← Κύπρος

NAKERY TRADING LIMITED ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ, Αρ. Αγωγής :- 3147/06, 18η Οκτωβρίου 2011

NAKERY TRADING LIMITED ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ, Αρ. Αγωγής :- 3147/06, 18η Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3147/06 Μεταξύ :- NAKERY TRADING LIMITED SEMION SHIPIGEL MICHAEL AIZIN Ενάγοντες Και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΙΑΗΛΗ ΜΑΡΙΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΦΑΣΑΡΙΑ ΣΙΑΗΛΗ SHAELES CHAMBERS AND CO ΑΚΗΣ ΒΡΥΩΝΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τρίτη 18η Οκτωβρίου 2011 Αίτηση αναστολής εκτέλεσης διαταγής εξόδων ημερομηνίας 14/12 /2010 Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση :-κος. Α. Σοφοκλέους για κο. Αντώνη Παπαντωνίου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Α. Νεοφύτου ) Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Μ. Πατσαλίδου για κο. Χρήστο Μ. Γεωργιάδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κος. Μ. Γεωργιάδης) Απόφαση

  1. Στις 16/6/2010 το Δικαστήριο μετά από απόρριψη αιτήματος αναβολής της ακρόασης της αγωγής επιδίκασε τα έξοδα της αίτησης υπέρ των εναγόντων ως καθ΄ ων η αίτηση και εις βάρος των εναγομένων 1 και 2 ως οι αιτητές στη συγκεκριμένη περίπτωση.
  2. Τα έξοδα της αίτησης υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή στις 26/10/2010 σε ποσό €1.631,
  3. Βεβαίως μέχρι την ημερομηνία αυτή είχε ήδη εκδοθεί και η τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε διαταγή εξόδων υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή. Στις 6/10/2010, δηλαδή 20 ημέρες πριν από τον υπολογισμό των εξόδων της αίτησης και όπως φαίνεται και στη σημείωση στο πιστό αντίγραφο της απόφασης, τα έξοδα υπολογίστηκαν στο ποσό των €12.185,
  4. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου υπό μορφή των ενόρκων δηλώσεων τόσο προς υποστήριξη της αίτησης όσο και της ένστασης έχει προηγηθεί σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα ο δικηγόρος των εναγόντων με επιστολή ημερομηνίας 9/12/2010 κάλεσε το δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2 όπως μεριμνήσει για τη καταβολή του ποσού των εξόδων «.το συντομότερο δυνατό» ενώ ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 13/12/2010 εξήγησε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποδέχονται όπως συμψηφιστεί το ποσό το οποίο επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων με το ποσό των εξόδων που επιδικάστηκε εις βάρος των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων 1 και
  5. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης αν και οι ενάγοντες δεν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι των εξόδων της αγωγής εντούτοις απαιτούν τη πληρωμή των εξόδων της αίτησης.
  6. Ενώ αναφέρεται και στη πιθανότητα οι ενάγοντες να λάβουν μέτρα εκτέλεσης και οι εναγόμενοι 1 και 2 να υποχρεωθούν στη πληρωμή των εξόδων της αίτησης δίχως οι ίδιοι να είναι καν σε θέση να εισπράξουν τα έξοδα της αγωγής.
  7. Αναφέρεται επίσης και στις ανεπιτυχείς προσπάθειες εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση και με το θέμα είσπραξης των εξόδων. Με ιδιαίτερη αναφορά σε επίδοση απαίτησης πληρωμής χρέους προς την ενάγουσα 1, επιστροφή ανεκτέλεστου εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας της ενάγουσας 1 και στο γεγονός ότι οι ενάγοντες 2 και 3 είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Γεγονός το οποίο εκ πρώτης όψεως καθιστά δύσκολη την εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εναγόντων 2 και
  8. Με το αίτημα τους οι εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο «.να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και/ή διαταγής που εκδόθηκε στις 16/6/10, αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης για αναβολή ημερ. 08/06/10, μέχρι οι Ενάγοντες να πληρώσουν στους Αιτητές τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των δεύτερων και εναντίον των πρώτων στην αγωγή με τον παραπάνω αριθμό και τίτλο, ή διαφορετικά όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο».
  9. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενάγοντες παραθέτουν 6 συνολικά λόγους ένστασης εναντίον της έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος. Κρίνω ότι προκύπτει η αναγκαιότητα όπως ο τρίτος λόγος ένστασης και μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης εξεταστούν ξεχωριστά από το Δικαστήριο. Διευκρινίζεται ότι το μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης το οποίο θεωρώ ότι χρήζει ξεχωριστής εξέτασης σε συνδυασμό με την εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης έχει σχέση με την εισήγηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ανεπαρκή. Ενώ η θέση ότι η πραγματική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ανεπαρκή εξετάζεται μαζί με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.
  10. Παράλληλα διευκρινίζω στο βαθμό στον οποίο προβάλλεται στον τέταρτο λόγο ένστασης η θέση ως προς την ύπαρξη παράβασης και υπέρβασης «.των λόγων για του (sic) οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία.» ότι αυτό το μέρος του λόγου ένστασης εξετάζεται ουσιαστικά κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του όλου θέματος το οποίο προκύπτει από τη προβολή του τρίτου λόγου ένστασης και μέρους του δεύτερου λόγου ένστασης. Ενώ επιπλέον το Δικαστήριο εξετάζει ξεχωριστά το μέρος του τέταρτου λόγου ένστασης με το οποίο εγείρεται η ύπαρξη κατάχρησης και κακοπιστίας. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο είναι εφικτό αυτό να εξεταστεί ξεχωριστά από τη θέση ότι η αίτηση γίνεται «.κατά παράβαση και καθ΄ υπέρβαση των λόγων για του (sic) οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία».
  11. Διατηρώντας υπόψη τη πιο πάνω διευκρίνιση διαπιστώνονται τα ακόλουθα σε σχέση είτε με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης είτε τα μέρη του δεύτερου και τέταρτου λόγου ένστασης τα οποία δεν εξετάζονται σε συνδυασμό με τον τρίτο λόγο ένστασης. 10.
  12. Ως προς τον πρώτο λόγο ένστασης διαπιστώνεται ότι η αίτηση όντως αποκαλύπτει στοιχεία τα οποία δικαιολογούν πλήρως την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 10.
  13. Ως προς το μέρος του δεύτερου λόγου ένστασης το οποίο δεν εξετάζεται σε συνδυασμό με την εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης και μέρους του τέταρτου λόγου ένστασης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αίτηση στηρίζεται σε ορθή και επαρκή πραγματική βάση καθότι τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης παραπέμπουν σε γεγονότα μετά από την έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου και έχουν άμεση σχέση με τις προσπάθειες τις οποίες κατέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και 2 προς εκτέλεση της απόφασης και με επιπρόσθετη αναφορά στη πιθανότητα εκτέλεσης και της απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 της οποίας οι ίδιοι ζητούν την αναστολή σε συσχετισμό όμως και με τη παράλληλη υποχρέωση των εναγόντων να συμμορφωθούν με τη τελική απόφαση στην αγωγή. 10.
  14. Ως προς το μέρος του τέταρτου λόγου ένστασης το οποίο δεν εξετάζεται σε συνδυασμό με την εξέταση του τρίτου λόγου ένστασης και μέρους του δεύτερου λόγου ένστασης, το Δικαστήριο πραγματικά δεν έχει πεισθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή ότι αυτή γίνεται κακόπιστα. Αντιθέτως, εάν είναι δυνατό να διαπιστωθεί οποιαδήποτε κακοπιστία σε αυτή τη διαδικασία αυτή είναι των ίδιων των εναγόντων οι οποίοι έχουν την απαίτηση να πληρωθούν τα έξοδα της αίτησης αντί αυτά να αφαιρεθούν από τα έξοδα της αγωγής τα οποία οφείλουν να πληρώσουν. Θεωρώ δηλαδή ότι η πρόταση συμψηφισμού η οποία έγινε από τον δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2 όχι μόνο είναι καθόλα λογική αλλά επιπλέον ότι αυτή έγινε καλόπιστα. 10.
  15. Αναφορικά με τον πέμπτο λόγο ένστασης διαπιστώνεται ότι θα ήταν αδιανόητο πραγματικά για το Δικαστήριο να συμφωνήσει με τη θέση ότι η αίτηση αυτή γίνεται «.με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων.». Αντιθέτως, επί αυτού του θέματος, δηλαδή τη πληρωμή των εξόδων τόσο της αίτησης όσο και της αγωγής, θεωρώ ότι είναι οι ενάγοντες οι οποίοι περιφρονούν πλήρως τα δικαιώματα των εναγομένων 1 και
  16. Επαναλαμβάνω και πάλι τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς τη λογικότητα και καλοπιστία της πρότασης συμψηφισμού του δικηγόρου των εναγομένων 1 και
  17. 10.
  18. Ως προς την εισήγηση η οποία προτάσσεται από τον έκτο λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη αυτή απορρίπτεται ως εντελώς αβάσιμη. Η αίτηση εξειδικεύεται επί συγκεκριμένου σημείου σε σχέση με τις διαταγές πληρωμής εξόδων οι οποίες προέκυψαν από την εκδίκαση της αίτησης αναβολής και της αγωγής σε σχέση πάντοτε με τους ενάγοντες και τους εναγόμενους 1 και
  19. Έχοντας παραθέσει τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τους προαναφερόμενους λόγους ένστασης θα προχωρήσω σε εξέταση του δεύτερου και τρίτου λόγου ένστασης σε συνδυασμό, όπως διευκρινίζεται πιο πάνω, με το μέρος του τέταρτου λόγου ένστασης το οποίο εξετάζεται παράλληλα με αυτούς τους λόγους ένστασης. Όπως αυτοί οι λόγοι ένστασης γίνονται αντιληπτοί από το Δικαστήριο οι ενάγοντες εισηγούνται ουσιαστικά πρώτο, ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και ανεπαρκή νομική βάση, δεύτερο, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τρίτο, ότι η αίτηση γίνεται κατά παράβαση και καθ΄ υπέρβαση των λόγων τους οποίους ο Νομοθέτης θέτει σε αυτού του είδους διαδικασία. Θεωρώ ότι παρέχεται η ευχέρεια όπως οι τρεις αυτές θέσεις εξεταστούν στο σύνολο τους υπό τη γενικότερη έννοια εξέτασης της νομικής πτυχής του αντικειμένου της αίτησης.
  20. Αναφορικά με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης παρατηρώ ότι ενώ οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των αιτητών έχουν περιοριστεί σε αναφορά του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (το οποίο όμως δεν έχουν συμπεριλάβει στη νομική βάση της αίτησης τους) και του κανονισμού 11 της Δ.40 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας δίχως οποιαδήποτε αναφορά σε σχετική νομολογία ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση εμπεριστατωμένα παραπέμπει και σε σχετική νομολογία επί του θέματος.
  21. Ευθύς εξ αρχής οφείλω να παρατηρήσω ότι η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των αιτητών ως προς την εφαρμογή του κανονισμού 11 της Δ.40 κρίνεται πιο πειστική αναφορικά με τον ορθό τρόπο εφαρμογής της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης. Παράλληλα όμως το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αγνοήσει τη νομολογία στην οποία έχει αναφερθεί ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση. Η οποία νομολογία παρέχει μία διαφορετική ερμηνεία ως προς την εφαρμογή της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης. Η οποία ερμηνεία περιορίζει με απόλυτο τρόπο την εμβέλεια εφαρμογής του κανονισμού 11 της Δ.
  22. Μάλιστα - ανεξάρτητα και από τη μη συμπερίληψη του άρθρου 47 στη νομική βάση της αίτησης - όπως αναφέρεται σχετικά στη σελίδα 451 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 6895, ημερομηνίας 27/6/1985, Stavrou v Christopoulos

(1985)1 C. L. R. 449 το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν παρέχει δικαιοδοσία έτσι ώστε να προσβληθεί με αυτού του είδους διαδικασία η τελεσιδικία μίας δικαστικής απόφασης[1].
  1. Έχοντας υπόψη την απλή διατύπωση του κανονισμού 11 της Δ.40 και με όλο το σεβασμό προς τις σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαφωνώ με την ερμηνεία η οποία έχει δοθεί σε σχέση με την εφαρμογή αυτού του κανονισμού. Ερμηνεία την οποία θεωρώ απόλυτη δίχως όμως αυτή να δικαιολογείται από την ίδια τη διατύπωση του συγκεκριμένου κανονισμού. Εντούτοις δεν παύει αυτή η νομολογία να είναι δεσμευτική για αυτό το Δικαστήριο. Συνεπώς εάν δεν παρέχεται περιθώριο από τα γεγονότα της αίτησης υπό εξέταση διαφοροποίησης της από τις περιπτώσεις οι οποίες καλύπτονται από τη σχετική νομολογία τότε θεωρώ ότι το Δικαστήριο αυτό δεν έχει άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει την ερμηνεία η οποία έχει δοθεί από τη νομολογία μας ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε διαφωνία του με αυτή.
  2. Κατ΄ αρχάς θεωρώ ότι από μία απλή ανάγνωση του κανονισμού 11 της Δ.40[2] προκύπτουν τα εξής. Ότι (σε ελεύθερη μετάφραση) οποιοσδήποτε διάδικος εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση και δοθεί διαταγή δύναται να αιτηθεί από το Δικαστήριο αναστολή εκτέλεσης ή άλλη θεραπεία εναντίον τέτοιας απόφασης επί τη βάσει γεγονότων τα οποία έχουν προκύψει πολύ αργότερα για να είχαν προβληθεί προηγουμένως. Δηλαδή, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά εντός του ίδιου του κανονισμού ως προς την παράλληλη ύπαρξη έφεσης ως απαραίτητη προϋπόθεση έτσι ώστε ένας διάδικος εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση και δοθεί διαταγή να δικαιούται όπως αιτηθεί την αναστολή εκτέλεσης της.
  3. Εντούτοις όπως έχει διαμορφωθεί η σχετική νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος η παράλληλη ύπαρξη έφεσης θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση έτσι ώστε να καθίσταται νομικά εφικτή η εφαρμογή του κανονισμού 11 της Δ.
  4. Ουσιαστικά η ερμηνεία η οποία έχει δοθεί από τη σχετική νομολογία δημιουργεί την εντύπωση ότι προστίθενται λέξεις στο κανονισμό οι οποίες όμως δεν υπάρχουν. Όπως, παραδείγματος χάριν, επιφύλαξη με βάση την οποία να νοείται ότι η δυνατότητα καταχώρησης τέτοιας αίτησης παρέχεται μόνο σε περιπτώσεις όπου ο διάδικος ο οποίος αιτείται την αναστολή εκτέλεσης της έχει πρώτα καταχωρήσει έφεση εναντίον τέτοιας απόφασης.
  5. Δεν θεωρώ απαραίτητο όπως παραθέσω οποιαδήποτε άλλα αποσπάσματα από τη σχετική νομολογία στην οποία έχει αναφερθεί ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση στην επιχειρηματολογία του (βλ. σχετικά την απόφαση της Πολιτικής Έφεσης 6895, ημερομηνίας 27/6/1985, Stavrou v Christopoulos
(1985)1 C. L. R. 449, την απόφαση της αίτησης στην Πολιτική Έφεση 7886, Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α. Α. Δ. 284 και την απόφαση της Αίτησης 109/2000 για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων Certiorari και Prohibition της Παρασκευούς Μάρκου Κκάρα Αντωνίου (Αρ. 1), ημερομηνίας 23/11/2000,
(2000)1Γ Α. Α. Δ. 1868). Έχω μελετήσει αυτή τη νομολογία και βασική θέση η οποία προκύπτει από αυτή στο σύνολο της είναι ότι η δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού 11 της Δ.40 παρέχεται μόνο σε περιπτώσεις καταχώρησης έφεσης.
  1. Διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της αίτησης υπό εξέταση κρίνω ότι δεν παρέχεται περιθώριο διαφοροποίησης της από τις περιπτώσεις οι οποίες καλύπτονται από τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει αυτή την ερμηνεία ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε διαφωνία του με αυτή. Ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο αποδέχεται τόσο τον τρίτο λόγο ένστασης όσο και τα προαναφερόμενα μέρη του δεύτερου και τέταρτου λόγου ένστασης.
  2. Διατηρώντας υπόψη δηλαδή ότι οι αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης της οποίας διεκδικούν την αναστολή τότε όπως διαπιστώνεται δεν έχουν καν το δικαίωμα υποβολής αίτησης αναστολής της διαταγής εξόδων η οποία εκδόθηκε στην ενδιάμεση διαδικασία και η οποία οδήγησε στην έκδοση αυτής της διαταγής εξόδων.
  3. Ελλείψει της συγκεκριμένης νομολογίας το Δικαστήριο θα απέρριπτε όλους τους λόγους ένστασης ως αβάσιμους ενώ έχοντας ως βάση τα όσα γεγονότα έχουν τεθεί υπόψη του θα έκρινε ως δικαιολογημένο το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 και θα κατέληγε ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει δεκτό με ανάλογη όμως διατύπωση του διατάγματος το οποίο θα εκδιδόταν προς όφελος τους έτσι ώστε αυτό να είναι όσο το δυνατό πιο δίκαιο διατηρώντας υπόψη ότι όπως και οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν δικαίωμα στην είσπραξη των εξόδων της αγωγής έτσι και οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα στην είσπραξη των εξόδων της αίτησης. Δηλαδή, το διάταγμα το οποίο θα εκδιδόταν θα διέτασσε την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής εξόδων της απόφασης ημερομηνίας 16/6/2010 μέχρι τη πληρωμή των εξόδων της αγωγής σύμφωνα με τη σχετική διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/9/2010 ενώ θα υπήρχε και σχετική επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση ύπαρξης πρόθεσης πληρωμής από τους ενάγοντες των εξόδων της αγωγής τα οποία προκύπτουν από τη διαταγή ημερομηνίας 22/9/2010 πλέον των σχετικών τόκων και Φ. Π. Α. τότε οι ίδιοι θα είχαν το δικαίωμα αφαίρεσης από αυτό το ποσό των εξόδων της αίτησης τα οποία προκύπτουν από τη διαταγή ημερομηνίας 16/6/2010 πλέον τους οποιουσδήποτε σχετικούς τόκους και Φ. Π. Α..
  4. Εντούτοις διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και μετά από αποδοχή των προαναφερόμενων λόγων ένστασης ή μέρων αυτών (βλ. σχετικά τη παράγραφο 11 αυτής της απόφασης) η αίτηση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη.
  5. Αναφορικά δε με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των κανονισμών 7 και 13 της Δ.59 θεωρώ ότι η εξέταση αυτού του θέματος δεν είναι αναγκαία προς έκδοση αυτής της απόφασης. Εντούτοις μία πρώτη εντύπωση η οποία δημιουργείται από τα όσα αναφέρονται σχετικά σε αυτούς τους κανονισμούς είναι ότι η διαδικασία αυτή δύναται να τύχει εφαρμογής κατά την ψήφιση των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή παρά σε μεταγενέστερο στάδιο με σχετικό αίτημα προς το Δικαστήριο.
  6. Ως προς το θέμα των εξόδων της αίτησης διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση εναγόντων και εις βάρος των αιτητών εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "O. 40, r. 11 is specifically intended to confer jurisdiction to stay a judgment or order pending the determination of an appeal in the proceedings . Nor does s. 47 of the Courts of Justice Law confer jurisdiction to impeach in the way sought in these proceedings the finality of a judgment." [2] "Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.