← Κύπρος

Θεοδώρα Παπανικοπούλου ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 32/10, 5η Οκτωβρίου 2011

Θεοδώρα Παπανικοπούλου ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 32/10, 5η Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A128 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης :- 32/10 Επί τοις αφορώσιν τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτήμηση) Νόμο Κεφ. 224, άρθρο 80 και τις τροποποιήσεις 3/60 και 1234 (Ι) /2001 Μεταξύ :- Θεοδώρα Παπανικοπούλου Εφεσείουσα- Αιτήτρια Και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εφεσίβλητος - Καθ΄ ου η Αίτηση Ημερομηνία :- Τετάρτη 5η Οκτωβρίου 2011 Για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια :- κος. Λεύκος Κληρίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Δ. Κυπριανίδου ) Για τον Εφεσίβλητο - Καθ΄ ου η Αίτηση:- κα. Έλσα Κόκκινου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .............) Τελική Απόφαση

  1. Αιτείται η εφεσείουσα διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται απόφαση του εφεσίβλητου.
  2. H απόφαση της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση, με βάση τα όσα αναφέρονται επί της αίτησης, είναι η ακόλουθη,:- 2.
  3. «(α) Η μεταγραφή του ¼ μεριδίου της εγγραφής 9894 από τον αποθανόντα Σάββα Παπανικόπουλο στους νόμιμους κληρονόμους του με τον φακ. Α. 538/06 και 2.
  4. (β) Η Δήλωση πώλησης με αρ. φακ. Π3585/07 του ⅛ της περιουσίας της εγγραφής 9894 στο όνομα του αγοραστού της Ανδρέα Γεωργίου από τη Λευκωσία από την ιδιοκτήτρια του Έλενα Παπανικοπούλου με βάση το άρθρο 25 του κεφ. 224 εφ΄ όσον υπήρξε και υπάρχει κληρονόμος υπό ανικανότητα εφ΄όσον ήτο και είναι μόνιμος κάτοικος Αθηνών ο Δρ. Χριστόδουλος Παπανικόπουλο (sic) ο οποίος απουσιάζει μονίμως από την Κύπρο.»
  5. Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο παρατηρείται σε σχέση με το αίτημα της εφεσείουσας είναι ότι ουσιαστικά δεν ζητά την ακύρωση μίας μόνο απόφασης αλλά δύο ξεχωριστών αποφάσεων. Βεβαίως η ακύρωση της πρώτης εκ των δύο αποφάσεων θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση και της δεύτερης απόφασης. Εφόσον δηλαδή στην απουσία της μετεγγραφής του μεριδίου του αποβιώσαντος στο όνομα της κληρονόμου αυτή νομικά δεν θα είχε τη δυνατότητα πώλησης του δικού της μεριδίου. Η οποία πώληση αποτελεί και το αντικείμενο της δεύτερης απόφασης.
  6. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι ουσιαστικά αυτό το οποίο εξετάζεται στη παρούσα περίπτωση είναι η ακύρωση όχι της δεύτερης αλλά της πρώτης απόφασης καθότι στην απουσία της η ύπαρξη της δεύτερης δεν θα καθίστατο νομικά εφικτή.
  7. Αυτή η προσέγγιση θα ήταν όχι μόνο η ευνοϊκότερη προς την εφεσείουσα υπό τις περιστάσεις αλλά και η πιο λογική έχοντας ως βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω.
  8. Εντούτοις διαπιστώνεται επιπλέον και η ύπαρξη δύο διαδικαστικών κωλυμάτων τα οποία στερούν από το Δικαστήριο της δυνατότητας να εξετάσει την ουσία του αιτήματος της εφεσείουσας.
  9. Το πρώτο διαδικαστικό κώλυμα θα μπορούσε να θεωρηθεί και ουσιαστικό ενόψει και της καθοριστικής σημασίας του σε σχέση με το αποτέλεσμα μη τήρησης βασικής αρχής αναφορικά με την ακρόαση των θέσεων όλων των επηρεαζόμενων μερών σε μία διαδικασία όπου καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ατόμων τα οποία αναπόφευκτα θα επηρεαστούν από την έκδοση μίας τέτοιας δικαστικής απόφασης.
  10. Το διαδικαστικό αυτό κώλυμα είναι το γεγονός ότι παρά και την επιδίωξη της εφεσείουσας να ανατρέψει την απόφαση μετεγγραφής του κληρονομικού μεριδίου της Έλενας Παπανικοπούλου (στο εξής θα καλείται η «κληρονόμος») και κατά συνέπεια την επακόλουθη πώληση αυτού του μεριδίου προς τον Ανδρέα Γεωργίου (στο εξής θα καλείται ο «αγοραστής») εντούτοις η εφεσείουσα έχει παραλείψει να συνενώσει ως διάδικους αυτά τα δύο άτομα. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι σε αυτή τη διαδικασία δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ή ενδιαφερόμενα μέρη. Καθότι η κληρονόμος και ο αγοραστής δεν συνενώθηκαν στην αίτηση-έφεση ως διάδικοι.
  11. Υπάρχει σχετική νομολογία επί του θέματος σύμφωνα με την οποία ενδιαφερόμενα μέρη σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης-έφεσης θα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10074, ημερομηνίας 26/7/1999, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη

(1999)1Β Α. Α. Δ. 1210). 10. Σύμφωνα με τον κανονισμό 5
(2)[1] των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών του 1956 (στο εξής θα καλούνται οι «Κανονισμοί») επιβάλλεται υποχρεωτικά όπως σε αίτηση-έφεση συνενώνονται όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στη διαφορά. Η πρόνοια αυτή έχει κριθεί στην απόφαση Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη (βλ. σχετικά τη παράγραφο 9 αυτής της απόφασης) ως επιτακτική ως εξάγεται από τη χρησιμοποίηση της λέξης "shall". Ενώ στην ίδια απόφαση γίνεται επίσης αναφορά ότι όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο σε αγωγές οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία θα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη άλλως η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. 11. Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο διαδικαστικό αλλά και κατ΄ επέκταση ουσιαστικό κώλυμα δεν είναι δυνατό πλέον να θεραπευθεί μετά και από την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 1508 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 8378, ημερομηνίας 31/12/1992, Κάκκουλου ν. Ποχουζούρη
(1992)1Β Α. Α. Δ. 1503, δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιο της δικαιοσύνης που στοιχειοθετούν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή το συμβατικό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης. Αναμφίβολα η στέρηση του δικαιώματος της ακρόασης των θέσεων των ενδιαφερομένων μερών σε αυτή την περίπτωση πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης το οποίο στοιχειοθετούν τόσο οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης όσο και το ίδιο το Σύνταγμα (βλ. σχετικά το άρθρο 30.2). 12. Το δεύτερο διαδικαστικό κώλυμα έχει επίσης διαπιστωθεί από το Δικαστήριο μετά από την επιφύλαξη της απόφασης. Προκύπτει ως αποτέλεσμα παρέκκλισης από τους Κανονισμούς και συγκεκριμένα τον κανονισμό 6
(2)[2] σύμφωνα με τον οποίο επιτακτικά προνοείται η καταχώρηση αιτιολογημένης έκθεσης από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. 13. Στη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο διαπιστώνεται ότι τέτοια αιτιολογημένη έκθεση δεν υπάρχει εντός του φακέλου της αίτησης-έφεσης. Αναμφίβολα το δεδομένο αυτό αποτελεί παράλειψη και του ίδιου του Δικαστηρίου να είχε παρατηρήσει έγκαιρα και πριν από την επιφύλαξη αυτής της απόφασης ότι δεν είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία τα οποία επιτακτικά προνοούνται από τους Κανονισμούς. Η παρέκκλιση αυτή από τους Κανονισμούς δεν καθιστούσε την αίτηση-έφεση άκυρη αλλά απλώς αντικανονική και η αντικανονικότητα αυτή θα μπορούσε να είχε θεραπευθεί (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 10181, ημερομηνίας 23/1/2001, Κλεοβούλου ν. Πελίδη
(2001)1 Α. Α. Δ 46).
  1. Δυστυχώς, προ της επιφύλαξης αυτής της απόφασης δεν προηγήθηκε οποιοδήποτε διάβημα γι΄ αυτό το σκοπό. Εντούτοις διατηρώντας υπόψη το θεμελιακό κώλυμα το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο αναφορικά με την μη συνένωση στην αίτηση-έφεση όλων των αναγκαίων διαδίκων το θέμα αυτό καθίσταται άνευ σημασίας ως προς την έκβαση αυτής της απόφασης. Θέτοντας το πιο απλά ακόμη και να υπήρχε εντός του φακέλου η αιτιολογημένη έκθεση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και πάλι το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης θα ήταν το ίδιο. Εφόσον δηλαδή όπως πιο κάτω κρίνεται η παράλειψη συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων στερεί του Δικαστηρίου τη δυνατότητα όπως προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της αίτησης-έφεσης.
  2. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ιδιαίτερα δε σε σχέση με το πρώτο και μη θεραπεύσιμο διαδικαστικό κώλυμα κρίνω ότι δεν θα ήταν νομικά ορθό για το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της αίτησης-έφεσης.
  3. Παρά και την κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου και διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 9 (α) και (β) της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας ως προς την εσφαλμένη ή ψευδή πιστοποίηση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Πόλεως Χρυσοχούς διερωτώμαι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε όντως να επεδίωκε ακύρωση της απόφασης του εφεσίβλητου με τον τρόπο τον οποίο έχει επιλέξει ή αντιθέτως κατά πόσο θα έπρεπε να διεκδικούσε τα δικαιώματα της με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή πολιτική αγωγή εναντίον όσων κατ΄ ισχυρισμό παραπλάνησαν τον εφεσίβλητο.
  4. Βεβαίως η θέση της εφεσείουσας ως προς το ότι η απόφαση του εφεσίβλητου είναι εσφαλμένη θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προωθείται υπό την έννοια ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν θα έπρεπε να είχε δεχτεί τη πιστοποίηση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Πόλεως Χρυσοχούς είτε ως προς την αξία του μεριδίου του επίδικου τεμαχίου είτε ως προς το ότι όλοι οι κληρονόμοι ήταν κάτοικοι Κύπρου και ως εκ τούτου αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η απόφαση του να δεχτεί τη μετεγγραφή στη κληρονόμο ήταν εσφαλμένη.
  5. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τη παράλειψη συνένωσης όλων των αναγκαίων διαδίκων στη διαδικασία ως επίσης και τη παράλειψη καταχώρησης της αιτιολογημένης έκθεσης του εφεσίβλητου, έστω και εάν αυτή θα ήταν θεραπεύσιμη με κατάλληλο διάβημα προ της επιφύλαξης της απόφασης, κρίνω ότι δεν έχω άλλη επιλογή από το να απορρίψω την αίτηση-έφεση.
  6. Αναφορικά με τα έξοδα διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αλλά και τη παράλειψη του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί με τον κανονισμό 6
(2)των Κανονισμών κρίνω ότι η εφεσείουσα δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί με όλα τα έξοδα αλλά με το ήμισυ αυτών των εξόδων. 20. Συνεπώς, η αίτηση-έφεση απορρίπτεται με το ήμισυ των εξόδων εις βάρος της εφεσείουσας και υπέρ του εφεσίβλητου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless, otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41,43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law". [2] "6.
(1)The Director shall, when so requested by a person agrieved by any order, notice or decision of the Director made or given under the provisions of the Law, who signifies his intention to appeal against such order, notice or decision, furnish such person with a statement of his reasons thereof, which statement shall be filed with the Registrar together with the summons (Form2).
(2)Where an office copy of the summons (Form2) is served on the Director under the provisions of Rule 5, he shall, within fourteen days after the date of such service, file with the Registrar a statement of his reasons for the order, notice or decision appealed against, unless he shall have previously supplied such statement to the person aggrieved under the provisions of paragraph
(1)of this rule: Provided that the Director may, within the aforesaid period of fourteen days, apply to the Court ex parte for an extension of time, and shall forthwith give notice of any extension allowed by the Court to all parties to the proceedings.
(3)On filing his statement of reasons with the Registrar, the Director shall leave, for each party to the proceedings, a copy thereof for service plus a duplicate of such copy for the affidavit of service." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.