Περσεφόνης Νίκου Παπαδοπούλου ν. Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Έφεσης: 163/08, 30.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης: 163/08 Μεταξύ: Περσεφόνης Νίκου Παπαδοπούλου, από την Πέγεια Εφεσείουσας - και - Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας 2. Συμεώνος Ιουλίου Χριστοφόρου, από την Πάφο Εφεσίβλητων - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 30.9.2011 Για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια: κα Μ. Πατσαλίδου για κ. Χρ. Γεωργιάδη (κ. Μ. Γεωργιάδης κατά την απόφαση) Για τον Εφεσίβλητο - Καθ΄ ου η Αίτηση 1: κ. Α. Χ"Κύρου Για τον Εφεσίβλητο - Καθ΄ ου η Αίτηση 2: κ. Ν. Παπακλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.8.2008 καταχωρήθηκε έφεση (στο εξής η έφεση) εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου (στο εξής ο Διευθυντής). Η εφεσείουσα με την έφεση της εφεσιβάλλει την απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.7.2008 για επίλυση συνοριακής διαφοράς αναφορικά με το κτήμα της τεμάχιο 353 (πρώην 57/04) και το κτήμα του εφεσίβλητου 2 τεμάχιο 350 (πρώην 57/1) που βρίσκονται στην Πέγεια της Πάφου. Νομική βάση της έφεσης αποτελούν τα άρθρα 58, 61 και 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, οι Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Κανονισμοί του 1956, οι αρχές του δεδικασμένου, η ύπαρξη κωλύματος και η κατάχρηση διαδικασίας. Η εν λόγω έφεση στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: 1. Ο Διευθυντής παραβίασε το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση ημερομηνίας 5.9.2002 μεταξύ των ίδιων μερών επί της έφεσης 134/95 του Ε. Δ. Πάφου και/ή παράλειψε να λάβει υπόψη το κώλυμα σε βάρος των εφεσιβλήτων που προκύπτει από την ίδια απόφαση και ότι οι διεκδικήσεις του εφεσίβλητου αρ. 2 συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 2. Ο Διευθυντής, παρόλο που δεν το αναφέρει ρητά, παράνομα και εσφαλμένα στηρίχθηκε στο άρθρο 61 του παραπάνω νόμου και, χωρίς βλάβη των παρακάτω λόγων έφεσης εν πάση περιπτώσει, δεν είχε εξουσία να λάβει την απόφαση ημερ. 24.7.2008 γιατί σοβαρές διαφορές που αφορούν την κυριότητα, όπως η διαφορά που προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων και/ή γιατί η διερεύνηση που έγινε από το Διευθυντή δεν ήταν απλώς κτηματολογική. 3. Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι, σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο, το βόρειο σύνορο του κτήματος της εφεσείουσας αρχίζει από το σημείο που τέμνεται το βορειοανατολικό σύνορο του τεμ. 52 με το νοτιοανατολικό σύνορο του τεμαχίου 224. 4. Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη την ύπαρξη λιθοδόμης κατά μήκος του σημερινού, βόρειου συνόρου του κτήματος της εφεσείουσας. Η εν λόγω λιθοδόμη κατεδαφίστηκε πριν 16 περίπου χρόνια από τον ιδιοκτήτη του τεμ. 350 εφεσίβλητο αρ. 2. 5. Τα ορόσημα έχουν τοποθετηθεί μετά από χωρομετρική εργασία που έχει γίνει με δεδομένα που εξάγονται με εσφαλμένο τρόπο από παλαιούς φακέλους και επομένως είναι λανθασμένα. 6. Η χωρομετρική εργασία θα έπρεπε να γίνει με βάση τις αποστάσεις στο εν χρήσει σχέδιο. 7. Τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί δεν έχουν λάβει υπόψη τις αποστάσεις του εν χρήσει τοπογραφικού σχεδίου που σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση είναι το ορθό. 8. Τα ορόσημα θα έπρεπε να τοποθετηθούν με τον τρόπο που εξήγησε ο κος Ιεζεκιήλ ο οποίος συνάδει με το εν χρήσει σχέδιο και έγινε δεκτός από το δικαστήριο. 9. Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι είναι φυσικό και λογικό και συνάδει με το σημερινό εν χρήσει σχέδιο καθώς και με το σχεδιάγραμμα του 1952 - 1953, η βόρεια συνοριακή γραμμή του κτήματος της εφεσείουσας να είναι παράλληλη με τη νότια συνοριακή γραμμή του εν λόγω κτήματος. 10. Στηριζόμενη η εφεσείουσα στο σχέδιο έχει ανεγείρει οικοδομή. Με τα ορόσημα όπως έχουν τοποθετηθεί η οικοδομή δεν θα έχει την αναγκαία απόσταση από το σύνορο όπως απαιτεί η σχετική νομοθεσία. 11. Η απόφαση στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας και/ή οποιαδήποτε επαρκούς και ορθής αιτιολογίας. 12. Η εφεσείουσα επιφυλάττει το δικαίωμα της, μετά τη μελέτη του φακέλου, να στηρίζει την έφεσή της και σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους προκύψουν από την εν λόγω μελέτη. Περαιτέρω η παρούσα έφεση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εφεσείουσας η οποία υιοθετεί τα όσα αυτή κατέθεσε προφορικά σε δίκη στην έφεση 134/95, καθώς και όσα προφορικά κατέθεσε στην ίδια υπόθεση ο Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια οι δύο πιο πάνω μαρτυρίες, ως επίσης επισυνάπτεται ειδοποίηση ημερομηνίας 30.06.1995 την οποία της απέστειλε ο Διευθυντής καθώς και ένσταση της η οποία στάληκε από το δικηγόρο της στην ειδοποίηση του Διευθυντή. Επίσης η έφεση συνοδεύεται από σύντομη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.08.2008 του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, ωστόσο το εν λόγω πρόσωπο με άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την 01.01.2010. Σ΄ αυτήν αναφέρει ότι έχει μελετήσει την αιτιολογημένη έκθεση του Διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που φέρει ημερομηνία 04.08.2008, αλλά και την ειδοποίηση ένστασης του ημερομηνίας 05.03.2009, ως και την ένορκη δήλωση που την στηρίζει. Έχει δε επιθεωρήσει το σχετικό φάκελο του Τμήματος Χωρομετρίας και έχει παραλάβει πιστά αντίγραφα δύο σχεδίων της χωρομετρικής εργασίας που διεξάχθηκε σύμφωνα με την οποία υποδείχθηκαν τα ορόσημα του τεμαχίου 353, Τεκμήρια Στ & Ζ, δηλαδή, την εργασία σύμφωνα με την οποία λήφθηκε η απόφαση ημερομηνίας 24.07.2008. Σύμφωνα με τη θέση του εν λόγω μάρτυρα η απόφαση ημερομηνίας 24.07.2008 δεν συμφωνεί με τη μαρτυρία του όπως αυτή παρατίθεται από το Δικαστήριο στην απόφαση ημερομηνίας 05.02.2002 που δόθηκε στην έφεση 134/95, (Τεκμήριο Γ της ένορκης δήλωσης της Π. Παπαδοπούλου, σελ. 15-21). Γι΄ αυτό η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή, και δεν βασίζεται στο εν χρήσει σχέδιο διότι:
- i)Η μαρτυρία αυτή υποδείκνυε ως συνοριακή γραμμή των επίδικων τεμαχίων τη γραμμή ΑΒ όπως φαίνεται στο σχέδιο, Τεκμήριο Η. Σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία του, η διαφορά την οποία παρουσίαζε η γραμμή ΑΓ που είχε υιοθετήσει το Τμήμα στο σημείο αυτό σε σχέση με τη δική του μαρτυρία είχε διαφορά 10,56 μέτρα. Με την απόφαση του ημερομηνίας 24.07.2008 ο Διευθυντής μειώνει τη διαφορά αυτή κατά 5,4 μέτρα χωρίς και πάλι να εφαρμόζει το εν χρήσει σχέδιο.
- ii)Ο Διευθυντής χωρίς να διενεργήσει νέες μετρήσεις προσπαθεί βασιζόμενος ακριβώς στις προηγούμενες μετρήσεις να διαφοροποιήσει τα πραγματικά δεδομένα και να πείσει το Δικαστήριο ότι εφαρμόζει το εν χρήσει σχέδιο. Τα δύο σχέδια που είχαν ετοιμασθεί από το Τμήμα και είχαν κατατεθεί από την πλευρά της εφεσείουσας σαν τεκμήρια στην έφεση 134/95, τώρα είναι τα Τεκμήρια Θ & Ι της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης. Τα Τεκμήρια Θ & Ι έχουν εμφανή ομοιότητα με τα σχέδια Τεκμήρια Στ & Ζ που έχουν ετοιμαστεί εκ νέου από το Τμήμα. Επίσης ο μάρτυρας Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ αναφέρει ότι με την απόφαση του ημερομηνίας 24.07.2008 ο Διευθυντής μειώνει και πάλι το εμβαδόν του τεμαχίου αρ. 353, από 1673 τ.μ. σε 1516 τ.μ. παρόλο που το Δικαστήριο στην έφεση 134/95 αποφάνθηκε ότι τα εμβαδά των επί μέρους τεμαχίων προϋπήρχαν του αρχικού διαχωρισμού. Τέλος ο κ. Ιεζεκιήλ, δηλώνει ότι σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο, το βορειοδυτικό άκρο του συνόρου του τεμαχίου 353 γειτνιάζει και βρίσκεται 1 μέτρο νοτιότερα από το βορειοανατολικό άκρο του συνόρου του τεμαχίου 52, το εν λόγω σύνορο ως ισχυρίζεται είναι το αρχικό. Το Τμήμα Κτηματολογίου , κατά την επιτόπια εξέταση στις 10.10.2003, τοποθέτησε ορόσημο για το βορειοδυτικό άκρο του τεμαχίου 353 σε απόσταση 5 μέτρων νοτιότερα από το βορειοανατολικό άκρο του συνόρου του τεμαχίου 52. Η μεγάλη αυτή διαφορά των 4 μέτρων στην τοποθέτηση του ορόσημου καταδεικνύει ότι το Τμήμα δεν έλαβε υπόψη το εν χρήσει σχέδιο στην επιτόπια εξέταση της υπόθεσης. Στην επίδικη έφεση καταχωρήθηκαν στις 5.3.2009 και 26.10.2010 Ειδοποιήσεις Περί Πρόθεσης Ένστασης από τους εφεσίβλητους 1 και 2 αντίστοιχα. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από τον Εφεσίβλητο 1 είναι οι ακόλουθοι και προβάλλονται αυτούσιοι: "1. Η απόφαση του δικαστηρίου με ημερομηνία 05.09.2002 έχει ληφθεί υπόψη στην έκδοση της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 24.07.2008. 2. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.07.2008 βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο και οι καταμετρήσεις είναι απόλυτα ακριβείς και έχουν γίνει με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα. 3. Η χωρομετρική εργασία έχει διεξαχθεί και τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί έγιναν με τον ορθό τρόπο και είναι σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο. 4. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.07.2008 δεν είναι αποτέλεσμα λανθασμένων αλλά ορθών μετρήσεων στο πλαίσιο της αίτησης συνοριακής διαφοράς υπ΄ αρ. ΑΧ 739/92. 5. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 24.07.2008, δεν είναι αποτέλεσμα πραγματικής ή/και νομικής πλάνης. 6. Ο Διευθυντής δεν παραβίασε οποιοδήποτε δεδικασμένο. 7. Ο Διευθυντής δεν στηρίχθηκε στο άρθρο 61 του Κεφ. 224 για την έκδοση της απόφασης του, ημερομηνίας 24.07.2008. 8. Ο Διευθυντής είχε αρμοδιότητα να προβεί στην έκδοση της απόφασης του, ημερομηνίας 24.07.2008 βάσει του άρθρου 58, Κεφ. 224. 9. Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.07.2008 είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. 10. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 24.07.2008, δεν είναι αποτέλεσμα λανθασμένης χωρομετρικής εργασίας." Οι λόγοι ένστασης του εφεσίβλητου 1 υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Κύπρου Δημοσθένους, χωρομέτρη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, έχει χειριστεί προσεκτικά ως αναφέρει την παρούσα υπόθεση και έχει μελετήσει το σχετικό φάκελο. Ως εξηγεί τα τεμάχια των διαδίκων προήλθαν μαζί με ακόμη τέσσερα τεμάχια, από διαχωρισμό του τεμαχίου 57. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ζήτησε επίλυση συνοριακής διαφοράς με αίτηση του υπ΄ αριθμό ΑΧ739/92. Στην πορεία εξέτασης της εν λόγω αίτησης ανακαλύφθηκε ότι υπήρχε λανθασμένο σχεδίασμα στο εγγεγραμμένο σύνορο των επίδικων τεμαχίων, λόγω διαφορών μεταξύ του εν χρήσει σχεδίου και του φακέλου διαχωρισμού, για το οποίο ο Διευθυντής αποφάσισε να προβεί σε διόρθωση λάθους, ωστόσο η ενέργεια του ακυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με σχετική απόφαση ημερομηνίας 05.09.2002, ως εκ τούτου, η συνοριακή διαφορά εξετάστηκε στη βάση του εν χρήσει σχεδίου, οπότε στις 18.09.2003 στάληκαν ειδοποιήσεις στα ενδιαφερόμενα μέρη και ορίστηκε η 10.10.2003 ως η ημερομηνία εξέτασης. Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία διεξάχθηκε επιτόπια εξέταση από αυτόν, ως χωρομέτρη, τον Ανώτερο Κτηματολογικό Λειτουργό Χωρομετρίας Ανδρέα Σωκράτους και σε συνεργασία με τον Κτηματολόγο Ανδρέα Ιωάννου, στην παρουσία του Αιτητή Συμεών Ιουλίου Χριστοφόρου και της Εφεσείουσας. Η χωρομετρική εργασία ελέχθηκε από το Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και ελέχθηκε ως ορθή, ως εκ τούτου αποφασίστηκε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος που φαίνεται με πράσινο χρώμα επί του Τεκμηρίου Γ ανήκει στην Εφεσείουσα και το μέρος που φαίνεται με κίτρινο χρώμα ανήκει στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι για την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή οπωσδήποτε λήφθηκε υπόψη η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 05.09.2002, και ότι η απόφαση του Διευθυντή βασίστηκε στο εν χρήσει σχέδιο, η δε χωρομετρική εργασία έγινε με τον ορθό τρόπο. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από τον εφεσίβλητο 2 παρατίθενται στη συνέχεια αυτούσιοι: "1. Ότι η εναντίον του Έφεση-Αίτηση είναι καταχρηστική και αντινομική. 2. Ότι η Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου & Χωρομετρίας (εφεξής ο «Διευθυντής») δεν στηρίζεται στο άρθρο 61 αλλά στο άρθρο 58 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή & Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, και ούτε συντρέχει δεδικασμένο. 3. Ότι η σχετική απόφαση του Διευθυντή έγινε στο πλαίσιο της αίτησης για συνοριακή διαφορά με τον κτηματολογικό φάκελο αρ. ΑΧ739/92 που όφειλε να κάμει εν τη ενασκήσει των εκ του οικείου Νόμου αρμοδιοτήτων του, είναι δε και πλήρης και επαρκώς αιτιολογημένη. 4. Ότι ο Διευθυντής έχει λάβει πολύ σοβαρά υπόψη του την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.09.02 στηρίξας την απόφαση του ημερομηνίας 24.07.08 στο εν χρήσει ευρισκόμενο τοπογραφικό σχέδιο, ύστερα και από την διεξαγωγή ενδελεχούς χωρομετρικής εργασίας με απόλυτα ακριβείς και ορθές καταμετρήσεις με βάση τα εγγεγραμμένα σύνορα και με ορόσημα που τοποθετήθηκαν με ορθό τρόπο στη βάση του εν χρήσει σχεδίου. 5. Ότι η σχετική απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε σύμφωνα με τους ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς ύστερα από χωρομετρική εργασία και μελέτη πάντων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων και αφού ο Διευθυντής βεβαιώθηκε ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση ως προς το εν χρήσει ευρισκόμενο σχέδιο ώστε να μη εμφιλοχωρεί καμιά νομική ή πραγματική πλάνη ή παραβίαση δεδικασμένου." Οι λόγοι ένστασης του εφεσίβλητου 2 υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Πάμπου Παπίρη, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε από τον εφεσίβλητο 2 όπως προβεί σε ένορκη δήλωση, λόγω του ότι ο τελευταίος βρίσκεται στο εξωτερικό για ιατρικούς λόγους. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται επανάληψη θέσεων και επιχειρημάτων τα οποία σχετίζονται με τους λόγους ένστασης ως επίσης γίνεται και αναφορά στο ιστορικό των διαφόρων φακέλων που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο κ. Πάμπος Παπίρης ως επιχειρηματίας ανάπτυξης γης δηλώνει ότι είναι προτιθέμενος αγοραστής του ακινήτου του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, ως και ιδιοκτήτης του τεμαχίου 57/1 το οποίο προέκυψε, μαζί με το τεμάχιο 57/4 της Εφεσείουσας και με ακόμη τέσσερα τεμάχια, από διαχωρισμό του τεμαχίου 57. Απορρίπτει δε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ. Η ακροαματική διαδικασία της έφεσης διεξάχθηκε στη βάση αγορεύσεων εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, πιο συγκεκριμένα της πλευράς της εφεσείουσας και του εφεσίβλητου 2, αφού η πλευρά του εφεσίβλητου 1 υιοθέτησε την αγόρευση του εφεσίβλητου 2. Μέσα από την αγόρευση που παρουσιάστηκε εκ μέρους της εφεσείουσας αναπτύσσονται με επιχειρήματα και νομολογία η εισήγηση και το σκεπτικό που εφεσιβάλλεται η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 24.07.2008. Ειδικότερα διατυπώθηκε η θέση ότι ο Διευθυντής με την απόφαση του ανέτρεψε τη δικαστική απόφαση στην έφεση 134/95 και ότι ο Διευθυντής αγνόησε την ύπαρξη κωλύματος, δηλαδή να ζητά ο εφεσίβλητος 2 επίλυση των ιδίων ζητημάτων που, είτε είχαν αποφασιστεί, είτε είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπιστώσεων στην απόφαση της έφεσης 134/95. Επιπλέον η πλευρά της εφεσείουσας εισηγείται πως ο Διευθυντής ενώ δεν αναφέρει ρητά ότι στηρίχθηκε στο άρθρο 61 του Κεφ. 224, σιωπηρά ωστόσο, και παράνομα, στηρίχθηκε σ΄ αυτό κατά την απόφαση του ημερομηνίας 24.7.2008. Εν πάση όμως περιπτώσει, πρόκειται για διαφορά η οποία σχετίζεται με την κυριότητα των δύο επίδικων ακινήτων που μόνο τα Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να αποφανθούν, αφού το εμβαδόν του ακινήτου της εφεσείουσας μειώνεται κατά 157 τ.μ. και αυξάνεται με το αντίστοιχο εμβαδόν το ακίνητο του εφεσίβλητου 2. Γίνεται ακόμη λόγος για εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία. Τέλος επί της ουσίας προβλήθηκε η θέση ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι ορθή, και σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί την εισήγηση ότι η διαφορά είναι τέτοια που μόνο τα Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα να επιλύσουν, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει τη διαφορά υιοθετώντας τη μαρτυρία του Ιεζεκιήλ Ιεζεκιήλ, οπότε το διαφιλονικούμενο μέρος που φαίνεται με κίτρινο χρώμα επί του σχεδίου της απόφασης του Διευθυντή να είναι μέρος του ακινήτου της εφεσείουσας και τούτο επειδή συνάδει με το εν χρήσει σχέδιο. Από την πλευρά των εφεσίβλητων (αφού υιοθετήθηκε η αγόρευση του εφεσίβλητου 2 από το δικηγόρο του εφεσίβλητου 1), προβάλλεται η θέση ότι μέσα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην έφεση 134/95 δεν πλήγηκε η ορθότητα του εν χρήσει σχεδίου που εφάρμοσε ο Διευθυντής αλλά η διόρθωση που έγινε από το Διευθυντή, συνακόλουθα η υιοθέτηση του εν χρήσει σχεδίου από το Διευθυντή κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης του δεν είναι ούτε παράνομη ούτε αντικανονική. Αντίθετα είναι νόμιμη και έγκυρη. Περαιτέρω εκφράστηκε η θέση ότι η διαδικασία την οποία ακολούθησε ο Διευθυντής κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης του είναι εναρμονισμένη με το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου στην έφεση 134/95. Επιπλέον, εισηγούνται οι εφεσίβλητοι πως με το άρθρο 58
(1)του Κεφ. 224, ο Διευθυντής παραθέτει με την απόφαση του τι βρίσκει με βάση το σχέδιο του Κτηματολογίου. Εάν η εφεσείουσα θεωρεί ότι με βάση τη διαδικασία αυτή παραβιάζονται ουσιαστικά της δικαιώματα, τότε είναι που αρχίζει να ενεργοποιείται το δικαίωμα της για προσφυγή στο Δικαστήριο για ουσιαστική δικαιοσύνη. Το γεγονός ότι ο Διευθυντής διενήργησε επιτόπια εξέταση δεν σημαίνει ότι ήταν για να διορθώσει ουσιαστικά το σχέδιο του. Αξιολόγηση εκδοχών και ευρήματα Δικαστηρίου Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνεται, για τους λόγους που θα εξηγηθούν, ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση στο βαθμό που είναι αναγκαία για την ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Η εφεσείουσα και ο εφεσίβλητος 2 είναι ιδιοκτήτες των τεμαχίων 353 (πρώην τεμάχιο 57/4) και 350 (πρώην τεμάχιο 57/1) αντίστοιχα. Αμφότερα ανήκουν στο Φ.Σχ. XLV/25 στην Πέγεια της Πάφου, τα οποία προέκυψαν μαζί με ακόμα τέσσερα τεμάχια από το διαχωρισμό του τεμαχίου 57. Ο εφεσίβλητος 2 υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο (υπ΄ αριθμό ΑΧ739/92) με αίτημα την επίλυση συνοριακής διαφοράς με το ακίνητο της εφεσείουσας. Στην πορεία εξέτασης της αίτησης αυτής, ο Διευθυντής αφού διαπίστωσε ότι υπήρχε λάθος σε σχεδιάγραμμα που αφορά τα δύο επίδικα ακίνητα, προέβηκε σε διόρθωση λάθους, ωστόσο με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην έφεση 134/95 η απόφαση του Διευθυντή για διόρθωση λάθους ακυρώθηκε. Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος 1 συνέχισε την εξέταση της αίτησης για επίλυση συνοριακής διαφοράς στη βάση του εν χρήσει σχεδίου το οποίο, κρίθηκε από το Δικαστήριο στην εκδίκαση της έφεσης 134/95 ως ορθό. Προηγήθηκε δε επιτόπια εξέταση στις 10.10.2003 στην παρουσία του Κύπρου Δημοσθένους, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση 1 (στην οποία λανθασμένα φέρεται ως ο εφεσίβλητος 2), του Ανώτερου Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας Ανδρέα Σωκράτους και του Κτηματολόγου Ανδρέα Ιωάννου. Επισημαίνεται ότι το εύρημα αυτό προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Κύπρου Δημοσθένους, το περιεχόμενο της οποίας δεν αντικρούστηκε, είτε με απαντητική ένορκη δήλωση από την πλευρά της εφεσείουσας, ούτε με αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα ότι διεξάχθηκε χωρομετρική εργασία η οποία ελέγχθηκε από λειτουργό Χαρτογράφησης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και κρίθηκε ως ορθή. Είναι ορθό εδώ να αναφερθεί πως η εφεσείουσα θεωρεί ότι η όλη διαφορά των διαδίκων προκύπτει από τη θέση της ότι με την απόφαση του ο Διευθυντής αποφασίζει επί του εμβαδού του κτήματος της μειώνοντας το κατά 157 τετραγωνικά μέτρα τα οποία ως ισχυρίζεται της ανήκουν με βάση το σχέδιο του διαχωρισμού που προέκυψε το ακίνητο της, αλλά και με βάση το πιστοποιητικό εγγραφής που κατέχει. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, κρίνεται ορθό να επισημανθεί σ' αυτό το στάδιο πως το βάρος απόδειξης, ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν είναι ορθή, βαρύνει την εφεσείουσα-αιτήτρια (βλέπε υπόθεση Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R. 619). Περαιτέρω είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι στα πλαίσια εκδίκασης έφεσης-αίτησης το Δικαστήριο δεν περιορίζεται σε έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του Διευθυντή, αλλά επεκτείνεται και στο θέμα της ορθότητας τους (βλέπε υπόθεση Αθανασάκη και άλλοι ν. Χ"Μάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208). Στην υπόθεση Ρωσσίδου v. Κυπριανού κ. ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 308 επαναλήφθηκε η θέση ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν. Έχει ωστόσο ξεκαθαριστεί, με πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Ελένης Ν. Κυριάκου ν. Ν. Παπαστεφάνου, Πολιτική Έφεση 301/2006, ημερομηνίας 10.04.2010, πως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Στην υπόθεση Νικολάου κ. ά. v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Πολιτικές Εφέσεις 11384 και 11385)
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676 κρίθηκε ότι η εξουσία του Διευθυντή ως αυτή προνοείται στο άρθρο 61 του Κεφ. 224 δεν περιλαμβάνει επίλυση διαφορών οι οποίες αφορούν σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Κρίνεται ορθό όπως πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων επί της ουσίας της επίδικης αίτησης, να παρατηρηθεί ότι ο Εφεσίβλητος 1 λανθασμένα συμπεριλήφθηκε ως διάδικος στην επίδικη αίτηση. Σύμφωνα με τη νομολογία,(βλέπε υπόθεση Λαμπριανού ν. Μιχαήλ κ.α.
(2001)1(Δ) Α.Α.Δ. 1779) όπου ερμηνεύθηκε ο Κ.5
(2)των Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτίμησης) Κανονισμών, αναφέρθηκε ότι ο Διευθυντής καθίσταται διάδικος μόνο ως προς τις ρητά καθορισμένες διαδικασίες, στις οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνεται η έφεση-αίτηση για ακύρωση απόφασης του σχετικά με συνοριακή διαφορά. Συνακόλουθα των αμέσως πιο πάνω αναφερθέντων η έφεση εναντίον του Εφεσίβλητου 1 δεν δύναται να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώντας επί της ουσίας της επίδικης έφεσης λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω, νομικών αρχών και πραγματικών γεγονότων που διέπουν την υπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει στη συνέχεια ένα προς ένα τους λόγους που η εφεσείουσα θεωρεί λανθασμένη την απόφαση του Διευθυντή ζητώντας, ουσιαστικά την ακύρωση της. (α) Στον πρώτο λόγο επί της επίδικης αίτησης γίνεται αναφορά για δεδικασμένο το οποίο δημιουργήθηκε από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.09.2002 στην έφεση 134/
- Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι με την πιο πάνω απόφαση ακυρώθηκε η απόφαση του Διευθυντή ως προς τη διόρθωση λάθους, δεν αποφασίστηκε η ουσία της συνοριακής διαφοράς, συνεπώς όχι μόνο δεν υπήρχε εμπόδιο για το Διευθυντή να προχωρήσει με την αίτηση για συνοριακή διαφορά η οποία καταχωρήθηκε στο Τμήμα του (υπ΄ αριθμό ΑΧ 739/92), αλλά υπήρχε και υποχρέωση αφού έχει νομολογηθεί (βλέπε υπόθεση Ελένης Ι. Μιχαήλ ν. Γ. Πότση κ.α., πολιτική έφεση 39/2008, ημερομηνίας 22.3.2011) ότι υπάρχει υποχρέωση από το Διευθυντή όπως μην αφήνει ένα θέμα που τίθεται χωρίς επίλυση, νοουμένου βέβαια ότι το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα του. (β) Ως προς το δεύτερο λόγο, αυτός κρίνεται ότι αποτελείται από δύο σκέλη. Το ένα αφορά στη θέση ότι ο Διευθυντής, παρόλο που δεν το αναφέρει ρητά στην απόφαση του, στηρίχθηκε στην εφαρμογή του άρθρου 61 του ΚΕΦ. το οποίο σχετίζεται με τη διόρθωση λάθους. Το δεύτερο σκέλος αφορά στη θέση ότι η φύση της διαφοράς περιλαμβάνει θέμα κυριότητας και ως εκ τούτου εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το πρώτο σκέλος κρίνεται απορριπτέο καθότι, ούτε έμμεσα αλλά ούτε άμεσα προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Διευθυντής προέβηκε στην απόφαση του διορθώνοντας οποιοδήποτε λάθος. Είναι ξεκάθαρο ότι με την απόφαση του ο Διευθυντής θεωρεί ότι επίλυσε μια συνοριακή διαφορά με αναφορά και μόνο στο εν χρήσει σχέδιο κατόπιν χωρομετρικής εργασίας, πουθενά δεν συνδέεται το σκεπτικό της απόφασης του με διόρθωση λάθους επί κτηματολογικού σχεδίου. Άλλωστε δεν έγινε επίκληση εκ μέρους της εφεσείουσας σε οποιαδήποτε αναφορά του σκεπτικού της απόφασης του Διευθυντή περί του ότι η απόφαση του είναι για να διορθωθεί κάποιο σχέδιο. Δεν πρέπει εδώ να παραγνωρίζεται πως ο Διευθυντής, μέσα από την απόφαση του αναφέρει ότι εφαρμόζει το εν χρήσει σχέδιο το οποίο η εφεσείουσα αποδέχεται ως ορθό, δεν μπορεί έτσι να γίνεται λόγος για έμμεση διόρθωση λάθους, καθότι με την εφαρμογή του εν χρήσει σχεδίου κατέληξε σε διαφορετικά αποτελέσματα από αυτά που κατέληξε όταν επιχειρούσε να διορθώσει το λάθος που διαπίστωσε, ανεξάρτητα αν αυτό δεν εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στην έφεση 134/
- Όσον αφορά στη θέση ότι η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και όχι του Διευθυντή, κρίνεται πως η εφεσείουσα έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δίκαιο. Το δίκαιο της εφεσείουσας πηγάζει από τα πιο κάτω στοιχεία: (i) Το παράπονο της εφεσείουσας αφορά θέμα κυριότητας επί του ακινήτου της το οποίο με την απόφαση του Διευθυντή μειώνεται κατά 157 τετραγωνικά μέτρα. (ii) Το πιο πάνω γεγονός, μεταξύ άλλων παραμφερών στοιχείων τέθηκε υπόψη του Διευθυντή με επιστολή του δικηγόρου της εφεσείουσας (Τεκμήριο Ε επί της επίδικης έφεσης/αίτησης) πολύ έγκαιρα, από το στάδιο ο Διευθυντής διατύπωσε την πρόθεση του να διορθώσει λάθος επί σχεδίου. (iii) Ο ίδιος ο Διευθυντής διαπίστωσε λάθος σε σχέδιο το οποίο διόρθωσε, πλην όμως η ενέργεια του δεν επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στην Έφεση 134/
- (iv) Η θέση της εφεσείουσας η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της διαφωνίας της με την απόφαση του Διευθυντή, είναι πως το κτήμα της προέκυψε από διαχωρισμό με συγκεκριμένο, γνωστό εμβαδό προ του διαχωρισμού. Στη βάση του σχεδίου διαχωρισμού και του τίτλου ιδιοκτησίας της που προέκυψε από το διαχωρισμό, η εφεσείουσα στηρίχθηκε και ανήγειρε την κατοικία της, επομένως με τη μείωση του εμβαδού δεν τοποθετούνται απλά τα σύνορα του κτήματος της ούτως ώστε να αντικατοπτρίζονται αυτά ορθά στα κτηματολογικά σχέδια. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι ενώπιον του Διευθυντή δεν υπήρχε απλή διαφορά κτηματολογικής φύσεως αλλά ουσιαστική διαφορά με αμφισβήτηση κυριότητας μέρους ακινήτου. Σε τέτοιες υποθέσεις όπως προβλέπει η σχετική νομολογία (βλέπε υπόθεση Γ. Νικολάου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2003)Α.Α.Δ. 1676) τα επίδικα της θέματα απαιτείται όπως επιλυθούν με αγωγή και προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Θα έπρεπε ως εκ τούτου ο Διευθυντής να μην επιληφθεί της αίτησης για συνοριακή διαφορά. (γ) Ως τρίτος λόγος προβάλλεται ότι ο Διευθυντής αγνόησε πως σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο, το βόρειο σύνορο του τεμαχίου της εφεσείουσας αρχίζει από το σημείο που τέμνεται το βορειοανατολικό σύνορο του τεμαχίου 52 με το νοτιοανατολικό σύνορο του τεμαχίου 224. Προφανώς αυτός ο λόγος άπτεται της ουσίας της χωρομετρικής εργασίας που διεξάχθηκε εκ μέρους του Κτηματολογίου. Συνεπώς θα πρέπει εδώ να επισημανθεί πως ο λόγος αυτός μαζί με τους λόγους 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 11, επιβάλλει τα οποιαδήποτε ζητήματα εγείρονται σχετίζονται με εξέταση θεμάτων συνοριακής διαφοράς και ενόψει του προηγούμενου συμπεράσματος και ουσιαστικά επιτυχίας του λόγου 3 δεν θα ήταν αναγκαίο να εξετασθούν. Παρατηρείται συνακόλουθα ότι από την πλευρά της εφεσείουσας, και ειδικότερα του μάρτυρα Ιεζεκιήλ, δεν τέθηκαν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογούν συμπέρασμα περί διεξαγωγής λανθασμένης χωρομετρικής εργασίας. Παρ΄ όλο που γίνεται λόγος για ύπαρξη λιθοδόμης η οποία κατεδαφίστηκε προ 16 ετών και δεν λήφθηκε υπόψη, η εφεσείουσα όφειλε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ποια είναι η σημασία αυτής της δόμης και σε τι επηρεάζει τις μετρήσεις που διεξάχθηκαν ή αν θα είχε σημασία στο τελικό αποτέλεσμα, ή ακόμα πότε ανεγέρθηκε αυτή η δόμη, και όλα αυτά πάντοτε με επιφύλαξη, αφού η επί τόπου κατάσταση πολύ σπάνια μπορεί να υπερισχύσει του εν χρήσει σχεδίου. Στην αναφορά του μάρτυρα για την εφεσείουσα, Ιεζεκιήλ, ότι δεν έγιναν νέες μετρήσεις κατά την επιτόπια επίσκεψη, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα και δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν και προγενέστερα, δηλαδή, η μαρτυρία του χωρομέτρη Κύπρου Δημοσθένους, ότι ο ίδιος προέβηκε σε χωρομετρική εργασία στην παρουσία και άλλων υπαλλήλων του Κτηματολογίου δεν αντικρούστηκε με απαντητική ένορκη δήλωση αλλά ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του. Το βάρος απόδειξης για τέτοιο ισχυρισμό βρίσκεται στους ώμους της εφεσείουσας. (δ) Ο δέκατος λόγος αφορά στη θέση ότι η εφεσείουσα στηριζόμενη στο σχέδιο (προφανώς εννοεί το σχέδιο διαχωρισμού) έχει ανεγείρει οικοδομή, με τα νέα όμως ορόσημα η οικοδομή της δεν θα έχει την αναγκαία απόσταση από το σύνορο της, όπως απαιτεί η σχετική νομοθεσία. Κρίνεται πως έστω και αν με το εν χρήσει σχέδιο τα σύνορα του ακινήτου της εφεσείουσας τοποθετούνται σε άλλο σημείο, αυτό δεν θα μπορούσε να προσθέσει οτιδήποτε άλλο στην ουσία της θέσης της και είναι θέμα το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίσει η ίδια από μόνη της. Όπως έχει όμως ήδη προαποφασισθεί η θέση της αυτή σχετίζεται με το ευρύτερο επίδικο θέμα που έχει κριθεί ότι θα πρέπει να ακουσθεί κατόπιν αγωγής. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η εφεσείουσα έχει πετύχει να αποδείξει ότι η διαφορά της με τον εφεσίβλητο 2 θα πρέπει να αποφασισθεί με αγωγή και όχι στα πλαίσια συνοριακής διαφοράς. Συνακόλουθα των πιο πάνω η έφεση επιτυγχάνει ως προς τον εφεσίβλητο 2 και η απόφαση του εφεσίβλητου 1 ημερομηνίας 24.07.2008 ακυρώνεται. Περαιτέρω η έφεση απορρίπτεται εναντίον του εφεσίβλητου 1 καθ΄ ότι αυτός προστέθηκε λανθασμένα ως διάδικος. Αναφορικά με τα έξοδα της δίκης αυτά επιδικάζονται προς όφελος της εφεσείουσας και εναντίον του εφεσίβλητου 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του εφεσίβλητου 1 και εναντίον της εφεσείουσας τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Petition/Final Αναφορά: Έφεση εναντίον απόφασης Διευθυντή Κτηματολογίου - Ουσιαστική διαφορά -Αγωγή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο