Ασπασίας Ευσταθίου ν. Ζωούλα Νικολαίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2271/10, 25.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A142 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2271/10 Μεταξύ: Ασπασίας Ευσταθίου, από την Πάφο Ενάγουσας και
- Ζωούλα Νικολαίδου, από την Πάφο
- Μάριου Αλβέρτου Γιουσελλή, από το Γέρι
- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το Σύνταγμα υπεύθυνου για τις πράξεις και/ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας
- Ανδρονίκη Νεοφύτου, από την Πάφο
- MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από την Πάφο Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 5.7.2010 για προσωρινό διάταγμα --------------------- Ημερομηνία: 25.10.2011 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Α. Λάρδος Για Εναγόμενο 2-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Π. Αγγελίδης (κ. Μ. Μυτίδης για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση διατάγματος με το οποίο εμποδίζεται ο εναγόμενος 2 από του να: «α. Πωλεί και/ή διαθέτει και/ή αποξενώνει και/ή μεταβιβάζει και/ή εκποιεί και/ή αποποιείται με οιονδήποτε τρόπο και β. Υποθηκεύει και/ή επιβαρύνει και/ή δεσμεύει και/ή παραδίδει και/ή αποποιείται κατοχή με οιονδήποτε τρόπο του χωραφιού με αρ. εγγραφής 28708 του Φ/ΣΧ 51/02, τεμάχιο 109 του Δήμου Πάφου ενορία Μούτταλος, τοποθεσία Καλιάδες και έκτασης 4 Δεκάρια και 14 τετρ. μέτρα.» Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι σύντομα και περιλαμβάνονται σε ένορκη δήλωση της ενάγουσας ιδιοκτήτριας του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου. Η εναγόμενη 1, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλαστογράφησε την υπογραφή της σε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 7.8.2008 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση) με το οποίο ψευδώς και δολίως ανέφερε ότι η ενάγουσα την εξουσιοδοτούσε να υπογράψει οποιοδήποτε αγοραπωλητήριο ή άλλο έγγραφο αναφορικά με την πώληση του πιο πάνω κτήματος και να εμφανιστεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και άλλης αρχής για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του αγοραστή δυνάμει πωλήσεως, έναντι οποιουδήποτε τιμήματος. Την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 πιστοποίησε η εναγομένη
- Με βάση το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο η εναγόμενη 1 πώλησε και μεταβίβασε στο όνομα του εναγομένου 2 το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο για το ποσό των €512.580.93 χωρίς τη συγκατάθεση και επιθυμία της ενάγουσας. (Επισυνάπτεται φωτοαντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της μεταβίβασης ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Ακολούθως, ο εναγόμενος 2 στις 30.9.2008 χωρίς τη συγκατάθεση και βούληση της ενάγουσας υποθήκευσε το εν λόγω ακίνητο για το ποσό των €700.000 προς όφελος της εναγομένης
- Τα γεγονότα αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της ενάγουσας περί τις 30.6.2010 κατά την ετοιμασία της φορολογικής της δήλωσης και κατόπιν ελέγχου των πληρωμών στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Ο εναγόμενος 2 σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, προσπαθεί να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο και σε περίπτωση που αυτό συμβεί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εναγόμενη 1, 2 και 4 δεν διαθέτουν καμία περιουσία η οποία να μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απαιτήσεις της για αποζημιώσεις ύψους πέραν του ενάμιση εκατομμυρίου ευρώ. Ο καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενος 2 καταχώρισε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφ.6 Περί Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 23 Ν.64/
- Η Ενάγουσα παρέλειψε να παραθέσει ουσιώδη πληροφορία δηλαδή ότι η Ζωούλα Νικολαϊδου ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σύζυγος του υιού της Δημήτρη Ευσταθίου.
- Η αγωγή εγέρθει μετά την παρέλευση παράλογα μεγάλου χρόνου.
- Η Εναγομένη 5 που φέρεται από την Ενάγουσα ότι συνέπραξε σε τυχόν αδικήματα είναι φερέγγυα και μπορεί να αποζημιώσει την Ενάγουσα ανά πάσα στιγμή.» Στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 2 που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι το επίδικο κτήμα αγοράστηκε από αυτόν δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.8.2008 και ενεγράφη επ΄ ονόματι του στις 30.9.
- Τόσο η σύμβαση όσο και η μεταβίβαση του ακινήτου έγιναν δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν έγκυρο, συνετάχθη από την ενάγουσα στις 7.8.2008 και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν καταχωρημένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Η εναγομένη 1 είναι νυμφευμένη με τον υιό της ενάγουσας Δημήτρη Ευσταθίου, γεγονός το οποίο απέκρυψε η ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση. Από δε διαλόγους που είχε αργότερα ο Δημήτρης Ευσταθίου φαίνεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του γνώριζαν τη σύνταξη και ύπαρξη του πληρεξουσίου το οποίο αν έπασχε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο θα έπρεπε να διακριβωθεί από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ο οποίος όμως επιβεβαίωσε τη γνησιότητα του. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα γνώριζε από την αρχή την πράξη που έκανε μέσω του πληρεξουσίου της αλλά επέλεξε να εγείρει την παρούσα αγωγή δύο χρόνια αργότερα όταν διαπίστωσε ότι το επίδικο κτήμα ήταν δυνατό να διαιρεθεί σε ξεχωριστά οικόπεδα και να πωληθεί ενώ η ίδια ήταν με την εντύπωση ότι το κτήμα δεν εδιαιρείτο. Όλες οι ενέργειες για τη διαίρεση του κτήματος έγιναν από τον ίδιο αφού εξασφάλισε πέρασμα για οδική σύνδεση του οδικού δικτύου από γειτονικό κτήμα προ μιας περιόδου περί των πέντε με έξι μηνών. Το γεγονός αυτό έγινε γνωστό στους περιοίκους και προφανώς η ενάγουσα επινόησε τα περί πλαστογραφίας για να αποσπάσει το κτήμα το οποίο μετά το διαχωρισμό θα αποκτούσε μεγάλη αξία. Επιπλέον, η εναγόμενη 5 είναι μια πολύ ισχυρή τράπεζα που μπορεί να αποζημιώσει την ενάγουσα εάν στο τέλος της υπόθεσης ήθελε φανεί ότι η εναγομένη 1 διέπραξε οποιαδήποτε πλαστογραφία. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η παράλειψη συμπερίληψης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου ως συνεναγομένου είναι ουσιαστική και ότι η παρούσα αγωγή και αίτηση δεν μπορούν να επιτύχουν στην απουσία του. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης αντεξετάστηκε ο εναγόμενος 2 ο οποίος ανέφερε ότι δεν ήταν παρών όταν έγινε το πληρεξούσιο έγγραφο στις 7.8.
- Διευκρίνισε επίσης ότι ο ισχυρισμός του περί γνώσης της ενάγουσας και του υιού της για την σύνταξη και ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου πηγάζει από κάποια Σοφία, φίλη της εναγομένης
- Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 ερωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει ότι οι εναγόμενες 1 και 4 παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου για πλαστογραφία του συγκεκριμένου πληρεξουσίου εγγράφου και αναφέρθηκε σε γνώση του περί κάποιων ερευνών της Αστυνομίας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα με προσοχή. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διάταγμα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αγωγής ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Όπως σημειώνεται στην υπόθεση Κτηματικές Επιχ. Α. Ε. Διογένους Λτδ ν. Ευθυμίου κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234 στη σελ. 240 «.το Άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ.Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231»). Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει καλή βάση αγωγής και (α) ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 στα πλαίσια εξέτασης της «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ.Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Ο κ. Λάρδος εισηγήθηκε πως από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας προκύπτει ότι αυτή ήταν ιδιοκτήτρια του επίδικου κτήματος και κατόπιν πλαστογραφίας της υπογραφής της επιτεύχθηκε από την Εναγόμενη 1 πώληση του ακινήτου της στον Εναγόμενο 2, κάτι που καταδεικνύει ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης. Η ενάγουσα δε δικαιούται σε θεραπείες είτε δήλωσης ότι η συμφωνία πώλησης του ακινήτου είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη και διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης είτε σε αποζημιώσεις. Από την άλλη ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε ότι πουθενά δεν καταλογίζεται στον Εναγόμενο 2 δόλος ή αδίκημα ή ότι συνέπραξε με την Εναγόμενη 1 είτε κατά την κατάρτηση του πληρεξουσίου είτε με άλλη ενέργεια έτσι ώστε να καταδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα με πιθανότητες επιτυχίας εναντίον του. Η Ενάγουσα με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ζητά παραμερισμό της μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου ως εξ΄ υπαρχής άκυρης λόγω δόλου και απάτης και ως αποτέλεσμα παρανόμων και εγκληματικών πράξεων της εναγομένης 1 και ως πράξη που έγινε χωρίς τη συγκατάθεση και βούληση της ενάγουσας, παραμερισμό της υποθήκευσης του ακινήτου για τους ίδιους λόγους και διάταγμα εναντίον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για ακύρωση της μεταβίβασης και της υποθήκης. Περαιτέρω, ζητείται δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο κτήμα κατέχεται από τον εναγόμενο 2 προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει σιωπηρού, απολήγοντος, καταληκτικού και/ή τεκμαιρομένου καταπιστεύματος από τις 30.9.2008 μέχρι σήμερα. Επιπρόσθετα ζητούνται και αποζημιώσεις εναντίον της εναγομένης 4 και διάταγμα εναντίον του εναγομένου 2 για μεταβίβαση και εξασφάλιση της μεταβίβασης και εγγραφής του κτήματος προς όφελος της ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γεγονός ότι δεν προβάλλεται ρητά ισχυρισμός για εμφιλοχώρηση δόλου εκ μέρους του Εναγομένου 2 κατά την απόκτηση του επιδίκου κτήματος. Προκύπτει όμως από τα γεγονότα ότι το ακίνητο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 2 στη βάση πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου. Σίγουρα αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί και να αξιολογηθεί η μαρτυρία ούτε για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς το πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Όμως οι ενδείξεις περί πλαστογραφίας του πληρεξουσίου εγγράφου υπάρχουν και δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Πεποίθηση του Καθ΄ ου η αίτηση περί εγκυρότητας του πληρεξουσίου εγγράφου, έχοντας υπόψη ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του, όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την αντεξέταση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική αμφισβήτηση του ισχυρισμού της Ενάγουσας, ούτε επίσης το τι άκουσε ο εναγόμενος να λέγεται από την εναγόμενη 1 σε φίλη της. Βέβαια, η αλήθεια ή όχι του ισχυρισμού θα αποκρυσταλλωθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Αυτό που ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσα αίτησης είναι ότι η πώληση και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έγινε με τη χρήση ισχυριζόμενου πλαστογραφημένου πληρεξουσίου εγγράφου. Με αυτά τα δεδομένα η ύπαρξη παρανομίας στην όλη συναλλαγή είναι πρόδηλη και αυτό επηρεάζει την εγκυρότητα της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου στον Εναγόμενο
- Επαναλαμβάνω βέβαια ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε ευρήματα κάτι που αποτελεί έργο του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση. Συνακόλουθα κρίνω ότι υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις περί δικαιωμάτων της Ενάγουσας να απαιτήσει την ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου, αντικείμενο του παρόντος διατάγματος ή ακόμα και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Καταλήγω επομένως ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Αναφορικά με τη τρίτη προϋπόθεση το γεγονός ότι το ακίνητο είναι το αντικείμενο της αγωγής, σε περίπτωση αποξένωσης του δεν θα καθίστατο δυνατή η ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδίδετο προς όφελος της ενάγουσας. Πέραν τούτου, ακόμα και σε περίπτωση που η θεραπεία των αποζημιώσεων θα θεωρείτο ικανοποιητική θεραπεία, με υπαρκτό το κίνδυνο αποξένωσης του ακινήτου και ύπαρξης αδυναμίας των εναγομένων 1, 2 και 4 να αποζημιώσουν την ενάγουσα, θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και η δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
- Το γεγονός ότι η εναγομένη 5 είναι ισχυρή τράπεζα δεν επηρεάζει τη πιο πάνω κατάληξη μου έχοντας υπόψη ότι η εμπλοκή της στην υπόθεση περιορίζεται στο ότι έχει εγγράψει υποθήκη επί του ακινήτου. Η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, δύο χρόνια μετά την μεταβίβαση του ακινήτου, επισημαίνεται από τον κον Αγγελίδη, δικαιολογούν τον άμεσο τερματισμό του διατάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία η άκαρπη παρέλευση χρόνου που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εμποδίζει, μέσω του δικαίου της επιείκειας την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Στη παρούσα περίπτωση η αιτήτρια αναφέρει ότι έλαβε γνώση της μεταβίβασης στις 30.6.2010 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 5.7.
- Ο ισχυρισμός αυτός της αιτήτριας δεν αντικρούστηκε ουσιαστικά από τον καθ΄ ου η αίτηση. Η αναφορά στη παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση ότι η ενάγουσα γνώριζε περί του πληρεξουσίου είναι γενική και ασαφής και παρά το ότι ενόρκως δηλών αντεξετάστηκε επί του σημείου, δεν υπήρξε διασαφήνιση του θέματος έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι η αιτήτρια γνώριζε περί της μεταβίβασης ενωρίτερα και παρέλειψε να αποταθεί στο Δικαστήριο. Ένα άλλο σημείο που τέθηκε από τον κ. Αγγελίδη στην αγόρευση του, παρά το ότι δεν περιλαμβανόταν στους λόγους ένστασης, είναι ότι η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει έκθεση απαίτησης. Σχετικό με το θέμα αυτό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστόφορος Κίτσιος και άλλος ν. A.C. Kitsios Motors Ltd και άλλων, Πολ. Έφ. 100/2008 ημερ. 14.7.2010 που με παρέπεμψε ο κ. Αγγελίδης με την αγόρευση του. «Σχετική με την πιο πάνω αρχή είναι η υπόθεση Vuiton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1465-1466, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Πριν τελειώσουμε θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτηση τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης». Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.7.2010 και μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης. Η αγωγή στρέφεται εναντίον πέντε εναγομένων και όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης μόλις πρόσφατα έχει επιτευχθεί η καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους όλων των εναγομένων. Επίσης όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, σε αιτήματα αναβολής από πλευράς καθ΄ ου η αίτηση, όπως φαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Η άμεση καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης είναι επιβεβλημένη, δεν κρίνω όμως ότι η καθυστέρηση καταχώρησης της, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης μπορεί να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην υπόθεση. Εγέρθηκε επίσης από τον κ. Αγγελίδη θέμα παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας. Συγκεκριμένα η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ότι η εναγόμενη 1 είναι σύζυγος του υιού της Δημήτρη Ευσταθίου. Πέραν τούτου η αιτήτρια δεν αναφέρει κατά πόσο κατήγγειλε την εναγόμενη 1 στην Αστυνομία. Η παράλειψη της να αναφερθεί στα πιο πάνω στοιχεία πρέπει να οδηγήσει το αίτημα της ενάγουσας σε αποτυχία, εισηγήθηκε ο συνήγορος. Απόπειρα απόκρυψης οποιουδήποτε σχετικού γεγονότος ισοδυναμεί με κίνδυνο απώλειας του δικαιώματος για απαγορευτικό διάταγμα. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ανατρέπει τη βάση διατάγματος το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Όπως εξηγήθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. ΤΗΕ ΤΙΜΒERLAND CO
(1997)(1Γ) Α.Α.Δ. 1791. «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους.» (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την εισήγηση του κ. Αγγελίδη υπό το φως των πιο πάνω αρχών. Η συγγένεια της ενάγουσας με την εναγομένη 1 αποτελεί ένα γεγονός που σίγουρα βρισκόταν εν γνώσει της ενάγουσας και θεωρώ ότι θα έπρεπε να αποκαλυφθεί. Δεν κρίνω όμως ότι αυτό έχει καταλυτική σημασία για την υπόθεση έχοντας υπόψη ότι η εναγόμενη 1 είναι διάδικος στην υπόθεση και επίσης, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση καθώς και από την αντεξέταση του υπήρξε καταγγελία στην αστυνομία για την παρούσα υπόθεση. Αναφορικά με την παράλειψη της αιτήτριας να αναφερθεί σε καταγγελία στην αστυνομία, πέραν του ότι δεν έχει καθοριστεί κατά πόσο η καταγγελία προηγήθηκε της υποβολής της αίτησης, μόνο προς όφελος της μπορεί να επενεργήσει. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Στη παρούσα περίπτωση με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ορθό και δίκαιο όπως το διάταγμα παραμείνει σε ισχύ ώστε να διαφυλαχθεί το ακίνητο σε περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει την αγωγή της, είτε διαταχθεί ακύρωση της μεταβίβασης είτε δικαστούν αποζημιώσεις. Συνακόλουθα κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω το διάταγμα γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο