← Κύπρος

ERE Co. Ltd A Kaminarides Ltd JOINT VENTURE ν. THANOS CLUB HOTELS LTD, Αρ. Αγωγής 2007/07, 31.10.2011

ERE Co. Ltd A Kaminarides Ltd JOINT VENTURE ν. THANOS CLUB HOTELS LTD, Αρ. Αγωγής 2007/07, 31.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A145 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2007/07 Μεταξύ: E.R.E. Co. Ltd & A. Kaminarides Ltd JOINT VENTURE, από τη Λευκωσία Εναγόντων-Αιτητών και THANOS CLUB HOTELS LTD, από την Πάφο Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ------------------- Αίτηση για τροποποίηση ημερομηνίας 4.2.2011 -------------------- Ημερομηνία: 31.10.2011 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ε. Δημητρίου για κ. Κολοκασίδη Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Α. Νεοφύτου για κ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα των παραγράφων 7, 9, 10 και

  1. Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος γίνεται από τον Μάριο Κωνσταντινίδη, διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας E.R.E. Co Ltd, εκ των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, αναφέρεται, διεφάνη ότι κάποια κεφάλαια αποζημιώσεων δεν ήταν ακριβή ή και χωρούσαν επέκταση και, με στόχο την καλύτερη παρουσίαση της υπόθεσης των εναγόντων, κρίθηκε ορθή η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης κατά τον τρόπο που ζητείται. Μη έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα στερήσει από τους ενάγοντες του δικαιώματος να παρουσιάσουν την υπόθεση τους κατά τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο. Παράλληλα, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται ζημιά και δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων. Οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση προέβαλαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων.
  3. Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης και προσθήκης που έχουν καταχωρήσει οι Ενάγοντες/Αιτητές ημερομηνίας 4/02/2001 γίνεται σε καθυστερημένο στάδιο και/ή χωρίς καμία νομικά αποδεκτή αιτιολογία.
  4. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε επαρκής και/ή νομικά αποδεκτή αιτιολογία για ποιο λόγο οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν καταχωρίσει στο παρόν στάδιο την προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 4/02/2011 και/ή το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει δεν δικαιολογεί με τον τρόπο που πρέπει και/ή στον βαθμό που απαιτείται από πλευράς των Εναγόντων/Αιτητών.
  5. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών για τροποποίηση ημερομηνίας 4/02/2011 γίνεται από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και/ή από το ένα μέρος του εν λόγω συνεταιρισμού και/ή χωρίς την συγκατάθεση του άλλου μέρους του εν λόγω συνεταιρισμού.
  6. Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε επαρκής κ αι/ή νομικά αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της παρούσας αίτησης τροποποίησης των Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 4/02/2011 και/ή από την οποία να προκύπτει ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και/ή η νομολογία για αποδοχή της παρούσας αίτησης τροποποίησης.
  7. Όλα τα σχετικά γεγονότα με αφορμή τα οποία έχει καταχωρηθεί η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 4/02/2011, ήταν γνωστά από την αρχή στους Ενάγοντες/Αιτητές και δεν έχει δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος γιατί αυτά δεν περιλήφθηκαν από την αρχή στην έκθεση απαίτησης τους.
  8. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος των Εναγόντων/Αιτητών με βάση το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης.
  9. Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης και προσθήκης που έχουν καταχωρήσει οι Ενάγοντες/Αιτητές ημερομηνίας 4/02/2011 είναι επιπόλαια και ενοχλητική, προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η αίτηση και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  10. Με τις αξιούμενες τροποποιήσεις θα επέλθει ριζική αλλαγή της έκθεσης απαίτησης και/ή των επίδικων θεμάτων και/ή θα περιπλεχθούν τα επίδικα θέματα, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά και/ή δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση.
  11. Η αιτούμενη και/ή προτεινόμενη τροποποίηση θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και/ή θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση για διάγνωση των όποιων αστικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων τους εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος και την Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Η πλευρά των εναγόντων-αιτητών κάνει αναφορά στη νομολογία επί του θέματος εισηγούμενη ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Από την άλλη οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση αναπτύσσουν στην αγόρευση τους τους λόγους ένστασης τους οποίους συνοψίζουν σε ενότητες ήτοι α) τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα της ενόρκου δηλώσεως και κατ΄ επέκταση του πραγματικού υποβάθρου γεγονότων επί των οποίων φέρεται να εδράζεται η αίτηση, β) στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων, ήτοι δεν δικαιολογείται καθόλου και/ή επαρκώς η καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος, δεν έχει δικαιολογηθεί καθόλου και/ή επαρκώς πως προέκυψε η ανάγκη για υποβολή του αιτήματος ή γιατί οι αιτούμενοι προς προσθήκη ισχυρισμοί δεν αποτέλεσαν μέρος της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης αφού αφορούν καθ΄ ισχυρισμό γεγονότα που ήταν εις γνώση των εναγόντων κατά την έγερση της αγωγής και γ) οι αρνητικές συνέπειες της τροποποίησης, αν ήθελε εγκριθεί, στους εναγόμενους ιδιαίτερα ενόψει της ριζικής αλλαγής της έκθεσης απαίτησης, των επιδίκων θεμάτων και ιδιαίτερα της εντελώς καινούριας υπόθεσης που θα έχουν να αντιμετωπίσουν οι εναγόμενοι. Περαιτέρω, θα περιπλεχτούν τα επίδικα θέματα και θα επηρεαστεί δυσμενώς το συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός εύλογου χρόνου. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.
  12. Στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται ότι « As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)]. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδου και άλλων
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005 που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Αιτητών αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1009: «Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιοδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Ως προς τη σημασία της καλής πίστης σε αιτήματα τροποποίησης δικογράφων σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Javob´s "Procedents of Pleading", 12η έκδοση, στη σελίδα 130, όπου ο όρος «καλή πίστη» επεξηγείται ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused." Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω την παρούσα αίτηση. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες οι οποίοι κατ΄ ισχυρισμό αποτελούν κοινοπραξία (joint venture), ανέλαβαν την εκτέλεση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου Anassa ιδιοκτησίας των εναγομένων. Συνεπεία ισχυριζόμενης καθυστέρησης εκ μέρους των εναγομένων η παράδοση των εγκαταστάσεων έγινε με καθυστέρηση με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν έξοδα και ζημιές τις οποίες αξιώνουν, Περαιτέρω οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν ποσό εκτελεσθέντων εργασιών για το οποίο εκδόθηκαν και σχετικά τιμολόγια. Οι εναγόμενοι στις 25.9.2008 καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία, μεταξύ άλλων, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί καθυστέρησης με υπαιτιότητα τους της ολοκλήρωσης του έργου. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν υπέρμετρα και αδικαιολόγητα να εγείρουν την αγωγή προκαλώντας με τη συμπεριφορά τους τους εναγομένους να πιστέψουν ότι δεν θα προωθούσαν οποιανδήποτε απαίτηση εναντίον τους. Προβάλλεται άρνηση των απαιτουμένων ποσών και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας με αποτέλεσμα οι ίδιοι να υποστούν ζημιές και έξοδα τα οποία ανταπαιτούν. Στις 12.5.2009 καταχωρίστηκε αλλαγή δικηγόρου των εναγόντων και στις 26.2.2010 οι ενάγοντες καταχώρισαν απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, σε χρόνο όμως πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Με αυτήν ζητείται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με τρόπο ώστε ουσιαστικά να αυξάνονται οι αιτούμενες αποζημιώσεις και να ζητούνται αυξημένοι τόκοι και νέα κεφάλαια αποζημιώσεων. Θα εξετάσω πρώτα την εισήγηση των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί, αφήνοντας την αίτηση χωρίς πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Η εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση στηρίζεται στο ότι η ενάγουσα ως κοινοπραξία αποτελεί ξεχωριστή οντότητα με νομική υπόσταση και ως τέτοια είναι ξεχωριστή των προσώπων που την αποτελούν και η προώθηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων της θα πρέπει να προέρχεται από την ίδια και όχι από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Συνακόλουθα η ένορκη δήλωση που θέτει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης θα έπρεπε να προέρχεται από την κοινοπραξία την ίδια ενώ στην παρούσα περίπτωση γίνεται από το διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας E.R.E. CΟ LTD. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι αρχές που εφαρμόζονται είναι οι ίδιες με αυτές που ισχύουν στις περιπτώσεις όπου προβαίνει δικηγόρος σε ένορκη δήλωση αντί του διαδίκου με βάση τις οποίες απαιτείται κάποια εξήγηση προς τούτο αλλιώς η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί. Στην αγόρευση τους οι καθ΄ ων η αίτηση προβαίνουν σε εκτενή ανάλυση του θέματος της νομικής προσωπικότητας μιας κοινοπραξίας ξεχωριστής από την υπόσταση των προσώπων που την αποτελούν. Από την άλλη, η πλευρά των αιτητών εισηγείται πως η εξουσιοδότηση του ενόρκως δηλούντα δεν είναι ζήτημα που μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα περίπτωση όπου ο ενόρκως δηλών δηλώνει προσωπικός γνώστης των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και τα οποία οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν. Είναι γεγονός ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί τελεσίδικα κατά πόσο η ενάγουσα ως κοινοπραξία αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα. Πέραν τούτου στην παρούσα υπόθεση η ένορκη δήλωση γίνεται από άτομο που δηλώνει γνώστης των γεγονότων και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση του περιεχομένου της. Συνακόλουθα δεν κρίνω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ζητούνται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ήτοι μετά από πάροδο 4 χρόνων που εκκρεμεί η αγωγή και μετά από επανειλημμένες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και αφού η υπόθεση είχε ήδη οριστεί για ακρόαση, αναφέρεται στην αγόρευση των καθ΄ ων η αίτηση. Οι ενάγοντες, προχωρά η εισήγηση, στην αρχική τους έκθεση απαίτησης δικογραφούν ρητά και ξεκάθαρα μέχρι και το τελευταίο σεντ τις ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί και τώρα ζητούν να προσθέσουν θεραπείες για ζημιά η οποία προέκυψε προ της εγέρσεως της αγωγής επιδιώκοντας να υπερδιπλασιάσουν τα αξιούμενα από αυτούς ποσά και επαναπροσδιορίζοντας τα επίδικα θέματα μετά που οι εναγόμενοι καταχώρησαν τις δικές τους δικογραφημένες θέσεις. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, έχοντας υπόψη το χρόνο που παρήλθε από την καταχώρηση της αγωγής καθώς και το γεγονός ότι η αίτηση έγινε μετά που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Βέβαια λαμβάνεται υπόψη ότι υπήρξε αλλαγή του δικηγόρου των εναγόντων παρόλο που αυτή έγινε μέσα στο έτος 2009 και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ως προς τη δικαιολόγηση της καθυστέρησης είναι γεγονός ότι δεν δίδεται σαφής επεξήγηση παρά μόνο γενικά αναφέρεται ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διεφάνη η ανάγκη για τροποποίηση κάποιων αναφορών σε αποζημιώσεις, είναι όμως προφανές ότι υπήρξε αμέλεια στο χειρισμό του όλου θέματος. Και αυτό γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν αποζημιώσεις οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό προέκυψαν πριν την έγερση της αγωγής. Βέβαια έστω και εάν δεν είναι πλήρως αιτιολογημένη η καθυστέρηση δεν μπορεί από μόνη της να στερήσει από ένα διάδικο του δικαιώματος να αποφασιστούν όλα τα εγειρόμενα από αυτόν θέματα. Έχοντας εξετάσει τις αιτούμενες τροποποιήσεις διαπιστώνω ότι με αυτές γίνεται προσπάθεια να προστεθούν κεφάλαια αποζημιώσεων που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό δικόγραφο και αυξάνονται κατά πολύ τα αξιούμενα ποσά. Δεν εισάγεται όμως οποιαδήποτε νέα αιτία αγωγής ούτε αλλάζει η υφιστάμενη (βλ. Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237 που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι εναγόντων-αιτητών). Προβάλλεται ισχυρισμός περί κακοπιστίας των εναγόντων στην υποβολή της αίτησης στην αγόρευση των καθ΄ ων η αίτηση παρά το ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην ένσταση. Έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω θεωρώ ότι παρά το ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ή ακόμα και αμέλεια εκ μέρους των εναγόντων, δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία σε βαθμό που να έχει καταλυτικές επιπτώσεις στην πορεία της αίτησης. Σε ότι αφορά τις επιπτώσεις των αιτούμενων τροποποιήσεων αυτές καθορίζονται από τους καθ΄ ων η αίτηση στο ότι επιδιώκονται ισχυρισμοί που προβάλλονται για πρώτη φορά με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης, στην καθυστέρηση που θα προκληθεί μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζει ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγομένων αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου, στο ότι οι εναγόμενοι θα υποστούν περαιτέρω ταλαιπωρία και έξοδα και θα τους θέσει σε δυσμενή θέση εφόσον θα πρέπει να εξετάσουν εκ νέου την απαίτηση των εναγόντων και να αναδιαμορφώσουν τις δικές τους θέσεις με αναφορά σε γεγονότα που συνέβησαν πριν από 15 χρόνια. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θεωρώ ότι προβάλλονται νέες αιτίες αγωγής, βέβαια οι εναγόμενοι θα πρέπει να εξετάσουν τις τροποποιημένες απαιτήσεις των εναγόντων και θα τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν σε αυτές με τροποποίηση του δικού τους δικογράφου. Δεν τίθεται από τους καθ΄ ων οποιοδήποτε στοιχείο πέραν από μία γενική αναφορά ότι θα πρέπει να εξετάσουν την απαίτηση των εναγόντων με αναφορά σε γεγονότα που συνέβησαν πριν από 15 χρόνια, έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει τον ενδεχόμενο δυσμενή επηρεασμό των εναγομένων πέρα από αυτόν που ισχυρίζονται στο δικόγραφο τους (βλ. παράγραφος 9 της Υπεράσπισης) ισχυρισμός ο οποίος θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Έχω εξετάσει όλα τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως αναλύονται πιο πάνω. Παρά το ότι η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται καθυστερημένα, έχοντας υπόψη τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων, το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν στην καλύτερη παρουσίαση της υπόθεσης των εναγόντων, κρίνοντας παράλληλα ότι δεν έχει αποδειχθεί κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης και πως ο δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα των εναγομένων δεν είναι τέτοιος που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αποφασίζω να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη υπεράσπιση εντός 20 περαιτέρω ημερών και τροποποιημένη απάντηση, αν υπάρχει, εντός 10 περαιτέρω ημερών. Τα έξοδα της αίτησης όπως και όλα τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) επιδικάζονται εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.