← Κύπρος

ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Ευτυχία Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 57/2011, 8.11.2011

ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Ευτυχία Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 57/2011, 8.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 57/2011 Μεταξύ: ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόντων και Ευτυχία Χαραλάμπους Εναγόμενης Αίτηση ημερ. 28.4.2011 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 8.11.2011 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Α. Αλεξάνδρου Για Ενάγοντες - Καθ' ών η Αίτηση: κ. Α. Πολυδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη - αιτήτρια με τη μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 28.4.11 αιτείται εναντίον των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών η οποιαδήποτε επέμβαση, είσοδος, κατοχή, λειτουργία, διαχείριση της καφετέριας - περιπτέρου, το οποίο βρίσκεται εντός του χώρου στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου με την ονομασία Πλάτανος, το οποίο έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμό 8574 του Φ/ΣΧ 45/27 τεμάχιο 269 στην κοινότητα Τάλας στην Επαρχία Πάφου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών να παρεμβαίνουν και/ή να παρενοχλούν με οποιονδήποτε τρόπο την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης από την εναγόμενη - αιτήτρια. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται άμεσα οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση να αποκαταστήσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και υδροδότησης του επίδικου υποστατικού που παράνομα και αυθαίρετα απέκοψαν την 1.1.

  1. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσονται οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση να επιστρέψουν όλες τις επιπλοσυσκευές και/ή εξοπλισμό που παράνομα αφαίρεσαν από το επίδικο υποστατικό. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση να εξαναγκάζονται να υπακούσουν και συμμορφωθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 21.2.
  2. Η αίτηση της εναγόμενης - αιτήτριας βασίζεται στον άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη Δ.48 Θ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.4.11 της εναγόμενης - αιτήτριας. Στην ένορκη αυτή δήλωση αναφέρονται βασικά μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Όσον αφορά το μεταξύ της εναγόμενης και εναγόντων συμφωνητικό έγγραφο υπήρχε σαφής διαβεβαίωση από τους ενάγοντες και/ή επιπρόσθετη συμφωνία, πέραν της γραπτής, ευθύς εξ αρχής ότι το επίδικο υποστατικό θα το κατείχε η εναγόμενη για όσο χρόνο επιθυμούσε και/ή το συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ τους θα ανανεωνόταν για όσο χρόνο επιθυµούσε η εναγόμενη. Η ανανέωση του συµφωνητικού εγγράφου έγινε για ένα χρόνο µόνο και όχι για δύο χρόνια όπως γινόταν πάντοτε καθ' ότι η εναγόμενη είχε ζητήσει µείωση του ενοικίου λόγω της οικονομικής κρίσης και είχαν συμφωνήσει να παραμείνουν με το ενοίκιο ως είχε για ένα χρόνο και µετά την λήξη του ενός έτους θα συµφωνούσαν αν θα υπήρχε µείωση του ενοικίου αναλόγως της πορείας της οικονοµικής κρίσης. Οι ενάγοντες την 1.1.11 προχώρησαν στην αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύµατος και παροχής νερού στο επίδικο υποστατικό παράνοµα και εκβιαστικά για να εξαναγκάσουν την εναγόμενη να παραδώσει το επίδικο υποστατικό. Περαιτέρω αφαίρεσαν παράνοµα από το υποστατικό καρέκλες, τραπέζια και/ή άλλες επιπλοσυσκευές για την αγορά των οποίων η εναγόμενη κατέβαλε το ½ µέρος της αξίας τους. Για το θέµα αυτό έγινε καταγγελία στην Αστυνοµία. Όλες οι αναφερόµενες ενέργειες των εναγόντων έγιναν µε µοναδικό σκοπό να καταστήσουν το επίδικο υποστατικό µη λειτουργήσιµο για την επιχείρηση που η εναγόμενη ασκεί εδώ και χρόνια µε τον σύζυγο της και να την εξαναγκάσουν να παραδώσει αυτό στους ενάγοντες. Περαιτέρω οι εν λόγω ενέργειες των εναγόντων έχουν προκαλέσει στην εναγόμενη τεράστιες ζηµιές. Η επιχείρηση της που στεγάζεται στο επίδικο υποστατικό µε τις πράξεις και/ή παράνοµες ενέργειες και/ή συµπεριφορά των εναγόντων είναι εκτός λειτουργίας από τις αρχές του
  3. Μετά την έκδοση ενδιάµεσης απόφασης ημερομηνίας 21.2.11 δια της οποίας ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγµα που εκδόθηκε με αίτηση των εναγόντων, οι δικηγόροι της εναγόμενης απέστειλαν επιστολή µε την οποία καλούσαν τους ενάγοντες να επανασυνδέσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος και νερού και να επιστρέψουν τον εξοπλισµό που παράνοµα αφαίρεσαν από το επίδικο υποστατικό όµως οι ενάγοντες όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν αλλά την 1.3.11 δια των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπηρετών τους, στην παρουσία του κοινοτάρχη Τάλας, παράνοµα και αυθαίρετα επενέβησαν στο επίδικο υποστατικό αποκτώντας µε παράνοµο τρόπο κατοχή αυτού και απαγορεύοντας στην εναγόμενη να το προσεγγίσει, μετακινώντας όλο της τον εξοπλισµό εκτός του επίδικου υποστατικού και αλλάζοντας τις κλειδαριές στις εισόδους του περιπτέρου - καφετέριας της. Μετά το περιστατικό αυτό η εναγόμενη πήγε µε τον σύζυγό της στην Αστυνοµική Διεύθυνση Πάφου όπου κατήγγειλε όλες τις πιο πάνω παράνοµες πράξεις των εναγόντων. Τις εν λόγω ζημιές η εναγόμενη διεκδικεί µέσα από την ανταπαίτηση της στην παρούσα αγωγή. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της έχει πολύ καλές πιθανότητες να πετύχει στην ανταπαίτηση της καθ' ότι οι ενάγοντες εντελώς παράνοµα έχουν επέµβει στο επίδικο υποστατικό και περαιτέρω ανέκτησαν την κατοχή αυτού. Είναι δε κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούµενα προσωρινά διατάγµατα καθ' ότι προκαλούνται σοβαρές και ανεπανόρθωτες βλάβες στην εναγόμενη, οι οποίες δεν θα είναι εφικτό να αποτιµηθούν σε χρήµα, καθ' ότι στο ενδεχόµενο που θα απορριφθεί η παρούσα αγωγή εναντίον της δεν θα υπάρχει πλέον επιχείρηση για να συνεχίσει τη λειτουργία της. Συνεπώς εάν δεν εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα δεν θα υπάρχει δυνατότητα στο τέλος της δίκης να υπάρξει ουσιαστική απονοµή της δικαιοσύνης. Ο λόγος που η εναγόμενη δεν αποτάθηκε πιο έγκαιρα στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση προσωρινών διαταγµάτων για την επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύµατος, της υδροδότησης και την επαναφορά των επιπλοσυσκευών που παρανόµως αφαιρέθηκαν από το επίδικο υποστατικό από τους ενάγοντες είναι γιατί στις 5.1.11 εκδόθηκε προσωρινό διάταγµα εναντίον της το οποίο της απαγόρευε να κατέχει το επίδικο υποστατικό και το οποίο ακυρώθηκε µετά από ακροαµατική διαδικασία στις 21.2.
  4. Στη συνέχεια καταχώρησε μονομερή αίτηση στις 3.3.11 µε την οποία ζητούσε ουσιαστικά τις πιο πάνω θεραπείες, η οποία όµως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο καθ' ότι δεν εκκρεµούσε οποιαδήποτε απαίτηση της εναντίον των εναγόντων. Κατά το χρόνο που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η παρούσα αίτηση δηλ. στις 6.5.11, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου και δηλώνοντας ότι έλαβε γνώση για την αίτηση εμφανίστηκε και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η εν λόγω ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.6.
  5. Βασίζεται δε στα άρθρα 29 και 32 του Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Δ.48, θ. 1, 2, 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: Α. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Β. Λείπει το στοιχείο του επείγοντος. Γ. Η εναγόμενη με την αίτηση της κάνει κατάχρηση της διαδικασίας. Δ. Η αίτηση είναι ουσιαστικά άνευ αντικειμένου ενόψει του ότι η εναγόμενη με την Ανταπαίτηση της ουσιαστικά ζητά ως θεραπεία μόνο αποζημιώσεις, για δήθεν παράνομες πράξεις των εναγόντων και όχι οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα για να της παραδοθεί η κατοχή του επίδικου υποστατικού. Αν πετύχει η Ανταπαίτηση της θα πάρει μόνο αποζημιώσεις και ως εκ τούτου δεν μπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία η εναγόμενη δεν ζητά με την Ανταπαίτηση της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Λούκα Ηρακλέους, διευθυντή στο λογιστήριο των εναγόντων, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην ένορκη αυτή δήλωση επαναλαμβάνονται στην ουσία οι λόγοι της ένστασης και αναφέρονται τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την εκδοχή των εναγομένων. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και νόμιμοι κάτοχοι του περιπτέρου-καφετέριας, η οποία βρίσκεται στο κέντρο του χώρου στάθµευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου µε την ονοµασία «ΠΛΑΤΑΝΟΣ», που ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου µε αριθµό εγγραφής 8574 του φ/σχ. 45/27, τεµάχιο 269 του χωρίου Τάλα. Κατά η περί την 1.1.10 οι ενάγοντες δυνάµει συµφωνητικού εγγράφου µε την εναγόµενη ίδιας ηµεροµηνίας, παρεχώρησαν άδεια χρήσης του περιπτέρου-καφετέριας, µαζί µε τον εξοπλισµό του, στην εναγοµένη, για περίοδο ενός έτους αρχοµένης την 1.1.10 και λήγουσας την 31.12.
  6. Οι ενάγοντες µε επιστολή τους ηµεροµηνίας 15.9.10 προς την εναγοµένη την πληροφόρησαν ότι η άδεια χρήσης του περιπτέρου-καφετέριας που της παραχωρήθηκε τερµατίζεται µε την λήξη της δηλαδή την 31.12.
  7. Την κάλεσαν επίσης όπως, μια εβδοµάδα πριν την λήξη της άδειας, προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, σε συνεννόηση µε τους ενάγοντες, δια καταγραφή του εξοπλισµού. Επίσης της ανέφεραν ότι θα προχωρήσουν σε ζήτηση προσφορών δια παραχώρηση νέας άδειας χρήσης του περιπτέρου-καφετέριας. Η εναγόµενη µε επιστολή του δικηγόρου της ηµεροµηνίας 6.10.10 απέρριψε το περιεχόµενο της επιστολής των εναγόντων ηµεροµηνίας 15.9.
  8. Οι ενάγοντες µε νέα επιστολή τους ηµεροµηνίας 18.10.10 προς τον δικηγόρο της εναγόμενης επανέλαβαν την επιθυµία τους να µην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης και κάλεσαν την εναγόµενη να συµµορφωθεί. Η εναγόµενη απάντησε µε νέα επιστολή του δικηγόρου της ηµεροµηνίας 29.10.10 και απέρριψε το περιεχόµενο της επιστολής των εναγόντων ηµεροµηνίας 18.10.
  9. Οι ενάγοντες µε επιστολή του δικηγόρου τους ηµεροµηνίας 1.12.10 προς τον δικηγόρο της εναγοµένης απέρριψαν το περιεχόµενο της επιστολής της εναγοµένης ηµεροµηνίας 29.10.
  10. Ανέφεραν ότι αποτελεί δικαίωµα τους να µην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης, επανέλαβαν ότι δεν θα προχωρήσουν σε ανανέωση του συµφωνητικού εγγράφου δια παραχώρηση άδειας χρήσης του περιπτέρου-καφετέριας και κάλεσαν την εναγόµενη όπως συµµορφωθεί µε τους όρους του και παραδώσει την κατοχή του στους ενάγοντες. Περαιτέρω οι ενάγοντες µε επιστολή του δικηγόρου τους ηµεροµηνίας 28.12.10 προς την εναγόµενη, η οποία της επιδόθηκε µε ιδιώτη επιδότη την 29.12.10, επανέλαβαν την πρόθεση τους δια µη ανανέωση της άδειας χρήσης και πληροφόρησαν την εναγοµένη ότι την 30.12.10 αντιπροσωπεία των εναγόντων θα µεταβεί στον χώρο του περιπτέρου-καφετέριας όπου θα γινόταν καταγραφή του εξοπλισµού της. Επίσης την πληροφόρησαν ότι έχουν προχωρήσει σε ανοικτές προσφορές στον τύπο και έχουν κατακυρώσει σε άλλο άτοµο την χρήση του περιπτέρου-καφετέριας. Επίσης την κάλεσαν όπως κατά την 31.12.10 παραδώσει την κατοχή και κλειδιά του περιπτέρου-καφετέριας στους ενάγοντες. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσµίας η παραµονή της θα θεωρείτο παράνοµη και θα θεωρείτο ως επεµβασίας. Η εναγόµενη απάντησε µε επιστολή των δικηγόρων της ηµεροµηνίας 30.12.10, προς τον δικηγόρο των εναγόντων, οι οποίοι απέρριψαν το περιεχόµενο της επιστολής ηµεροµηνίας 28.12.
  11. Πληροφόρησε ότι δεν θα επιτρέψει σε αντιπροσωπεία των εναγόντων την καταγραφή του εξοπλισµού και ότι τέτοια πράξη θα συνιστούσε παράνοµη επέµβαση. Αντιπροσωπεία των εναγόντων µετέβηκε την 30.12.10 στον χώρο του περιπτέρου-καφετέριας δια καταγραφή του εξοπλισµού, πλην όµως η εναγόµενη αρνήθηκε να συµµορφωθεί και τους απαγόρευσε να προχωρήσουν σε καταγραφή. Οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισµούς της εναγόμενης περί συµφωνίας για ισχύ του συµφωνητικού εγγράφου για ένα έτος για να αποφασιστεί κατά την λήξη του αν θα υπήρχε µείωση του ενοικίου λόγω οικονοµικής κρίσης και ισχυρίζονται ότι καµία τέτοια συµφωνία έγινε και η διάρκεια του εγγράφου για ένα έτος έγινε λόγω επιθυµίας των εναγόντων και των διαδίκων και καθόλου σχέση είχε µε το ενοίκιο. Επίσης αρνούνται τους ισχυρισµούς περί επιπρόσθετης συµφωνίας µεταξύ των διαδίκων ότι η εναγοµένη θα κατείχε για όσο χρόνο η ίδια επιθυµούσε το επίδικο υποστατικό ή το συµφωνητικό έγγραφο µεταξύ τους θα ανανεωνόταν γιο όσο χρόνο επιθυµούσε η εναγοµένη και ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισµοί της εναγοµένης, δεν ανταποκρίνονται στην µεταξύ των συµφωνία ηµεροµηνίας 1.1.10, το περιεχόµενο της οποίας µιλά από µόνο του και οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισµοί γίνονται είναι αντίθετοι µε αυτήν και γίνονται εκ του πονηρού και εν πάση περιπτώσει δεν µπορούν να τροποποιούν έγγραφη συµφωνία. Η παραχώρηση νέας άδειας χρήσης και ο χρόνος διάρκειας της αποφασιζόταν λίγο πριν την λήξη της προηγούµενης άδειας χρήσης. Οι ενάγοντες κατά ή περί την 6.11.10 δηµοσίευσαν στον τοπικό τύπο ανοικτές προσφορές για παραχώρηση δικαιώµατος χρήσης της επίδικης καφετέριας-περιπτέρου. Ενδιαφέρθηκαν αρκετά άτοµα και οι ενάγοντες κατακύρωσαν την προσφορά σε τρίτο πρόσωπο. Η εναγόµενη δεν εκδήλωσε κανένα ενδιαφέρον ούτε και υπέβαλε καµία προσφορά ενώ είχε τέτοιο δικαίωµα. Οι ενάγοντες κατά την 1.1.11, µετά που διαπίστωσαν ότι η εναγόµενη δεν παρέδιδε την κατοχή του περιπτέρου-καφετέριας για να µην ενθαρρύνουν και εγκρίνουν την παράνοµη επέµβαση της προχώρησαν στην αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύµατος και της παροχής νερού προς το περίπτερο-καφετέρια. Όσον αφορά τον εξοπλισμό του επίδικου υποστατικού οι ενάγοντες αρνούνται τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγόμενης και αναφέρουν ότι ολόκληρος ο εξοπλισµός τους ανήκει. Το µόνο που οι διάδικοι κατέβαλαν ανά ½ ήταν η αγορά 100 καρεκλών. Είναι παραδεκτό από τους ενάγοντες ότι με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.2.11 ακυρώθηκε προσωρινό διάταγµα ηµεροµηνίας 5.1.11, που εξασφάλισαν οι ενάγοντες, με το οποίο διατασσόταν η εναγόμενη να παύσει να επεμβαίνει, να εισέρχεται, να κατέχει, να λειτουργεί και να διαχειρίζεται το επίδικο περίπτερο-καφετέρια. Είναι επίσης παραδεκτό ότι οι δικηγόροι της εναγόμενης μετά από αυτό έστειλαν την αναφερόµενη, στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης, επιστολή. Είναι όμως η θέση των εναγόντων ότι η ακύρωση του προσωρινού διατάγµατος δεν νοµιµοποιούσε την παράνοµη κατοχή του επίδικου υποστατικού από την εναγοµένη και η περαιτέρω κατοχή του από την εναγοµένη συνιστούσε παράνοµη επέµβαση. Περαιτέρω αναφέρουν ότι εφόσον η εναγόµενη, παρά του ότι της είχε ζητηθεί αρκετές φορές να παραδώσει την κατοχή, παρέλειψε να το πράξει, οι ενάγοντες στις 28.2.11 µε ειρηνική είσοδο τους, στην παρουσία Κοινοτάρχη και Κοινοτικού Συµβούλου, χωρίς την χρησιµοποίηση οποιασδήποτε βίας ανέκτησαν την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Με επιστολή τους δε ηµεροµηνίας 2.3.11 προς την εναγοµένη οι ενάγοντες την καλούσαν όπως εντός 7 ηµερών προσέλθει και παραλάβει όλα τα προσωπικά της αντικείµενα και αναλώσιµα είδη, πλην των πάγκων που κατά λάθος αναφέρθηκαν στην επιστολή ότι της ανήκουν, τα οποία φυλάσσονται σε ασφαλές µέρος καθώς και ένα µικρό χρηµατοκιβώτιο το οποίο παραµένει άθικτο και αµετακίνητο. Η εναγόµενη παρέλειψε και παραλείπει να προσέλθει και παραλάβει τα αντικείµενα της. Περαιτέρω οι ενάγοντες αρνούνται ότι οι πράξεις και οι ενέργειες τους, που αναφέρει η εναγόμενη, ήταν παράνομες και ισχυρίζονται ότι είναι η εναγοµένη που παράνοµα κατακρατούσε την περιουσία τους και παράνοµα επενέβαινε στο επίδικο υποστατικό. Οι ενάγοντες, ως ιδιοκτήτες του υποστατικού, νόµιµα έλαβαν την κατοχή του και η εναγόµενη δεν έχει κανένα δικαίωµα πάνω στο υποστατικό. Πέραν τούτου οι ενάγοντες από την 1.3.11 έχουν ενώσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύµατος και νερού στο επίδικο υποστατικό, το οποίο σήµερα κατέχεται από τρίτο πρόσωπο και νόµιµο αδειούχο, υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε η προσφορά δια άδεια χρήσης του. Ισχυρίζονται δε οι ενάγοντες ότι η ανταπαίτηση της εναγόμενης δεν έχει καµιά ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εν πάση δε περιπτώσει είναι η θέση τους ότι η εναγόµενη µε την ανταπαίτηση της ουσιαστικά ζητά μόνο αποζηµιώσεις, για δήθεν παράνοµες πράξεις των εναγόντων και δεν ζητά διατάγµατα για να της παραδοθεί η κατοχή του επίδικου υποστατικού κάτι που δείχνει ότι δεν ενδιαφέρεται για την κατοχή του υποστατικού. Εαν δε πετύχει θα της επιδικασθούν µόνο αποζηµιώσεις και ως εκ τούτου δεν µπορεί το Δικαστήριο να εκδώσει διατάγµατα τα οποία η εναγόµενη δεν ζητά µε την ανταπαίτηση της. Συνεπώς η αίτηση της καθίσταται ουσιαστικά άνευ αντικειµένου. Επίσης οι ενάγοντες αρνούνται ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος της δίκης. Αυτό γιατί οι οποιεσδήποτε τυχόν ζημιές που αναφέρει η εναγόμενη δεν είναι τέτοιες ώστε δεν μπορούν να αποτιµηθούν σε χρήµα. Ισχυρίζονται δε περαιτέρω ότι στο τέλος της υπόθεσης σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της εναγόμενης αυτή θα εισπράξει το λαβείν της καθότι οι ενάγοντες είναι φερέγγυα πρόσωπα και έχουν όλη την οικονοµική άνεση να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίoν τους. Τέλος οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι µεσολάβησε µεγάλο χρονικό διάστηµα από την ειρηνική εκ μέρους τους ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού και από την 1.3.11 που η εναγόμενη διαπίστωσε αυτό, γεγονός που αίρει το κατεπείγον, άσχετα εάν η εναγόμενη επιχείρησε µε αίτηση της ηµεροµηνίας 3.3.11 να ζητήσει τα αιτούµενα διατάγµατα, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Είναι δε σχετικά η θέση τους ότι η εναγόµενη εµποδίζεται να ζητά µε την παρούσα αίτηση της την ίδια θεραπεία και διατάγµατα που ζητούσε µε την αίτηση της ηµεροµηνίας 3.3.11 και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω οι ενάγοντες αιτούνται απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους. Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία και δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and another

(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία,
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο πρέπει να διατηρήσει ή να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Ένας άλλος παράγοντας τον οποίο Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και Re Χ΄Κωνσταντή
(1998)1 A.A.Δ. 2187). Προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση πρέπει να στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης (βλ. Goody´s Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Παρά το ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας υπέρ της έκδοσης ή μη του αιτούμενου διατάγματος. Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στη στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεπιμπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179 όπου γίνεται σχετικά αναφορά στην υπόθεση American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504). Έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα έχουν τεθεί στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση, σύμφωνα με τη νομική βάση στην οποία αναφέρεται, στηρίζεται πέραν του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Παρόλα αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι τόσο από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση όσο και από την αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας φαίνεται ότι η αίτηση περιορίζεται ως προς τη νομική της βάση στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Άλλωστε για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα πρέπει να λεχθεί ότι στην παρούσα δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 4 ή 5 του Κεφ.
  3. Όσον αφορά το άρθρο 5, διάταγμα με βάση αυτό μπορεί να εκδοθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί ο καθ' ου η αίτηση να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας του, όσον είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του αιτητή, κάτι που όμως δεν ζητά η αιτήτρια στην παρούσα. Το δε άρθρο 4 του Κεφ.6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα δηλ. το αντικείμενο της αίτησης είναι και το αντικείμενο της ανταπαίτησης (στην παρούσα) και συγκεκριμένα όταν ο αιτητής διεκδικεί την εν λόγω περιουσία και εγείρει δικαιώματα σε αυτή, κάτι που όμως ως φαίνεται από το αιτητικό της ανταπαίτησης επίσης δεν ισχύει στην παρούσα. Ακόμη όμως και αν ίσχυε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 η διάταξη αυτή, όπως επεξηγήθηκε στην Γρηγόρης ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αποτελεί ειδική ρύθμιση, η οποία δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγείτο από τις πρόνοιες του άρθρου 32. Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω λοιπόν στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση κρίνω ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά τη διεκδίκηση από την εναγόμενη θεραπειών για ισχυριζόμενη παράβαση από τους ενάγοντες μεταξύ τους πρόσθετης, της έγγραφης για άδεια χρήσης του υποστατικού, προφορικής συμφωνίας ότι θα κατείχε το επίδικο υποστατικό εντός του οποίου λειτουργούσε επιχείρηση καφετέριας-περιπτέρου για όσο χρόνο η ίδια επιθυμούσε και/ή ότι το συμφωνητικό έγγραφο θα ανανεωνόταν για όσο χρόνο η εναγόμενη επιθυμούσε και τις σχετικές ενέργειες των εναγόντων περιλαμβανομένου του ισχυρισμού για παράνομη εκ μέρους τους ανάκτηση της κατοχής του εν λόγω υποστατικού. Στα πλαίσια αυτά η εναγόμενη ζητά μεταξύ άλλων: (Α) παραδειγµατικές και/ή τιµωρητικές αποζηµιώσεις για τις παράνοµες πράξεις και/ή ενέργειες των εναγόντων µε τις οποίες τερµάτισαν την λειτουργία της επιχείρησης της και ανάκτησαν την κατοχή του επίδικου υποστατικού, (Β) γενικές αποζηµιώσεις για αθέτηση των συµφωνηθέντων και/ή για τις παράνοµες πράξεις από τους ενάγοντες και/ή για την καταστροφή της επιχείρησης της εναγοµένης (Γ) απώλεια εισοδήµατος και/ή κερδών της €2,500 τον µήνα από 1.4.2011 και (Δ) ειδικές αποζηµιώσεις ύψους €25,547.51 για απώλεια εισοδήματος από 1.1.11 μέχρι 31.3.11 καθώς και για την αξία εξοπλισμού και άλλες ζημιές που υπέστη. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο αιτητής έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Το κατά πόσο στην παρούσα υπήρξε πρόσθετη προφορική συμφωνία και παράβαση αυτής με ενέργειες των εναγόντων, περιλαμβανομένης παράνομης ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού ασφαλώς θα απασχολήσει το Δικαστήριο και θα αποφασισθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της ανταπαίτησης και όχι σε αυτό το στάδιο. Σε σχέση με το θέμα αυτό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση και κρίση επί των εκατέρωθεν συγκρουόμενων ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα, κρίνω ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου η εναγόμενη-αιτήτρια έχει καταδείξει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην ανταπαίτηση της όσον αφορά τις αξιώσεις της. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο αιτητής πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του καθ' ου η αίτηση. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο καθ' ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Η εναγόμενη - αιτήτρια στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, ζητά βασικά μόνο αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστη και υφίσταται από τις ενέργειες των εναγόντων. Οι αποζημιώσεις που ζητά η εναγόμενη στα υπό (Γ) και (Δ) ανωτέρω είναι καθορισμένες ήδη σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ενώ και αυτές υπό (Α) και (Β) δεν φαίνεται να παρουσιάζουν εκ της φύσης της διαφοράς οποιοδήποτε πρόβλημα στον υπολογισμό τους. Συνεπώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περίπτωση που η εναγόμενη - αιτήτρια πετύχει στην αξίωση της αυτή θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου μπορεί να λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις συνιστούν στην παρούσα επαρκή θεραπεία. Περαιτέρω η εναγόμενη - αιτήτρια δεν έχει αμφισβητήσει ότι οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Συνεπώς έχει καταδειχθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την εναγόμενη - αιτήτρια αναφορικά με τις αποζημιώσεις που τυχόν θα επιτύχει να της επιδικασθούν στα πλαίσια της ανταπαίτησης της. Ως εκ των άνω καταλήγω ότι το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της εναγόμενης - αιτήτριας κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κρίνω λοιπόν ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo ante είναι η θέση της εναγόμενης - αιτήτριας ότι τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν για να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων, η οποία υπήρχε όταν προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά. Σε σχέση με τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι οι ιδιοκτήτες του εν λόγω υποστατικού ανέκτησαν την κατοχή αυτού μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε υπέρ τους και στη συνέχεια παρέδωσαν την κατοχή σε τρίτο πρόσωπο υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε η προσφορά για άδεια χρήσης του. Τίθεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα ποια η χρησιμότητα εκείνων από τα αιτούμενα διαταγμάτα που αφορούν απαγόρευση στους ενάγοντες και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών την οποιαδήποτε επέμβαση, είσοδο, κατοχή, λειτουργία, διαχείριση της καφετέριας και/ή να παρεμβαίνουν και/ή να παρενοχλούν με οποιονδήποτε τρόπο την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης από την εναγόμενη - αιτήτρια από τη στιγμή που η εναγόμενη δεν έχει αλλά ούτε και ζητά την παράδοση της κατοχής του υποστατικού. Και αυτό ανεξαρτήτως του ότι προφανώς ούτε και οι εναγόμενοι έχουν την κατοχή στον παρόντα χρόνο. Αυτό που λοιπόν ουσιαστικά επιδιώκεται με την έκδοση όλων των αιτούμενων διαταγμάτων είναι προφανώς η επιστροφή της κατοχής του υποστατικού στην εναγόμενη ώστε να συνεχίσει τη λειτουργία του περιπτέρου-καφετέριας. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από τα όσα σχετικά αναφέρει και ο συνήγορος της εναγόμενης στην αγόρευση του όπου συγκεκριμένα λέει ότι η εναγόμενη ζητά την απρόσκοπτη κατοχή και χρήση του επίδικου υποστατικού μέχρι την εκδίκαση της αγωγής οπόταν το Δικαστήριο θα αποφασίσει εάν θα πρέπει η εναγόμενη να παραδώσει ή όχι την κατοχή του υποστατικού. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι με την ανταπαίτηση της η εναγόμενη δεν ζητά και συνεπώς δεν θα κριθεί θέμα ανάκτησης της κατοχής του επίδικου υποστατικού αλλά, ως έχει προαναφερθεί, ζητά μόνο αποζημιώσεις λόγω παράβασης από τους ενάγοντες της πρόσθετης προφορικής συμφωνίας που αυτή ισχυρίζεται ότι υπήρξε. Ως έχει δε αναφερθεί ανωτέρω σε περίπτωση που η αιτήτρια πετύχει στην αξίωση της αυτή θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων, οι οποίες και αποτελούν επαρκή θεραπεία. Συνεπώς ενόψει του ότι αυτό που επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι η διατήρηση του status quo ante ώστε να μην υποστεί η εναγόμενη ανεπανόρθωτη ζημιά αλλά ουσιαστικά να πάρει ξανά την κατοχή του επίδικου υποστατικού και να συνεχίσει τη λειτουργία του ως περιπτέρου-καφετέριας κρίνω ότι δεν είναι ούτε δίκαιο αλλά ούτε και εύλογο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω στην εξέταση και των υπολοίπων λόγων ένστασης. Όσον αφορά το λόγο ένστασης των καθ' ων η αίτηση ότι ελλείπει το στοιχείο του επείγοντος θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό το στοιχείο εξετάζεται και θα πρέπει να συντρέχει μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν προσωρινό διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση εφόσον σε εκείνες και μόνο τις περιπτώσεις το στοιχείο αυτό αποτελεί το δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας στην απουσία του καθ' ου η αίτηση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Στην παρούσα όμως δεν τίθεται θέμα συνδρομής τέτοιου στοιχείου εφόσον δεν εκδόθηκε διάταγμα στην απουσία των καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην αγγλική υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας πρέπει να ασκείται φειδωλά και κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Η δε κατάχρηση μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές (βλ. Λούκος ν. Εθνική
(2001)1 Α.Α.Δ. 798) και λαμβάνεται επίσης υπόψην η αναγκαιότητα προστασίας της άλλης πλευράς η οποία θα κληθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε μια δεύτερη διαδικασία παρόμοιας φύσεως (βλ. Λούκος ν. Ρέινμποου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1014). Στην Constantinides v. Vima
(1983)1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Λέχθηκε επίσης ότι η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Εξετάζοντας τώρα το θέμα στα πλαίσια της παρούσας θα πρέπει να λεχθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση στηρίζουν τη θέση τους στο ότι η εναγόμενη με αίτηση της ημερομηνίας 3.3.11, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ζήτησε την ίδια θεραπεία. Πέραν όμως της πιο πάνω γενικής τοποθέτησης ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του δεν ανέφερε σε τι ακριβώς συνίσταται η κατάχρηση και πως επηρέασε τους ενάγοντες αλλά και την όλη δικαστική διαδικασία. Από τα όσα δε έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι πράγματι η εναγόμενη με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 3.3.11 ζητούσε την ίδια θεραπεία με την παρούσα. Η αίτηση εκείνη απορρίφθηκε από το Δικαστήριο καθότι, ως φαίνεται από τη σχετική απόφαση ημερ. 17.3.11, ουσιαστικά κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος εφόσον δεν υπήρχε καταχωρημένο δικόγραφο - έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση - εκ μέρους της εναγόμενης με το οποίο να καθορίζει τις αξιώσεις της και να ζητά θεραπείες εναντίον των εναγόντων. Μετά δε την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτηση από την εναγόμενη στις 15.4.11 στις 28.4.11 καταχωρήθηκε η παρούσα στην οποία πλέον οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση ακούσθηκαν από το Δικαστήριο. Οι πιο πάνω λοιπόν ενέργειες της εναγόμενης, με δεδομένο και το λόγο απόρριψης της αίτησης ημερ. 3.3.11, κρίνω ότι δεν καταδεικνύουν την εκ μέρους της κατάχρηση διαδικασίας και δη χρήση της για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους την προορίζει ο νόμος αλλά ούτε και οποιονδήποτε επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η εισήγηση για κατάχρηση της διαδικασίας δεν ευσταθεί. Καταληκτικά εν όψει όλων των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.