← Κύπρος

ARISTO DEVELOPERS LTD ν. CYPROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής 1189/2009, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ARISTO DEVELOPERS LTD ν. CYPROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής 1189/2009, 30 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A124 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1189/2009 Μεταξύ: ARISTO DEVELOPERS LTD, από την Πάφο Εναγόντων και CYPROPERTIES LTD, από την Λευκωσία Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 6.4.2011 για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2011 Για τους εναγόμενους - Αιτητές: κ. Γ. Παπαντωνίου (για να ακούσει απόφαση κα Χρ. Κωνσταντίνου) Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση κα Ελ. Μιχαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης τους. Συγκεκριμένα ζητούν όπως η παράγραφος 5 της υπεράσπισης αντικατασταθεί με την ακόλουθη νέα παράγραφο: «Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με βάση την μεταξύ τους υπογραφείσα συμφωνία δεν είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν οιαδήποτε των αιτούμενων ποσών στην Αρμόδια Αρχή αλλά ήταν υποχρέωση των εναγόντων οι οποίοι ανελάμβαναν όλες τις υποχρεώσεις τους από 12/2/2004 που ενεγράφησαν ιδιοκτήτες των ακινήτων.» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. 1 και Δ.48 θ 1,2 και

  1. Η αίτηση των εναγομένων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Κούλλας Θεοδώρου, που όπως αναφέρει είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση. Περαιτέρω αναφέρει τα ακόλουθα:
  2. Κατά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης που αφορά την παρούσα υπόθεση, εκ λάθους καταχωρήθηκε Υπεράσπιση που αφορούσε άλλη υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους και εκτυπώθηκε από την ηλεκτρονικό υπολογιστή, η ουσία της υπεράσπισης στην άλλη υπόθεση αντί η ουσιαστική υπεράσπιση που αφορά την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  3. Πιστεύω ότι είναι δίκαιο να γίνει δεκτή η τροποποίηση της υπεράσπισης καθ΄ότι με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται ορθή παράθεση της νομικής βάσης της υπόθεσης και θα μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να απονέμει την Δικαιοσύνη βάσει όλων των περιστατικών της υπόθεσης.
  4. Με την αιτούμενη τροποποίηση ως εμφαίνεται στην Αίτηση, ο Ενάγοντες δεν θα περιέλθουν σε δυσμενέστερη θέση και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα τους.
  5. Εν όψει των πιο πάνω αιτούμαστε ως η αίτηση μας. Oι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  6. Η αίτηση της εναγόμενης δεν αποκαλύπτει λόγο γιατί αιτούμενη τροποποίηση να γίνει δεκτή.
  7. Η Αίτηση για τροποποίηση γίνεται σε πολύ αργοπορημένο στάδιο της διαδικασίας.
  8. Το υπόβαθρο της ζητούμενης τροποποίησης είναι λανθασμένο και/ή βασίζεται σε αναληθή γεγονότα.
  9. Η αίτηση για τροποποίηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου διότι είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Δικηγόρου Γεώργιου Δημητριάδη, που όπως αναφέρει είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Κούλλας Θεοδώρου που συνοδεύει την αίτηση και αναφέρει τα ακόλουθα:
  10. Στην ένορκη δήλωση της Κούλας Θεοδώρου από την Λευκωσία αναφέρεται ότι εκ λάθους καταχωρήθηκε Υπεράσπιση που αφορούσε άλλη υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους αντί η ουσιαστική υπεράσπιση που αφορά την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Εναγόμενη είχε την ευκαιρία και δυνατότητα να συμπεριλάβει στην Εκθεση Υπεράσπισης της όλους τους ισχυρισμούς της. Η Εκθεση Υπεράσπιση της εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 10/7/2009 και θα μπορούσε να ελέγξει και να διορθώσει οποιαδήποτε λάθη ή παραλείψεις έγιναν.
  11. Με την αίτηση της η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει πολύ περισσότερο δεν στοιχειοθετεί επαρκείς και/ή νομικούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του ζητούμενος διατάγματος.
  12. Η ζητούμενη τροποποίηση γίνεται σε πολύ αργοπορημένο στάδιο χωρίς η Εναγόμενη να παρέχει κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση που παρατηρείται. Συγκεκριμένα η εναγόμενη διαπίστωσε ότι η υπεράσπιση της έπασχε νομικά κατά την προετοιμασία της Ακρόασης και αποφάσισε να προχωρήσει σε αίτημα για τροποποίηση στις 6/4/2011 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή. Η πρώτη φορά που ορίστηκε για Ακρόαση η υπόθεση αυτή ήτνα 26/4/2010, ξανά στις 5/11/2010 και στις 6/4/
  13. Από την πρώτη ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση και μέχρι σήμερα πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος.
  14. Η Αίτηση για τροποποίηση είναι αβάσιμη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου γιατί είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της Αγωγής.
  15. Δεν είναι ούτε εύλογο ούτε δίκαιο να εκδοθεί το ζητούμενο Διάταγμα τροποποίησης της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. Και οι δύο συνήγοροι είχαν την ευγενική καλοσύνη να παρουσιάσουν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, προβάλλοντας με την σειρά τους τα ακόλουθα: Ο συνήγορος των εναγομένων - αιτητών, επισήμανε ότι η αναγκαιότητα της τροποποίησης προέκυψε λόγω αβλεψίας κάτι που οφείλεται στο γεγονός ότι οι ίδιοι διάδικοι έχουν άλλες τέσσερεις υποθέσεις παρόμοιας φύσης και εκ λάθους εκτυπώθηκαν Εκθέσεις Υπεράσπισης για όλες τις υποθέσεις από την πρώτη υπόθεση. Η τροποποίηση, υποστήριξε, είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι εναγόμενοι να υπερασπιστούν, ενώ χωρίς αυτή, κάποια ουσιώδη γεγονότα ως προς την υπεράσπιση τους δεν θα γίνουν δεκτά ως εκφεύγοντα από δικόγραφα. Τόνισε δε ότι σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η τροποποίηση, θα επηρεαστεί δυσμενώς το δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη. Ο συνήγορος των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση με την αγόρευση του, εφόσον περιορίστηκε μόνο στο ζήτημα της καθυστέρηση στην καταχώρησης της αίτησης, αναλόγως θεωρώ ότι έχει περιορίσει και τους λόγους της ένστασης των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση. Παρόλα αυτά οι λόγοι εξετάζονται στο σύνολο τους. Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, υποστήριξε ότι αυτοί δεν δικαιολογούν το αίτημα για τροποποίηση καθότι δεν αναφέρει ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε αβλεψία και παραδρομή και ούτε πότε διαπιστώθηκε το λάθος. Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης για τροποποίησης, τόνισε, είναι σημαντικός και καθοριστικός ως προς την έγκριση αιτήματος για τροποποίηση, και όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή τέτοιου αιτήματος, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να γίνει δεκτή η αίτηση του, πράγμα το οποίο, οι αιτητές στην προκειμένη περίπτωση δεν έπραξαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Διαταγή 25 Θ. 1 προβλέπει τα εξής:
  16. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διάδικους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποίησης θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και των παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ.Ευριπίδου ν. Καννάουρου

(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K.Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Nanigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προυποθεσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Κατά κανόνα η άδεια για τροποποίηση των δικογράφων δίνεται εκτός αν ο αιτών ενεργεί κακόβουλα (mala fide) ή υπέβαλε το αίτημα του πολύ καθυστερημένα δεδομένου ότι η τροποποίηση δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του αντιδίκου ( Α. Ευριπίδου ν. Π. Kαννάουρου
(1985)1 C.L.R. 24). Αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης και για σκοπούς εξέτασης του σχετικού λόγου ένστασης κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ στη πορεία της υπόθεσης όπως φαίνεται από τον φάκελο της δικογραφίας. H αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.3.2009, εμφάνιση στις 23.4.2009 και η έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων στις 10.7.
  1. Τα δικόγραφα ολοκληρώθηκαν στις 3.9.2009 με την καταχώρηση απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 29.10.2009 μετά από αίτημα των δικηγόρων των εναγόντων ακολούθως στις 20.11.2009 και πρώτη φορά για ακρόαση στις 8.4.
  2. Επειδή διαπιστώθηκε όμως ότι η 8η Απριλίου ήταν αργία, αφού ειδοποιήθηκαν οι δικηγόροι των διαδίκων, δόθηκε από το Δικαστήριο νέα ημερομηνία ακρόασης για τις 26.4.
  3. Η ακρόαση της υπόθεσης στις 26.4.2010 αναβλήθηκε λόγω άλλων υποθέσεων που προηγούνταν χρονολογικά και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 5.11.
  4. Στις 5.11.2010 ζητήθηκε αναβολή από τον Δικηγόρο των εναγομένων και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 26.11.2010 και ακολούθως ξανά για ακρόαση στις 6.4.2011, όπου και πάλι ο συνήγορος των εναγομένων ζήτησε αναβολή και ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 20.5.
  5. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 6.4.2011 και ορίστηκε πρώτη φορά στις 20.5.2011 δηλαδή την ίδια ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες. Από την παράθεση των πιο πάνω φαίνεται ότι υπήρξε πράγματι κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αυτής αφού λογικά κατά την προετοιμασία της ακρόασης της θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί το λάθος και να επιδιώκετο η διόρθωση του ενωρίτερα. Αν και δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επακριβώς ότι πρόκειται για αβλεψία, όπως ο συνήγορος των αιτητών αναφέρει στην αγόρευση του και το οποίο αποτέλεσε τον λόγο που ο συνήγορος των εναγόντων - καθ ΄ων η αίτηση επικαλέστηκε την υπόθεση Federal Bank (πιο πάνω). Συνάγεται όμως από περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά και από την καταχώρηση της ίδιας της αίτησης, ότι το λάθος διαπιστώθηκε σε μεταγενέστερο, σαφώς χρόνο, από την καταχώρηση της υπεράσπισης. Το πότε επακριβώς όμως διαπιστώθηκε το λάθος δεν δικαιολογείται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ενώ θα έπρεπε και οι ενάγοντες - αιτητές είχαν υποχρέωση να δώσουν κάποια εξήγηση. Στην υπόθεση Federal Bank (πιο πάνω), το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση ήταν αξιοσημείωτα μεγάλο (η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23/1/1986 και η αίτηση για τροποποίηση όπως σχεδόν 15 χρόνια μετά) που δεν δικαιολογείτο η μη προβολή των λόγων της σημειωθείσας καθυστέρησης και αυτό πιστεύω διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση από την πιο πάνω υπόθεση. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.R) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικιλλεί ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Κρίνοντας λοιπόν το ζήτημα της καθυστέρησης, παρά το ότι τροποποίηση επιδιώκετε σχεδόν 2 χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης. Δεν θεωρώ ειδικότερα, ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και έχει καταδειχτεί ότι οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση εάν η αίτηση επιτραπεί. Σημαντικό θεωρώ, αναφορικά το ζήτημα της καθυστέρησης, πέραν του ότι η ακρόαση της υπόθεσης ακόμα δεν έχει αρχίσει και το ότι οι ενάγοντες σε αίτημα για αναβολή της ακρόασης της αγωγής που έγινε από τον δικηγόρο των εναγόντων στις 6.4.2011, ο οποίος ανάφερε ότι είχε ήδη έτοιμη αίτηση για τροποποίηση της έκθεση υπεράσπισης την οποία θα καταχωρούσε, δεν έφεραν ένσταση και δεν επικαλέστηκαν την δημιουργία καθυστέρησης ή το αργοπορημένο της καταχώρησης της. Σε ότι αφορά τον δεύτερο λόγο της ένστασης ότι δηλαδή δεν αποκαλύπτεται λόγος γιατί θα πρέπει η αιτούμενη τροποποίηση να γίνει δεκτή, παραπέμπω στις παρ. 2 και 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Κατά την νομολογία είναι αποδεκτό λάθη και παραλείψεις που γίνονται κατά την ετοιμασία των δικογράφων δεν μπορούν να αποτελέσουν απαγορευτικό παράγοντα στην έγκριση σε μεταγενέστερο χρόνο αίτησης τροποποίησης για την διόρθωση τους ώστε να τοποθετείται η υπόθεση του αιτητή στην ορθή της βάση. Εφόσον βέβαια αυτό δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στην άλλη πλευρά (βλ. Saba & Co (πιο πάνω)). Στην παρούσα περίπτωση με δεδομένο ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει δεν διαπιστώνεται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Οι καθ΄ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου διότι είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης. Η αποδοχή του αιτήματος για αναβολή της ακρόασης της αγωγής με την προοπτική καταχώρησης της παρούσας αίτησης αποδυναμώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Το κατά πόσο η αίτηση για τροποποίηση γίνεται καλόπιστα είναι ζήτημα του οποίου η εξέταση ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Από τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη κακοπιστίας. Η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι εμφανής στην προκειμένη περίπτωση αφού πρόθεση των εναγομένων είναι να αρνηθούν ρητά συγκεκριμένη απαίτηση των εναγόντων και να προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς σχέση με αυτή και να επικαλεστούν τις υποχρεώσεις των εναγόντων δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό κρίνω ότι είναι αρκετό για την έγκριση της αίτησης, όπως προκύπτει από την υπόθεση Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1989)1 AAΔ.606, έστω και αν υπήρξε κάποια καθυστέρηση. Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι οι ανάγκες της υπόθεσης επιβάλλουν την αιτούμενη τροποποίηση, ώστε να τεθούν για επίλυση ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα θέματα. Η αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες από την σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες από την επίδοση της. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expences), όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 18.11.2011 και ώρα 08:30. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.