Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου ν. Γεώργιου Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 3303/07, 15.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3303/07 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου από το Πολέμι Εναγόντων - και - Γεώργιου Γρηγορίου από το Πολέμι Εναγομένου --------------------- Ημερομηνία: 15.11.2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Παύλου για κ. Χριστάκη Λουκά (κος Μ. Λουκά κατά την απόφαση) Για τον Εναγόμενο: κα Σ. Χ"Νεοφύτου για κ. G. Hadjineophytou & Co LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση είναι συνεργατική εταιρεία (στο εξής η Συνεργατική) σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, προβαίνει σε παροχές δανείων, ανοίγματα και διατήρησης λογαριασμών σε μέλη της, εκδίδει δε τραπεζικές επιταγές. Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο προς την αγωγή ήταν πελάτης των εναγόντων. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων, ότι Γραμματέας της Συνεργατικής κατά την επίδικη περίοδο ήταν ο Χριστάκης Ιωάννου, ο οποίος καταδικάστηκε σε φυλάκιση λόγω καταχρήσεων που διέπραξε σε βάρος των συμφερόντων των εναγόντων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Περί τον Μάρτιο του 2002 ο πιο πάνω Γραμματέας των εναγόντων και/ή μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους ενάγοντες, αλλά σε γνώση του εναγόμενου, παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή έγκριση από τους ενάγοντες, παραχώρησε εικονικό δάνειο και/ή πίστωση, και/ή άνοιξε εικονικό λογαριασμό σε ονόματα ανυπάρκτων προσώπων τα οποία ουδέποτε υπέγραψαν οποιαδήποτε έγγραφα ή δάνειο. Επίσης τον Μάρτιο του 2002 ο εν λόγω Γραμματέας και/ή άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, εν γνώσει όμως του εναγόμενου, δόλια και παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε αιτία ή αντιπαροχή εκ μέρους του εναγομένου, εξέδωσε και παρέδωσε στο όνομα του τελευταίου, την τραπεζική επιταγή με αριθμό 02544257 η οποία χρεώθηκε σε ανύπαρκτο και/ή εικονικό λογαριασμό. Η πιο πάνω επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου στην Τράπεζα Κύπρου, και εισπράχθηκε χωρίς να έχει δώσει στους ενάγοντες οποιαδήποτε εξασφάλιση της και/ή χωρίς να είναι κάτοχος για αξία. Είναι η θέση των εναγόντων ότι ουδέποτε εξουσιοδότησαν ή ενέκριναν ή έδωσαν εντολή στο Γραμματέα τους ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να συμπληρώσει, εκδώσει, και παραδώσει την αναφερόμενη επιταγή στον εναγόμενο, διότι δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση, οφειλή ή ευθύνη απέναντί του. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω ο εναγόμενος εξασφάλισε με δόλιο και απατηλό τρόπο και/ή με κακή πίστη και/ή ήταν γνωστό σ΄ αυτόν ότι ο τίτλος επί της επιταγής ήταν ελαττωματικός. Στην έκθεση απαίτησης δίνονται λεπτομέρειες των πιο πάνω αποδιδόμενων συμπεριφορών στον εναγόμενο. Με την επίδικη επιταγή ισχυρίζονται οι ενάγοντες έχει εξοφληθεί χρέος τρίτου προσώπου έναντι του οποίου η Συνεργατική ουδέποτε είχε οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη, κυρίως όμως οι ενάγοντες δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα, συνεπώς η επιταγή είναι εξ΄ αρχής άκυρη και μη δεσμευτική. Ο εναγόμενος με την είσπραξη της επιταγής πήρε χρήματα που δεν δικαιούταν και/ή χρήματα πληρωθέντα από λάθος, επομένως οφείλει να επιστρέψει και να αποκαταστήσει τη ζημιά στους ενάγοντες. Συνακόλουθα πιο πάνω οι ενάγοντες διεκδικούν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.445,00 πλέον τόκους 9% από 04.03.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος αποδέχεται ότι παρέλαβε μια τραπεζική επιταγή των εναγόντων από τον Χριστάκη Ιωάννου, έναντι όμως καλού και νόμιμου ανταλλάγματος και δεν γνώριζε τις αναφερόμενες από τους ενάγοντες σχέσεις τους και με τον Χριστάκη Ιώαννου. Είναι επίσης η θέση του ότι δεν χρειαζόταν να υπάρχει ευθύνη των εναγόντων απέναντι του, ως εκ τούτου καλώς έχει εξαργυρωθεί η επίδικη επιταγή η οποία παραδόθηκε σε αυτόν έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ενόψει των πιο πάνω ισχυρισμών του ζητά την απόρριψη της αγωγής πλέον έξοδα. Στην απάντησή στην Υπεράσπιση του εναγομένου, οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό, ότι ο εναγόμενος ευθύνεται για τη ζημά τους και ως εκ τούτου οφείλει το αξιούμενο ποσό προς τους ενάγοντες. Για την απόδειξη της αξίωσης τους οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει ως μάρτυρα τη Χριστιάνα Ηλιάδου, νυν γραμματέα τους, η οποία αντικατέστησε το Χριστάκη Ιωάννου (πρώην γραμματέα τους). Ως μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο εναγόμενος. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθηκαν ως τεκμήρια τα πιο κάτω έγραφα: Τεκμήριο 1 Έγγραφο με τίτλο Χρεωστικό γραμμάτιο Τεκμήριο 2 Επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.2.445,00 με αύξοντα αριθμό 02544257 Τεκμήριο 3 Έγγραφο με τίτλο Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 4 Απόδειξη πληρωμής της Σ.Π.Ε. Πολεμίου για το ποσό των Λ.Κ.2.445,00 Τεκμήριο 5 Στοιχεία δανείου επ΄ ονόματι των Νεοφύτου Ανδρέα και Νεόφυτου Νεοφύτου Τεκμήριο 6 Επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 23.05.2007 προς εναγόμενο Τεκμήριο 6(α) Έντυπο Τ.Υ.23 του ταχυδρομείου και απόδειξη αποστολής Τεκμήριο Α Γραπτή Δήλωση της Μ.Ε.1 ως μέρος της κύριας εξέτασης της Κατά τη μαρτυρία της η μάρτυρας των εναγόντων (στο εξής Μ.Ε.) Χριστίνα Ηλιάδου, αναφέρθηκε στο ιστορικό που οδήγησε στην αντικατάσταση του Χριστάκη Ιώαννου, πρώην γραμματέα των εναγόντων, καθήκοντα τα οποία ασκεί αυτή σήμερα. Αναφέρθηκε στην επίδικη επιταγή η οποία, ως φαίνεται από τα αρχεία της Συνεργατικής, χρεώθηκε σε ανύπαρκτο λογαριασμό των εναγόντων. Μέσα από τα στοιχεία που προέκυψαν κατόπιν έρευνας που διατάχθηκε, οι ενάγοντες ουδέποτε εξουσιοδότησαν ή έδωσαν εντολή στον πρώην Γραμματέα τους, Χριστάκη Ιωάννου, να εκδώσει και να παραδώσει την επίδικη επιταγή στον εναγόμενο. Όπως εξήγησε, για να εκδοθεί μία τραπεζική επιταγή, με βάση την ακολουθούμενη τραπεζική πρακτική, πρέπει μεταξύ άλλων ο πελάτης ο οποίος ζητά την έκδοση της, είτε να διαθέτει χρήματα σε λογαριασμό της Συνεργατικής, η οποία με τη σειρά της χρεώνει το λογαριασμό του πελάτη με την αξία της επιταγής, είτε να καταθέσει το αντίστοιχο ποσό της επιταγής στο λογαριασμό των εναγόντων ή ακόμη να δανειστεί χρήματα από αυτούς δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Ακόμη είπε ότι οι ενάγοντες μπορούν να δώσουν τραπεζική επιταγή είτε για να εξοφλήσουν γραμμάτιο εμπρόθεσμης κατάθεσής του πελάτη, είτε για να πληρώσουν το πιστωτικό υπόλοιπο οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού πελάτη. Ήταν η θέση της ότι δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής και η οποία παραδόθηκε στον εναγόμενο, συνεπώς δεν υπήρχε νόμιμη αιτία ή αντάλλαγμα για την έκδοση της. Στη μαρτυρία του ο εναγόμενος εξήγησε ότι την επίδικη για την αγωγή περίοδο διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων Ποδοσφαιρικών Αγώνων Κύπρου (ΟΠΑΠ) στο χωριό Πολέμι της επαρχίας Πάφου, ένας από τους πελάτες του, ήταν ο Χριστάκης Ιωάννου, τότε γραμματέας της Συνεργατικής Πολεμίου. Περί το Μάρτιο του 2002 ο τελευταίος έκδοσε και παρέδωσε σ΄ αυτόν μία τραπεζική επιταγή αξίας Λ.Κ.2.445,00 για να παίξει παιχνίδια-στοιχήματα στο πρακτορείο του, και ως εκ τούτου τον πλήρωσε για αυτό που έπαιξε. Την εν λόγω επιταγή την κατέθεσε σε λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ειδικά και αποκλειστικά για να προβαίνει σε πληρωμές και αναλήψεις για λογαριασμό του ΟΠΑΠ. Ήταν κατηγορηματικός πως ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή για επιστροφή της αξίας της επίδικης επιταγής από τους ενάγοντες, για πρώτη φορά περιήλθε σε γνώση του ο ισχυρισμός για ύπαρξη εικονικών λογαριασμών ή περί λογαριασμών ανύπαρκτων προσώπων, όταν καταχωρήθηκε η αγωγή εναντίον του. Η επιταγή του παραδόθηκε από τον Χριστάκη Ιώαννου, παρέλαβε δε αυτήν καλόπιστα, αφού ήταν δεόντως υπογραμμένη και αυτός δεν είχε πρόθεση να καταδολιεύσει ή να ξεγελάσει τους ενάγοντες. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι την επιτυχία ή αποτυχία της αγωγής αντίστοιχα. Ειδικότερα ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων ανέπτυξε τη θέση πως στην παρούσα υπόθεση, παρά τα όσα ισχύουν περί της αδυναμίας ενστάσεων ενός εκδότη έναντι ενός καλόπιστου κομιστή επιταγής, ο εναγόμενος δεν κατέστηκε κομιστής αλλά ήταν ο αρχικός διακιούχος, συνεπώς η Συνεργατική, ως εκδότης έχει δικαίωμα να εγείρει ενστάσεις έναντι του. Έγινε εκτενής ανάλυση των ζητημάτων που εγείρονται λόγω της πιο πάνω εισήγησης. Τονίστηκε η άποψη πως έστω και αν πρόκειται για τραπεζική επιταγή (Banker´s draft) και όχι συνήθη επιταγή, πάλι ισχύουν οι κανόνες που τέθηκαν προς όφελος των εκδοτών. Εφ΄ όσον διαφάνηκε κατά τη δίκη ότι ο εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους ενάγοντες, και οι τελευταίοι δεν του όφειλαν οτιδήποτε ώστε να του δώσουν ως αντάλλαγμα οφειλής ή υποχρέωσης, η επίδικη επιταγή είναι άκυρη λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό της επίδικης επιταγής, αφού με αυτήν εξοφλήθηκε χρέος τρίτου προσώπου. Έγινε δε επίκληση για εφαρμογή της αγγλικής απόφασης Oliver v. Davis
(1949)2 K.B. 727 με την οποία διακηρύχθηκε η αρχή ότι επιταγή που εκδίδεται για πληρωμή χρέους τρίτου δεν γεννά αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου προέβαλε τη θέση πως, λανθασμένα οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημίωση από τον εναγόμενο για χρέωση λογαριασμού ανύπαρκτων προσώπων, αφού γι΄ αυτό το αποτέλεσμα ευθύνεται ο πρώην γραμματέας τους. Θα έπρεπε ως εκ τούτου να στραφούν εναντίον του και όχι να στρέφονται εναντίον του καλόπιστου και ανυποψίαστου τρίτου - εναγόμενου. Στην παρούσα υπόθεση ο πρώην γραμματέας - Χριστάκης Ιωάννου δέσμευε τους ενάγοντες και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής ήταν εκτός των σκοπών της εταιρείας. Επικαλούμενη η συνήγορος του εναγόμενου το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 σημείωσε ότι καμία μαρτυρία προσάχθηκε η οποία να αποδεικνύει δόλο ή βία ή εξαναγκασμό ή άλλη παρανομία εκ μέρους του εναγόμενου, συνεπώς καλόπιστα δόθηκε αξία στην επιταγή. Αναφορικά με τη θέση των εναγόντων ότι, το ποσό της επίδικης επιταγής θα πρέπει να επιστραφεί στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και των διατάξεων του άρθρου 70 του Κεφ. 149, η εισήγηση ήταν πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής τέτοιας διάταξης καθ΄ ότι υπήρξε ρητή απαίτηση για καταβολή χρημάτων. Επίσης είναι η θέση του εναγόμενου ότι οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η πληρωμή έγινε εκ λάθους. Συνακόλουθα των πιο πάνω ζητήθηκε η απόρριψη της αγωγής με έξοδα προς όφελος του εναγόμενου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε., νυν γραμματέας της Σ.Π.Ε. Πολεμίου, άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Ήταν πρόθυμη και θετική κατά τις απαντήσεις της μεταφέροντας με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα βέβαια από τους φακέλλους των εναγόντων γύρω από την επίδικη επιταγή και γενικότερα από την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά στα γεγονότα που αναφέρθηκε η Μ.Ε. και τα οποία προκύπτουν από εξ΄ ακοής μαρτυρία, ήτοι τις διάφορες αναφορές μέσα από έγγραφα τα οποία περιήλθαν σε γνώση της επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ότι μεταφέρθηκαν με ειλικρίνεια, άλλωστε μέρος αυτών προκύπτει και από τα τεκμήρια που έχει παρουσιάσει. Δεν γίνεται ωστόσο αποδεκτή η θέση ή άποψη της, η οποία δεν άπτεται των γεγονότων αλλά γνώμης, πως ο εναγόμενος γνώριζε περί των πράξεων του πρώην γραμματέα των εναγόντων, και τούτο επειδή ως ανέφερε ο εναγόμενος παρέλαβε την επίδικη επιταγή χωρίς να είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με τους ενάγοντες. Η γνώμη αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθ΄ ότι, δεν στηρίζεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο μαρτυρίας. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πλήρως τη μαρτυρία της παρά το γεγονός ότι την κρίνει αξιόπιστη, αποδέχεται όμως την υπόλοιπη μαρτυρία της. Αναφορικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι είναι μάρτυρας της αλήθειας, ήταν συνεπής και σταθερός στη μαρτυρία του. Δεν παρατηρούνται στοιχεία κλονισμού στη μαρτυρία του, ήταν αυθόρμητος και αφηγηματικός, εξηγώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δέχθηκε καλόπιστα την επιταγή που του παρέδωσε ο Χριστάκης Ιωάννου, πρώην γραμματέας των εναγόντων. Είναι γεγονός βέβαια πως ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες ως προς τα παιχνίδια που είχε στοιχηματίσει ο Χριστάκης Ιωάννου, ως ήταν και η θέση του, στοιχείο το οποίο επισημαίνει η πλευρά των εναγόντων υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει για το λόγο αυτό να κριθεί αξιόπιστος ο μάρτυρας κρίνεται όμως ότι έδωσε ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν υπάρχουν σήμερα τα δελτία τα οποία συμπλήρωσε ο Χριστάκης Ιωάννου αφού αυτά καταστράφηκαν και δεν μπορούσε να τα παρουσιάσει, θέση που δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον κρίνεται πως δεν ήταν αναμενόμενο για το μάρτυρα να θυμάται ποια παιχνίδια έπαιξε ακριβώς ο Χριστάκης Ιωάννου κατά τη συγκεκριμένη μέρα, έχουν περάσει 9 χρόνια και δεν θα ήταν φρόνιμο για το Δικαστήριο να χρεώσει με αναξιοπιστία το μάρτυρα διότι δεν θυμόταν τέτοιες λεπτομέρειες, μάρτυρας ο οποίος γενικά άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο με την όλη παρουσία του. Περαιτέρω ο μάρτυρας έστω ρητορικά διερωτόμενος προς τι η πληρωμή τέτοιου ποσού προς αυτόν, εφ΄ όσον δεν αφορούσε στοιχήματα ως του υποβλήθηκε, ουσιαστικά προκάλεσε την πλευρά των εναγόντων να δώσει κάποια εξήγηση με υποβολή, που να κλονίσει τη θέση του, πλην όμως δεν υπήρξε τέτοια υποβολή, παρά μόνο του υποβλήθηκε ότι γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, οι επιταγές απ΄ ευθείας από τράπεζες εκδίδονται μόνο όπου το πρόσωπο που δέχεται την επιταγή έχει λογαριασμό στην τράπεζα. Δεν του εξηγήθηκε όμως γιατί έπρεπε να γνωρίζει κάτι τέτοιο. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, έχουν ως ακολούθως: Ο εναγόμενος τον Μάρτιο του 2002 διατηρούσε πρακτορείο στοιχημάτων με άδεια του ΟΠΑΠ Κύπρου στο χωριό Πολέμι της επαρχίας Πάφου. Ένας εκ των τακτικών πελατών του υπήρξε και ο πρώην γραμματέας των εναγόντων (ΣΠΕ Πολεμίου) Χριστάκης Ιωάννου. Περί τις 04.03.2002 ο Χριστάκης Ιωάννου επισκέφθηκε το πρακτορείο του εναγόμενου συμπληρώνοντας δελτία συμμετοχής στοιχημάτων τα οποία ήταν αξίας Λ.Κ.2.445,00 και ο εναγόμενος πληρώθηκε για την αξία των στοιχημάτων με ισάξια επιταγή της ΣΠΕ Πολεμίου την οποία του παρέδωσε ο Χριστάκης Ιωάννου ο οποίος ήταν και ο Γραμματέας της ΣΠΕ. Την εν λόγω επιταγή ο εναγόμενος την κατέθεσε σε ξεχωριστό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς λειτουργίας του πρακτορείου του οπότε εισέπραξε αργότερα την προμήθεια του όταν ξεκαθαρίστηκε αυτή από τον ΟΠΑΠ. Είναι επίσης εύρημα ότι η επίδικη επιταγή των Λ.Κ.2.445,00 εκδόθηκε από την ΣΠΕ Πολεμίου με την υπογραφή του Χριστάκη Ιωάννου και χρεώθηκε λογαριασμός ανύπαρκτων προσώπων και/ή πελατών των εναγόντων. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος γνώριζε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η επιταγή των Λ.Κ.2.445,00 η οποία του παραδόθηκε από τον Χριστάκη Ιωάννου ή ακόμη ότι γνώριζε περί λογαριασμού ανύπαρκτων προσώπων στη Συνεργατική (ΣΠΕ Πολεμίου). Τέλος είναι εύρημα ότι ο πρώην γραμματέας των εναγόντων, Χριστάκης Ιωάννου, αντικαταστάθηκε με την Μ.Ε. Χριστίνα Ηλιάδου από τα καθήκοντα του λόγω ατασθαλιών και παρατυπιών, και αφού διεξάχθηκε σχετική έρευνα. Δεν προκύπτουν όμως στοιχεία ότι μέσα στις παρατυπίες ή καταχρήσεις εξετάστηκε και η επίδικη περίπτωση. Νομική πτυχή: Λαμβανομένης υπόψη της αιτίας-βάσης της αγωγής των εναγόντων, το Δικαστήριο οφείλει να παρατηρήσει, στο παρόν στάδιο, πως τα όσα πολύ ενδιαφέροντα αναφέρει στη λεπτομερή αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αναφορικά με την επίδικη επιταγή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθ΄ ότι προϋποθέτουν σενάριο πολύ διαφορετικών γεγονότων από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τούτο διότι ο εναγόμενος έχει ήδη εισπράξει την αξία της επίδικης επιταγής, η δε βάση αγωγής είναι ο δόλος και η απάτη με τον οποία κατ΄ ισχυρισμό ενήργησε ο εναγόμενος και εισέπραξε την αξία της επιταγής. Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιπλέον, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες, να αποδείξουν δηλαδή τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Έχοντας κατά νου τη μορφή που έχει η απαίτηση των εναγόντων αλλά και τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, τόσο μέσα από τα δικόγραφα αλλά και μέσα από τη μαρτυρία και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνεται ορθό στο στάδιο αυτό να αναφερθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 149 προκειμένου να στοιχειοθετηθεί απάτη προϋποτίθεται η σύναψη σύμβασης με σκοπό την εξαπάτηση του αντισυμβαλλόμενου. Συμπεράσματα Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, και ειδικότερα την απουσία ευρημάτων ότι, ο εναγόμενος γνώριζε οτιδήποτε ως προς τον τρόπο ή τις συνθήκες που ο Χριστάκης Ιωάννου εξασφάλισε την επιταγή την οποία του παρέδωσε, κρίνεται ότι αυτός την παρέλαβε καλή τη πίστη και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος για την αξία των στοιχημάτων που ο Γραμματέας των εναγόντων έπαιξε στο πρακτορείο του. Συνακόλουθα κρίνεται ότι η αγωγή των εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία καθ΄ ότι καθίσταται σαφές ότι καμία λεπτομέρεια δόλου ή απάτης από τις προβαλλόμενες στην έκθεση απαίτησης είναι δυνατό να αποδειχθεί. Περαιτέρω κρίνεται πως τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση δεν δικαιολογούν συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος όφειλε να γνωρίζει τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής από τους ενάγοντες. Κρίνεται επομένως πως δεν είναι δικαιολογημένο με βάση τα ευρήματα της υπόθεσης, να φέρει οποιαδήποτε νομική ευθύνη ο εναγόμενος για όποια λάθη ή ατασθαλίες έχουν συμβεί στις τάξεις των εναγόντων ή από συμπεριφορές των υπαλλήλων ή εκπροσώπων τους. Δεν ήταν δυνατό αλλά ούτε και αναμενόμενο να γνωρίζει ο εναγόμενος τις διαδικασίες έκδοσης τραπεζικής επιταγής από τους ενάγοντες. Τέλος όσον αφορά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού που εγείρουν οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους, αλλά και τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούταν ή κατά λάθος, κρίνεται πως εφ΄ όσον ο εναγόμενος εισέπραξε τα χρήματα της επιταγής καλή τη πίστη και στη βάση ανταλλάγματος που έδωσε στον Χριστάκη Ιωάννου, δεν μπορούν να επιτύχουν τέτοιες βάσεις αγωγής. Εν πάση όμως περιπτώσει, έστω κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ήθελε κριθεί ότι ο εναγόμενος κατέστηκε αδικαιολόγητα πλουσιότερος, αυτός σύμφωνα με τα ευρήματα δεν κατέστηκε πλουσιότερος για το ποσό των Λ.Κ.2.445,00 το οποίο αξιώνουν οι ενάγοντες, αφού αυτό το ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό που εισέπραττε χρήματα ο ΟΠΑΠ και ο εναγόμενος πήρε κάποια προμήθεια το ύψος της οποίας δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα σημειώνονται τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ειρήνη Πιτζιολή ν. Α. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1432 μέσα από τα οποία προκύπτει ότι ο αθέμιτος πλουτισμός δικαιολογεί αποκατάσταση κυρίως στα θέματα οιωνεί συμβάσεων, αλλά περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις συμβάσεων, αδικοπραξιών και περιπτώσεων δικαίου επιείκειας. Στην παρούσα υπόθεση όπως έχει διαφανεί ο εναγόμενος δεν είχε άμεση επαφή ή νομική σχέση με τους ενάγοντες. Εν΄ όψει όλων των πιο πάνω η αγωγή των εναγόντων δεν δύναται να επιτύχει, απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Δ. Ι. Κίτσιος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Αστικά αδικήματα - Δόλος - Απάτη για είσπραξη επιταγής - Απόρριψη αγωγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο