφαση
- Σύμφωνα με τα όσα πιστεύω και γνωρίζω και σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχω, με βάση τα πιο πάνω ο ενάγων δεν δικαιούται την αξιούμενη ή οποιαδήποτε θεραπεία και θα πρέπει να μου επιτραπεί να καταχωρήσω υπεράσπιση. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία γιατί κανένας διάδικος δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλώσαντα αντίδικο του, και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων που εκπροσωπούσαν. Στις ιδιαίτερες θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει αναφορά κατωτέρω και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει συνοπτική αποφαση χωρίς να λάβει χώρα η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action) και είναι φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από την διαταγή 18 είναι μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη διαδικασία, η οποία παρακάμπτει τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Δικονομικούς Κανονισμούς αναφορικά με την εκδίκαση υποθέσεων. Η Δ.18 μπορεί να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, νοουμένου βέβαια, ότι είναι σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτική Δικονομίας διαλαμβάνει ως εξής: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Κανονισμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δωθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διαταγής, υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος διεκδίκησης συνοπτικής απόφασης, τις οποίες ο ενάγων έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι τηρούνται (βλ. Μεττή κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 417) και αυτό προτού το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, ότι το ουσιαστικό ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να τεθεί, εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Σπύρος Σταυρινίδης ν Geskoslovenske Obchondi Banka A.S
(1972)1 AAΔ 130). Οι προϋποθέσεις αυτές, είναι οι ακόλουθες: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) Ο ενάγοντας να συνοδεύει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση δική του ή άλλου προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, να επαληθεύει την βάση της αγωγής και να δηλώνει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχει υπεράσπιση. Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι εφόσον ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συνυπάρχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από την Δ.18, τότε το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος για να εμποδίσει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Κύπρος Κυπριανίδης ν. Συμεών Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Ιούλιος Θεοδωρίδης
(1983)1 ΑΑΔ 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ν. Χ¨Νέστορως
(1989)1 (Ε) 2004). Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης και γενικά οι θεμελιακές αρχές που προκύπτουν μέσα από την νομολογία, έχουν τονιστεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Οπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση». Επίσης, τονίζεται στην ίδια υπόθεση, ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α ν. Γιάννη Π. Μακεδώνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 έγινε εκτενής αναφορά σε αποφάσεις που διέπουν αυτό το θέμα και αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999, 1st ed. P.174 para 14.9.99).» Είναι σαφές και συνάγεται από την νομολογία που έχει αναφερθεί πιο πάνω, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται μεταξύ άλλων, για το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Επίσης η νομολογία καθιστά σαφές πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει, και ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον ρόλο του Δικαστηρίου στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί περαιτέρω με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν και η προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του με την μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος, και αφού προηγουμένως ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
- Παρά το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους της ένστασης, τους οποίους πιο πάνω έχω εκθέσει, λόγος που να αφορά ή να σχετίζεται με την τήρηση των τριών προϋποθέσεων, που θέτει η Δ.18 Κ.1, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν όλες οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται, δηλαδή άσχετα από την ύπαρξη τέτοιου λόγου ένστασης, εφόσον η τήρηση τους σχετίζεται με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ενώ από την άλλη, η μη ικανοποίηση τους στερεί το δικαστήριο από την ανάληψη τέτοιας δικαιοδοσίας (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Διερχόμενο το Δικαστήριο όλης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που έχουν παρατεθεί πιο πάνω κρίνω κατ΄αρχήν ότι πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Δ.18 θ.
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του αιτητή, η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε δια δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 16.12.
- Περαιτέρω ως προς την (γ) προϋπόθεση, ο ενάγων - ενόρκως δηλών στην αίτηση, είναι κατάλληλο πρόσωπο να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα του και να δηλώσει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με δεδομένο, ότι ο ενάγων, στην προκειμένη περίπτωση, είναι σε θέση να ορκιστεί, το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι αν το έπραξε με τρόπο θετικό ως προς τα γεγονότα, και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, ώστε να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1(α). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, συνοψίζεται η προσέγγιση της νομολογίας σε ό,τι αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωση την οποία συνδέει με την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ο θ. 1 της Δ.48 φαίνεται ότι θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην σελ. 793 στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό παράγοντα διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Έχω εξετάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό είναι θετικό στο βαθμό που απαιτείται ώστε να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1. Ενόψει των πιο πάνω στην συνέχεια το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος, στους ώμους του οποίου έχει μετατεθεί το βάρος, έχει με την μαρτυρία του παρουσιάσει τέτοια στοιχεία που δείχνουν ότι έχει καλή υπεράσπιση ή προκύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Ο συνήγορος του ενάγοντα στην γραπτή του αγόρευση, αφού σχολιάζει την ένορκη δήλωση του εναγόμενου - καθ΄ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση του υποστηρίζει ότι, ο εναγόμενος δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση ως προς την ουσία της απαίτησης του ενάγοντα η οποία άπτεται της ύπαρξης συμφωνίας δανείου. Πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι δεν έγινε συμφωνία δανείου και ότι οι επιταγές που δεν τιμήθηκαν, δόθηκαν για την επιστροφή του ποσού του δανείου, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την διευθέτηση των 2 υποθέσεων, δεν αναφέρεται στην πολιτική αγωγή και ούτε αμφισβητεί την πληρωμή ποσού έναντι του χρέους μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου Α, αμφισβητεί μόνο τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου Α. Ο εναγόμενος, υποστηρίζει ο κ. Ευθυμίου, δεν έχει αποκαλύψει ούτε συγκεκριμένα ούτε επαρκή στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ανάγκη, να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή του και οι ισχυρισμοί του βρίσκονται στο στάδιο και στο πλαίσιο της αοριστολογίας και της γενικής πιθανολόγησης, δεν προβάλλει καμία καλόπιστη υπεράσπιση και συνεπώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Από την αντίπερα όχθη, ο συνήγορος του εναγόμενου στην γραπτή του αγόρευση, υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει λεπτομερώς την υπεράσπιση του στις παραγράφους 3 μέχρι και 8 της ένορκης του δήλωσης και θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του και να του δώσει το δικαίωμα να την καταχωρήσει. Θα συμφωνήσω με τον συνήγορο του ενάγοντα - αιτητή ότι ο εναγόμενος ουσιαστικά δεν αμφισβητεί την βάση της απαίτησης του ενάγοντα. Στην ένορκη του δήλωση δεν προβάλλει καμία άρνηση σε σχέση με την παραχώρηση δανείου από τον ενάγοντα σε αυτόν. Δε αντικρούσει ρητά τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι οι επιταγές δόθηκαν για την εξόφληση του χρέους, ο ισχυρισμός ότι «Στην ποινική υπόθεση 8733/2009 Ε.Δ. Πάφου που αναφέρεται στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, είχα αρνηθεί τις κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν την έκδοση επιταγών ........» δεν προσθέτει οτιδήποτε και ενισχύει τον ισχυρισμό ότι δόθηκαν για τον συγκεκριμένο λόγο. Ο εναγόμενος δεν δίνει καμία εξήγηση και καμία αναφορά δεν κάνει για τον λόγο που έκδωσε τις επιταγές αναγνωρίζοντας έτσι ότι δόθηκαν στον ενάγοντα για εξόφληση του δανείου που του παραχώρησε. Στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης του ο εναγόμενος, αναφέρει, «Όταν διερωτήθηκα απευθυνόμενος στον ενάγοντα για το πώς μπορεί να διευθετηθεί η υπόθεση αφού δεν έχω τα χρήματα που απαιτεί......», δεν αναφέρει ότι δεν οφείλει τα χρήματα αλλά ότι δεν τα έχει. Καθίσταται φανερό ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του δανείου, ότι οι επιταγές δόθηκαν για την εξόφληση του και ότι το Τεκμήριο Α υπογράφηκε στα πλαίσια συμβιβασμού των υποθέσεων που είχαν καταχωρηθεί εναντίον του. Αυτό που αμφισβητεί είναι οι συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου Α. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμβαση για να θεωρείται έγκυρη θα πρέπει να καταρτιστεί με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη (άρθρο 14). Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου ως προς τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου Α, και οι λόγοι που εξηγεί ότι τον ανάγκασαν στην υπογραφή του είναι πράγματι μία καλή υπεράσπιση όχι όμως σε σχέση με την ουσία της απαίτησης του ενάγοντα η οποία αφορά την σύναψη δανείου. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος δεν αρνείται τον ισχυρισμό ότι μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου Α, του οποίου την εγκυρότητα με αυτά που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αμφισβητεί, πλήρωσε το ποσό το συνολικό ποσό των €2500.-, ως ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην παρ. 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αναγνωρίζοντας συνεπώς ο εναγόμενος την απαίτηση του ενάγοντα, δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει έχουν σχέση με την ουσία της υπόθεσης. Συνεπώς ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (βλ. Hermes Insurance (πιο πάνω)) και κατ΄ επέκταση ότι θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρίσει υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €32500.- (και όχι για το ποσό των €33.500 - βλ. παρ. 8 Α της έκθεσης απαίτησης και παρ. 7 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση εφόσον πληρώθηκε το ποσό των €2500) πλέον τόκοι ως η παρ. 8 Β της έκθεσης απαίτησης πλέον τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο