ANNA ELYSEEVA ν. N A CONSTANTINOU PROPERTY LTD, Αρ. Αγωγής :- 3064/10, 11η Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A152 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 3064/10 Μεταξύ :- ANNA ELYSEEVA Ενάγουσα Και N. & A. CONSTANTINOU PROPERTY LTD Εναγόμενη Ημερομηνία :- Παρασκευή 11η Νοεμβρίου 2011 Αίτηση Προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 1/11 /2010 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια :-κα. Μ. Πατσαλίδου για κ. Α. Γεωργιάδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κος. Μ. Γεωργιάδης ) Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση:- κος. Ε. Ερωτοκρίτου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .............) Ενδιάμεση Απόφαση
- Αιτείται η ενάγουσα την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη «.την πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση ή διαφορετικά διάθεση της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα.» της εναγομένης «.με αρ. εγγραφής 2/546, Φυλ./Σχέδ.45/58Ε1, Τμήμα 2, Τεμ.544, Έμπα, Πάφος».
- Η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε είναι δια κλήσεως και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της ενάγουσας ενώ η νομική της βάση αποτελείται κυρίως από το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Δύο ουσιαστικά είναι οι θεραπείες των οποίων την επιδίκαση αξιώνει η ενάγουσα σύμφωνα με τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Πρώτο, δήλωση του Δικαστηρίου τερματισμού της ισχύς πωλητηρίου εγγράφου για την πώληση διαμερίσματος από την εναγόμενη προς την ενάγουσα και δεύτερο, πληρωμή χρηματικού ποσού υπό τις εξής έννοιες. Πρώτο, των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για αθέτηση του συγκεκριμένου εγγράφου, δεύτερο, συζευκτικά ή διαζευκτικά, επιστροφή των χρημάτων που πληρώθηκαν για αντάλλαγμα το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε ή τρίτο, συζευκτικά ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό ή άλλη σχέση που προσομοιάζει με συμβατική ή με βάση το δίκαιο της αποκατάστασης.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε στις 7/5/2008 με αντάλλαγμα για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος το ποσό των €229.000,00 το οποίο ήταν πληρωτέο σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα όπως αυτό παρατίθεται στο Παράρτημα «C» της συμφωνίας. Από αυτό το ποσό η ενάγουσα πλήρωσε συνολικά το ποσό των €85.875,00 δηλαδή 37.5% του συνολικού τιμήματος πώλησης του επίδικου διαμερίσματος.
- Άλλο αξιοσημείωτο σε σχέση με την επίδικη συμφωνία είναι ο όρος σύμφωνα με τον οποίο η εναγόμενη όφειλε να παραδώσει το διαμέρισμα στην εναγόμενη στις 30/4/2009 ενώ αυτό δεν έγινε. Αυτός ήταν και ο αναφερόμενος λόγος σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία ενώ στην σχετική επιστολή προειδοποίησης πρόθεσης τερματισμού ημερομηνίας 7/7/2010 (τεκμήριο Β της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας) υπάρχει επίσης αναφορά στη παράλειψη της εναγομένης να εξασφαλίσει άδεια οικοδομής. Η οποία άδεια οικοδομής (τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης) στη πορεία εξασφαλίστηκε στις 13/9/2010 περίπου 24 ημέρες μετά από την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 20/8/2010 (τεκμήριο C της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας).
- Ενώ, εάν ληφθεί υπόψη και το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα πληρωμής, το ποσό το οποίο η ενάγουσα πλήρωσε και την επιστροφή του οποίου αξιώνει, ουσιαστικά αποτελεί δύο δόσεις, δηλαδή αυτή της προκαταβολής με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (η οποία όμως σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης πληρώθηκε ένα μήνα περίπου προ της υπογραφής) και μία από τις επόμενες συμφωνημένες δόσεις μετά και από τη δόση πληρωτέα με την έκδοση της άδειας οικοδομής η οποία όπως φαίνεται παρακάμφθηκε. Ενδεχομένως λόγω και της μη έκδοσης της ίδιας της άδειας.
- Η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση με 9 συνολικά λόγους ένστασης, οι οποίοι ασφαλώς έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους δίχως όμως να κρίνεται απαραίτητη η ατομική εξέταση του κάθε λόγου ένστασης καθώς το Δικαστήριο διατηρώντας μεν σταθερά υπόψη αυτούς τους λόγους στο βαθμό βεβαίως στον οποίο ο καθένας έχει προωθηθεί με σχετική νομολογία, εντούτοις εξετάζει το αίτημα της ενάγουσας γενικότερα και διατηρώντας σταθερά υπόψη κυρίως το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση του όπως αυτό έχει διατυπωθεί.
- Έχοντας δε υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία η ξεχωριστή εξέταση του κάθε λόγου ένστασης. Διατηρώντας όμως υπόψη ότι κατά την εξέταση της αίτησης λαμβάνεται υπόψη και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως βάσιμο τον πρώτο λόγο ένστασης. Καθότι αν και η ένορκη δήλωση είναι προγενέστερη της αίτησης εντούτοις δεν είναι προγενέστερη της αγωγής έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι αυτή έχει γίνει σε σχέση με ανύπαρκτη αγωγή ή ότι το περιεχόμενο αυτής ως μαρτυρία δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης με την αγόρευση του εγκατέλειψε τόσο τον πρώτο όσο και τον δεύτερο λόγο ένστασης. Εντούτοις επειδή μέρος και του όγδοου λόγου ένστασης αναφέρεται στο ότι η ένορκη δήλωση δεν έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τη νομολογία θεώρησα ορθό όπως διευκρινίσω ότι όντως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Επιπλέον, παρατηρώ ότι με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης αυτό το μέρος του όγδοου λόγου ένστασης δεν προωθήθηκε καθόλου έτσι ώστε να παρεχόταν η ευχέρεια στο Δικαστήριο να το εξετάσει σε περίπτωση κατά την οποία αυτό είχε σχέση με κάτι διαφορετικό από τα όσα αναφέρονται σχετικά στον πρώτο λόγο ένστασης.
- Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι η εναγόμενη δεν έχει άλλη ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και ότι ενδεχόμενη πώληση, υποθήκευση ή κάποια άλλη διάθεση ή δέσμευση του επίδικου ακινήτου[1] θα την εμποδίσει από το να εισπράξει το λαβείν της και ότι έτσι θα υποστεί σοβαρή ζημιά ενώ εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Υπενθυμίζω ότι μέρος της νομικής βάσης της αίτησης είναι και το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)αυτού του άρθρου οποιοδήποτε Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο μετά από τη καταχώρηση αγωγής να εμποδίζει με διάταγμα τον εναγόμενο από την αποξένωση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του ή της οποίας σύμφωνα με τον Νόμο έχει δικαίωμα εγγραφής ως ιδιοκτήτης, η οποία σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι επαρκής έτσι ώστε να ικανοποιήσει την αξίωση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου δεν θα εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ότι δύναται να εμποδιστεί ο ενάγων από το να εξασφαλίσει ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου εάν αυτή εκδοθεί προς όφελος του.
- Αξίζει να σημειωθεί ότι έχει επιλέξει η ενάγουσα όπως βασίσει το αίτημα της σε αυτό το άρθρο του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και όχι στο άρθρο 4 του ιδίου Νόμου το οποίο προνοεί για την έκδοση διατάγματος αναφορικά με οποιαδήποτε ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της αγωγής. Δεν θεωρώ ότι απαιτείται η οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά στα όσα προνοούνται σχετικά το άρθρο 4 του ίδιου Νόμου.
- Βεβαίως η ενάγουσα έχει βασίσει το αίτημα της και σε νομοθετική πρόνοια γενικότερης εφαρμογής δηλαδή το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Το οποίο άρθρο περιέχει τις δικές του προϋποθέσεις. Δεν παύει όμως η επιλογή της ενάγουσας ως προς τη νομική βάση της αίτησης της να αποτελεί σχετικό παράγοντα ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατό να γίνει αντιληπτό το αίτημα της από το Δικαστήριο.
- Συνεπώς, εάν το Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, εξέδιδε διάταγμα με το οποίο θα εμποδιζόταν η εναγόμενη από την αποξένωση της μοναδικής ακίνητης ιδιοκτησίας την οποία το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη μαρτυρία, έχει υπόψη του ότι βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα της ή της οποίας σύμφωνα με τον Νόμο έχει δικαίωμα εγγραφής ως ιδιοκτήτρια ή ουσιαστικά μέρος αυτής και το οποίο μέρος αυτής, σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν επαρκής έτσι ώστε να ικανοποιήσει την αξίωση της ενάγουσας μαζί με τα έξοδα της αγωγής (δηλαδή, ουσιαστικά μέρος του επίδικου τεμαχίου) τότε ασφαλώς θα ικανοποιούσε το αίτημα της. Σύμφωνα βεβαίως τονίζω με τα όσα προβλέπονται σχετικά από το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου.
- Ενώ διατηρώντας υπόψη ότι η ενάγουσα διεκδικεί τη δέσμευση ολόκληρου του τεμαχίου το οποίο λογικά, σύμφωνα με την όση μαρτυρία αμφότεροι οι διάδικοι έχουν παρουσιάσει, έχει πολλαπλάσια αξία της αξίωσης της μαζί και με τα έξοδα της, τότε το συγκεκριμένο άρθρο δεν θα μπορούσε επιτυχώς να υποστηρίξει την αίτηση της έτσι ώστε να απαγορευόταν η αποξένωση ή διαφορετικά η διάθεση ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου. Δηλαδή, ουσιαστικά η αυστηρή εφαρμογή των όσων προνοούνται σχετικά από το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου είτε θα οδηγούσε σε απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας ως αυτή έχει διατυπωθεί με αναφορά σε ολόκληρο το επίδικο τεμάχιο, είτε θα γινόταν μερικώς δεκτή. Δηλαδή δίχως παράλληλα να αποκλειόταν η εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου του σχετικού Νόμου με περιορισμό όμως σε μερίδιο της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης το οποίο θα δεσμευόταν από ένα τέτοιο διάταγμα.
- Θα μπορούσε δηλαδή με αναφορά στα όσα προνοούνται από αυτό το άρθρο το Δικαστήριο να εξέδιδε διάταγμα το οποίο όμως να περιοριζόταν σε ποσοστό μόνο του επίδικου τεμαχίου ή ακόμη και σε συνάρτηση αυτού του ποσοστού με αναφορά στο ίδιο το διαμέρισμα το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας.
- Μάλιστα εάν ληφθεί υπόψη το ποσό της αξίωσης σε συνάρτηση με ένα κατά προσέγγιση υπολογισμό των εξόδων σε συσχετισμό και με την αξία του επίδικου διαμερίσματος - για το οποίο η ενάγουσα έχει πληρώσει μόνο μέρος του τιμήματος πώλησης[2] - και διατηρώντας υπόψη και ένα επίσης κατά προσέγγιση υπολογισμό της συνολικής αξίας όλου του συγκροτήματος του οποίου το διαμέρισμα αποτελεί περίπου το 1/14, τότε για την εξασφάλιση της αξίωσης και των εξόδων της αγωγής δεν θα απαιτείτο δέσμευση περισσότερο από ποσοστό περίπου 3 έως και 5% της γνωστής στο Δικαστήριο ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγομένης, δηλαδή του επίδικου τεμαχίου.
- Ενώ εάν το Δικαστήριο βασιστεί στην εκτίμηση της αξίας του επίδικου τεμαχίου σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης (ο οποίος βεβαίως δεν είναι ειδικός επί του θέματος) όπως αυτό έχει αναπτυχθεί με την ανέγερση κτιρίου επί αυτού (δηλαδή για ποσό €2.000.000,00) τότε αυτό το ποσοστό θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί σε ποσοστό περίπου 5% της συνολικής αξίας του επίδικου τεμαχίου ως αυτό είχε κατά την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανεξάρτητα από την έλλειψη ειδικότητας του ενόρκως δηλούντος δεν παύει ο ίδιος να έχει ιδιαίτερη γνώση της κατ΄ εκτίμηση αξίας ενός έργου η ανάπτυξη του οποίου προκύπτει από επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγομένης της οποίας ο ίδιος είναι διευθυντής. Ενώ άλλο ενδεικτικό στοιχείο της αξίας του συγκροτήματος στο σύνολο του είναι και η αξία του επίδικου διαμερίσματος το οποίο η ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από την εναγόμενη.
- Βεβαίως αυτό το οποίο έχει σημασία δεν είναι τόσο η αριθμητική προσέγγιση του όλου θέματος όσο και εάν αυτή έχει την ιδιαίτερη της χρησιμότητα αλλά η ανάδειξη ουσιαστικά της υπερβολής του αιτήματος της ενάγουσας εάν αυτό συσχετιστεί με τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
- Διευκρινίζω δηλαδή ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος της ενάγουσας έχοντας ως βάση το άρθρο 5 του σχετικού Νόμου τότε το Δικαστήριο δεν θα έκρινε ορθό να εξέδιδε διάταγμα με το οποίο να περιοριζόταν η αποξένωση ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου αλλά μόνο ποσοστό αυτού, το οποίο θα είχε ως μία ελάχιστη βάση ποσοστό 5% επί του συνολικού συμφέροντος ιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου. Θέτοντας το όλο θέμα πιο απλά δεν θα ήταν δυνατό το αίτημα της ενάγουσας να κριθεί από το Δικαστήριο ως λογικό ή δικαιολογημένο, σύμφωνα με τα όσα προνοούνται σχετικά από το άρθρο
- Καθώς δηλαδή η δέσμευση την οποία διεκδικεί και η οποία θα προέκυπτε από έγκριση της αίτησης ως αυτή έχει θα απέληγε σε έκδοση ενός διατάγματος προς όφελος της το οποίο θα επηρέαζε ολόκληρο το επίδικο τεμάχιο. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη τον κοινά αποδεκτό τρόπο ανάπτυξης του τεμαχίου αυτού.
- Ως προς το άλλο μέρος της νομικής βάσης της αίτησης δηλαδή το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και δίχως να εξετάζεται εις βάθος η ουσία της αγωγής, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό καν λογικά να τίθεται θέμα αμφισβήτησης από την εναγόμενη τόσο ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση όσο και ως προς το ότι υπάρχει η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται την επιδίκαση θεραπείας με την αγωγή της. Όμως πραγματικά δεν έχω πεισθεί από τη μαρτυρία της ενάγουσας ότι εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Αναδεικνύεται από το είδος των θεραπειών τις οποίες αξιώνει η ενάγουσα ότι αυτό το οποίο κυρίως επιδιώκει είναι η επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων ενώ η διεκδικούμενη δήλωση τερματισμού της επίδικης συμφωνίας αποσκοπεί στην επιστροφή των χρημάτων τα οποία ήδη έχει πληρώσει. Δεν προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο από τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί η αδυναμία της εναγομένης να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης προς την ενάγουσα. Ή ότι κινδυνεύει διαφορετικά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής της να πληρωθεί το ποσό της αξίωσης της.
- Επιπλέον, αναδεικνύεται από τη θέση η οποία προβάλλεται από την εναγόμενη (παράγραφος 10 (γ) της σχετικής ένορκης δήλωσης) ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δημιουργούσε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο ως προς τη πώληση των υπόλοιπων 13 κατοικιών στο επίδικο συγκρότημα. Σε σχέση με αυτή τη θέση προβάλει ακόμη ως πιο πρακτική η δυνατότητα σε περίπτωση έκδοσης οποιουδήποτε διατάγματος συγκεκριμενοποίησης του ποσοστού ή μέρους της σχετικής οικιστικής ανάπτυξης η οποία θα μπορούσε να δεσμευτεί από ένα τέτοιο διάταγμα. Θα μπορούσε δηλαδή ένα τέτοιο διάταγμα να ήταν συγκεκριμένο τόσο ως προς το μερίδιο στο οποίο αυτό θα αντιστοιχούσε όσο και σε σχέση με το ίδιο το επίδικο διαμέρισμα. Έτσι ώστε να αποφευγόταν δηλαδή η παρεμπόδιση ουσιαστικά της οποιασδήποτε επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης σε σχέση με την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου με σκοπό τη πώληση των υπόλοιπων οικιστικών μονάδων.
- Εντούτοις ακόμη και σε σχέση με αυτή τη δυνατότητα παρατηρώ τα εξής. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης η επίδικη συμφωνία έχει καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Κάτι στο οποίο η ίδια η ενάγουσα δεν έχει δώσει οποιαδήποτε ιδιαίτερη έμφαση με την υποβολή του αιτήματος της. Πέραν δηλαδή από την επισύναψη στην ένορκη δήλωση της αντιγράφου της επίδικης συμφωνίας εντός της οποίας υπάρχει αναφορά στη δυνατότητα κατάθεσης της στο Κτηματολόγιο (όρος 8). Ενώ το επιχείρημα ότι η εγγραφή αυτή δεν προσφέρει οποιαδήποτε εξασφάλιση εφόσον το επίδικο ακίνητο ήδη είναι υποθηκευμένο αγνοεί ότι με τον ίδιο τρόπο ούτε και το οποιοδήποτε εκδοθέν από το Δικαστήριο διάταγμα θα προσφέρει οποιαδήποτε επιπρόσθετη ή ισχυρότερη εξασφάλιση η οποία θα έχει προτεραιότητα έναντι αυτής της προγενέστερης υποθήκευσης του επίδικου ακινήτου.
- Πραγματικά θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ακόμη και το οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο θα μπορούσε δικαιολογημένα να εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας δεν θα της πρόσφερε οποιαδήποτε περισσότερη εξασφάλιση από αυτή την ίδια την εγγραφή της επίδικης συμφωνίας για ειδική εκτέλεση της.
- Μάλιστα η εγγραφή της συμφωνίας ήδη της παρέχει εξασφάλιση επί ολόκληρου του διαμερίσματος παρά και το γεγονός ότι αυτή έχει πληρώσει μόνο μέρος του τιμήματος αγοράς του. Το οποίο μέρος εύλογα θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σε περίπτωση έκδοσης του οποιουδήποτε διατάγματος με αποτέλεσμα εν τέλει να μην προσφερόταν οποιαδήποτε περισσότερη προστασία των συμφερόντων της ενάγουσας από αυτή η οποία ήδη παρέχεται από την εγγραφή της επίδικης συμφωνίας αναφορικά με ολόκληρο το αντικείμενο αυτής της συμφωνίας.
- Επιπλέον σύμφωνα και με το άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, Ν. 81(Ι)/2011τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, σύμφωνα βεβαίως με τη σειρά προτεραιότητας της. Ενώ σε σχετική με τη παρούσα περίπτωση επιφύλαξη αναφέρεται ότι όταν η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, το εμπράγματο βάρος βαρύνει ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή και είναι με τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το εν λόγω τμήμα που το εμπράγματο βάρος περιορίζεται μόνο επί του τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης.
- Ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 16 του ίδιου Νόμου οι διατάξεις του εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Παρόμοια πρόνοια ως προς τον επηρεασμό ολόκληρου ενός ακινήτου υπήρχε και στη παράγραφο (δ) του εδαφίου 1 του άρθρου 7 του καταργημένου πλέον περί Πώλησης Γής (Ειδική Εκτέλεση), Κεφ.
- Αναφέρω τα πιο πάνω σε σχέση με την κατάθεση αντιγράφου της επίδικης συμφωνίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου έτσι ώστε να τονίσω τη σημασία αυτής της κατάθεσης σε σχέση και με το αίτημα της ενάγουσας.
- Πραγματικά όπως και να ιδωθεί το αίτημα της ενάγουσας υπό το φως των όσων σχετικών παραγόντων το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη, όπως αυτοί αναλύονται πιο πάνω, το αίτημα της δεν είναι δυνατό να κριθεί δικαιολογημένο.
- Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση εναγομένης και εις βάρος της ενάγουσας αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ορισμός ο οποίος δίδεται στη λέξη «ακίνητο» στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας είναι ολόκληρο το τεμάχιο επί του οποίου θα ανεγειρόταν το κτίριο μέρος του οποίου θα αποτελούσε και το διαμέρισμα το οποίο η ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από την εναγόμενη. [2] Υπενθυμίζω ποσοστό 37.5 % (βλ. σχετικά τη παράγραφο 4 αυτής της απόφασης). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο