Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κυριακή Γιαπανή κ.α., Συν Αγωγές 578/2007 και 579/2007, 11 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Συν Αγωγές 578/2007 και 579/2007 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ από την Λευκωσία Εναγόντων Και Κυριακή Γιαπανή από την Πάφο Μηλίτσα Σωτηρίου από την Πάφο Χρυστάλλα Αλέξη από την Πάφο Εναγομένων -------------------------- Αρ. Αγωγής 579/2007 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ από την Λευκωσία Εναγόντων Και 1.Κυριακή Γιαπανή από την Πάφο 2.Μηλίτσα Σωτηρίου από την Πάφο 3.Χρυστάλλα Αλέξη από την Πάφο Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16.4.2008 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Puplic Co Ltd από την Λευκωσία Εναγόντων και 1.Κυριακή Γιαπανή από την Πάφο 2.Μηλίτσα Σωτηρίου από την Πάφο 3.Χρυστάλλα Αλέξη από την Πάφο Εναγομένων -------------------------- Αρ. Αγωγής 579/2007 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Puplic Co Ltd από την Λευκωσία Εναγόντων Και 1.Κυριακή Γιαπανή από την Πάφο 2.Μηλίτσα Σωτηρίου από την Πάφο 3.Χρυστάλλα Αλέξη από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Χ. Καλογήρου (για να ακούσει απόφαση κ. Λ. Νεοφύτου) Για τις εναγόμενες 1 και 3: κ. Ν. Νικολάου για κ. Λ. Γεωργίου Για την εναγόμενη 2: κ. Ν. Νικολάου για κ. Χ. Ζόππο Α Π Ο Φ Α Σ H Είναι παραδεκτό ότι στις 21.11.2005 και στις 5.12.2005 υπογράφηκαν, οι επίδικες συμβάσεις (Τεκμήρια 2 και 6), μεταξύ των εναγόντων, της εναγόμενης 1 και των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών της εναγόμενης
- Με βάση την ενώπιον του δικαστηρίου κατατεθείσα μαρτυρία αλλά και με βάση τα γεγονότα, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί αφού δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, η πρώτη περίπτωση δηλαδή η συμφωνία ημερ. 21.11.2005, αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.6.057,99.- ποσό στο οποίο συμπεριλήφθηκαν και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και το οποίο η εναγόμενη 1 ανέλαβε να πληρώσει με 48 ίσες διαδοχικές δόσεις εκ ποσού Λ.Κ.126.21 έκαστη αρχίζοντας από τις 10.1.
- Η εναγόμενη 1 πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 605.00.- δηλαδή τις δόσεις ημερ. 10.1.2006 μέχρι 10.4.2006 και μέρος της δόσης ημερ. 10.5.2006 ενώ δεν κατάβαλε το μέρος της τελευταίας πιο πάνω δόσης (εκ Λ.Κ.26.05.-) καθώς και τις δόσεις από 10.6.2006 μέχρι 10.1.2007 που ανέρχοντο στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.1,035,73-. Η δεύτερη περίπτωση, δηλαδή η συμφωνία ημερ. 5.12.2005, αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.5.512,40.- ποσό στο οποίο συμπεριλήφθηκαν και τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και το οποίο η εναγόμενη 1 ανέλαβε να πληρώσει με 60 ίσες διαδοχικές δόσεις, εκ ποσού Λ.Κ. 91.88 έκαστη αρχίζοντας από τις 25.1.
- Η εναγόμενη 1 πλήρωσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.458.00.- δηλαδή τις δόσεις ημερ. 25.1.2006 μέχρι 25.4.2006 και μέρος της δόσης ημερ. 25.5.2006 ενώ δεν κατάβαλε το μέρος της τελευταίας πιο πάνω δόσης (εκ Λ.Κ.1,80.-) καθώς και τις δόσεις από 25.6.2006 μέχρι 25.1.2007 που ανέρχοντο στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.736.84.- Είναι επίσης κοινά παραδεκτό ότι η εναγόμενη 1 στις 21.11.2005, αφού εξόφλησε δύο συμβόλαια ενοικιαγοράς που είχε ήδη με τους ενάγοντες, έλαβε από αυτούς επιταγή (Τεκμήριο 11) για το ποσό των Λ.Κ.2000.- αναφορικά με την πρώτη συμφωνία και την επιταγή (Τεκμήριο 12) στις 5.12.2005 σε σχέση με την δεύτερη συμφωνία. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων η εναγόμενη 1 που ήταν η ιδιοκτήτρια των επίπλων που περιγράφονται στα τιμολόγια (Τεκμήρια 3 και 7) πώλησε αντίστοιχα τα έπιπλα που περιγράφονται στα εν λόγω τιμολόγια στους ενάγοντες έναντι του ποσού των Λ.Κ.4650.- και Λ.Κ.4000.- και τα οποία στην συνέχεια οι ενάγοντες αφού κατέστησαν οι ιδιοκτήτες τoυς, τα ενοικίασαν (Τεκμήρια 2 και 6) με δικαίωμα αγοράς από την εναγόμενη 1, όταν αυτή θα εξοφλούσε τις συμφωνηθείσες δόσεις της κάθε συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ισχυρίζονται επίσης οι ενάγοντες πως λόγω της παράβασης που υπήρξε και στις δύο συμφωνίες, που συνίστατο στην μη καταβολή των συμφωνημένων δόσεων από την εναγόμενη 1, με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 7.2.2007 (Τεκμήρια 4 και 8) προς την εναγόμενη 1 τις οποίες κοινοποίησαν και στις αναγόμενες 2 και 3 τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες. Οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτηση τους, στην αγωγή 578/2007 ζητούν διάταγμα παράδοσης των αντικειμένων (επίπλων) ενοικιαγοράς, διάταγμα πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό, ποσό Λ.Κ.736.84 ως καθυστερημένα ενοίκια και ποσό Λ.Κ.4.317.56 ως οφειλόμενο υπόλοιπο της πιο πάνω συμφωνίας πλέον τόκους και έξοδα. Επίσης με την έκθεση απαίτηση τους στην αγωγή 579/2007 ζητούν διάταγμα παράδοσης των αντικειμένων (επίπλων) ενοικιαγοράς, διάταγμα πώλησης τους με δημόσιο πλειστηριασμό, ποσό Λ.Κ.1.035.73.- ως καθυστερημένα ενοίκια και ποσό Λ.Κ.4.417.26 ως οφειλόμενο υπόλοιπο της πιο πάνω συμφωνίας πλέον τόκους και έξοδα. Το ζήτημα που εγείρεται και στις δύο περιπτώσεις με τις υπερασπίσεις των εναγομένων είναι κατά πόσο οι πιο πάνω συμφωνίες ήταν εικονικές αφού στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν καν τα έπιπλα που περιγράφονται ως το αντικείμενο και ήταν και στις δύο περιπτώσεις συγκαλυμμένη συμφωνία δανείου για αυτό και οι εναγόμενες ανταπαιτούν δήλωση του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ή να κυρήσσει άκυρες ή ακυρώσιμες τις επίδικες συμφωνίες. Ισχυρίζονται επίσης ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις, διαζευκτικά μη τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και μη δυνατότητα των εναγόντων να αντλούν δικαιώματα από τερματισθείσες συμφωνίες Εισηγείται επίσης ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 3 στην αγόρευση του, την οποία υιοθέτησε και ο συνήγορος της εναγόμενης 2, με αναφορά στο άρθρο 25 του Περί Καταναλωτικής Πίστης Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών Νόμου Ν. 39
(1)/2001 και στο άρθρο 6 των δύο συμφωνιών (Τεκμήρια 2 και 6), ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός των συμφωνιών καθότι, των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 7.2.2007 (Τεκμήρια 4 και 8), δεν προηγήθηκε αποστολή της ειδοποίησης που προβλέπει το πιο πάνω άρθρο του Νόμου 39
(1)/
- Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Θωμάς Νικολάου (Μ.Ε.1), υπάλληλος στο Τμήμα Αποδοχής Συμβολαίων στην Υπηρεσία Χρηματοδοτήσεων των εναγόντων στην Πάφο και ο Σάββας Δουκανάρης (Μ.Ε.2), Διευθυντής της Υπηρεσίας Χρηματοδοτήσεων των εναγόντων στην Πάφο. Για τις εναγόμενες, κατέθεσαν οι εναγόμενη 1 (Μ.Υ.1), η εναγόμενη 3 (Μ.Υ.2) και ο Μάριος Μεταξάς (Μ.Υ.3), Γραμματέας στο Κοινοτικό Συμβούλιο Έμπας. Συνολικά κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκαν από την πλευρά των εναγόντων τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια:
- Γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1).
- Συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 21.11.2005 (Τεκμήριο 2).
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 21.11.2005 (Τεκμήριο 3).
- Επιστολή ημερομηνίας 7.2.2007 (Τεκμήριο 4).
- Έντυπα αποστολής ταχυδρομείου (Τεκμήρια 4 Α, 4 Β και 4 Γ).
- Πιστοποιητικό μαζί με κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5).
- Συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 5.12.2005 (Τεκμήριο 6).
- Τιμολόγιο ημερομηνίας 5.12.2005 (Τεκμήριο 7).
- Επιστολή ημερομηνίας 7.2.2007 (Τεκμήριο 8).
- Έντυπα αποστολής ταχυδρομείου (Τεκμήρια 8 Α, 8 Β και 8 Γ).
- Πιστοποιητικό μαζί με κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9).
- Διάταγμα στην αίτηση 627/2007 ημερομηνίας 25.1.2008 (Τεκμήριο 10)
- Αντίγραφο επιταγής με αρ. 8082968 ημερομηνίας 21.11.2205 (Τεκμήριο 11)
- Αντίγραφο επιταγής με αρ. 8084278 ημερομηνίας 5.12.2205 (Τεκμήριο 12). Ο Μ.Ε.1 περίγραψε στο δικαστήριο στις συνθήκες και τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπογραφή των δύο συμβολαίων, τα οποία κατάθεσε ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 2 και 6), εξήγησε τι αυτά περιλαμβάνουν και την πορεία που η κάθε περίπτωση ακολούθησε συνεπεία της μη καταβολής δόσεων, αναφέρθηκε επίσης, στις πληρωμές που έγιναν αναφορικά με τις δύο συμφωνίες, στις καθυστερήσεις και στο σημερινό οφειλόμενο ποσό, παρουσίασε επίσης τις επιστολές τερματισμού των συμβολαίων (Τεκμήρια 4 και 8) και καταστάσεις των λογαριασμών με σχετικές βεβαιώσεις (Τεκμήρια 5 και 9). Ως προς τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών, ανάφερε ότι οι εναγόμενες στις 21.11.2005 τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του, αφού προηγουμένως συναντήθηκαν με τον Μ.Ε.2 ο οποίος τις παρέπεμψε κοντά του. Στις εναγόμενες εξήγησε την φύση και τον τρόπο λειτουργίας της συμφωνίας και η εναγόμενη 1 του ανέφερε ότι ήθελε όπως χρηματοδοτήσουν τα έπιπλα του σπιτιού της, τα οποία σύμφωνα με τον μάρτυρα του περίγραψε. Στην συνέχεια η εναγόμενη 1, του υπέγραψε το τιμολόγιο ημερ. 21.11.2005 (Τεκμήριο 3) με το οποίο πώλησε τα έπιπλα που περιγράφονται στο εν λόγω τιμολόγιο στους ενάγοντες έναντι του ποσού των Λ.Κ.4650.-. Τα έπιπλα δεν τα είδε, ούτε ρώτησε οτιδήποτε σχετικό με αυτά, γνώριζε όμως, όπως του αναφέρθηκε, ότι αυτά ήταν μεταχειρισμένα και καθόρισε την αξία τους, όπως η εμπειρία του του επέτρεπε, στο πιο πάνω ποσό. H εναγόμενη 1 αλλά και οι εναγόμενες 2 και 3 ως εγγυήτριες της εναγόμενης 1, σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, υπέγραψαν την συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2) στην παρουσία του και ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 ως μάρτυρας. Αναφέρθηκε επίσης στη διαδικασία σύναψης της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 5.12.2005 (Τεκμήριο 6), που και σε αυτή την περίπτωση η εναγόμενη 1 πώλησε αρχικά με τιμολόγιο ημερ. 5.12.20075 (Τεκμήριο 7) τα έπιπλα που όπως ανάφερε στον Μ.Ε.1, είχε σε δεύτερη οικία σπίτι της κάτι για το οποίο τον διαβεβαίωσε και ο Μ.Ε.2, και τα οποία έπιπλα στη συνέχεια ενοικίασε στους ενάγοντες με συμφωνία την ενοικιαγοράς ημερ. 5.12.2005 με την εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 και στην δεύτερη αυτή περίπτωση ο ίδιος ετοίμασε τα έγγραφα τα οποία οι εναγόμενες υπέγραψαν στην παρουσία του. Όπως ο Μ.Ε2 ανάφερε, την εναγόμενη 1 την γνωρίζει από το 1984 την οποία χρηματοδότησε 18 φορές προηγουμένως, συμφωνίες τις οποίες εξόφλησε. Σχετικά με την συμφωνία ημερομηνίας 21.11.2005 ανάφερε ότι η εναγόμενη 1 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μαζί με 2 κοπέλες και του ανέφερε ότι είχε άμεση ανάγκη από χρήματα αναφορικά με κάποιες υποχρεώσεις του γιου της οι οποίες θα έπρεπε να εξοφληθούν. Την ρώτησε αν είχε αυτοκίνητο για να το χρηματοδοτήσουν και του είπε όμως ότι το χρωστούσε αλλά μπορούν να χρηματοδοτήσουν τα έπιπλα του σπιτιού της και στη συνέχεια την έστειλε μαζί με τις 2 κοπέλες στον Μ.Ε.1 για την διεκπεραίωση των συμβολαίων, ο ίδιος είπε, έδωσε έγκριση και ο Θωμάς θα προχωρούσε. Στην εναγόμενη 1 όπως ανέφερε δόθηκε επιταγή Λ.Κ.2000.- καθότι εξόφλησε δύο άλλες χρηματοδοτήσεις που είχε στους ενάγοντες, όπως η ίδια το είχε ζητήσε για να μην έχει να πληρώνει τρεις δόσεις. Μετά από 15 - 20 ημέρες η εναγόμενη 1, τον ξανά επισκέφθηκε στο γραφείου του μαζί με τις ίδιες κοπέλες, αναστατωμένη, και του ανάφερε ότι τα χρήματα που είχε δανειστεί την προηγούμενη φορά δεν ήταν αρκετά για να ξεκαθαρίσει τις υποθέσεις που είχε ο γιος της και γι΄ αυτό χρειαζόταν άμεσα ακόμα Λ.Κ.4000.-, σε ερώτηση του Μ.Ε.2 τι θα χρηματοδοτούσαν αυτή την φορά η εναγόμενη 1 του ανέφερε έπιπλα του δεύτερου σπιτιού που είχε. Γνώριζε ανάφερε, ότι η εναγόμενη 1 είχε 2 σπίτια καθότι ο ίδιος μεσολάβησε στην αγορά του οικοπέδου εντός που οποίου η εναγόμενη 1 τα είχε ανεγείρει. Η εναγόμενη 1 Κυριακή Γιαπάνη, (Μ.Υ1), ανάφερε ότι από το έτος 1997 που χώρισε, είχε συνεργασία με τους ενάγοντες έξι φορές, ενώ προηγουμένως πριν χωρίσει και επειδή ο σύζυγος της ήταν πτωχεύσας υπόγραφε τις συμφωνίες για τον σύζυγο της ο οποίος έπαιρνε και τις αποφάσεις για την υπογραφή τους. Αναφέρθηκε στην περιουσία που αγόρασε στην Χλώρακα στην οικοδομή που ανάγειρε σε αυτήν και ότι το 1997 την μεταβίβασε στα παιδιά της εξηγώντας και τους λόγους. Υποστήριξε ότι αποτάθηκε στους ενάγοντες, τους οποίους γνώριζε ως Λαϊκή Τράπεζα, γιατί είχε ανάγκη από χρήματα και συγκεκριμένα χρειαζόταν Λ.Κ.2000.- την πρώτη φορά για να αποπερατώσει κάποιες οικοδομικές εργασίες στην πιο πάνω οικοδομή, που όπως της είχαν επισημάνει οι Αρχιτέκτονες και ο Πολιτικός Μηχανικός της ήταν αναγκαίες να γίνουν για να μην καταστραφεί η οικοδομή. Στις 21.11.2005 επισκέφθηκε συγκεκριμένα τον Μ.Ε2 στον οποίο αφού εξήγησε τους λόγους που χρειαζόταν χρήματα του ζήτησε ένα μικρό δάνειο Λ.Κ.2000.- Ο Μ.Ε.2 αφού κοίταξε στον υπολογιστή του είδε ότι είχε ένα μικρό υπόλοιπο και της είπε να το βάλουν μαζί με το δάνειο που θα έκανε. Όταν την ρώτησε και του είπε ότι δεν έχει τίποτα στο όνομα της, της είπε να βάλουν ενοικιαγορά απλώς τυπικά. Στην συνέχεια ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 2 από τον Μ.Ε.1 το οποίο και υπέγραψε ενώ οι εναγόμενες 2 και 3 δεν ήταν μαζί της αλλά πήγαν το απόγευμα. Ανέφερε επίσης ότι στην οδό Γιάννη Ρίτσου 11 που αναφέρεται στην συμφωνία ημερομηνίας 21.11.2005 η ίδια δεν διαθέτει κατοικία αλλά είναι κάποιου Αλέξανδρου που διαμένει μαζί του στην οποία πήγαν το 2003 και έμειναν για τρία χρόνια και στη συνέχεια μετακόμισαν σε οικία στην οδό Γιάννη Ρίτσου 13 η οποία πάλι δεν ήταν δική της αλλά του Αλέξανδρου στην οποία και πάλι δεν είχε οτιδήποτε δικό της. Περίγραψε τα έπιπλα που υπήρχαν στην οικία στην Γιάννη Ρίτσου 11 τα οποία είπε αγόρασε ο Αλέξανδρος, ενώ η ίδια είχε μόνο ένα καναπέ που της τον δάνεισε η κόρης της. Αναφορικά με την συμφωνία ημερομηνίας 5.12.2006, ανάφερε πως τα χρήματα δεν ήταν αρκετά και αναγκάστηκε να αποταθεί εκ νέου στους ενάγοντες για να λάβει ποσό Λ.Κ. 4000.- για τον ίδιο σκοπό και ο Μ.Ε.2 , ο οποίος της είπε να βάλουν ενοικιαγορά όπως την πρώτη φορά αλλά αυτή διαμαρτυρήθηκε για τους τόκους. Και στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τον Μ.Ε1 ο οποίος της εξήγησε μόνο για την δόση. Τα έπιπλα που αναφέρονται στα Τεκμήριο 3 και 7, υποστήριξε ότι δεν τα ανάφερε ούτε στον Μ.Ε1 ούτε στον Μ.Ε.2 και δεν ρωτήθηκε οτιδήποτε για αυτά. Στην δεύτερη περίπτωση ήταν μαζί της η εναγόμενη 3 ενώ την εναγόμενη 2 την περίμεναν και ήρθε αργότερα. Η Χρυστάλα Αλέξη (Μ.Υ.2), εναγόμενη 3, που είναι κόρη της εναγόμενης 1, ανάφερε ότι πήγε μαζί με την μητέρα της στον κ. Σάββα (Μ.Ε.2) και ζήτησε δάνειο Λ.Κ.
- Όταν ο Μ.Ε.2 την ρώτησε αν είχε να βάλει έπιπλα, η μητέρα της του απάντησε «όχι», τότε κ. Σάββας της είπε πρέπει να κάμει ένα εικονικό έγγραφο και μητέρα της του είπε «μα αφού δεν υπάρχουν έπιπλα» αλλά αυτός της απάντησε ότι είναι εικονικό για να της δώσει τα λεφτά και τότε η μητέρα της συμφώνησε. Στη συνέχεια ο κ. Σάββας μίλησε με κάποιο άλλο υπάλληλο και του ζήτησε να ετοιμάσει τα έγγραφα. Όταν πήγαν στον υπάλληλο συζήτησαν μόνο για το ύψος της δόσης και υπέγραψαν ενώ περίμεναν και την εναγόμενη 2 να πάει για να υπογράψει. Ανέφερε επίσης, ότι από το 1997 που χώρισε η μητέρα της διέμεναν στο ισόγειο στη Χλώρακα ενώ μετά που η μητέρα της γνώρισε τον Αλέξανδρο έμεναν μαζί του στο Coral Bay και το 2003 μετακόμισαν στην Έμπα στην οδό Γιάννη Ρίτσου 9 μέχρι το 2005 και το 2006 πήγαν στην Γιάννη Ρίτσου 13 μέχρι το
- Όταν έφυγαν από το σπίτι στη Χλώρακα τα έπιπλα τα άφησαν στο υπόγειο γιατί ήταν παλαιά ενώ του Αλέξανδρου το σπίτι ήταν επιπλωμένο. Τα έπιπλα που άφησαν στο υπόγειο όπως ανέφερε, χάλασαν το 2005 και τα πέταξαν. Στην Γιάννη Ρίτσου 9 επίσης ανέφερε ότι η μητέρα της δεν είχε τίποτα δικό της, ήταν όμως επιπλωμένο αλλά τα έπιπλα άνηκαν στον Αλέξανδρο, το ίδιο ανάφερε και για το σπίτι στην Γιάννη Ρίτσου
- Ενώ το σπίτι στο Coral Bay το ενοικίαζαν ήταν επιπλωμένο και τα έπιπλα ανήκαν στον ιδιοκτήτη του. Ο λόγος που ζήτησε τα χρήματα η μητέρα της ήταν γιατί είχε πρόβλημα το σπίτι, τα σίδερα του πρώτου ορόφου και ήθελαν φτιάξιμο. Αναφορικά με τις επιστολές Τεκμήρια 4 και 8 ανέφερε ότι δεν τις παρέλαβε ενώ γνώση για την παρούσα αγωγή έλαβε όταν της επιδόθηκε η αγωγή. Αναφορικά με την οδό Γιάννη Ρίτσου 9 και 11 ερωτηθείσα σχετικά ανάφερε ότι πρόκειται για διαφορετικά σπίτια και ότι η Γιάννη Ρίτσου 9 αλλάχτηκε και έγινε Γιάννη Ρίτσου 11 και η Γιάννη Ρίτσου 11 έγινε
- Ο συνήγορος των εναγόντων και ο συνήγορος εναγομένων 1 και 3 παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, ενώ ο συνήγορος της εναγόμενης 2 αφού υιοθέτησε αρχικά την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 3 αγόρευσε προφορικά. Τα όσα αναφέρουν στις αγορεύσεις του έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω, αναφορά στις ιδιαίτερες θέσεις τους γίνεται στην συνέχεια και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. Σύμφωνα με την Νομολογία, ο ισχυρισμός περί εικονικότητας που εγείρεται θέτει και το ανάλογο βάρος απόδειξης του στον εναγόμενο (βλ. Barclays Bank Plc κ.α ν. J.G.L. (Constr.) Ktd κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 1726. Στην T.J.S Enterprises Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 11538, ημερ. 20.1.2005 λέχθηκαν τα ακόλουθα «Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να ευσταθήσει η εισήγηση ότι ήταν υποχρέωση της Τράπεζας να καλέσουν ως μάρτυρες τους προμηθευτές των αντικειμένων των ενοικιαγορών και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εικονικότητας. Ο ισχυρισμός αυτός εγειρόμενος από τους Εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν. Η Τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση των ενοικιαγορών σύμφωνα με το Νόμο και αυτό έκανε.» Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία σε τέτοιου είδους υποθέσεις (βλ. Barclays Bank Plc κ.α ν. J.G.L. (Construction) Ltd κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 1726, Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.ά ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ, Πολιτική Έφεση 12211 ημερ. 8.9.2006, T.J.S Enterprices Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 108),
(1)Ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της σύμβασης ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο
(2)Για τον πιο πάνω σκοπό ο χρηματοδοτικός οργανισμός οφείλει να αποδείξει την γραπτή σύμβαση ενοικιαγοράς και τις περιστάσεις υπογραφής της σύμβασης η οποία αναφέρεται σε αντικείμενα υπαρκτά και τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παρέλαβε και βρίσκονται σε καλή κατάσταση.
(3)Ο χρηματοδοτικός οργανισμός δεν έχει υποχρέωση να καλέσει μάρτυρες όπως τον προμηθευτή, για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα είναι υπαρκτά.
(4)Ο εναγόμενος, μισθωτής, ο οποίος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση ενοικιαγοράς είναι εικονική φέρει και το βάρος να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό. Σύμφωνα επίσης με την νομολογία, έστω και αν ο στόχος ήταν ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια τα αντικείμενα της πώλησης, εφ΄όσον η πώληση είναι γνήσια και ισχυρή και η σύμβαση ενοικιαγοράς ακολουθεί την πώληση. Κατά πόσο μια πώληση είναι πραγματική και υπάρχει μια καλόπιστη και αληθινή ενοικίαση είναι ζήτημα πραγματικού γεγονότος και η αναγνώριση και εξακρίβωση μιας γνήσιας συναλλαγής από μια εικονική πρόκειται για ένα έργο λεπτό στο οποίο θα πρέπει να λαμβάνονται από το Δικαστήριο μεταξύ άλλων υπόψη και τα πιο κάτω στοιχεία τα οποία συνήθως δημιουργούν στο Δικαστήριο υποψία ως προς την γνησιότητα μιας τέτοιας σύμβασης:
(1)Ότι ο αγοραστής είναι δανειστής χρημάτων.
(2)Η σημαντική διαφορά μεταξύ της αληθινής αξίας των αντικειμένων και του ποσού που παραχωρείται για αυτά.
(3)Η ύπαρξη ασυνήθιστων όρων σε βάρος του ενοικιαγοραστή και
(4)Η ακρίβεια της συναλλαγής όπως αναφύεται από τα έγγραφα. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 1432 στις σελίδες 1436 και 1437 της απόφασης, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το συνήθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημα του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να άνηκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Όπως στην περίπτωση της Yorkshire Railway Wagon Company v. Macluce
(1882)21 Ch.D.209: Εταιρεία πώλησε περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη, είσπραξε το τίμημα για να καλύψει τις ανάγκες της και συνήψε μαζί της σύμβαση ενοικιαγοράς με την οποία με την οποία ενοικίασε τα ίδια περιουσιακά στοιχεία, προς επαναγορά τους στο τέλος. Αποφασίστηκε πως η αρχική πώληση που οδήγησε στη μεταβίβαση κυριότητας ήταν πραγματική και πως, συνεπώς, η σύμβαση ενοικιαγοράς που συνάφθηκε στη συνέχεια ήταν γνήσια. Όπως δε εξηγήθηκε στην Eastern Distributors v. Goldring
(1957)2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις, Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς». Ουσιώδης στοιχεία της ενοικιαγοράς, είναι η ιδιοκτησία του αντικειμένου της από τον χρηματοδότη (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α
(2002)1 ΑΑΔ 2067). Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες των εναγόντων, τις εναγόμενες 1 και 3 και τον Μ.Υ.3 που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Ο Μ.Ε.1 και ο Μ.Ε.2, βρίσκω ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Της προσοχής μου βέβαια δεν διαφεύγει ότι και οι δύο ήταν υπάλληλοι των εναγόντων και άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα με την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών και συνεπώς είχαν κάθε συμφέρον να υποστηρίζουν την πλευρά των εναγόντων. Παρά την πιο πάνω όμως διαπίστωση, οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν σε όλες τις ερωτήσεις με σαφήνεια χωρίς υπεκφυγές αναφέροντας μόνο όσα γνώριζαν ο καθένας είτε προσωπικά είτε λόγω της θέσης που κατείχαν στον συγκεκριμένο Οργανισμό αλλά και της ανάμιξης που ο καθένας τους είχε κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Αφήσαν και οι δύο θετικοί εντύπωση στο Δικαστήριο, η μαρτυρία τους συνάδει και ήταν αρμονική. Ο Μ.Ε. 2, παρά το ότι αρχικά ανάφερε ότι και οι τρεις εναγόμενες τον είχαν επισκεφθεί στο γραφείο όταν έγιναν οι συμφωνίες, στην συνέχεια φάνηκε να μην ήταν βέβαιος αν ήταν και οι τρεις που πήγαν στο γραφείο του και τις δύο φορές, αναφέροντας όμως πως είναι σίγουρος ότι τουλάχιστον την μια φορά ήταν και οι τρεις τους, ήταν σίγουρος όμως ότι η εναγόμενη 1 ήταν και στις δύο περιπτώσεις μαζί με την κόρη της (εναγόμενη 3). Δεν θεωρώ ότι, η πιο πάνω αντίφαση του μάρτυρα, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η υπεράσπιση, είναι ουσιαστικής σημασίας ή τέτοιας σημασίας ώστε να κλονίζει την μαρτυρία του Μ.Ε.
- Το γεγονός άλλωστε και οι τρεις εναγόμενες ήταν παρούσες στα γραφεία των εναγόντων την ημέρα που έγιναν οι συμφωνίες επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 αλλά και από την υπογραφή των ίδιων των συμφωνιών. Είναι εμφανές ότι ο Μ.Ε.2 γνώριζε πολύ καλά την εναγόμενη 1 λόγω των προηγούμενων συμφωνιών που είχε με τους ενάγοντες, όπως ο Μ.Ε.2 ανάφερε, η εναγόμενη 1 είχε κάνει προηγουμένως 18 συμφωνίες ενοικιαγοράς τις οποίες και εξόφλησε όλες, το γεγονός αυτό είναι αρκετό κατά την άποψη μου, ώστε να το επικαλείται ο Μ.Ε.1 αναφορικά με την αξιοπιστία της Μ.Ε.2 ως προς το θέμα της αποπληρωμής των συμφωνιών και το ότι δεν είδε και δεν έδωσε σημασία στον μισθό που δήλωσε η εναγόμενη
- Άλλωστε η εναγόμενη δεν επικαλέστηκε αδυναμία εξόφλησης σε καμία περίπτωση ενώ συμβάλλετο με τους ενάγοντες και δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις κάτι τέτοιο ενόψει του πιο πάνω γεγονότος που αφορά τις προηγούμενες συναλλαγές της με τους ενάγοντες. Ούτε αμφισβητήθηκε ο Μ.Ε.2 ότι η εναγόμενη, ζήτησε την εξόφληση 2 άλλων ενοικιαγορών δηλώνοντας του ότι επιθυμεί να γίνει αυτό για να μπορεί να πληρώνει μόνο μια δόση. Όπως η εναγόμενη 1 ανάφερε, σε σχέση με την πρώτη περίπτωση, δηλαδή την συμφωνία ημερ. 21.11.2005, «με ρώτησε για την δόση αν μπορώ να την πληρώνω και του είναι εντάξει» ενώ στην δεύτερη περίπτωση η ίδια είπε στον Μ.Ε.2 ότι την φτάνουν οι Λ.Κ.4000.- που ζήτησε «για να μπορώ να πληρώνω και τις δόσεις μου». Έγινε μια έντονη προσπάθεια από την υπεράσπιση, ώστε να διαφανεί ότι η Γιάννη Ρίτσου 9 και η Γιάννη Ρίτσου 11, που είναι η διεύθυνση που αναφέρεται στις επίδικες συμφωνίες πρόκειται για το ίδιο σπίτι και για αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει η θέση των Μ.Ε.1 και Μ.Κ.2 ότι η εναγόμενη 1 τους ανάφερε κατά την σύναψη των επίδικων συμφωνιών ότι είναι η ιδιοκτήτρια των επίπλων που βρίσκονται στην πρώτη περίπτωση στην Γιάννη Ρίτσου 11 και στην δεύτερη περίπτωση στην Γιάννη Ρίτσου
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Υ. 3, το έτος 2005, χωρίς όμως να αναφερθεί ποια όμως ήταν η ακριβής ημερομηνία της αλλαγής, η Γιάννη Ρίτσου 9 έγινε Γιάννη Ρίτσου 11 ενώ η Γιάννη Ρίτσου 11 έγινε Γιάννη Ρίτσου 13, από την πιο πάνω μαρτυρία δεν προκύπτει ότι όμως ότι η Γιάννη Ρίτσου 11 στις 21.11.2005 που έγινε η συμφωνία ήταν προηγουμένως η Γιάννη Ρίτσου 9, που αν αυτό ίσχυε, τότε γιατί στις 5.12.2009 στο Τεκμήριο 6 αναφέρθηκε ως Διεύθυνση Γιάννη Ρίτσου
- Αν δηλαδή κατά την σύναψη της πρώτης συμφωνίας η Γιάννη Ρίτσου 11 ήταν σύμφωνα με την προηγούμενη αρίθμηση η Γιάννη Ρίτσου 9, θα έπρεπε, αν οι ενάγοντες, όπως ισχυρίζεται η υπεράσπιση το γνώριζαν αυτό και ήταν δικό τους κατασκεύασμα να δήλωναν κάτι άλλο για να μην καταστεί τόσο φανερό. Γνώση άλλωστε για την αλλαγής της αρίθμησης στην διεύθυνση Γιάννη Ρίτσου δεν μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να είχαν οι ενάγοντες και όπως φάνηκε ήταν κάτι το οποίο η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε για να πείσει για την δική της εκδοχή. Αποδέχομαι με βάση την μαρτυρία των εναγόντων, αλλά και με βάση τα Τεκμήρια 2 και 6 ότι η εναγόμενη 1 ήταν αυτή που δήλωσε τις πιο πάνω διευθύνσεις στους ενάγοντες και δεν ήταν κάτι που οι ίδιοι έχουν σκαρφιστεί για να φανεί ότι υπήρχαν 2 σπίτια στην κατοχή της εναγόμενης
- Άλλωστε το ζήτημα της διεύθυνσης δεν θεωρώ ότι είναι τόσο σημαντικό, θα μπορούσαν για παράδειγμα τα έπιπλα ή οτιδήποτε συνιστά αντικείμενο συμφωνία ενοικιαγοράς μετά την σύναψη της συμφωνία να είχαν μεταφερθεί σε οποιοδήποτε άλλο μέρος το σίγουρο είναι ότι η εναγόμενη, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχω δεχτεί, δήλωσε στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε1, τα έπιπλα τόσο της πρώτης συμφωνίας της όσο και δεύτερης συμφωνίας και που αναφέρονται στα Τεκμήρια 3 και 7 ότι είναι δικής της ιδιοκτησίας. Στο μέρος δε των συμφωνιών που αναφέρεται η διεύθυνση, δεν έχει να κάνει με το μέρος που ήταν τα έπιπλα αλλά αφορά την διεύθυνση διαμονής που δήλωσε η εναγόμενη 1 ως τέτοια. Οι συνθήκες και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφτηκαν από τους ενάγοντες και τους τις εναγόμενες τα διάφορα έγγραφα όπως τα Τιμολόγια Τεκμήρια 3 και 7, από την εναγόμενη 1 και οι συμφωνίες ενοικιαγοράς Τεκμήρια 2 και 6 από όλες τις εναγόμενες, διαπιστώνεται ότι συνάδουν πλήρως με την εκδοχή των εναγόντων όπως την μετέφεραν στον Δικαστήριο οι Μ.Ε1 και Μ.Ε.2 . Η εναγόμενη 1 αποτάθηκε στους ενάγοντες για δανειοδότηση γνωρίζοντας πολύ καλά, ως είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα, ενόψει των προηγούμενων 18 συμφωνιών που έκανε με τους ενάγοντες, ότι επρόκειτο για Χρηματοδοτικό Οργανισμό, αναφέροντας στον Μ.Ε.2 αλλά και στον Μ.Ε1 ότι διέθετε προσωπικά τα έπιπλα του αναφέρονται στα Τεκμήρια 3 και
- Η δήλωση της αυτή ανταποκρίνεται πλήρως με την μετέπειτα υπογραφή εκ μέρους της των τιμολογίων που συνοδεύεται μάλιστα με δήλωση της ότι «πωλεί τα πιο πάνω αγαθά στην αναφερόμενη τιμή ....». Επιπλέον στα Τεκμήρια 3 και 7 στο μέρος που αναφέρεται «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΤΗ» στην παρ. 5 καλεί τους ενάγοντες να βασιστούν στις διαβεβαιώσεις της επειδή δεν είδαν τα αντικείμενα και να αγοράσουν τα αγαθά και να την αφήσουν να τα κατέχει. Η εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε ως θύμα των εναγόντων η οποία ήθελε να πείσει ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς οι ενάγοντες έκαναν, ότι δηλαδή ήταν Χρηματοδοτικός Οργανισμός, κάτι το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την θέση των εναγόντων, αλλά και της ίδιας η οποία αναφέρθηκε στις προηγούμενες συμφωνίες της με τους ενάγοντες, ο Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε, ότι συνολικά προηγουμένως η εναγόμενη 1 είχε συμβληθεί με τους ενάγοντες 18 φορές και αυτές ήταν οι δύο τελευταίες περιπτώσεις δηλαδή η 19η και 20η φορά που αποτείνετο κοντά τους. Ανέφερε επίσης, παρά το ότι παραδέχτηκε ότι τα γραφεία των εναγόντων τα είχε επισκεφθεί αρκετές φορές, σε ερώτηση αν γνώριζε ότι οι ενάγοντες ήταν Χρηματοδοτικός Οργανισμός, ότι γνώριζε ότι είναι η Λαϊκή Τράπεζα ενώ ερωτηθείσα για ποια Λαϊκή Τράπεζα μιλά ανάφερε «εγώ δεν συνεργαζόμουν με την Λαϊκή Τράπεζα για να ξέρω τους όρους». Επέμενε ότι οι ενάγοντες γνώριζε πως ήταν τράπεζα ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρία της είπε ότι δεν ήξερε πως λειτουργούσαν οι χρηματοδοτήσεις, πράγμα καθόλου λογικό εφόσον συμβλήθηκε μαζί τους 18 φορές προηγουμένως. Η εναγόμενη, για να πείσει ως προς την εκδοχή της, ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ανίδεο αλλά και άβουλο άτομο, για αυτό ανάφερε ότι ενώ η ίδια υπόγραφε και έκανε ενοικιαγορές στο όνομα της επειδή ο σύζυγος της ήταν πτωχεύσας, ότι η απόφαση για τις υπογραφές των συμφωνιών εκείνων δεν ήταν δική της. Η όλη όμως εικόνα που παρουσίασε η εναγόμενη 1 προς το δικαστήριο δεν ήταν ατόμου χωρίς βούληση και χωρίς θέληση, αντιθέτως φάνηκε ότι πολύ καλά κατανοούσε και χειριζόταν τις υποθέσεις της, όπως στην περίπτωση που αντιλήφθηκε ότι ο σύζυγος της όταν χώρισαν το 1997 θα διεκδικούσε το ½ της περιουσίας στην Χλώρακα που ήταν εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της και για αυτό έσπευσε να την μεταβιβάσει στα παιδιά της, όπως η ίδια χαρακτηριστικά ανάφερε «απειλούσε να μου πάρει το ½ και πήγα στον κ. Σιαηλή και το μεταβίβασα στα τρία μου παιδιά». Η εναγόμενη 1 ερωτηθείσα στην αντεξέταση της για τους λόγους που σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις των δύο συμφωνιών, επικαλέστηκε την πώληση των σπιτιών που δώρισε στα παιδιά της το έτος 1997 λέγοντας «που χώρισα είπα ότι τα σπίτια γράφτηκαν στα παιδιά μου. Όταν ήθελα να τα πουλήσουν, εγώ φώναζα γιατί ήταν λίγα τα λεφτά και δεν θα είχαν σπίτια τα παιδιά μου, οι κόρες μου τα πούλησαν και το έμαθα από τον αδελφότεχνο μου, εγώ δεν είχαν άλλου πόρους να πληρώνω», τι πόρους λάμβανε από τα σπίτια το έτος 2006 που σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις της δεν ανέφερε, τα οποία μάλιστα η ίδια ανέφερε ότι τα είχε μεταβιβάσει το έτος 1997 στα παιδιά της, ενώ στη επανεξέταση της ερωτηθείσα για το πότε πώλησαν τα παιδιά τα σπίτια, για να καλυφθεί το ζήτημα του χρόνου πώλησης σε συσχετικό με τον χρόνο που σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις της δηλαδή το 2006, ανάφερε ότι δεν θυμάται πότε έγινε αυτό. Τα πιο πάνω συνάδουν με την εκδοχή των εναγόντων ότι η εναγόμενη δήλωσε κατά τον χρόνο σύναψης της δεύτερης συμφωνίας ότι είναι ιδιοκτήτρια επίπλων που βρίσκονται σε άλλη κατοικία που διαθέτει αλλά και με την εκδοχή του Μ.Ε.2 που τον έφεραν να γνωρίζει ότι η εναγόμενη 1 είχε ανηγείρει 2 σπίτια στην Χλώρακα. Επίσης η εναγόμενη 1, βρίσκω ότι είπε ψέματα στην ένορκη κατάθεση της για το ύψος του μισθού της, συγκεκριμένα ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κέρδιζε Λ.Κ.120 τον μήνα. Εάν η εναγόμενη κέρδιζε το πιο πάνω ποσό τον μήνα δεν θα δήλωνε και στις δύο περιπτώσεις ότι μπορεί να πληρώνει τις δόσεις της αφού αυτές ήταν πολύ περισσότερα (Λ.Κ.218.09) από όσα κέρδιζε τον μήνα και ήταν συνεπώς πράγμα αδύνατο. Στην αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι είχε και πόρους από τα σπίτια στην Χλώρακα που μεταβίβασε στα παιδιά της το 1997 τους οποίος απώλεσε όταν τα παιδιά της πώλησαν τα σπίτια και για αυτό δεν μπορούσε να πληρώνει της δόσεις της. Οι πληρωμή των δόσεων σταμάτησε και στις δύο περιπτώσεις το
- Η μαρτυρία της επίσης αναφορικά με το ζήτημα των επίπλων που ήταν ιδιοκτήτρια υπήρξε αντιφατική, για το που μετακόμισε μετά που χώρισε αλλά και στην συνέχεια, για το που μετέφερε τα έπιπλα της, για το ποια έπιπλα κατείχε κτλ. Συγκεκριμένα ενώ ανέφερε ότι όταν χώρισε μεταφέρθηκε στο υπόγειο της οικοδομής στη Χλώρακα και πήρε και τα έπιπλα της κατά την αντεξέταση σε ερώτηση τι έγιναν τα έπιπλα απάντησε ότι αυτά είχαν μείνει στο υπόγειο, ερωτηθείσα αν στις 21.11.2005 τα έπιπλα ήταν στο υπόγειο απάντησε αφού αντιλήφθηκε την αντίφαση στην οποία υπέπεσε εφόσον η ίδια είπε στο δικαστήριο ότι στις 21.11.2005 δήλωσε στον Μ.Ε.1 ότι δεν είχε έπιπλα, είπε «όχι όλα». Στην συνέχεια ανάφερε ότι τα έπιπλα που ήταν στο υπόγειο, όταν αυτό χαλάστηκε το 2004 με 2005 πετάχτηκαν και αυτή έφυγε μόνο με τα ρούχα της. Ερωτηθείσα η εναγόμενη 1 να αναφέρει τι εννοούσε όταν είπε στον Μ.Ε.2 ότι δεν είχε οτιδήποτε γραμμένο, η μάρτυρας ανάφερε «ότι δεν είχα τίποτα πάνω μου τίποτα δικό μου» ενώ σε ερώτηση «τα μόνα πράγματα που είχες ποια ήταν;» απάντησε «τα ρούχα μου και τα οικιακά μου σκεύη φυσικά». Στη συνέχεια ερωτηθείσα να περιγράψει την επίπλωση της οικίας που διέμενε στην Γιάννη Ρίτσου 11, η εναγόμενη 1 ανάφερε, «ένα τραπέζι με έξι καρέκλες, ένα κρεβάτι διπλό, ένα κρεβάτι 3/4, ένας καναπές, μια καρέκλα και ένα τραπεζάκι μεταχειρισμένα, τα υπόλοιπα τα αγόρασε ο Αλέξανδρος». Συνεπώς ο ισχυρισμός της ότι αυτή είχε μόνο τα ρούχα της και τα οικιακά της σκεύη δεν ισχύει και είπε ψέματα, αφού από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης των πιο πάνω επίπλων αφού η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε σε «υπόλοιπα» δηλαδή άλλα από αυτά που περίγραψε. Η μαρτυρία της εναγόμενης 1 ότι στις 21.11.2005 πήγε μόνη της στην τράπεζα και ότι οι εναγόμενες 2 και 3 πήγαν στο απόγευμα, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία της εναγόμενης 3, η οποία ανάφερε ότι ήταν μαζί με την μητέρα της κατά την πιο πάνω ημερομηνία και μάλιστα έδωσε κατά την μαρτυρία της και λεπτομέρειες για το τι ειπώθηκε μεταξύ της μητέρας της και του Μ.Ε.
- Η εναγόμενη όπως ανάφερε το 2003 μετακόμισε στην οδό Γιάννη Ρίτσου 11 στην Έμπα στο σπίτι του Αλέξανδρου και όπως φάνηκε από την μαρτυρία της, εξακολουθεί να ζει μαζί του, συγκεκριμένα ανέφερε «που ζω μαζί του», αφού η εναγόμενη 1 εξακολουθούσε και κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία να ζει μαζί του, τίθεται και το ερώτημα γιατί δεν τον παρουσίασε ως μάρτυρα για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς της ότι η ίδια δεν είναι ιδιοκτήτρια των επίπλων. Σημαντική επίσης βρίσκω και την αναφορά της σε κάποιο σημείο της αντεξέταση της, όταν ανάφερε «εγώ δεν έβαλε έπιπλα ΞΑΝΑ», που αυτό σημαίνει ότι η εναγόμενη 1 όντως είχε τα αντικείμενα των επίδικων συμβολαίων, τόσο το ρήμα «έβαλα» όσο και η χρήση της λέξης «ξανά» δείχνουν ότι πράγματι η ίδια είχε αναφέρει στους ενάγοντες ότι αυτή την φορά θα έβαλε ενοικιαγορά τα έπιπλα. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων 1 και 3, παρά το ότι θεωρώ ότι δεν επηρεάζει την υπόθεση καθ΄ οιονδήποτε τρόπο (βλ. Yorkshire Railway Wagon v. Maclure
(1882)21 CH.D. 309), ότι δηλαδή η εναγόμενη 1 αποτέθηκε στους ενάγοντες, για να λάβει χρήματα με σκοπό την άμεση αποπεράτωση οικίας γιατί υπήρχε πρόβλημα οξείδωσης του σιδέρου της, δεν γίνεται πιστευτός. Η εναγόμενη 1 ισχυρίστηκε ότι ο ένας από τους δύο Αρχιτέκτονες που της έφτιαξαν το σπίτι αφού πήγε και το είδε αλλά και ο πολιτικός μηχανικός της είπαν ότι είναι ανάγκη να το σουβατίσει και για αυτό χρειαζόταν τα χρήματα, εάν πράγματι η ανάγκη ήταν τόσο συγκεκριμένη και μπορούσε να κοστολογηθεί, και υπήρχαν και ειδικοί, γιατί χρειάστηκε τότε η εναγόμενη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να αποτεθεί στους ενάγοντες δύο φορές με διαφορά κάποιων ημερών για χρηματοδότηση όταν μάλιστα στην πρώτη περίπτωση ανάφερε ότι ήθελε ένα μικρό δάνειο Λ.Κ.2000.- ενώ την δεύτερη φορά για τον ίδιο σκοπό ήθελε Λ.Κ.4000.- Η Μ.Υ.2 κόρη της εναγόμενης 1 (Μ.Υ.1), παρουσίαζε αμηχανία και άγχος ενώ κατέθετε και κατέβαλλε έντονη προσπάθεια να πει αυτά που έπρεπε να πει και θεωρούσε ότι ήταν ικανά για να βοηθήσει τόσο τον εαυτό της όσο και την μητέρα της, τα πιο πάνω, την έκαναν να μη παρουσιάζει κανένα στοιχείο αυθορμητισμού, ώστε να δείχνει πρόσωπο που καταθέτει την αλήθεια και αφηγείται γεγονότα που πράγματι επισυνέβηκαν και τα γνωρίζει. Στην προσπάθεια της να πείσει ότι οι συμφωνίες ήταν εικονικές, επανέλαβε με έμφαση ότι τους λέχθηκε από τον Μ.Ε.2 στις 5.12.2005, όταν η μητέρα της του ανάφερε ότι δεν έχει έπιπλα, να κάνουν εικονική συμφωνία, πέρα του ότι με επιτηδευμένο τρόπο και χωρίς ιδιαίτερη άνεση πρόφερε τη λέξη εικονική, που φάνηκε ότι δεν της ήταν ιδιαίτερα γνώριμη λέξη, σε σημείο που της προκαλούσε γέλιο κάθε φορά που την πρόφερε, δείχνοντας έτσι πιο έντονα την αμηχανία της. Από την άλλη δεν φαντάζει καθόλου λογικό, οι ενάγοντες, και δη ο Μ.Ε.2, θέλοντας να συγκαλύψουν συμφωνία δανείου να το έθεταν με αυτό τον ωμό τρόπο στις εναγόμενες. Επιπρόσθετα σε αντίθεση με την εναγόμενη 3, η εναγόμενη 1 ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι ο Μ.Ε.2 της είπε, όταν του είπε ότι δεν έχει τίποτα στο όνομα της, να κάνουν «τυπικά» ενοικιαγορά και δεν ανάφερε ότι της είπε να κάνουν μια εικονική συμφωνία. Συνεπώς για όλους τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ η μαρτυρία των εναγομένων 1 και 3 κρίνεται αναξιόπιστη. Η μαρτυρία του Μ.Υ.3 παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξέταστηκε. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Από την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα προκύπτει, αρχικά χωρίς όμως να τοποθετείται επακριβώς χρονικά ότι έγινε αλλαγή στην αρίθμηση των οικοδομών στην οδό Γιάννη Ρίτσου στην Έμπα το έτος
- Η Γιάννη Ρίτσου 9 έγινε Γιάννη Ρίτσου 11 ενώ η Γιάννη Ρίτσου 11 έγινε Γιάννη Ρίτσου
- Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων βρίσκω ότι τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα τόσο της αγωγής 578/2007 όσο και της αγωγής 579/2007 είναι όπως οι ενάγοντες τα έχουν εκθέσει ενώπιον του δικαστηρίου. Ειδικότερα δε ότι η εναγόμενη 1 στις 21.11.2005 και στις 5.12.2005 πώλησε στους ενάγοντες προσωπική της περιουσία, όπως αυτή περιγράφεται στα δύο τιμολόγια (Τεκμήρια 3 και 7) και στην συνέχεια οι ενάγοντες αφού κατέστησαν ιδιοκτήτες των επίπλων που περιγράφονται στα δύο πιο πάνω τιμολόγια, τα ενοικίασαν δυνάμει συμφωνιών ενοικιαγοράς και με δικαίωμα αγοράς στην εναγόμενη 1, με την εγγύηση των εναγομένων 2 και
- Η θέση της υπεράσπισης ως προς την νομιμότητα του τερματισμού των συμφωνιών η οποία θίγεται στις αγορεύσεις: Το πιο πάνω θέμα δεν εγείρεται στα δικόγραφα. Στις παραγράφους 8 των εκθέσεων απαίτησης αναφέρεται ότι η εναγόμενη 1, ειδοποιήθηκε για τις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν. Η παρ. 9 της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 και η παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης της εναγόμενης 2 διατυπώνεται με αόριστη γενικότητα. Ο ισχυρισμός ότι οι συμφωνίες δεν έχουν νόμιμα τερματιστεί ήταν ουσιωδέστατος και θα αναμένετο να το είχαν περιλάβει οι εναγόμενες στις εκθέσεις υπεράσπισης τους. Να σημειωθεί ότι στους μάρτυρες της ενάγουσες ουδέποτε είχε υποβληθεί η θέση ότι οι συμφωνίες δεν έχουν νόμιμα τερματιστεί για να τοποθετηθούν. Υπό τις περιστάσεις, η όλη επιχειρηματολογία επί του θέματος κρίνεται ότι είναι μεταγενέστερη σκέψη της υπεράσπισης. Το ότι είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας, προκύπτει από τις υποθέσεις Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 AAΔ 636, Παπακοκκίνου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379, Λυσιώτης ν. Αχιλλέως
(1998)1 ΑΑΔ 1567 και Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 ΑΑΔ 670) και κατά συνέπεια το πιο πάνω ζήτημα δεν δύναται να εξεταστεί και δεν εξετάζεται. Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού είχαν αποσταλεί τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και στις εναγόμενες 2 και 3 και ο μάρτυρας κατάθεσε αντίγραφα των επιστολών, αφού τα πρωτότυπα αυτών ήταν αυτά που στάληκαν στις εναγόμενες, όπως προκύπτει από την κατάθεση αντιγράφων τους αλλά και από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, μετά από οδηγίες που δόθηκαν προς τους δικηγόρους των εναγόντων. Αναφορικά με το ζήτημα των επιστολών τερματισμού, ο Μ.Ε.1 ερωτήθηκε μόνο αναφορικά για την διεύθυνση (Γιάννη Ρίτσου 9) που οι επιστολές στάληκαν, σημειώνεται δε παντελής έλλειψη αντεξέτασης του εν λόγω μάρτυρα αν πραγματικά οι πιο πάνω επιστολές είχαν αποσταλεί και επιπρόσθετα και η έλλειψης οποιασδήποτε ένστασης στην κατάθεση τους (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α Πολιτική Έφεση 163/2006 ημερομηνίας 5.5.2009) Η πιο πάνω μαρτυρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επιστολές είχαν αποσταλεί κανονικά και η μη επιστροφή τους συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι είχαν παραδοθεί στα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται (βλ. Latifundia (πιο πάνω), Πιττάκας ν. Γ και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895) δηλαδή στις εναγόμενες 1, 2 και
- Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και την χωρίς ένσταση κατάθεση τους, το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι η συμφωνία είχε νόμιμα τερματιστεί. Για όλους του λόγους που έχω πιο πάνω αναλύσει και εξηγήσει μέσα από την αξιολόγηση τα ευρήματα μου και την νομική πτυχή του θέματος κρίνω τόσο η συμφωνία ημερ. 21.11.2005 όσο και η συμφωνία 5.12.2005 ήταν έγκυρες και συνεπώς οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους ενώ οι εναγόμενες απέτυχαν να αποδείξουν την εικονικότητα, την παρανομία και την ακυρότητα τους και ως εκ τούτου έχουν αποτύχει να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Οι ενάγοντες δικαιούνται να τους επιδικαστούν τα ακόλουθα ποσά εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένως: Στην αγωγή 578/2007 (α) Ποσό ίσο προς τις μη καταβληθείσες 9 σχεδόν δόσεις για την περίοδο 25.5.2006 (μέρος) μέχρι και 25.1.2007, αμέσως δηλαδή πριν το τερματισμό της συμφωνίας στις 7.2.2007, με τόκο 12,5% ετησίως από την ημερομηνία μη καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης, μέχρι εξοφλήσεως (βλ. αξίωση 11 Γ και Ε αντίστοιχο σε ευρώ). (β) Ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο από τους ενάγοντες όφελος, από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημιά νωρίτερα απ΄ ότι κανονικά θα την έπαιρνε. Η ζημιά καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, δηλαδή, στις 7.2.
- Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται σε €5872.84 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, μέχρι εξόφλησης. (γ) Διατάγματα ως η παράγραφος 11 Α και Β της έκθεσης απαίτησης. Στην αγωγή 579/2007 (α) Ποσό ίσο προς τις μη καταβληθείσες 9 σχεδόν δόσεις για την περίοδο 10.5.2006 (μέρος) μέχρι και 10.1.2007, αμέσως δηλαδή πριν το τερματισμό της συμφωνίας στις 7.2.2007, με τόκο 12,5% ετησίως από την ημερομηνία μη καταβολής εκάστης μηνιαίας δόσης, μέχρι εξοφλήσεως (βλ. αξίωση 11 Γ και Ε αντίστοιχο σε ευρώ). (β) Ποσό που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο από τους ενάγοντες όφελος, από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημιά νωρίτερα απ΄ ότι κανονικά θα την έπαιρνε. Η ζημιά καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, δηλαδή, στις 7.2.
- Το ποσό της αποζημιώσης καθορίζεται συνεπώς σε €6.331.70.- πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, μέχρι εξόφλησης. (γ) Διατάγματα ως η παράγραφος 11 Α και Β της έκθεσης απαίτησης. Το πόσο της αποζημίωσης και στις δύο περιπτώσεις έχει μειωθεί με δήλωση του συνηγόρου των εναγόντων (βλ. σελ. 26 της γραπτής του αγόρευσης) (Αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης βλέπε επίσης Αντωνιάδου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Εφ. 11342, 21.4.2003). Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο όπου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος συνένωσης των δύο αγωγών. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών και σε κάθε περίπτωση εκδίδεται απόφαση και διατάγματα ως ανωτέρω. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο