BETWEEN FRIENDS LTD ν. BASHAL ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 670/08, 14.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 670/08 Μεταξύ: BETWEEN FRIENDS LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων Και BASHAL ENTERPRISES LTD από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------- Ημερομηνία: 14.11.2011 Αίτηση ημερ. 31.10.2011 για τροποποίηση και/ή διόρθωση της Έκθεσης Υπεράσπισης Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Μ. Πιερή Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Γεωργιάδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Χρ. Γεωργιάδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά τη συμπλήρωση της κυρίως εξέτασης του κύριου μάρτυρα των εναγόντων υπεβλήθη αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη πέντε νέων παραγράφων μετά τη παράγραφο
- Συγκεκριμένα ζητείται όπως προστεθούν ισχυρισμοί για ύπαρξη προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερ. 12.10.2006 όπου οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως οι εναγόμενοι τους προμηθεύσουν με χρυσά ρολόγια αξίας Λ.Κ.595.760 και οι πρώτοι θα τους πλήρωναν το ποσό αυτό κατά την παράδοση των ρολογιών. Το εν λόγω χρηματικό ποσό θα χρησιμοποιείτο ως προκαταβολή για την αγορά των επίδικων επαύλεων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι παρέδωσαν τα συμφωνηθέντα προς πώληση ρολόγια και οι ενάγοντες υποσχέθηκαν όπως τους καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα το οποίο θα χρησιμοποιούσαν και ως την προκαταβολή για την αγορά των επιδίκων επαύλεων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και που γίνεται από την Χρυστάλλα Φιλίππου, δικηγόρο συνεργαζόμενη με το δικηγορικό γραφείο των εναγομένων, μετά από προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης για την προετοιμασία της ακρόασης καθώς και από μελέτη σχετικής υπόθεσης με την παρούσα προέκυψαν νέα στοιχεία ουσιαστικά για την υπεράσπιση του εναγομένου και συνεπώς απαιτείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης ως αναφέρεται στην αίτηση. Η αιτούμενη τροποποίηση, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, είναι αναγκαία ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια και ολοκληρωμένα η υπεράσπιση του εναγόμενου σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της καλής πίστης ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα επιτραπεί στον εναγόμενο να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία ούτε τίθεται θέμα οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς ή βλάβης στους ενάγοντες ούτε μεταβάλλει τη βάση και το υπόβαθρο της αγωγής. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους. «
- Η ένορκη δήλωση της Φιλίππου δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, αφού αυτή είναι ταυτόχρονα και δικηγόρος των εναγομένων.
- Η ένορκη δήλωση της Φιλίππου δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία, αφού δεν αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών της.
- Οι προβαλλόμενοι νέοι ισχυρισμοί των εναγομένων αποτελούν εξωγενή προς τις κατατεθείσες συμφωνίες, και μη συμβατή με το περιεχόμενο των συμφωνιών και συνεπώς μη αποδεκτή μαρτυρία.
- Ισχυρισμοί που με τη τροποποίηση ζητείται η περίληψη τους στην Ε/Υ δεν είναι σχετικοί, δεν είναι ουσιαστικοί ούτε επηρεάζουν την έκβαση της δίκης αφού και αν ευσταθούν, δεν δικαιολογούν την μη εξόφληση του τιμήματος και συνεπώς δεν τείνουν να απορρίψουν τον θεμελιώδη ισχυρισμό των εναγόντων περί τερματισμού της ισχύος των επίδικων συμφωνιών.
- Με τους προτεινόμενους ισχυρισμούς επιχειρείται εισαγωγή νέων διαφορετικών υπερασπίσεων από αυτές που περιέχει η Ε/Υ και μεταφορά των βάσεων των υπερασπίσεων.
- Η έκταση, ο αριθμός και η φύση των ζητούμενων τροποποιήσεων εγείρουν τόσο μεγάλα, πολλαπλά και σοβαρά ζητήματα που, σε συνάρτηση με το μεγάλο μέγεθος, την πολλαπλότητα και σοβαρότητα των εγερθέντων με την αρχική έκθεση υπεράσπισης ζητημάτων, θα έχουν σαν αποτέλεσμα τη σύγχυση, συσκότιση και την αοριστία των επιδίκων ζητημάτων και περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν θα γνωρίζουν ποια υπεράσπιση έχουν να αντιμετωπίσουν.
- Η τροποποίηση θα έχει σαν αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό και επιμήκυνση των διαδικασιών και την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, αφού, ανάμεσα σε άλλα, θα απαιτηθεί γραπτή απάντηση των εναγόντων, περαιτέρω κύρια εξέταση του ΜΕ1 που έχει ήδη συμπληρωθεί, κατάθεση νέων τεκμηρίων και πρόσθεση νέου διάδικου.
- Η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και χωρίς εξήγηση γιατί δεν καταχωρήθηκε προηγούμενα.
- Η αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα, αφού οι ενάγοντες δεν έδωσαν ικανοποιητική εξήγηση πως συνέβηκε τόσο σοβαρό λάθος και παράλειψη.
- Αν επιτραπεί στους εναγόμενους να περιλάβουν στα δικόγραφά τους τις ζητούμενες τροποποιήσεις, τότε οι ενάγοντες θα βρεθούν σε δυσκολότερη θέση από τη θέση που θα βρισκόντουσαν αν οι εν λόγω τροποποιήσεις είχαν ευθύς εξ΄ αρχής περιληφθεί στην έκθεση υπεράσπισης.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και σε ένορκη δήλωση του Κώστα Ζερβού, ενός από τους δύο διευθυντές των εναγόντων και γραμματέα της εταιρείας. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται πως δεν υπάρχει συμφωνία γραπτή ή προφορική ημερ. 12.10.2006 αναφορικά με προμήθεια ρολογιών. Υπήρχε γραπτή συμφωνία πώλησης ρολογιών ημερ. 9.11.2006, τα συμβαλλόμενα μέρη της οποίας ήταν οι ενάγοντες και ο Carl William McCrow, υπήκοος και κάτοικος Βρετανίας, με τίμημα διαφορετικό και εν πάση περιπτώσει η εν λόγω συμφωνία ματαιώθηκε και ακυρώθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του McCrow. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντίστοιχη αγγλική διάταξη είναι η Δ.28 Θ.
- Στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 453 αναφέρεται ότι « As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided there has been no undue delay on his part and provided there has been no undue delay on his part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent.. Βut if the application be made mala fide, or if the proposed amendment will cause undue delay, or will in any other way unfairly prejudice the other party, or is irrelevant or useless or would raise merely a technical point, leave to amend will be refused.» Στη σελ. 456 αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας "the Court will not readily allow at the trial an amendment the necessity of which was abundantly apparent months ago, and then not asked for." Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd edition, Vol. 30, σελ. 34, αναφέρεται: «If owing to the way in which the pleading has been framed, the other party has been put into such a position that an injury would be done to him by an amendment, the Court will not give leave." Στη σελ. 36 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι ". but as a general rule no amendment is allowed at the trial which would enable a party to set up an entirely new case or to change completely the nature of his case." Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754" "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. ". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33 συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριο αναφέρθηκε στις σελ. 36 -37: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη.» Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση τόνισε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην απόφαση Kallice Holding Co. Ltd v. MTR METALS (OVERSEAS) LTD (AΡ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση τροποποίησης επιδιώκοντας να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους με εισαγωγή νέας βάσης περισσότερο από δύο χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και δύο περίπου μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αποφασίζοντας ότι «Η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προκεχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η προβολή νέας υπεράσπισης μετά τη μαρτυρία τριών μαρτύρων των Εναγόντων στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση χωρίς καμία εξήγηση γιατί δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε προγενέστερο στάδιο, ανέτρεπε την πορεία της δίκης με ορατές ζημιογόνες συνέπειες, στα δικαιώματα και την απόδειξη της υπόθεσης των αντιδίκων.». Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.4.2008 ενώ η έκθεση απαίτησης στις 5.6.
- Με βάση την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με έξι συμφωνίες ημερ. 9.11.2006 πώλησαν προς τους εναγόμενους έξι διαφορετικές επαύλεις. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση όρων των εν λόγω συμφωνιών δεν πλήρωσαν τις προκαταβολές που αναφέρονται στις συμφωνίες και κατέθεσαν αντίγραφα των συμφωνιών στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Ακολούθως στις 16.11.2007 οι ενάγοντες με επιστολές τους ζήτησαν την πληρωμή των οφειλομένων δόσεων εντός περιόδου 10 ημερών μετά την πάροδο των οποίων τερμάτισαν την ισχύ των συμφωνιών με επιστολές ημερ. 7.12.
- Με την παρούσα αγωγή ζητούνται διάφορες δηλωτικές αποφάσεις καθώς και διάταγμα διαγραφής της κατάθεσης των εν λόγω έγγραφων συμφωνιών καθώς και αξίωση του ποσού που αναφέρεται στην κάθε συμφωνία. Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν παραβεί καμία από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ότι έχουν πληρώσει τις προκαταβολές καθώς και τις προβλεπόμενες από τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δόσεις με μορφή αντιπαροχής και/ή με νόμιμο αντάλλαγμα και οι ενάγοντες κωλύονται από του να ισχυρίζονται το αντίθετο. Ανταπαιτητικώς αξιώνουν απόφαση του Δικαστηρίου για ειδική εκτέλεση των επιδίκων αγοραπωλητηρίων εγγράφων καθώς και εγγραφή των ακινήτων στο όνομα των εναγομένων και άλλα διατάγματα και δηλωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ακολούθησε αίτημα των εναγόντων για λεπτομέρειες με αποτέλεσμα να καταχωρηθούν εκ μέρους των εναγομένων στις 30.12.2008 λεπτομέρειες για τις γενικές αποζημιώσεις ότι αυτές αφορούν απώλεια χρόνου και ταλαιπωρία για τη μετάβαση των διευθυντών των εναγομένων στην Κύπρο για την αγοραπωλησία και τον έλεγχο των εργασιών στα πωλούμενα ακίνητα ενώ οι ειδικές αποζημιώσει ανέρχονται στο ποσό του €1.106.200 ως απώλεια κέρδους που θα λάμβανε η εναγόμενη από πώληση των επαύλεων σε τρίτο πρόσωπο που είχε ήδη συμφωνηθεί η πώληση τους και οι ενάγοντες συμφώνησαν με αυτή. Η υπόθεση ακολούθως ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 16.9.2011 ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης με την κατάθεση δήλωσης εκ μέρους του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας. Ακολούθως ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους και των δύο πλευρών λόγω πρότασης που εξετάζετο για διευθέτηση της υπόθεσης και η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 27.10.
- Την ημέρα εκείνη συμπληρώθηκε η κυρίως εξέταση του μάρτυρα με την κατάθεση όλων των εγγράφων εκ μέρους του, ζητήθηκε αναβολή για αντεξέταση έτσι ώστε να μελετηθούν τα έγγραφα και να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης, κάτι που έγινε στις 31.10.
- Θα εξετάσω πρώτα το κατά πόσο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Στην αγόρευση του ο κ. Γεωργιάδης εισηγείται ότι με βάση τη νομολογία που παρέθεσε η ένορκη δήλωση της Φιλίππου δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία αφού αυτή είναι ταυτόχρονα και δικηγόρος των εναγομένων. Περαιτέρω η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία ή τουλάχιστον στερείται βαρύτητας αφού δεν αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών της. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva και άλλων, Πολ. Έφ. 130/09 ημερ. 29.1.2010 συνοψίζεται η νομολογία που διέπει το θέμα ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036).» Στην παρούσα περίπτωση η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, χωρίς να δίδεται ρητά οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο που η ένορκη δήλωση δεν έγινε από οποιοδήποτε αξιωματούχο ή υπάλληλο των εναγομένων. Έχοντας όμως υπόψη ότι η δικαιολογία που επικαλείται για την υποβολή της αίτησης είναι η «προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης για την προετοιμασία της ακρόασης καθώς και από μελέτη σχετικής υπόθεσης με την παρούσα προέκυψαν νέα στοιχεία ουσιαστικά για την υπεράσπιση του εναγομένου» υπονοείται ότι η ίδια είναι γνώστης των γεγονότων που συναρτώνται με την παρούσα αίτηση. Συνακόλουθα δεν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η ένορκη δήλωση της Φιλίππου αποτελεί μη αποδεκτή μαρτυρία. Σε ότι αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, έχοντας εξετάσει τη παρούσα αίτηση υπό το φως των αρχών που διέπουν το θέμα όπως έχουν διατυπωθεί πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα:
- Οι αιτητές επιζητούν να προσθέσουν ισχυρισμούς περί ύπαρξης συμφωνίας πέραν των συμφωνιών που επικαλούνται και έχουν καταθέσει ως μαρτυρία οι ενάγοντες σε αυτό το προχωρημένο στάδιο που έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης χωρίς να υπάρχει σαφήνεια στις θέσεις τους. Γίνεται επίκληση συμφωνίας χωρίς να καθορίζεται καν κατά πόσο αυτή είναι γραπτή ή προφορική.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αμφισβητείται η ύπαρξη συμφωνίας με αυτή την ημερομηνία και γίνεται επίκληση ύπαρξης γραπτής συμφωνίας σε άλλη ημερομηνία με συμβαλλόμενα μέρη τους ενάγοντες και κάποιο άλλο φυσικό πρόσωπο, υπήκοο και κάτοικο Βρετανίας και τίμημα διαφορετικό που εν πάσει περιπτώσει ματαιώθηκε και ακυρώθηκε, θέση που δεν καταρρίφθηκε από την άλλη πλευρά. Παρ΄ όλο που σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί που γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν στο δικόγραφο ευσταθούν, μπορεί να τους αξιολογήσει στα πλαίσια εξέτασης της ύπαρξης αναγκαιότητας τροποποίησης και των επιπτώσεων που αυτές θα έχουν στην άλλη πλευρά. Στη παρούσα περίπτωση το γεγονός ότι το ένα συμβαλλόμενο μέρος σε αυτή τη συμφωνία δεν είναι διάδικος στην αγωγή, με τη συμπερίληψη της συμφωνίας στα δικόγραφα ενδεχόμενα να απαιτηθεί, πέραν από την καταχώρηση γραπτής απάντησης εκ μέρους των εναγόντων και περαιτέρω εξέτασης του Μ.Ε.1 και προσθήκη νέου διαδίκου, κάτι που θα περιπλέξει την υπόθεση και θα οδηγήσει σε καθυστέρηση της εκδίκασης της κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων.
- Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο, μετά που ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς να δίδεται εξήγηση για ποιο λόγο υπήρξε αυτή η παράλειψη των αιτητών να συμπεριλάβουν στην υπεράσπιση τους ένα τέτοιο θέμα. Οι νέοι ισχυρισμοί αφορούν κατ΄ισχυρισμό ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για ένα μεγάλο ποσό χρημάτων που θα έπρεπε να καταβληθεί από τους ενάγοντες και θα λογιζόταν έναντι της προκαταβολής για την αγορά των επαύλεων. Πρόκειται για ένα σοβαρό και εκ πρώτης όψεως όχι απλό θέμα για το οποίο απαιτείται να δοθεί κάποιος λόγος γιατί διέλαθε της προσοχής των αιτητών. Και μάλιστα αυτό να συμβαίνει σε μίαν υπόθεση όπου προβάλλονται ισχυρισμοί στην υπεράσπιση περί καταβολής της προκαταβολής με νόμιμο αντάλλαγμα και επίσης πέραν των δικογράφων δόθηκαν και λεπτομέρειες των αποζημιώσεων που ζητούσαν οι αιτητές με την ανταπαίτηση τους. Η απουσία εξήγησης για τέτοιου είδους παράλειψη φθάνει τα όρια της κακοπιστίας.
- Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εγείρονται νέα θέματα καθιστώντας το άδικο για τους ενάγοντες σε αυτό το στάδιο όπου έχουν δώσει το κύριο μέρος της μαρτυρίας τους να είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τέτοιας έκτασης και σοβαρότητας νέους ισχυρισμούς. Βέβαια στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το θέμα αποδεκτότητας μαρτυρίας σε συνάρτηση με την ισχυριζόμενη συμφωνία που γίνεται προσπάθεια προσθήκης με την αιτούμενη τροποποίηση. Ανεξάρτητα όμως από αυτό το θέμα, θεωρώ ότι οι επιπτώσεις από την έγκριση του αιτήματος είναι τέτοιες που οι ενάγοντες δεν μπορούν να αποζημιωθούν με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Πέραν της καθυστέρησης που θα επιφέρει η τυχόν τροποποίηση με την καταχώριση περαιτέρω απάντησης από τους ενάγοντες θα επεκταθούν τα επίδικα θέματα και θα γίνουν πιο πολύπλοκα, ενώ παράλληλα ενδεχόμενα να χρειαστεί προσθήκη διαδίκου. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο