Ανδρέα Γεωργίου κ.α. ν. Καλλιόπη Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 805/2011, 19.10.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 805/2011 Μεταξύ: 1.Ανδρέα Γεωργίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας από Λάρνακα ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Παντελή η Χαρέμη (σύζυγου Γεώργιου Στυλιανού Μίτσιγγα), προηγούμενα απ την Ίννια, αποβιώσασας, από τα Κονιά 2.Σοφοκλή Κονναρή, από την Λεμεσό
- Χριστάκη Κονναρή, από την Λεμεσό Ενάγοντες -και-
- Καλλιόπη Παντελή, από την Ίννια 2.Σάββα Παντελή, από την Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 19.10.11 Αίτηση ημερ.16.03.2011 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Εμφανίσεις Για Αιτητή-Ενάγοντα: κ.................................. Για Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1: κ............ (κ. ........για να ακούσει απόφαση). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, εκ των οποίων ο Eνάγων αριθμ.1 ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, Μαρίας Παντελή η Χαρέμη (σύζυγου Γεώργιου Στυλιανού Μίτσιγγα), προηγούμενα απο την Ίννια, (από τώρα και στο εξής καλουμένης «η αποβιώσασα»), καταχώρησαν στις 16.03.2011 την Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Με αυτήν αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτολεξεί): «
- Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/η ξεχωριστά η διαζευκτικά: (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι μεταβιβάσεις και εγγραφές στο όνομα των εναγομένων των μεριδίων των κτημάτων: i. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 10051, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/23, τεμάχιο 111, έκτασης 27 Δεκ. και 760 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο ii. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9304, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXV/33, τεμάχιο 918, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο iii. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9307, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/32, τεμάχιο 141, έκτασης 6 Δεκ. και 689 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 iv Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9309, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXXV/33, τεμάχιο 191, έκτασης 7 Δεκ. και 358 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 v. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9437, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/23, τεμάχιο 477, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο vi Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9443, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/39, τεμάχιο 159, έκτασης 6 Δεκ. και 355 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο (τα επίδικα) είναι πράξεις ανυπόστατες και/η άκυρες και/η δέον όπως ακυρωθούν, γιατί έγιναν δόλια και/η με ψευδείς παραστάσεις και/η παράνομα και/η κατόπιν συνομωσίας και/η χωρίς βλάβη, επιπρόσθετα και/η διαδοχικά, λόγω λάθους. (β)Διάταγμα που να διατάσσει την διαγραφή των ονομάτων των εναγομένων από τις εγγραφές του «α», παραπάνω και/η την επανεγγραφή των επιδίκων στο όνομα της Μαρίας Παντελή η Χαρέμη (συζύγου Γεώργιου Στυλιανού Μίτσιγγα, προηγούμενα απ την Ίννια), αποβιώσασας και/η την εγγραφή τους στο όνομα του ενάγοντα αριθμ.1 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας. (γ) Χωρίς βλάβη των προηγουμένων, επιπρόσθετα και/η διαδοχικά προς όσα αναφέρονται στα «α» και «β» , παραπάνω, αποζημιώσεις λόγω δόλου και/η ψευδών παραστάσεων και/η παρανομίας και/η συνομωσίας περαιτέρω επιπρόσθετα και/η διαζευκτικά, λόγω αμέλειας και/η διαφορετικά. (δ) Χωρίς βλάβη των προηγουμένων, επιπρόσθετα και/η διαδοχικά προς όσα αναφέρονται στα «α» - «γ» , παραπάνω και/η το ισάξιο των επιδίκων, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/η το δίκαιο της αποκατάστασης. (ε) Νόμιμους τόκους, έξοδα και Φ.Π.Α. (στ) Περαιτέρω η άλλη θεραπεία.» Την ίδια ημέρα καταχώρισαν την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία αξιώνουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο «να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή επιβαρύνουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν, ή διαφορετικά διαθέσουν τα ακίνητα που είναι εγγεγραμμένα στα ονόματα τους με τα ακόλουθα στοιχεία: «i. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 10051, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/23, τεμάχιο 111, έκτασης 27 Δεκ. και 760 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο ii. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9304, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXV/33, τεμάχιο 918, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο iii. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9307, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/32, τεμάχιο 141, έκτασης 6 Δεκ. και 689 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 iv Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9309, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXXV/33, τεμάχιο 191, έκτασης 7 Δεκ. και 358 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 v. Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9437, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/23, τεμάχιο 477, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο vi Χωράφι, αριθμ. πιστοποιητικού εγγραφής 9443, στην ΄Ίννια, Φυλ./Σχέδιο XXXIV/39, τεμάχιο 159, έκτασης 6 Δεκ. και 355 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο το όλο (ήτοι τα ακίνητα που περιγράφονται στην θεραπεία που αξιώνουν οι ενάγοντες υπό στοιχείο (α) της οπισθογράφησης, τα οποία στο εξής θα καλούνται «τα επίδικα ακίνητα»).» Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στη Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα αριθμός 1, καταχωρήθηκε στον τύπο αιτήσεων δια κλήσεως και επιδόθηκε στους εναγόμενους, στην μέν εναγόμενη 1 στις 24.03.2011 στον δε εναγόμενο 2 στις 19.03.
- Στις 4.04.2011 που η Αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίστηκε εκ μέρους της εναγόμενης 1 ο συνήγορος της και αμφισβήτησε την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με επακόλουθο αυτή να οριστεί για οδηγίες στις 4.07.2011 με δικαίωμα καταχώρησης ένστασης μέχρι και 4 καθαρές ημέρες προηγουμένως. Για τον εναγόμενο 2 όμως ουδείς εμφανίστηκε με επακόλουθο να εκδοθεί διάταγμα ως η παράγραφος 1 της Αίτησης. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε την ένσταση της στις 23.05.2011 με επακόλουθο στις 4.07.2011 να οριστεί η Αίτηση για ακρόαση στις 28.9.
- Στις 28.9.2011 αμφότεροι οι συνήγοροι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την αντεξέταση των προσώπων που υποστηρίζουν με ενόρκους δηλώσεις την Αίτηση των εναγόντων και ένσταση της εναγόμενης 1, ήτοι του ενάγοντα 1 και της εναγόμενης 1, αντίστοιχα και παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις δηλώνοντας ότι αντίγραφο τούτων έλαβε έκαστος. Περαιτέρω δήλωσαν ότι διάβασαν το περιεχόμενο των εν λόγω αγορεύσεων και κάλεσαν το Δικαστήριο να τις καθορίσει ως αναγνωσθείσες. Οι εν λόγω γραπτές αγορεύσεις σημειώθηκαν, του μεν συνηγόρου των εναγόντων σαν Έγγραφο Γ.Α. 1 του δε συνηγόρου της εναγόμενης 1 σαν Έγγραφο Γ.Α. 2, καθορίσθηκαν σαν αναγνωσθείσες και στη συνέχεια το Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφαση του. Στην ένορκο δήλωση του ενάγοντα 1, που υποστηρίζει την Αίτηση, αυτός αναφέρει τα εξής: «Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, Ανδρέας Γεωργίου, από τα Κονιά, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο ενάγων αρ. 1 και ενάγω υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Παντελή ή Χαρέμη (σύζυγου Γεώργιου Στυλιανού Μήτσιγγα), προηγούμενα από την Ιννια, αποβιώσασας (η αποβιώσασα). Τεκμήριο Α είναι το διάταγμα διαχείρισης.
- Επίσης είμαι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες αρ. 2 & 3 να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Η αποβιώσασα άφησε και την ακόλουθη περιουσία: i.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 10051, στην Ίννια, Φυλ. Σχεδ. ΧΧΧΙV/23, τεμ. 111, έκτασης 27 Δεκ. και 760 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο ii.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 9304, στην Ίννια, Φυλ. Σχεδ. ΧΧΧV/33, τεμ. 918, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο iii.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 9307, στην Ίννια, Φυλ. Σχεδ. ΧΧΧΙV/32, τεμ. 141, έκτασης 6 Δεκ. και 689 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 iv.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 9309, στην Ίννια, Φυλ./Σχεδ. ΧΧΧΧΙV/39, τεμ. 191, έκτασης 7 Δεκ. και 358 τ. μ., εγγεγραμμένο μερίδιο 2/3 v.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 9437, στην Ίννια, Φυλ/Σχεδ. ΧΧΧV/33, τεμ. 477, έκτασης 2 Δεκ. και 342 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο vi.Χωράφι, αρ. πιστ. Εγγραφής 9443, στην Ίννια, Φυλ./Σχεδ. ΧΧΧΙV/39, τεμ. 159, έκτασης 6 Δεκ. και 355 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο (Τα επίδικα).
- Η αποβιώσασα άφησε τους ακόλουθους κληρονόμους: (α) Γεώργιο Στυλιανού Μίτσιγγα, σύζυγο, αποβιώσαντα, κληρονόμος του οποίου είναι ο Ανδρέας Γεωργίου, από τα Κονιά (β) Καλλιόπη Παντελή, αδελφή από την Ίννια (γ) Χαράλαμπο Παντελή, αδελφό από την Ίννια (δ) Σάββα Παντελή, αδελφό από την Λευκωσία
- Τα επίδικα πώλησα στους Σοφόκλη και Χριστάκη Κονναρή, από την Λεμεσό, με το έγγραφο ημερ. 06/12/10 Τεκμήριο Β, είσπραξα ολόκληρο το τίμημα, αλλά δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση στις 27/01/11, όπως διευθετήσαμε με τους αγοραστές, εξ αιτίας των προηγούμενων μεταβιβάσεων που προκάλεσε η αιτήτρια.
- Η εναγόμενη αρ.1, όπως φαίνεται και από την σημείωση ημερ. 02/08/07, Τεκμήριο Γ, που δείχνει ότι της επιδόθηκε ειδοποίηση για την αίτηση διαχείρισης, γνώριζε πολύ καλά, πριν προβεί στην αίτησή της ημερ. 07/07/10, Τεκμήριο Δ, για εγγραφή μεριδίων των επιδίκων στα ονόματα των εναγομένων, ότι είχα ήδη διοριστεί διαχειριστής, ότι η διαχείριση έπρεπε να πληρώσει δικηγορικά και άλλα έξοδα που έγιναν για τους σκοπούς της διαχείρισης, ότι η διαχείριση δεν διέθετε άλλα περιουσιακά στοιχεία για πληρωμή των εν λόγω εξόδων, ότι η ίδια και οι άλλοι κληρονόμοι αρνούντο να καταβάλουν προσωπικά τα εν λόγω ποσά και ότι είχα λάβει απόφαση να προχωρήσω σε πώληση των ακίνητων ακριβώς προς τον σκοπό ικανοποίησης των εν λόγω υποχρεώσεων.
- Η αίτηση επίσης επιδόθηκε στον εναγόμενο αρ.2 στις 03/06/08, Τεκμήριο Ε.
- Η εναγόμενη αρ.1 προκάλεσε τις αναφερόμενες μεταβιβάσεις σε άγνοιά μου αλλά ούτε μεταγενέστερα με ενημέρωσε.
- Οι ενάγοντες ισχυριζόμεθα ότι, οι μεταβιβάσεις και εγγραφές που περιγράφονται παραπάνω, είναι πράξεις που έγιναν παράνομα, δόλια, και κατόπιν ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας από τους εναγόμενους.
- Κατάγγειλα τις παραπάνω πράξεις των εναγόμενων στο Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου και στον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου, με επιστολή μου ημερ. 22/02/
- Από όσα γνωρίζω και πιστεύω και από ότι με πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων, τα επίδικα είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, στην οποία υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότατα οι ενάγοντες να δικαιούμεθα στις αξιώσεις και θεραπείες που ζητούμε.
- Ενδεχόμενη πώληση, υποθήκευση ή κάποια άλλη διάθεση ή δέσμευση των επίδικων, θα καταστήσει άνευ νοήματος τις θεραπείες (α) & (β) που ζητούνται με την οπισθογράφηση του κλητήριου εντάλματος ή, ανάλογα με την θεραπεία που θα δοθεί από το Δικαστήριο, θα καταστήσει δύσκολη την είσπραξη των ποσών των (γ), (δ) και (ε) της οπισθογράφησης του κλητήριου εντάλματος. Περαιτέρω δεν θα μπορέσω να εκπληρώσω τις συμβατικές υποχρεώσεις της διαχείρισης προς τους αγοραστές που ανέφερα ούτε να εκπληρώσω τις άλλες υποχρεώσεις που αναφέρω παραπάνω.
- Η εναγόμενη αρ.1 καταχώρησε την αίτηση αρ. 63/11 Ε. Δ. Πάφου, Τεκμήριο ΣΤ.
- Αν εκδοθεί το διάταγμα που ζητείται, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά.» Η ένσταση βασίζεται σε επτά λόγους και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της εναγομένης
- Στην ένορκο δήλωση της η εναγόμενη 1 αναφέρει τα εξής: «Εγώ η πιο κάτω υπογεγραμμένη Καλλιόπη Παντελή από την Ίννια, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:
- Είμαι η εναγόμενη αρ. 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό εκτός για όσα αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου.
- Μου έχει αναγνωσθεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα, επειδή είμαι αναλφάβητη, και απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή εκτός αυτούς που παραδέχομαι ρητά πιο κάτω.
- Είμαι η αδελφή της αποθανούσας Μαρίτσας Παντελή Χαραλάμπους ή Μαρίας Παντελή ή Χαρέμη τέως από την Ίννια.
- Η πιο πάνω αποθανούσα απέθανε άτεκνη και χωρίς διαθήκη κατά την 16/9/2004 και άφησε τους πιο κάτω κληρονόμους: (α) Γεώργιο Χριστοδούλου, σύζυγο, ο οποίος απεβίωσε κατά το 2005 και άφησε ως μόνο κληρονόμο τον γιο του, Ανδρέα Γεωργίου. (β) Χαράλαμπο Παντελή - αδελφό. (γ) Σάββα Παντελή - αδελφό. (δ) Εμένα, Καλλιόπη Παντελή - αδελφή.
- Διαχειριστής της περιουσίας της πιο πάνω αποθανούσας φαίνεται να διορίστηκε κατά το 2007 ο πιο πάνω ονομαζόμενος Ανδρέας Γεωργίου, ενάγων αρ.
- Εγώ δεν γνώριζα ούτε και πληροφορήθηκα για τον πιο πάνω διορισμό. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο ενάγων αρ. 1 με είχε επισκεφθεί για να του υπογράψω κάποιο έγγραφο ή έγγραφα για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της πιο πάνω αποθανούσας αλλά εγώ αρνήθηκα. Αργότερα, μου επιδόθηκαν κάποια έγγραφα, που όπως μου εξήγησε ο σύζυγος μου, ήταν έγγραφα με τα οποία ο ενάγων αρ. 1 ζητούσε να διοριστεί διαχειριστής. Πίστευα ότι θα έπρεπε να δώσω τη συγκατάθεση μου για να γίνει τέτοιος διορισμός διαχειριστή. Μετά την επίδοση των πιο πάνω εγγράφων δεν ενημερώθηκα ότι ο ενάγων αρ. 1 είχε διοριστεί διαχειριστής και πίστευα ειλικρινά ότι δεν είχε διοριστεί διαχειριστής. Άλλωστε παρήλθαν αρκετά χρόνια από την προσπάθεια του ενάγοντα αρ. 1 να διοριστεί διαχειριστής χωρίς να γίνει οτιδήποτε, γεγονός που καταδείκνυε ότι δεν είχε γίνει τέτοιος διορισμός.
- Κατά τον χρόνο του θανάτου της, η πιο πάνω αποθανούσα ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της πιο κάτω ακίνητης ιδιοκτησίας: (α) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 10051 της κοινότητας Ίννια. (β) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 9304 της κοινότητας Ίννια. (γ) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 9309, τα 2/3 μερίδια, της κοινότητας Ίννια. (δ) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 9437 της κοινότητας Ίννια. (ε) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 9443 της κοινότητας Ίννια. (στ) Χωράφι με αριθμό εγγραφής 9307, τα 2/3 μερίδια, της κοινότητας Ίννια.
- Κατά τα μέσα του 2010, μέσω του δικηγόρου μου Επαμεινώνδα Κορακίδη, υπέβαλα αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για την εγγραφή, επ΄ ονόματι μου, του κληρονομικού μου μεριδίου και του μεριδίου του αδελφού μου Χαράλαμπου Παντελή ο οποίος είχε δώσει τη συγκατάθεση του για να λάβω το κληρονομικό του μερίδιο.
- Το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, κατά τον Ιανουάριο 2011, προχώρησε στην εγγραφή των πιο πάνω κτημάτων στα ονόματα των κληρονόμων της πιο πάνω αποθανούσας σύμφωνα με το κληρονομικό τους μερίδιο, με εξαίρεση το κληρονομικό μερίδιο του αδελφού μου Χαράλαμπου Παντελή το οποίο εγγράφηκε στο όνομα μου με τη συγκατάθεση του.
- Ο πιο πάνω ονομαζόμενος Ανδρέας Γεωργίου, φαίνεται να πληροφορήθηκε για τις πιο πάνω εγγραφές όταν εν αγνοία των κληρονόμων επισκέφθηκε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για να μεταβιβάσει τα πιο πάνω κτήματα. Όταν διαπίστωσε ότι αυτά ήταν εγγεγραμμένα στα ονόματα των κληρονόμων περιλαμβανομένου και του δικού του ονόματος, άρχισε να απειλεί ότι θα κινήσει αγωγή ή/και θα καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία.
- Μετά από συμβουλή των δικηγόρων μου, υπέβαλα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου την Γενική Αίτηση αρ. 63/11 με την οποία ζητώ την έκδοση από το Δικαστήριο οποιουδήποτε διατάγματος ή οδηγίας προς το σκοπό επίλυσης όλων των ζητημάτων στη διαχείριση της περιουσίας της πιο πάνω αποθανούσας. Από τα όσα πληροφορούμαι από τους δικηγόρους μου, ο ενάγων καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην πιο πάνω Γενική Αίτηση και Ένσταση την 28/2/2011 και η υπόθεση είναι ορισμένη στις 27/5/
- Από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, εφόσον υπήρχε σε εκκρεμότητα η πιο πάνω Γενική Αίτηση, ο ενάγων αρ. 1 δεν μπορούσε να ξεκινήσει νέα διαδικασία με το ίδιο αντικείμενο.
- Από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι μου οι ενάγοντες δεν έχουν συζητήσιμη υπόθεση και καμιά πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους. Εγώ δεν γνώριζα για τις ενέργειες του ενάγοντα ούτε και είχα οποιαδήποτε πρόθεση να καταδολιεύσω οποιονδήποτε. Εγώ ούτε ενημερώθηκα για τη συμφωνία πώλησης των κτημάτων, ούτε συγκατατέθηκα ούτε και μου ζητήθηκε να πληρώσω οτιδήποτε σε σχέση με έξοδα διαχείρισης ώστε να θέλω να αποφύγω οποιαδήποτε πληρωμή.
- Από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, ο ενάγων αρ. 1 δεν είχε κανένα δικαίωμα να πουλήσει την κληρονομική περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση και γνώση των κληρονόμων.
- Ο ενάγων αρ. 1 δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του το ύψος των εξόδων που θα πρέπει να πληρωθούν και το λόγο που προχώρησε στην πώληση όλων των κτημάτων.
- Ο ενάγων αρ. 1 δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι στο αγοραπωλητήριο έγγραφο που επισυνάπτει δεν αναφέρεται καθόλου η ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της αποθανούσας.
- Από τα όσα με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο είναι άκυρο και παράνομο.
- Ο ενάγων αρ. 1, στην ένορκη δήλωση του, δεν κάνει αναφορά που πήγαν τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι έλαβε από τους ενάγοντες αρ. 2 και αρ.
- Πιστεύω ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο ενάγων αρ. 1 να οικειοποιήθηκε τα πιο πάνω χρήματα (εάν τα έλαβε) και περαιτέρω υπάρχει ενδεχόμενο η πρόθεση του ενάγοντα αρ. 1 να ήταν και να είναι να μην προβεί σε οποιαδήποτε διανομή της περιουσίας της αποθανούσας αλλά να οικειοποιηθεί όλη την περιουσία.
- Πιστεύω ότι στα πλαίσια της πιο πάνω Γενικής Αίτησης το Δικαστήριο θα επιλύσει όλα τα ζητήματα που έχουν προκύψει και θα διασφαλίσει τα δικαιώματα όλων των κληρονόμων.
- Πιστεύω ότι η έγερση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και η καταχώρηση της αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα πολλαπλασιάζουν απλώς τα έξοδα για τα οποία θα πρέπει να καταδικαστούν οι ενάγοντες.
- Ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης μου στην οποία η παρούσα επισυνάπτεται.» Οι αγορεύσεις και των δύο ευπαίδευτων συνηγόρων είναι εμπεριστατωμένες, παραπέμπουν δε σε αριθμό υποθέσεων από την πλούσια Νομολογία που υπάρχει γύρω από την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων υποστηρίζοντας ότι με τά όσα έχουν καθιερωθεί, οδηγεί ο μέν συνήγορος της εναγόμενης 1 στην απόρριψη της Αίτησης, ο δε συνήγορος των εναγόντων στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το σύνολο των όσων αναλύονται στις δύο αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχει μελετηθεί και αναφορά σε αυτό θα γίνεται όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΄Οπως είναι πρόδηλο, εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd. [1998] 1 Α.Α.Δ. 1513, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R. 263, και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ. 201). Τα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν επεξηγηθεί υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πιό πάνω, αλλά και σε αριθμό άλλων υποθέσεων, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου η Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. V. Olivier and Co. [Cyprus] Ltd 16 C.L.R.22 Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Ο συσχετισμός δε του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα απ΄ αυτό που καλύπτουν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.
- Συνακόλουθα, όταν εξετάζεται αίτηση δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6, λαμβάνονται αυτομάτως υπόψη και οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Εκεί όμως όπου το αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι περιουσία που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορεί να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αναφέρει στις σελ. 524 και 525: « Law 14/60 is a Law containing, inter alia, general provisions about the jurisdiction and powers of the Courts of the Republic and one of such powers is that granted by means of its section
- On the other hand section 5 of Cap. 6 is a provision of a specific nature. We see no reason, as at present advised, why an order of the nature envisaged by section 5 of Cap. 6 cannot be made, also, under section 32 of Law 14/60, and, especially, simultaneously under both section 32 of Law 14/60 and section 5 of Cap.
- In Papastratis v. Petrides,
(1979)1 C.L.R. 231, it was argued on appeal that an order for the preservation of the status quo or for preventing any loss or damage can be granted under section 4 of Cap. 6 independently of the provisions of section 32 of Law 14/60, and in rejecting such argument the following were stated by our Supreme Court (at p. 240): "We must say that we entirely disagree with this proposition of counsel. With the exception of cases where property is the subject matter of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/
- Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap. 6 and, consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account." Applying the above dictum, by analogy, to section 5 of Cap. 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap.
- But, in making such an order under section 32, the specific criteria laid down in section 5 should be, also, taken into account in sο far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει, τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Το δε άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 θέτει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προτού εκδοθεί το Διάταγμα ως εξής: «
(2)No such order shall be made unless it appears to the Court that the Plaintiff has a good cause of action and that by the sale or transfer of the property to any third person it is probable that the Plaintiff may be hindered in obtaining satisfaction of the judgment of the Court if given in his favour.» Σε ελληνική δε μετάφραση: «
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ABP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνακόλουθα τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων που καθορίζονται από το Νόμο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, «Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες-Αιτητές είναι αυτοί που πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης του. Μετά την καταχώριση της ένστασης από την εναγόμενη 1, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία των εναγόντων όσο και τις θέσεις και τη μαρτυρία της εναγόμενης 1, και με βάση αυτή εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, θα εκδώσει και οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα, αν όχι, θα απορρίψει την Αίτηση. Επισημαίνω ότι ούτε η πλευρά των Αιτητών ούτε και η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση-εναγομένης 1, ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκους δηλούντες που υποστηρίζουν την Αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα, ως εκ τούτου, για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, θα ληφθούν υπόψη τα όσα αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις ως έχουν. ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ (Ι).Οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) αφορούν στο ζήτημα κατά πόσο συντρέχουν και πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες προκύπτουν από τη νομοθεσία αλλά και την νομολογία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Συνακόλουθα αποτελούν και το κύριο ζήτημα που εξετάζεται στην παρούσα απόφαση. Αν κριθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις τότε οι λόγοι (α), (β) και (γ) θα απορριφθούν με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για αυτό θα εξετάσω τους λόγους αυτούς τελευταίους. (ΙΙ).Ο λόγος ένστασης υπό στοιχείο (δ), ήτοι ότι οι ενάγοντες - Αιτητές δεν έκαναν πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα από το Δικαστήριο, καλύπτει επίσης και το λόγο (ε) της ένστασης. Όπως έχει καθιερωθεί από την επί του συγκεκριμένου ζητήματος Νομολογία, η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων που πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο, εφαρμόζεται όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδει διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, όπου το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής που το Λατινικό ρητό «Audi alteram partem» και η Ελληνική ρήση «Μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις» επιτάσσουν, ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων. Σε αυτήν την περίπτωση επιβάλλεται η αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Για το ζήτημα δε αυτό παραπέμπω στις Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 Dmitry Rybolovlev κ.ά. v. Elena Rybolovleva, απόφαση ημερομηνίας 29.1.10 όπου στις σελίδες 13,14 και 15 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. ν, Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: "... Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ΖΙΜ ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR. LIMITED ν, ΖΙΜ ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω)(σελ. 4) «Ό, τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά, ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «... γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598).» Στην κρινόμενη περίπτωση δεν εδόθη διάταγμα μονομερώς, αλλά διεξήχθη ακροαματική διαδικασία κατόπιν επίδοσης της Αίτησης και τα θεωρούμενα ως μη αποκαλυφθέντα στοιχεία, έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και θα αξιολογηθούν καταλλήλως. Επί δε της ουσίας του ισχυρισμού για μη αποκάλυψη, δεν διαπιστώνω ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων και γεγονότων από τον ενάγοντα
- Οι όποιες αναφορές της εναγόμενης 1 αφορούν κατ' ισχυρισμό παρατυπίες από τον ενάγοντα και μη ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, που θα αποτελέσουν βεβαίως αντικείμενο εξέτασης τους όταν εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης. Ακόμη το ότι ο ενάγοντας 1 ενήργησε σαν διαχειριστής των επιδίκων ακινήτων, αναγράφεται επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου - Τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεώς του και συνεπώς, δεν απεκρύβη το στοιχείο αυτό. Επίσης κρίνω ότι ούτε και η μη ενημέρωση της εναγόμενης 1 σαν διαχειριστής της αποβιωσάσης, αποτελεί στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της θέσης της εναγομένης 1 πως ενομιμοποιείτο να προχωρήσει σε ενέργειες και να επιτύχει τη μεταβίβαση των κληρονομικών μεριδίων των κληρονόμων εν αγνοία και χωρίς καμία ενημέρωση προς τον ενάγοντα
- Ακόμη όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη 1 είναι πρόδηλο ότι στηρίζονται επί των τεκμηρίων πού ο ενάγοντας 1 επισυνάπτει στην ένορκο του δήλωση, ήτοι επί των όσων αποκαλύπτει και επικαλείται ο ίδιος. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε από πλευράς του ενάγοντα 1, έστω κι αν η αρχή αυτή εφαρμόζετο και στην υπό εξέταση περίπτωση, οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων που θα επηρέαζαν ουσιωδώς την κρίση του Δικαστηρίου. Τούτο βεβαίως σε σχέση με τα υπό εξέταση ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη ή μη των προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά την κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρηση από πλευράς του ενάγοντα 1 κρίνω ότι ούτε η θέση αυτή και οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 είναι αρκετοί για να εμποδίσουν τους ενάγοντες στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση Αίτησης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μάρθα Γεωργίου Ηλία Πλακίδη v. Nomisko Developers Ltd, Πολ. Έφεση 215/07, στην απόφαση του Δικαστή Κληρίδη, ημερομηνίας 27.4.10, «Εκείνο το οποίο θα πρέπει κατ΄ αρχάς να διευκρινιστεί, είναι ότι εδώ το θέμα της καθυστέρησης προσφυγής στο Δικαστήριο δεν τυγχάνει μεταχείρισης ως δικαιοδοτικός όρος δυνάμει του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου εφαρμόζονται σε μονομερείς αιτήσεις για θεραπεία μόνο με την κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος. (Βλ. In re B.P. (Cyprus) Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 861, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ & άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453 κ.ά.). Αυτό είναι φανερό από το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αρχικά έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο να επιληφθεί της αίτησης μονομερώς, οπότε και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση έρθει σε γνώση της άλλης πλευράς δια κλήσεως. Στην παρούσα περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το θέμα της καθυστέρησης προσφυγής στη δικαιοσύνη από της πλευράς της εφεσείουσας, βάσει των γενικότερων νομολογιακών αρχών που πηγάζουν από το κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας (Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Όπως είναι φανερό, στην παρούσα περίπτωση διενεργήθηκαν συναλλαγές σε σχέση με τα μερίδια τα οποία κατείχε η εναγόμενη 2, χωρίς να ληφθεί υπόψη η εφεσείουσα - συγκύριός της στο ακίνητο, σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις, η πρώτη κατά το 2003 και η δεύτερη κατά το
- Όσον αφορά στις συναλλαγές και μεταβιβάσεις μεριδίων οι οποίες έγιναν κατά το 2003, είναι φανερό ότι αυτές ήρθαν σε κάποιο μη καθυστερημένο στάδιο σε γνώση της εφεσείουσας μέχρι και του γεγονότος της μεταβίβασης μεριδίων στον εναγόμενο
- Σε σχέση με εκείνες τις συναλλαγές, τις οποίες η εφεσείουσα θεωρεί παράνομες ή δόλιες, δεν καταχώρησε αγωγή. Προχώρησε όμως σε αμφισβήτηση της νομιμότητάς τους με την καταχώρηση των Αιτήσεων Εφέσεων αρ. 96/2004 και 107/2004, στις οποίες και ανέφερε ότι επιφύλασσε τα δικαιώματά της να καταχωρήσει αγωγή σε σχέση με τις μεταβιβάσεις που έγιναν με δόλιο τρόπο, απάτη, ψευδείς παραβιάσεις κλπ. Αναφορικά δε με την επακολουθείσασα μεταβίβαση στην εναγομένη 5, αυτή έγινε στις 9.3.2006 και όταν η εφεσείουσα πληροφορήθηκε αυτή την εξέλιξη μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, καταχώρησε την αγωγή και μονομερή αίτηση, χωρίς καμιά υπέρμετρη καθυστέρηση, όπως αναγνώρισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Υπ΄ αυτές τις συνθήκες, δεν συμφωνούμε με την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αγωγής κατά τρία έτη σε σχέση με τις πρώτες μεταβιβάσεις του 2003 θα έπρεπε να επενεργήσει ως εμπόδιο στην απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας σε σχέση με την επακολουθήσασα μεταβίβαση του 2006 για τους ακόλουθους λόγους:
- Κατ΄ αρχάς, ναι μεν η αγωγή 3188/2006 προσβάλλει τη νομιμότητα όλων τω συναλλαγών που έγιναν και το 2003 και το 2006, πλην όμως ενδιάμεση θεραπεία διατήρησης του status quo ζητήθηκε ασφαλώς μόνο σε σχέση με τη μεταβίβαση του
- Το γεγονός ότι η εφεσείουσα για να προσβάλει τη νομιμότητα των πρώτων μεταβιβάσεων καταχώρησε Αιτήσεις-Εφέσεις εναντίον αποφάσεων του Κτηματολογίου, κατόπιν νομικής συμβουλής και όχι αγωγής, δε θα πρέπει να προσμετρήσει αυτό το στοιχείο εναντίον της.
- Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ΄ ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ΄ ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή. Για τους λόγους τούτους δεν συμφωνούμε με την πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και ότι δεν θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθούν τα επίδικα προσωρινά διατάγματα.». (ΙΙΙ).Λόγος υπό στοιχείο (στ) της ένστασης, ήτοι ότι οι ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και την Αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 ότι οι ενάγοντες λόγω του ότι υπάρχει σε εκκρεμότητα η Γενική Αίτηση 63/2011 Ε.Δ.Πάφου (από τώρα και το εξής καλουμένης η «Γενική Αίτηση») δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν νέα διαδικασία με το ίδιο αντικείμενο, καταλήγω, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι η ύπαρξη της Γενικής Αίτησης, δεν συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο που θα μπορούσε να επιδράσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ή μη του αιτουμένου διατάγματος. Η Γενική Αίτηση η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα 1 που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση σαν Τεκμήριο (ΣΤ), με μία πρώτη ανάγνωση αφορά τους κληρονόμους και το διαχειριστή της αποβιωσάσης ήτοι τον ενάγοντα αρ. 1, την εναγόμενη 1, τον εναγόμενο 3 και τον τέταρτο κληρονόμο της αποβιωσάσης Χαράλαμπο Παντελή. Ακόμα οι αιτούμενες θεραπείες στη Γενική Αίτηση δεν έχουν καμία ομοιότητα με τις θεραπείες που οι ενάγοντες 1,2 και 3 αξιώνουν στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Πρόσθετα οι διάδικοι στην παρούσα Αγωγή δεν είναι τα ίδια πρόσωπα που αφορά η Γενική Αίτηση. Ακόμα ούτε και η νομική βάση της παρούσας Αγωγής ταυτίζεται με την νομική βάση της Γενικής Αίτησης και βεβαίως ούτε και τίθεται ζήτημα δεδικασμένου. Η δε υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1B A.A.Δ. 911, στην οποία έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 1, ουδεμία σχέση έχει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εδώ δεν έχει εκδοθεί άλλο προσωρινό διάταγμα αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα, ούτε και οι αξιούμενες θεραπείες, αλλά και οι διάδικοι ταυτίζονται. (IV).Σε σχέση με τον λόγο υπό στοιχείο (ζ) της ένστασης, επισημαίνω ότι ουσιαστικά εμπίπτει στα όσα καλύπτουν τον λόγο ένστασης υπό στοιχείο (Στ). Ήτοι αυτό πού εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 1 είναι ότι η καταχώρηση της Γενικής Αίτησης και της παρούσας αγωγής συνιστούν κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών. Συνακόλουθα εν όψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον λόγο υπό στοιχείο (Στ), ούτε κι αυτός ο λόγος ευσταθεί. (V).Λόγοι ένστασης (α), (β) και (γ), ήτοι ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60που ουσιαστικά είναι και το τι καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει. Προτού λοιπόν παραθέσω την τελική μου κρίση αναφέρω τα εξής: Στο στάδιο αυτό, ως ελέχθη, τα Δικαστήρια δεν αξιολογούν την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνουν σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, 1809 επαναλαμβάνεται ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Εν κατακλείδι και έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, βρίσκω πως όλοι οι λόγοι της ένστασης είναι αβάσιμοι. Βρίσκω επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση με βάση τους προβαλλόμενους εκ μέρους των εναγόντων ισχυρισμούς, οι οποίοι έχουν παραμείνει και αδιαμφισβήτητοι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι ενδείκνυται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ως η παράγραφος 1 της Αίτησης. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι ο ενάγων 1 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης στις 11.9.2008 με βάση την Αίτηση Διαχείρισης Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου 217/2007 (βλέπε Τεκμήριο Α της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την Αίτηση). Σχετική επίδοση της καταχωρηθείσας αίτησης για έκδοση εγγράφων διαχείρισης προς τον ενάγοντα 1 επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 στις 2.8.2007 (βλέπε Τεκμήριο Γ της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση) και στις 3.6.2008 στον εναγόμενο 2 (βλέπε Τεκμήριο Ε της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα 1 που υποστηρίζει την Αίτηση), υπό την ιδιότητα τους ως κληρονόμων της αποβιωσάσης. Συνακόλουθα όπως και η ίδια η εναγόμενη 1 παραδέχεται στην ένορκη της δήλωση, παράγραφος 5, παρά το ότι γνώριζε, όπως άλλωστε και ο εναγόμενος 2, ότι από της ημερομηνίας επίδοσης σε αυτούς της Αίτησης Διαχείρισης, ο ενάγων 1 προέβη στην καταχώρηση της για να διοριστεί διαχειριστής, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να αποτρέψει την επιτυχή έκβαση της αίτησης του ενάγοντα
- Ακόμη δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 για την πρόθεσή της να προβεί σε ενέργειες για την εγγραφή των επιδίκων κτημάτων επ΄ ονόματι των κληρονόμων, όπως επίσης δεν τον ενημέρωσε ότι αυτά εν αγνοία του μεταβιβάστηκαν. Ούτε και η πάροδος, όπως ισχυρίζεται, αρκετών χρόνων από την προσπάθεια του ενάγοντα 1 να διοριστεί διαχειριστής χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε εξέλιξη που να καταδεικνύει ότι είχε εκδοθεί τέτοιο διάταγμα, απαλείφει από την γνώση της εναγόμενης 1 το ενδεχόμενο έστω, διορισμού του. Επίσης, ούτε και το ότι η εναγόμενη 1 είναι αναλφάβητη ήταν από μόνος του παράγοντας για να μην αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων, αφού με τα όσα η ίδια αναφέρει της επεξηγήθηκε τούτο από τον σύζυγο της, συναφώς γνώριζε όπως εξ άλλου παραδέχεται, για το τι ο ενάγοντας επεδίωκε. Είναι συνεπώς πρόδηλο από την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας από την 11.9.2008 κατέστη το πρόσωπο που κατά Νόμο ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, ήτοι και των επιδίκων ακινήτων. Συνακόλουθα οι αναντίλεκτοι ισχυρισμοί του ενάγοντα 1 ότι η μεταβίβαση των κληρονομικών μεριδίων επ΄ ονόματι της εναγόμενης 1 και του εναγομένου 2, που έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο από την καταχώρηση της Αίτησης Διαχείρισης και του εκδοθέντος διατάγματος διορισμού του σαν διαχειριστή εν αγνοία του, κάτι άλλωστε που αποτελεί και κοινό έδαφος, έγινε δόλια και/ή παράνομα και/ή κατόπιν ψευδών παραστάσεων από τους εναγόμενους 1 και 2, δημιουργούν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Περαιτέρω και χωρίς να θέλω να εκφέρω άποψη για την τελική έκβαση της υπόθεσης, κρίνω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία καταδεικνύεται πιθανότητα επιτυχίας στον απαιτούμενο στο στάδιο αυτό βαθμό και ούτω ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Πρόσθετα αυτό το οποίο εύκολα προκύπτει από τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών είναι ότι τα ακίνητα για τα οποία οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση του υπό εξέταση διατάγματος, είναι τα επίδικα ακίνητα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Ως ελέχθη πιο πάνω, η Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, αφού οι ενάγοντες με την αγωγή αξιώνουν, ανάμεσα σε άλλες θεραπείες, την ακύρωση της μεταβίβασης των μεριδίων που είναι στο όνομα των εναγομένων 1 και 2, επί των επιδίκων ακινήτων. Σε σχέση λοιπόν με τον κίνδυνο αποξένωσης των επιδίκων ακινήτων από τους εναγόμενους 1 και 2, εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Και εδώ βρίσκω πως ο κίνδυνος αυτός υπάρχει. Είναι πρόδηλο πώς η τυχόν αποξένωση των μεριδίων της εναγόμενης 1 επί των επιδίκων ακινήτων θα αφήσει τους ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης τους, χωρίς την δυνατότητα να εγγραφούν τα επίδικα ακίνητα επ΄ ονόματι των εναγόντων 2 και 3. Ήτοι σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής οι θεραπείες που ζητούνται δεν θα είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν με την απλή επιδίκαση αποζημιώσεων. Επισημαίνω ακόμη ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. επίσης Γ. Φετοκάκη ν. Λάμπρος Χριστοφή κ.α. Πολ. Έφεση 12026/8.9.2006, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benflect Enterprises Ltd Πολ. Έφεση 12144/27.3.2006). Συνακόλουθα κρίνω ότι ικανοποιείται τόσο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 όσο και αυτές των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- Ακόμη κρίνω πώς πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6, ότι η έκδοση του διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη και ότι θα διατηρήσει την κατάσταση πραγμάτων σε αυτήν η οποία υπήρχε πριν από την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης
- Δεν παραβλέπω ακόμη, ότι η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στην εναγόμενη 1, η οποία ας σημειωθεί, δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω ενέχει σοβαρότατους κινδύνους να καταστήσει την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο δύσκολη και/ή αδύνατη. Άλλωστε, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Υπό των φώς των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον Δικαστή Νικολάτο, στην υπόθεση 1.HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD, κ.α. ν. 1. Στέλιου Φυλακτίδη, 2. Ελένης Φυλακτίδου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ 317, αναφορικά με την παροχή εγγύησης από πλευράς των αιτητών, εκδίδεται προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ως η παράγραφος 1 του αιτητικού της Αίτησης ημερομηνίας 16/3/2011, υπό τον όρο ότι μέσα σε τρεις ημέρες από σήμερα, οι Αιτητές - ενάγοντες, θα υπογράψουν εγγύηση ύψους €15.000,00 για τυχόν ζημιές που μπορεί να προκληθούν εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ' αυτούς του διατάγματος. Νοείται ότι το διάταγμα θα ισχύει μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη 1 καταδικάζεται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ..................... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο