Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνστάντα Βασίλη Χριστοδούλου) ν. Κωνσταντίνος Ζουρίδης, Αρ. Αγωγής :- 1150/10, 5η Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1150/10 Μεταξύ :- Αντωνέλλα Ιονίκα (άλλως Αντωνία Κωνστάντα Βασίλη Χριστοδούλου) Ενάγουσα Και Κωνσταντίνος Ζουρίδης Εναγόμενος Ημερομηνία :- Τετάρτη 5η Οκτωβρίου 2011 Αίτηση προσθήκης διαδίκου και τροποποίησης ημερομηνίας 7/5 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :- κα. Μ. Πατσαλίδου για Ελένη Βραχίμη και Σια (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Μ. Ομήρου ) Για την Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Φ. Στεφάνου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Για τον Εναγόμενο :- κ. Π. Φιλίππου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............ ) Ενδιάμεση Απόφαση
- Αιτείται η ενάγουσα διατάγματα πρώτο για τη προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως εναγομένης 2 και δεύτερο για τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη ουσιαστικά η προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου στην αγωγή.
- Ο εναγόμενος δήλωσε στις 9/6/2010 ότι δεν είχε ένσταση στην έγκριση αυτής της αίτησης δίχως όμως να επιδικαστούν έξοδα εις βάρος του ενώ η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 8 συνολικά λόγους ένστασης και στη συνέχεια ακολούθησε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίστηκε σε επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων οι οποίοι εμφανίστηκαν εκ μέρους της ενάγουσας και της καθ΄ ης η αίτηση.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει ιδιαίτερη σημασία η ανυπαρξία ένστασης από τον εναγόμενο όχι τόσο ως προς το αίτημα γενικότερα της ενάγουσας αλλά ιδιαίτερα σε σχέση με το μέρος του αιτήματος αναφορικά με τη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Καθότι όπως είναι δυνατό να διαπιστωθεί από μελέτη της νομολογίας αναφορικά με το θέμα της τροποποίησης ενός δικογράφου δίδεται ιδιαίτερη σημασία στον επηρεασμό των δικαιωμάτων του αντιδίκου από το ενδεχόμενο έγκρισης ενός αιτήματος τροποποίησης. Σε αυτή τη περίπτωση μέχρι και την έγκριση της αίτησης της ενάγουσας επί του συνόλου της ο μοναδικός αντίδικος είναι ασφαλώς ο εναγόμενος. Ο οποίος δεν έχει οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με το αίτημα της ενάγουσας.
- Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από τους κανονισμούς 4, 7, 10 και 11 της Δ.9 και τους κανονισμούς 1 έως και 5 της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ενώ η νομική βάση της ένστασης είναι παρόμοια με αυτή της αίτησης.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι πέραν από την ένορκη δήλωση με την οποία αρχικά υποστηριζόταν η αίτηση καταχωρήθηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από εκδίκαση και έκδοση σχετικής απόφασης στις 9/12/
- Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο τόσο των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης. Όπως επίσης λαμβάνει υπόψη και την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας και της καθ΄ ης η αίτηση.
- Ως προς τη νομική βάση της αίτησης παρατηρώ τα εξής. 6.
- Σύμφωνα με τη Δ.9 θ. 4 [1] δύναται να συνενωθούν ως εναγόμενοι όλα τα πρόσωπα εναντίον των οποίων υπάρχει ισχυρισμός ως προς την ύπαρξη δικαιώματος επιδίκασης οποιασδήποτε θεραπείας είτε αλληλέγγυα είτε ξεχωριστά ή διαζευκτικά. 6.
- Ενώ σύμφωνα με τη Δ.9 θ. 10 [2], στο βαθμό στον οποίο αυτή κρίνεται σχετική με τη περίπτωση υπό εξέταση, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε με είτε χωρίς την υποβολή αιτήματος, υπό τέτοιους όρους οι οποίοι θα θεωρηθούν δίκαιοι, να διατάξει τη συνένωση προσώπου ως εναγομένου το οποίο θα έπρεπε να είχε συνενωθεί ή του οποίου η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου δύναται να είναι αναγκαία έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο αποτελεσματικά και πλήρως να εκδικάσει και αποφασίσει επί όλων των ερωτημάτων τα οποία έχουν σχέση με την αγωγή.
- Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε εξέταση των λόγων ένστασης. 7.
- Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης πραγματικά διερωτώμαι πως θα ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις της παρούσης περίπτωσης να κριθεί από το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση «.προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court)". Επεξηγούνται επαρκώς από την ενάγουσα οι λόγοι οι οποίοι την οδήγησαν στη καταχώρηση αυτής της αίτησης ενώ παράλληλα δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε στοιχείου με βάση το οποίο να είναι δυνατό να κριθεί ότι ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί. 7.
- Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο ένστασης κρίνω ότι τα στοιχεία τα οποία η ενάγουσα παρουσίασε προς υποστήριξη του αιτήματος της είναι επαρκή έτσι ώστε αυτό να είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένο. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σε ένα από τα επιχειρήματα τα οποία η καθ΄ ης η αίτηση προέβαλε επί του προκειμένου. Η θέση ότι δεν παρέχονται επαρκή στοιχεία εντός της αίτησης αναφορικά, παραδείγματος χάριν, με την ταυτότητα του εναγομένου ή τον αριθμό της υποθήκης. Κατ΄ αρχάς η ταυτότητα του εναγομένου αποτελεί δεδομένο το οποίο εύκολα εξάγεται από τον ίδιο τον τίτλο της αγωγής. Δεδομένο το οποίο επίσης εύκολα θα μπορούσε να οδηγήσει και στην εξαγωγή άλλων στοιχείων αναφορικά με αυτό το άτομο. Επομένως, η θέση αυτή κρίνεται εντελώς αβάσιμη. Αλλά ακόμη και ελάχιστα τα στοιχεία να είναι τα οποία είναι δυνατό να εξαχθούν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας τίποτε δεν εμποδίζει την καθ΄ ης η αίτηση στη συνέχεια, σε περίπτωση συνένωσης της ως διάδικος, όπως αιτηθεί λεπτομέρειες αναφορικά με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει ακόμη και προ της συνένωσης της καθ΄ ης η αίτηση ως διάδικος αυτή θα μπορούσε να είχε αξιοποιήσει ανάλογα τη Δ.63 θ. 10 εάν όντως ενδιαφερόταν να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Ούτε και τέθηκε ένα τέτοιο θέμα αδυναμίας της καθ΄ ης η αίτηση να ανταποκριθεί στην αίτηση της ενάγουσας προ της καταχώρηση της ένστασης της. Επομένως πραγματικά η θέση ότι κανένα στοιχείο δεν παρατίθεται στην καθ΄ ης η αίτηση έτσι ώστε αυτή να μπορεί να συσχετισθεί ή συνδεθεί με τη παρούσα αγωγή προσομοιάζει περισσότερο με πρόσχημα παρά με επιχείρημα. 7.
- Ως προς τον τρίτο λόγο ένστασης διερωτώμαι πραγματικά πως θα ήταν δυνατό να κριθεί από οποιοδήποτε λογικό Δικαστήριο ότι μία αίτηση αυτού του είδους η οποία καταχωρήθηκε εντός 23 ημερών μετά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής καταχωρήθηκε «.με υπέρμετρη καθυστέρηση». Ασφαλώς, διατηρώντας υπόψη τον ίδιο τον λόγο τον οποίο αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στη παράγραφο 2 της αρχικής ένορκης δήλωσης ως προς την αδυναμία εξασφάλισης των αναγκαίων στοιχείων (δηλαδή, το όνομα της τράπεζας στην οποία υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο) από το Κτηματολόγιο μέχρι και την καταχώρηση αγωγής, είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα θα μπορούσε αμέσως ή σύντομα μετά από τη καταχώρηση να εξασφαλίσει το βασικό αυτό απαραίτητο στοιχείο για τη καταχώρηση της αίτησης υπό εξέταση. Εντούτοις, ακόμη και διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με «.υπέρμετρη καθυστέρηση». 7.
- Ο δε τέταρτος λόγος ένστασης προϋποθέτει αποδοχή του τρίτου λόγου ένστασης προτού να είναι δυνατό καν να εξεταστεί και αυτός ο λόγος ένστασης. Εφόσον δε έχει ήδη κριθεί ότι η αίτηση υπό εξέταση δεν καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση τότε λογικά δεν είναι δυνατό να αναζητείται από το Δικαστήριο οποιοσδήποτε είτε ουσιαστικός είτε καλόπιστος λόγος για αυτή την εισηγούμενη υπέρμετρη καθυστέρηση. 7.
- Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης ούτε η αίτηση αλλά ούτε και η ένορκη δήλωση η οποία τη συνοδεύει κρίνονται από το Δικαστήριο ως «.γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες». Με αναφορά δε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε αξίζει να επαναλάβει το Δικαστήριο τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 15.1 της απόφασης ημερομηνίας 9/12/
- Ως προς το ότι δηλαδή με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ενάγουσα απλά προσθέτει μία λεπτομέρεια την οποία παραλείπει μεν να αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωση της αλλά η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι λογικά προκύπτει με βάση το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης. Λαμβάνοντας υπόψη δηλαδή και το αντικείμενο της αίτησης υπό εξέταση για τη προσθήκη της καθ΄ ης η αίτηση ως διαδίκου. Επιπλέον, όπως διαπιστώνεται με βάση την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης παραλείπει εντελώς η καθ΄ ης η αίτηση να διατηρήσει υπόψη της ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, το οποίο και βεβαίως λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αυτής της αίτησης. 7.
- Αναφορικά με τον έκτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι τα διατάγματα τα οποία αιτείται η ενάγουσα δεν είναι δυνατό να κριθούν είτε «ελλειπή» είτε «αδικαιολόγητα». Βεβαίως το κατά πόσο τα αιτούμενα διατάγματα είναι δυνατό να κριθούν δικαιολογημένα σε αντίθεση με «αδικαιολόγητα» αποτελεί ολόκληρο το αντικείμενο εξέτασης αυτής της αίτησης. Ενώ για την εξέταση αυτής της αίτησης λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι λόγοι ένστασης αλλά και η νομική πτυχή ως επίσης και τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση. Συνεπώς το κατά πόσο τα αιτούμενα διατάγματα είναι «αδικαιολόγητα» αποτελεί ερώτημα το οποίο θα πρέπει να κριθεί στο σύνολο του από την εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας. Βεβαίως εν τέλει το αίτημα της ενάγουσας κρίνεται πλήρως δικαιολογημένο ως εκ τούτου το σκέλος αυτό του συγκεκριμένου λόγου ένστασης δεν ευσταθεί. Ως προς το πρώτο σκέλος όπως αυτό γίνεται αντιληπτό από την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι τα διατάγματα τα οποία η ενάγουσα αιτείται είναι «ελλειπή». Πως θα μπορούσε άλλωστε να κριθεί «ελλειπή» το διάταγμα προσθήκης της καθ΄ ης η αίτηση ως διάδικος; Θεωρώ ότι δεν απαιτείται η οποιαδήποτε διαφορετική διατύπωση αυτού του διατάγματος. Ως προς το διάταγμα τροποποίησης διατηρεί μεν υπόψη του το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης είναι ελάχιστη αλλά το κατά πόσο η οποιαδήποτε ελλιπή διατύπωση της έκθεσης απαίτησης στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά και από τη τροποποίηση της, παρέχει στον οποιοδήποτε αντίδικο το δικαίωμα καταχώρησης σχετικής αίτησης αναφορικά με οποιοδήποτε δικονομικό θέμα σε σχέση με τα δικόγραφα αυτής της αγωγής αποτελεί θέμα προς εξέταση μόνο εάν και εφόσον κληθεί το Δικαστήριο κατ΄ επιλογή ενός τέτοιου αντιδίκου να το εξετάσει. Ως έχει όμως η διατύπωση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι δυνατό να κριθεί ελλιπής. 7.
- Καθόλου πειστική δεν κρίνεται η θέση η οποία προβάλλεται με τον έβδομο λόγο ένστασης ως προς το ότι δηλαδή δεν «.εμφαίνεται από την αίτηση ή την ένορκο δήλωση για ποιό λόγο επιθυμεί η ενάγουσα να προσθέσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ως διάδικο.». Θεωρώ ότι ο λόγος αυτός είναι εμφανέστατος καθότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αρχικά μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο με πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο και στη συνέχεια υποθηκεύτηκε προς όφελος της καθ΄ ης η αίτηση. Ουσιαστικά το γεγονός της υποθήκευσης σημειώνεται και επί της δήλωσης μεταβίβασης (τεκμήριο Β στην αίτηση ημερομηνίας 14/4/2010) ενώ όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται στη παράγραφο 4.9 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης εναντίον της διατήρησης σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος η υποθήκευση στην καθ΄ ης η αίτηση έγινε ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση. Σαφώς προκύπτει δηλαδή με τα γεγονότα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τόσο από τις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση όσο και από το περιεχόμενο του φακέλου ο λόγος για τον οποίο επιθυμεί η ενάγουσα να συνενώσει την καθ΄ ης η αίτηση ως διάδικο. Εύλογα μάλιστα δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση θα προτιμούσε να μην συνενωνόταν ως διάδικος και σε περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα ήταν επιτυχής με την αγωγή της να ακυρωνόταν η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δίχως η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση, προς όφελος της οποίας το επίδικο ακίνητο με τη κατ΄ ισχυρισμό παράνομη μεταβίβαση του είχε υποθηκευτεί, να είχε την ευκαιρία να προβάλει τη δική της θέση επί του προκειμένου. Ασφαλώς θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα της καθ΄ ης η αίτηση σε μία τέτοια περίπτωση δίχως καν η ίδια να είχε τη προγενέστερη ευκαιρία να ακουστεί επί του συγκεκριμένου θέματος. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας την οποία η Δ.9 θ. 10 παρέχει στο Δικαστήριο αναφορικά με τη συνένωση αναγκαίου διαδίκου θεωρώ ότι θα πρέπει να ασκηθεί αυτή η εξουσία έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ως διάδικους όλα τα άτομα επί των δικαιωμάτων των οποίων θα αποφασίσει. Πραγματικά με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης μετά και από την αιτούμενη τροποποίηση της κρίνω ότι δεν παρέχεται οποιαδήποτε άλλη εύλογη επιλογή προς το Δικαστήριο παρά να κριθεί ότι η καθ΄ ης η αίτηση ως προτεινόμενη εναγόμενη αποτελεί όντως αναγκαίο διάδικο (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 9809, ημερομηνίας 10/7/1997, MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ. ά. ν. ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
(1997)1Β Α. Α. Δ. 772). 7.
- Ως προς τον όγδοο λόγο ένστασης δεν διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο ότι το «.περιεχόμενο της αίτησης και ένορκης δήλωσης έρχονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Δ.9 θ. 4». Ουσιαστικά αυτό το οποίο η ενάγουσα διεκδικεί ως θεραπεία με την αιτούμενη τροποποίηση πέραν και από την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου είναι και η ακύρωση της υποθήκευσης του. Βεβαίως θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ των πραγμάτων ότι αναπόφευκτη συνέπεια της ακύρωσης της μεταβίβασης θα ήταν και ακύρωση της υποθήκης όμως με το αίτημα τροποποίησης της η ενάγουσα καθιστά σαφέστερες τις θεραπείες τις οποίες επιδιώκει και παρέχει στην καθ΄ ης η αίτηση την ευκαιρία να προβάλει και η ίδια της δικές της θέσεις αναφορικά με ένα θέμα το οποίο την αφορά άμεσα και για το οποίο εκ πρώτης όψεως η καθ΄ ης η αίτηση φαίνεται να έχει δανειοδοτήσει στον εναγόμενο ένα ποσό της τάξης των €188.100,
- Επιδιώκει δηλαδή η ενάγουσα την έκδοση απόφασης εναντίον και της καθ΄ ης η αίτηση αναφορικά με την ακύρωση της υποθήκης. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη αυτά τα δεδομένα εντάσσεται πλήρως η αίτηση της ενάγουσας και εντός του πλαισίου το οποίο προβλέπεται και από τη Δ.9 θ.
- Διατηρώντας υπόψη το σκεπτικό με βάση το οποίο έχουν εξεταστεί οι λόγοι ένστασης στο σύνολο τους κρίνεται ότι αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Συνεπώς όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
- Διευκρινίζω ότι με βάση το σκεπτικό το οποίο οδήγησε στην απόρριψη των λόγων ένστασης αναδεικνύεται και η κατάληξη γενικότερα του Δικαστηρίου ως επίσης και η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης σε σχέση με την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσο η αίτηση ικανοποιεί όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις έτσι ώστε αυτή να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη όλες τις προϋποθέσεις οι οποίες έχουν καθιερωθεί νομολογιακά ως προς την εξέταση του αιτήματος της ενάγουσας κρίνω ότι η αίτηση της είναι απόλυτα δικαιολογημένη τόσο ως προς το αίτημα τροποποίησης όσο και σε σχέση με το αίτημα προσθήκης διαδίκου.
- Συνεπώς η αίτηση εγκρίνεται ως η αίτηση παράγραφοι Α και Β
(1)και
(2)ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής.
- Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά με τον εναγόμενο σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης διατηρώντας υπόψη τη δήλωση του ευπαίδευτου δικηγόρου του στις 8/6/
- Διατηρώντας υπόψη όμως αυτή τη δήλωση και εντός του πλαισίου αποφυγής δημιουργίας οποιωνδήποτε εξόδων εναντίον του εναγομένου θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο και εύλογο όπως η ενάγουσα υποστεί τα έξοδα όχι της αίτησης αλλά αυτά τα οποία θα προκύψουν από την έγκριση του αιτήματος της σε σχέση με τον εναγόμενο. Συνεπώς εκδίδεται διαταγή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από αυτή την έγκριση, σε σχέση δηλαδή με την ετοιμασία και καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης από τον εναγόμενο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής.
- Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων. Αναμένεται βεβαίως όπως η ενάγουσα συμμορφωθεί με τη Δ.9 θ. 11 ως προς την καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και επίδοση του προς την καθ΄ ης η αίτηση. Ενώ ο εναγόμενος θα πρέπει να καταχωρήσει τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης εντός 15 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης σε αυτόν της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.
- Ως προς το θέμα των εξόδων της αίτησης σε σχέση με την καθ΄ ης η αίτηση, διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εις βάρος της καθ΄ ης η αίτηση και υπέρ της ενάγουσας αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- All persons may be joined as defendants against whom the right to any relief is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative. And judgment may be given against such one or more of the defendants as may be found to be liable, according to their respective liabilities, without any amendment. [2]
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο