← Κύπρος

Denis Murphy ν. Mark Christopher Rea, Αρ. Αγωγής: 2417/11, 7.11.2011

Denis Murphy ν. Mark Christopher Rea, Αρ. Αγωγής: 2417/11, 7.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2417/11 Μεταξύ: Denis Murphy εκ U.K. Ενάγοντα Και Mark Christopher Rea εκ U.K. Veronica Rea εκ U.K. Εναγομένων ---------------------- 7.11.2011 Αίτηση ημερ. 9.9.2011 Για τον Αιτητή κ. Τσέλεπος Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Παπακλεοβούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με χωρίς ειδοποίηση αίτηση ο ενάγοντας εξασφάλισε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην εναγόμενη 2 από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και η οποία συνίσταται σε μια οικία ευρισκόμενη στην Πέγεια με αριθμό τίτλου 0/

  1. Η αίτηση στηρίζεται στο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 9, στο Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.
  2. Η αίτηση του ενάγοντα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Δημήτρη Μοσφίλη στην οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα όπως και όλες τις λεπτομέρειες της απαίτησης του ενάγοντα. Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των 360.000 αγγλικών λιρών δυνάμει δανείου. Η μοναδική περιουσία της εναγόμενης 2 είναι η επίδικη κατοικία την οποία η εναγόμενη 2 προτίθεται να πωλήσει με αποτέλεσμα εάν ο ενάγων επιτύχει στην αγωγή του να μην μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση που θα εξασφαλίσει. Η εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης: "

(1)Ο Ενάγων δεν υπέγραψε ο ίδιος την ορισθείσα από το Δικαστήριο "εγγύηση" η υπογραφή της οποίας είναι ελαττωματική και ultra vires. Και ενάντια στη νομολογία.
(2)Η κατοικία αγοράστηκε πολύ πριν από τα τέλη του 2006 που προσδιορίζει ο Ενάγων ως κρίσιμο και κατά συνέπεια πολύ πριν από τον καθορισθέντα ως δήθεν χρόνο του "δανείου".
(3)Υπάρχει μεταξύ Εναγόμενου αρ. 1 και της οικογένειας του Ενάγοντα και των συν αυτώ εταιρειών, αγωγή στην Αγγλία, πράγμα που γεννά πλέον ζητήματα κατάχρησης διαδικασίας και estopell ένεκα ισχυρισμών και περιεχομένου, αλλά και αίρουν κάθε "βάση αγωγής" του Ενάγοντα από τις δοθείσες σε ανύποπτο χρόνο, έγγραφες ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις σε εκείνη την διαδικασία, που αφορά και αυτόν τον Ενάγοντα.
(4)Ο ομνύων Δημήτρης Μοσφίλης, δεν γνωρίζει τις διαφορές Ενάγοντα και Εναγόμενου αλλά και εάν επιμένει ότι γνωρίζει εκφεύγει του καλόπιστου με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
(5)Ο Ενάγων δεν προσφεύγει με καθαρά τα χέρια στο Δικαστήριο. Όπως επίσης και κακόπιστα διασυνδέει την Εναγομένη αρ. 2 με σκοπό να πετύχει κατά τόπον αρμοδιότητα Δικαστηρίου.
(6)Ουδέν παρατίθεται προς ενίσχυση των ισχυρισμών περί δήθεν ποσών δανείου που χορηγήθηκαν μέσα σε περίοδο 2 χρόνων, όταν το τίμημα πλην St.£9.000 πληρώθηκαν όλα πριν το τέλος Οκτωβρίου 2006." Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χρύσθιας Παπακλεοβούλου στην οποία αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τους εναγόμενους και έχει οδηγίες και εξουσία από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από προσωπική γνώση όσο και από ενημέρωση που είχε από τους εναγόμενους. Σύμφωνα με την κ. Παπακλεοβούλου σκοπός που ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή είναι για να επιτύχει την έκδοση του επίδικου διατάγματος και παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ότι ο εναγόμενος 1 μαζί με τη θυγατέρα του έχουν καταχωρήσει αγωγή στην Αγγλία εναντίον των παιδιών του ενάγοντα και εταιρείας στην οποία ο ενάγων έχει συμφέροντα. Οι διαφορές των διαδίκων στα Αγγλικά Δικαστήρια δεν εμπλέκουν την εναγόμενη 2 ή την περιουσία της και δεν μπορεί ο ενάγων και αν ακόμη έχει άλλες διαφορές με τον εναγόμενο 1 να τις επεκτείνει για να περιλάβει και την εναγόμενη 2 ώστε να προωθεί καταχρηστικά και παράλληλα διαδικασία στην Κύπρο. Το τίμημα πωλήσεως της κατοικίας πληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2006 και έτσι καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το δάνειο δόθηκε στους εναγόμενους στο τέλος του 2006 και είναι ο ισχυρισμός της κ. Παπακλεοβούλου ότι ο ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η εναγόμενη 2 ζήτησε την αντεξέταση του Δημήτρη Μοσφίλη και ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει ότι οι διάδικοι έχουν διαφορές στην Αγγλία οι οποίες σχετίζονται με τα χρήματα που ήρθαν στην Κύπρο. Ο ενάγων περιορίστηκε σε αγορεύσεις και δεν ζήτησε την αντεξέταση της κ. Παπακλεοβούλου. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. Το άρθρο 4 έχει σχέση με την έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και από τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Πρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζυντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει στην επίλυση των πραγματικών αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία θα κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης και δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225 αναφέρθηκε ότι όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της. Οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνει το Δικαστήριο γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε επίσης ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω δύο σημαντικά κατά την κρίση μου θέματα τα οποία η εναγόμενη 2 προβάλλει στην ένσταση της και θα ξεκινήσω από τον ισχυρισμό της ότι ο ενάγων δεν υπέγραψε ο ίδιος την ορισθείσα από το Δικαστήριο εγγύηση, η υπογραφή της είναι ελαττωματική κατά παράβαση των κανονισμών (ultra vires) και εναντίον της νομολογίας. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Kεφ. 6: «Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητά το διάταγμα». Στην υπόθεση Δισκοθήκη «Αφρικάνα» Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738 αναφέρθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 9
(2)καθιστά επιτακτικό για το Δικαστήριο να απαιτεί από τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου και στην απουσία του οποίου ζητά το διάταγμα. Ο κ. Παπακλεοβούλου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α για έκδοση διατάγματος της φύσεως certiorari
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1047 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Αυτή η έκδηλη πλάνη νόμου για την οποία οι αιτητές απέδειξαν συζητήσιμο ζήτημα συνίσταται στο ότι παρά το λεκτικό του άρθρου 9
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου που καθιστά επιτακτικό το Δικαστήριο να απαιτήσει από τον ίδιο τον αιτητή την ανάληψη εγγυήσεως για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του καθ΄ ου η αίτηση το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε όπως την εγγύηση αναλάβει όχι ο ίδιος ο αιτητής προσωπικά (με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές) αλλά όπως την αναλάβει τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του». Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο εξέδωσε το ενδιάμεση διάταγμα υπό τον όρο ότι ο ενάγων/αιτητής θα υπογράψει εγγύηση ύψους €50.000 για κάλυψη οποιασδήποτε ζημιάς προκληθεί εξ αιτίας της έκδοσης του διατάγματος. Στο φάκελο της υπόθεσης φαίνεται το εγγυητήριο να υπογράφεται από τον Δημήτρη Μοσφίλη πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ενάγοντα. Υπάρχει επίσης επισυνημμένο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο ενάγων εξουσιοδοτεί τον Δημήτρη Μοσφίλη σαν αντιπρόσωπο του στην αγωγή. Η αγωγή δεν καταχωρίστηκε μέσω του πληρεξουσίου αντιπροσώπου αλλά ούτε και το πληρεξούσιο αναφέρει ότι ο Δημήτρης Μοσφίλης μπορεί να υπογράψει εκ μέρους του ενάγοντα οποιαδήποτε εγγύηση. Κατά συνέπεια και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρω πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω περαιτέρω και τον ισχυρισμό της εναγόμενης 2 ότι ο ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και κακόπιστα διασυνδέει την εναγόμενη 2 με σκοπό να πετύχει κατά τόπο αρμοδιότητα Δικαστηρίου και να εξασφαλίσει το επίδικο διάταγμα. Είναι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως τονίστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd και Άλλων
(1988)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό σπόσπασμα της απόφασης από τη σελίδα 1186: «..Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 157/90, 30.5.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνει στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) σελ. 4. `Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.΄ Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598). Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη (βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britania Arrow Holdings plc
(1988)3 All E.R. 188). Ο ενάγων-αιτητής παρέλειψε να αναφέρει ότι μεταξύ του εναγόμενου 1 και εταιρείας στην οποία ο ενάγων έχει συμφέροντα εκκρεμεί δικαστική διαδικασία στην Αγγλία. Μάλιστα όπως ανέφερε ο Δημήτρης Μοσφίλης στην αντεξέταση του οι διαδικασίες στην Αγγλία σχετίζονται με τα λεφτά που ήρθαν στην Κύπρο. Αυτά τα θέματα αφορούν και τη διαδικασία στην Αγγλία. Αντίθετα στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ενώ αναφέρει ότι γνωρίζει τις λεπτομέρειες της απαίτησης του ενάγοντα δεν αναφέρει οτιδήποτε γι΄ αυτό το θέμα, ουσιαστικό στοιχείο κατά την κρίση μου στα γεγονότα της υπόθεσης και ιδιαίτερα στο στάδιο που ο αιτητής ζητούσε με χωρίς ειδοποίηση το διάταγμα. Είναι η κατάληξη μου ότι ο αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ως εκ τούτου δεν εξετάζω την ουσία της αίτησης και τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το διάταγμα ημερομηνίας 12.9.2011 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 2 και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.