Ηρακλή Παναγιώτη κ.α. ν. Βρυώνας Χριστούδια, Αρ. Αγωγής: 1334/2007, 30 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Τάσου Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1334/2007 1.Ηρακλή Παναγιώτη, από το Αναβαργός, 2.Στέλλας Virdi, από την Τάλα,υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστές της Κληρονομιάς του Χαράλαμπου Παναγιώτου, προηγούμενα από την Πάφο, αποβιώσαντα. Εναγόντων και Βρυώνας Χριστούδια, από την Πάφο Εναγόμενης Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Γεωργιάδης, για να ακούσει την απόφαση γι αυτόν κα Πατσαλίδου. Για Εναγόμενο: κα Θεοφάνους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα Αγωγή αφορά σε απαίτηση για Αποζημιώσεις συνεπεία θανατηφόρου αυτοκινητικού δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 11/12/2005 περί ώρα 17.25 στην Λεωφόρο Δημοκρατίας, στην Πάφο, όταν ο θανών Χαράλαμπος Παναγιώτου (από τώρα και στο εξής καλουμένου «ο αποβιώσας»), προσπάθησε να διασταυρώσει πεζός την εν λόγω οδό. Ήτοι στην προσπάθεια του αποβιώσαντα να διασταυρώσει την εν λόγω οδό, υπό συνθήκες που είναι αμφισβητούμενες, κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ 329 που κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε η Εναγόμενη. Αυτό είχε σαν συνέπεια τον τραυματισμό του αποβιώσαντος ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και απεβίωσε από αμφισβητούμενα αίτια θανάτου, στις 17/12/
- Η αξίωση δε των Εναγόντων υπό την ιδιότητα τους σαν οι Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος εναντίον της Εναγομένης είναι: (α) Δυνάμει του άρθρου 58 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.149 αποζημιώσεις: (ι) Προς όφελος της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος, λόγω απώλειας. (ιι) Προς όφελος της συζύγου του αποβιώσαντος, λόγω εξάρτησης της από αυτόν. (ιιι) Προς όφελος της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος, €854,00 (ήτοι Λ.Κ.500.00), αναφορικά με έξοδα κηδείας. (β) Δυνάμει του άρθρου 34 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 192, αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος: (ι) €3.037,89 (ήτοι Λ.Κ.1778.00) αναφορικά με έξοδα κηδείας και διαχείρισης της κληρονομιάς του αποβιώσαντος. (ιι) Για πόνους, βάσανα και ταλαιπωρίες που ο αποβιώσας είχε υποστεί από τον τραυματισμό μέχρι τον θάνατο του και/η γενικές και/η ειδικές αποζημιώσεις. (γ) Τόκους δυνάμει του άρθρου 58 Α, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.149 και/η Νόμιμους Τόκους. (δ) Έξοδα και Φ.Π.Α. ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και κατ΄ επέκταση το θάνατο του Χαράλαμπου Παναγιώτου φέρει η Εναγόμενη. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη οδηγώντας αμελώς στην Λεωφόρο Δημοκρατίας στην Πάφο με κατεύθυνση προς την οδό Αναβαργού και σε σημείο με οδικό φωτισμό, κτύπησε τον αποβιώσαντα ο οποίος προσπάθησε να διασταυρώσει τον δρόμο τραυματίζοντας τον. Αποτέλεσμα του τραυματισμού του αποβιώσαντα ήταν αυτός να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου κρατήθηκε για νοσηλεία και στις 17/12/2005, μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού του συστήματος να αποβιώσει από καρδιοαναπνευστική ανακοπή ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη στην έκθεση Υπεράσπισης της αρνούμενη οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα, επιρρίπτει την ευθύνη στον αποβιώσαντα ισχυριζόμενη ότι αυτός στην προσπάθεια του να διασταυρώσει την Λεωφόρο Δημοκρατίας από αριστερά προς δεξιά, σύμφωνα με την πορεία της και από σημείο που δεν ήταν ορατός, τρέχοντας και / η βιαστικά εκθέτοντας τον εαυτόν του σε κίνδυνο επέπεσε επι του αυτοκινήτου που αυτή οδηγούσε, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ακόμη ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος ο οποίος επήλθε πέντε ημέρες μετά τον τραυματισμό του, δεν ήταν αποτέλεσμα και δεν προεκλήθηκε από τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες που υπέστηκε στο επίδικο δυστύχημα αλλά αυτός οφείλεται σε σε αίτια άλλα. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Πρίν τον ορισμό της παρούσας υπόθεσης για ακρόαση και κατόπιν που καταχωρήθηκαν ειδοποιήσεις από πλευράς Εναγόντων για παραδοχή Εγγράφων και Γεγονότων στις 22/1/2008, η Εναγόμενη δια της συνηγόρου της προέβει σε παραδοχή Εγγράφων και Γεγονότων ως η Ειδοποίηση προς τούτο που καταχώρησε στις 17/3/
- Σε αυτήν παραδέχεται ως αποδεκτό το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του ιατρού Γ. Χριστοδούλου ημερομ. 15/5/2007 και τα Έγγραφα: · απόδειξη πληρωμής Λ.Κ.50,00 (€84,50) για την Αστυνομική Έκθεση. · Αστυνομική Έκθεση ημερομ.2/8/
- · Απόδειξη πληρωμής Λ.Κ.28,00 (€47,84) για την έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού. · Το ιατρικό πιστοποιητικό του ιατρού Γ. Χριστοδούλου ημερομ. 15/5/2007 Επίσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν και έχουν γίνει Παραδεκτά Γεγονότα για σκοπούς της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης τα πιο κάτω:
- Τα έξοδα κηδείας συμφωνούνται στο ποσό των €855,
- Τα έξοδα πιστοποιητικών αστυνομικής έκθεσης και ιατρικών πιστοποιητικών συμφωνούνται στο ποσό των €171,
- Τα έξοδα διαχείρισης συμφωνούνται στο ποσό των €1.500,
- Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος προήλθε συνεπεία του επίδικου αυτοκινητιστικού δυστυχήματος τότε οι γενικές αποζημιώσεις συμφωνούνται στο ποσό των €1.700,
- Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος δεν ήταν συνεπεία και απόρροια των τραυμάτων τα οποία είχε υποστεί στο επίδικο αυτοκινητιστικό δυστύχημα αλλά από άλλο λόγο και αιτία, τότε οι γενικές αποζημιώσεις συμφωνείται ότι θα είναι €1.000,
- Επίσης είναι παραδεκτό ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος για σκοπούς αποζημιώσεων λόγω απώλειας συνεπεία του θανάτου, είναι τα πιο κάτω πρόσωπα: - Μαρία Καρμέλα Παναγιώτου, σύζυγος του αποβιώσαντος. - Κατερίνα Παναγιώτου, θυγατέρα του αποβιώσαντος. - Στέλλα Virdi Josef Παναγιώτου, θυγατέρα αποβιώσαντος. - Josef Παναγιώτου, γιος αποβιώσαντος. - Ηρακλής Παναγιώτου, γιος αποβιώσαντος.
- Ακόμα γίνεται παραδεκτό ότι το ύψος του ποσού που η σύζυγος του αποβιώσαντος δικαιούται να λάβει σαν αποζημίωση για την απώλεια του συζύγου, την ψυχική οδύνη (bereavement), σε περίπτωση που αποδεχθεί το Δικαστήριο ότι ο θάνατος αυτού προήλθε συνεπεία του επίδικου αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, συμφωνείται για το ποσό των €17.100,
- Επίσης ότι η εναγομένη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ENN
- Aφήνοντας ούτω προς εκδίκαση: · το ζήτημα της ευθύνης και τυχόν συντρέχουσας αμέλειας, · την αιτία θανάτου του αποβιώσαντος, · της εξάρτησης της συζύγου του αποβιώσαντος και του ύψους του ποσού που αυτή τυχόν δικαιούται, και · των τόκων. Περαιτέρω η συνήγορος της Εναγομένης δήλωσε ξανά ότι είναι αποδεκτή μαρτυρία για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που κατέθεσε ο Μ.Ε.
- Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω στο σημείο αυτό, ότι το ζήτημα για το ποία πρόσωπα δικαιούνται αποζημιώσεις λόγω απώλειας οικείου (bereavement), ρυθμίζεται Νομοθετικά, ήτοι από το άρθρο 58, εδάφια 8 (α) και (β), του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Συνεπώς ότι και αν έχουν δηλώσει τα μέρη εάν και εφόσον αυτό δεν συνάδει με την ρητή πρόνοια του Νόμου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν τρείς μάρτυρες. Σαν Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγων αριθμός 1, σαν Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Αστυφύλακας 2970 Ματθαίος Ματθαίου και σαν Μ.Ε.3 κατέθεσε ο ιατρός Δρ. Γιαννάκης Χριστοδούλου. Οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν επίσης τα Τεκμήρια: · Ο Μ.Ε.1 το Τεκμήριο Έγγραφο Α, το Τεκμήριο 1, το Τεκμήριο 2 και το Τεκμήριο
- · Ο Μ.Ε.2 το Τεκμήριο 4, το Τεκμήριο 5, το Τεκμήριο 6, το Τεκμήριο 7, το Τεκμήριο Α για Αναγνώριση, το Τεκμήριο Β για Αναγνώριση και το Τεκμήριο Γ για Αναγνώριση, το οποίο μεταγενέστερα αναγνωρίστηκε από τον Μ.Ε.3 και έγινε Τεκμήριο
- · Ο Μ.Ε.3, το Τεκμήριο 8 και αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο Γ για Αναγνώριση, το Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη κάλεσε σαν Μ.Υ.1 τον κ. Ιωάννη Κωνσταντίνου και σαν Μ.Υ.2 κατέθεσε η ίδια προσωπικά. Κατά τη διάρκεια δε της μαρτυρίας των αυτοί κατέθεσαν σαν τεκμήρια ο μέν Μ.Υ.1 το Τεκμήριο Έγγραφο Β, η δε Εναγόμενη το Τεκμήριο Έγγραφο Γ. MΑΡΤΥΡΙΑ Όλη η μαρτυρία και τα όσα οι μάρτυρες των Εναγόντων και της Εναγομένης έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά, έχουν μελετηθεί και εξετασθεί στο σύνολο τους και γι αυτό δεν κρίνω σκόπιμο αλλά ούτε και θεμιτό να επαναληφθούν αυτολεξεί. Για τις ανάγκες όμως της παρούσας και μετά από μία ενδελεχή εξέταση και σταχυολόγηση της μαρτυρίας, παραθέτω από αυτήν τα πιο κάτω: Ο Μάρτυρας Εναγόντων 1 (Μ.Ε.1), στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Α. Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Ε.1 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Περαιτέρω απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε: · Ότι ο ίδιος και η κα Στέλλα Virdi είναι οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα τους δυνάμει διατάγματος διορισμού τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος με τη σύμφωνη γνώμη της συνηγόρου της Εναγομένης κατέθεσε ο Μ.Ε.1 σαν Τεκμήριο
- Περαιτέρω η συνήγορος της Εναγομένης δήλωσε ότι είναι αποδεκτή μαρτυρία για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- · Ότι ο αποβιώσας πατέρας του λάμβανε δύο συντάξεις πέραν των €684,00, την μία εκ των οποίων λάμβανε από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας και προς τούτο κατέθεσε σχετική βεβαίωση η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
- Από αυτήν προκύπτει ότι για την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2005 ο αποβιώσας έλαβε σύνταξη γήρατος ύψους Λ.Κ.3.424,46 ήτοι €5.851,
- · Επίσης κατέθεσε σαν Τεκμήριο 3 χωρίς ένσταση αντίγραφο κατάστασης τραπεζικού λογαριασμού με αριθμό 0669-05-027523-0 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ στο όνομα του αποβιώσαντος. · Ότι επειδή ο πατέρας του δούλευε για πάρα πολλά χρόνια στην Αγγλία έπαιρνε σύνταξη και από την Αγγλία. Στην αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ανέφερε μεταξύ άλλων, απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της Εναγομένης τα εξής: Ότι ο αποβιώσας πατέρας του μαζί με τη μητέρα του ζούσαν μαζί στην Αγγλία για 25 περίπου χρόνια δουλεύοντας και οι δύο μαζί σε υπεραγορά, η οποία ανήκε στον πατέρα του. Ότι η μητέρα του λαμβάνει σύνταξη από την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να είναι σίγουρος όμως, ύψους €300,00 μηνιαίως. Εκτός δε από αυτή τη σύνταξη μετά το θάνατο του πατέρα του η μητέρα του δεν παίρνει δεύτερη σύνταξη. Σε ερώτηση τι εννοούσε λέγοντας ότι «εξ όσων γνωρίζει» δεν παίρνει σύνταξη η μητέρα του, απάντησε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ξέρει τίποτε άλλο για τα λεφτά που παίρνει. Παίρνει όμως λεφτά από ενοίκιο για ένα κατάστημα το οποίο ενοίκιο είναι €750,00 μηνιαίως. Συμφώνησε δε ότι η μητέρα του εξακολουθεί να λαμβάνει τη σύνταξη που έπαιρνε πριν από το θάνατο του πατέρα του και πρόσθετα το εν λόγω ενοίκιο, το οποίο η μητέρα του δεν το έπαιρνε πριν από το θάνατο του πατέρα του διότι το έπαιρνε όλο ο πατέρας του. Ότι ο πατέρας του είχε προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα υπέφερε από την ασθένεια αλσχάϊμερ αλλά και ότι πριν το δυστύχημα είχε υποβληθεί απ' ότι γνωρίζει σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας. Ακόμη γνώριζε ότι ο πατέρας του όσο ζούσε επισκεπτόταν γιατρούς για τα προβλήματα υγείας που είχε και επίσης αγόραζε φάρμακα, όμως δεν ήταν σε θέση γιατί δεν γνώριζε, να πει ποιούς γιατρούς επισκεπτόταν αλλά ούτε και πόσα λεφτά κατέβαλλε μηνιαίως προς τούτο. Ότι τον πατέρα του λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε στο σπίτι τον φρόντιζε η μητέρα του η οποία λόγω αυτών των προβλημάτων δεν τον άφηνε να βγαίνει από το σπίτι του επειδή μερικές φορές συγχυζόταν για το πού βρισκόταν. Την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος δεν γνωρίζει πλήρως τι ακριβώς έγινε. Αυτό το οποίο γνώριζε είναι ότι ο πατέρας του έφυγε από το σπίτι χωρίς να ξέρει το λόγο και στη συνέχεια πληροφορήθηκαν για το δυστύχημα. Ακόμα διευκρίνισε πως η μνήμη του δεν είναι καθαρή για εκείνες τις μέρες. Σε ερώτηση τι εννοεί λέγοντας στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Έγγραφο Α, ότι η μητέρα του εξαρτιόταν οικονομικά από τον πατέρα του απάντησε ότι μπερδεύτηκε και δεν καταλάβαινε την ερώτηση. Μετά δε από διευκρινιστική ερώτηση απάντησε ότι αυτό το οποίο εννοούσε είναι ότι με το εισόδημα του πατέρα του υποστηρίζοντο οι ανάγκες του σπιτιού και επληρώνοντο οι διάφοροι λογαριασμοί, δεν ήταν όμως σε θέση να αναφέρει συγκεκριμένα ποσά και ποιοί λογαριασμοί πληρώνονταν. Ότι δεν γνώριζε τι έκανε η μητέρα του με το ποσό των €437,40 που λάμβανε σαν σύνταξη και σε υποβολή ότι δεν ήτο σε θέση να πει στο Δικαστήριο ποιος εξαρτιόταν από ποιόν, απάντησε ότι δεν ξέρει τι πρέπει να απαντήσει. Σε υποβολή ότι ο πατέρας του λόγω των προβλημάτων υγείας κατέβαλλε αυξημένα έξοδα σε γιατρούς και φάρμακα απάντησε ότι αυτό που μπορεί να πει στα σίγουρα είναι ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιούσε το Νοσοκομείο το οποίο ήταν δωρεάν. Αυτό δε διότι δεν θυμόταν οποιαδήποτε συζήτηση από την οποία να προκύπτει ότι ο πατέρας του πλήρωνε οποιοδήποτε ποσό στο Νοσοκομείο. Ότι δεν θυμόταν αν έγινε νεκροψία στη σορό του αποβιώσαντα πατέρα του διότι ήταν πολύ αγχωμένοι από το τι είχε συμβεί. Σε υποβολή δε ότι η μητέρα του δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά και απώλεια από το θάνατο του πατέρα τους απάντησε ότι αυτή είναι δύσκολη ερώτηση για τον ίδιο να την απαντήσει με ένα ναι ή με ένα όχι. Στην επανεξέταση του ο Μ.Ε.1 σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο των Εναγόντων απάντησε ότι είναι δύσκολο για τον ίδιο με ένα ναι ή με ένα όχι να καθορίσει την απώλεια και ζημιά της μητέρας του από το θάνατο του πατέρα του γιατί του ζητήθηκε να υπολογίσει την ακριβή οικονομική της κατάσταση και η ερώτηση αυτή του έγινε σε ένα σημείο που είναι μπερδεμένος και δεν μπορούσε να αντιληφθεί αν επρόκειτο για την οικονομική κατάσταση ή την ακριβή απώλεια του πατέρα του. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι τα εισοδήματα του πατέρα του συνολικά μηνιαίως ήταν €684,00 από τη σύνταξη του συν το ενοίκιο από το κατάστημα το οποίο νομίζει πως ήταν €1.000,00 το μήνα. Σε ερώτηση που επετράπη από το Δικαστήριο που προέκυψε από την ερώτηση που υπεβλήθη στο Μ.Ε.1 από το Δικαστήριο, αυτός απάντησε στη συνήγορο της Εναγομένης ότι γνωρίζει πως το ενοίκιο για το κατάστημα που λάμβανε ο πατέρας του ήταν ύψους €1.000,00 μηνιαίως από τα δελτία των αποδείξεων τα οποία ο ίδιος έχει, τα οποία όμως, επισημαίνω, ουδέποτε κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.2 αστ. 2970 Ματθαίος Ματθαίου στην κυρίως εξέταση του ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Ότι υπηρετεί στην Αστυνομική διεύθυνση της Επαρχίας Πάφου και είναι αποσπασμένος στο τμήμα Τροχαίας Πάφου στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων. Στις 11/12/05 υπηρετούσε στην ίδια υπηρεσία και για την παρούσα υπόθεση δύο περίπου μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα, ετοίμασε μια κατάθεση. Το πρωτότυπο της εν λόγω κατάθεσης ευρίσκεται στον ποινικό φάκελο της υπόθεσης 3259/05 όταν δε του ζητήθηκε να καταθέσει αντίγραφο αυτής διαφοροποιώντας την αρχική του θέση απάντησε ότι δεν εντόπισε στον φάκελο το πρωτότυπο της κατάθεσης του και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει που ευρίσκεται. Στη συνέχεια και με τη σύμφωνο γνώμη της συνηγόρου υπεράσπισης κατέθεσε φωτοτυπία της γραπτής του κατάθεσης σαν Τεκμήριο 4 την οποία διάβασε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν μέρος της κυρίως εξέτασης του. Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Ε.2 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε: · Ότι την πληροφορία πως το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη στις 5:25 το απόγευμα την πήρε από την οδηγό του αυτοκινήτου που ενήχετο στο δυστύχημα, η οποία ήταν και η ιδιοκτήτρια με το όνομα Βρυώνα Χριστούδια. · Ότι ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος με βάση το πρόχειρο σχέδιο που ο ίδιος ετοίμασε στη σκηνή του δυστυχήματος. Το συμμετρικό σχέδιο κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση, σαν Τεκμήριο 5, το υιοθέτησε ως ορθό, όπως επίσης υιοθέτησε και το ευρετήριο που αυτό περιέχει. · Επί του Τεκμηρίου 5 το σημείο Α2 διευκρίνισε ότι είναι το σημείο στο οποίο βρισκόταν ο πεζός και το οποίο είχε απόσταση κατόπιν μέτρησης από το σημείο «0», 7,70 μ. Η απόσταση του εν λόγω σημείου Α2 από το ασφάλτινο παγκέτο μετρήθηκε σε 10 εκ., η δε απόσταση που διάνυσε ο αποβιώσαντας από το όριο του ασφάλτινου παγκέτου μέχρι το σημείο σύγκρουσης ευρέθη κατόπιν μέτρησης σε 1.20 μ. · Ότι ο δρόμος που έγινε το δυστύχημα είναι ασφάλτινος. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Ε.2 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της εναγομένης ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι πήρε καταθέσεις από την οδηγό του αυτοκινήτου, Βρυώνα Χριστούδια και από τον κ. Ιωάννη Κωνσταντίνου που ήταν μάρτυρας και τον βρήκε στη σκηνή του δυστυχήματος. Επίσης πήρε κατάθεση από τον κ. Ηρακλή Παναγιώτου, ο δε λοχίας 2775 Αργύρης Φωτίου πήρε καταθέσεις από τον ιατρό καρδιολόγο Πέτρο Μαυρομμάτη και από τον ιατρό ορθοπεδικό Γιάννη Χριστοδούλου. · Ότι έγινε νεκροψία επί της σορού του αποβιώσαντος από τον ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους, ο οποίος ετοίμασε μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση, την οποία κατόπιν σχετικού αιτήματος, κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο Α για Αναγνώριση. Επίσης κατέθεσε κατόπιν σχετικού αιτήματος την γραπτή κατάθεση του ιατρού Μαυρομμάτη σαν Τεκμήριο Β για Αναγνώριση και τη γραπτή κατάθεση του ιατρού Χριστοδούλου σαν Τεκμήριο Γ για Αναγνώριση. · Ότι έλαβε κατάθεση ο ίδιος από τη σύζυγο του αποβιώσαντος, κ. Μαρία Παναγιώτου, η οποία ζητήθηκε από αυτόν να την καταθέσει και χωρίς ένσταση κατατέθηκε σαν Τεκμήριο
- · Ότι κατά την επίσκεψη του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος βρήκε τον αποβιώσαντα στο κρεβάτι όμως σε ερωτήσεις που ο ίδιος του υπέβαλλε αυτός δεν ανταποκρινόταν αλλά φαινόταν να κοιμάται. Διευκρίνισε δε ότι μαζί του ήταν και ο Αστυφύλακας 431 Ματθαίος Παναγιωτάκης. · Ότι την ώρα που έγινε το επίδικο δυστύχημα ήταν σκοτάδι όμως υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός, όμως σε σχετική ερώτηση δεν μπορούσε να απαντήσει σε πόση απόσταση από το σημείο σύγκρουσης υπήρχαν λαμπτήρες οδικού φωτισμού και τούτο διότι δεν έκανε τέτοιες μετρήσεις. Θυμόταν πως υπήρχαν λαμπτήρες οδικού φωτισμού όμως δεν τοποθέτησε στο σχέδιο που ετοίμασε της σκηνής το σημείο όπου βρισκόντουσαν. · Ότι οι μετρήσεις που πήρε αφορούσαν τις διαστάσεις της ασφάλτου, των πεζοδρομίων, της τελικής θέσης του οχήματος ΕΝΝ 329 καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης το οποίο του υπέδειξε η οδηγός του εν λόγω οχήματος. Όσον αφορά την ορατότητα και πως την μέτρησε διευκρίνισε ότι αυτό έγινε με κορδέλα μέτρησης 50 μέτρων με την οποία μετά το τέλος της ξανάρχισαν να μετρούν και βρήκε ότι η ορατότητα από τη συμβολή της Λεωφόρου Ελλάδος με τη Λεωφόρο Δημοκρατίας και εντός της Λεωφόρου Δημοκρατίας, μέχρι το σημείο που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα ήταν 100 μέτρα. Διευκρίνισε δε ότι επί του Τεκμηρίου 5 δεν υπάρχει και δεν έχει σημειωθεί η συμβολή της Λεωφόρου Ελλάδος με την Λεωφόρο Δημοκρατίας όμως η εν λόγω απόσταση καταμετρήθηκε και όπως ανέφερε προηγούμενα ήταν γύρω στα 100 μέτρα και τούτο ένεκα του οδικού φωτισμού ο οποίος ήταν ικανοποιητικός. · Σε ερώτηση πως έκρινε ότι ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός αφού δεν έγιναν μετρήσεις στην σκηνή, απάντησε ότι όταν επισκέφθηκε το μέρος οι ηλεκτρικοί πάσσαλοι του οδικού φωτισμού λειτουργούσαν κανονικά και ο φωτισμός που υπήρχε ήταν ικανοποιητικός. · Σε υποβολή ότι κατά την ακροαματική διαδικασία στην Ποινική Υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου 13780/06 που καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγομένης για αμελή οδήγηση, όταν είχε καταθέσει σαν μάρτυρας κατηγορίας είχε πει στη μαρτυρία του ότι ο δρόμος στο μέρος που έγινε το επίδικο δυστύχημα δεν φωτιζόταν ικανοποιητικά, απάντησε ότι δεν θυμόταν. · Ότι δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο αν υπήρχε σειρά αυτοκινήτων κατά τον επίδικο χρόνο περιοριζόταν η ορατότητα και τούτο διότι δεν θυμόταν τι ανέφεραν στις καταθέσεις τους οι άλλοι οδηγοί αφού από το φάκελο της υπόθεσης διάβασε μόνο την δική του κατάθεση και το σχέδιο που ετοίμασε. · Ότι το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη δεν άφησε ίχνη τροχοπέδησης. Διευκρίνισε δε σε σχετική ερώτηση ότι δεν έτυχε εκπαίδευσης και δεν είχε γνώσεις αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων. Όσον αφορά το ζήτημα της απόστασης της ορατότητας διευκρίνισε ότι αυτή επειδή μετριέται στο σημείο που έγινε τροχαίο δυστύχημα δεν τίθεται θέμα ειδικής εκπαίδευσης. · Σε ερώτηση αν ήταν παράλειψη του να μην τοποθετήσει τα σημεία που βρίσκοντο οι πάσσαλοι οδικού φωτισμού σε δυστύχημα που έγινε κατά τη διάρκεια της νύκτας, αντί να απαντήσει ευθέως, ανέφερε ότι δεν έλαβε σχετικές μετρήσεις. · Ότι το σημείο «Χ», ήτοι το σημείο σύγκρουσης του πεζού με το όχημα της Εναγόμενης του το υπέδειξε η Εναγόμενη και παρά το ότι στη σκηνή δεν βρέθηκαν οποιαδήποτε άλλα ίχνη ή τεκμήρια που να φανερώνουν ποιο ήταν το ακριβές σημείο, πιστεύει ότι με βάση την τελική θέση του αυτοκινήτου ήταν το κατά προσέγγιση ορθό. · Διευκρίνισε δε ότι η τελική θέση του αυτοκινήτου είναι το σημείο «Α1» επί του Τεκμηρίου 5 το οποίο τοποθετήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο γιατί έτσι βρέθηκε όταν επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος. · Ότι το σημείο «Χ» απέχει από το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου της Εναγομένης 1,20 μέτρα και αυτό ήταν περίπου στη μέση του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου της Εναγομένης. · Ότι το πίσω μέρος-πλευρά, του αυτοκινήτου ΕΝΝ 329 απέχει από το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο 0,60 μέτρα. Ο Μ.Ε.2 απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου ανέφερε: · Ότι το πρόχειρο σχέδιο στο οποίο έκανε αναφορά το έχει στην κατοχή του και το κατέθεσε εν συνεχεία και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- · Ότι η απόσταση του σημείου «Γ» μέχρι το σημείο «Χ» είναι 3,50 μέτρα. · Ότι τη μέτρηση για την ορατότητα την οποία βρήκε 100 μέτρα την έκανε την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος όταν επισκέφθηκε τη σκηνή υπό συνθήκες σκότους. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε. 3 απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε τα εξής: Ότι είναι Ιατρός Ορθοπεδικός στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το
- Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε Ιατρική έκθεση την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο
- Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Ε.3 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. · Ότι υποτροχαντήριο κάταγμα σε ηλικιωμένο προκαλείται από βίαιη κάκωση στο άνω τριτημόριο του μηριαίου οστού η οποία μπορεί να προέλθει από πτώση ή από άμεση πλήξη - χτύπημα. Η ακινητοποίηση δε σε τραυματία με κλινοστατισμό έχει άμεση σχέση με την ηλικία διότι όσο μεγαλύτερο είναι το άτομο τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα λοίμωξης στο αναπνευστικό του σύστημα. · Ότι η κατάσταση του ασθενούς Παναγιώτου (αποβιώσαντα) στο αρχικό στάδιο, ήτοι κατά την εισαγωγή του στο Νοσοκομείο ήταν σχετικά καλή. Η δε ακινητοποίηση του κ. Παναγιώτου έγινε λόγω του κατάγματος που είχε υποστεί στο μηριαίο του οστό. · Ότι εικόνα λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος του αποβιώσαντα εμφανίστηκε δύο περίπου ημέρες μετά τον τραυματισμό του. Η λοίμωξη δε του αναπνευστικού συστήματος έχει άμεση σχέση με τον κλινοστατισμό. Στην περίπτωση του αποβιώσαντος η αιτία της λοίμωξης ήταν αποτέλεσμα του κατάγματος και της χρόνιας αναπνευστικής πνευμονοπάθειας όπως προέκυψε από το ιστορικό του ασθενούς. Η χρόνια δε αναπνευστική πνευμονοπάθεια δεν οδηγεί από μόνη της σε λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος. · Ότι τα υποτροχαντήρια κατάγματα συνήθως χρήζουν χειρουργικής επέμβασης όμως ο αποβιώσαντας δεν εγχειρίστηκε την ίδια ημέρα που εισήχθηκε στο Νοσοκομείο. Τούτο διότι τέτοια κατάγματα που συμβαίνουν σε ηλικιωμένα άτομα δεν χαρακτηρίζονται σαν επείγοντα περιστατικά. · Ότι η λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος του αποβιώσαντος δεν μπορούσε να αποτραπεί, η δε κολπική ταχυκαρδία που εμφάνισε ο αποβιώσας συνδέεται απόλυτα με την παρατηρηθείσα λοίμωξη. Όσον αφορά τι αποτέλεσμα είχε η λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος στο καρδιακό σύστημα του αποβιώσαντος ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι πιθανόν να υπάρχει σχέση της εν λόγω λοίμωξης με την καρδιακή λειτουργία. Τούτο διότι έχει σαν συνέπεια οι ανάγκες σε οξυγόνο να γίνονται περισσότερες και έτσι η καρδιά μπαίνει ή υποβάλλεται σε μεγαλύτερο έργο γι' αυτό και παρατηρήθηκε και η κολπική ταχυκαρδία στον αποβιώσαντα. Η ταχυκαρδία ήταν αποτέλεσμα της προσπάθειας της καρδίας να αναπληρώσει τις μεγαλύτερες ανάγκες του οργανισμού. · Σαν αιτία δε θανάτου του αποβιώσαντος κ. Παναγιώτου, ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι πιστεύει πως η βαριά κάκωση που υπέστηκε ο ασθενής, ήτοι συντριπτικό υποτροχαντήριο κάταγμα μηριαίου οστού μαζί με το βεβαρυμμένο ιατρικό ιστορικό του, ήταν αυτό που επέφερε τον θάνατο. Στην αντεξέτασή του ο Μ.Ε.3 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές της συνηγόρου της Εναγομένης ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Αναγνώρισε το τεκμήριο Γ για Αναγνώριση σαν την γραπτή κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία και την κατέθεσε σαν τεκμήριο
- Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Ε.3 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. · Ότι ο αποβιώσας εισήχθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 11/12/05 και εξετάστηκε και από Καρδιολόγο. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο ο αποβιώσας είχε υποβληθεί σε εγχείριση ανοικτής καρδίας. · Συμφώνησε ότι στο τεκμήριο 9 αναφέρει στις γραμμές 13 - 17 ότι ο αποβιώσας αντιμετώπιζε καρδιολογικό πρόβλημα, διευκρίνισε δε ότι αυτό το οποίο ανέφερε ίδιος στο Δικαστήριο στην μαρτυρία του, είναι ότι δεν θυμόταν αν είχε υποβληθεί σε επέμβαση ανοικτής καρδίας αφού τις συγκεκριμένες εξετάσεις τις έκανε ο καρδιολόγος. · Ακόμα ότι ο ίδιος δεν θυμόταν κατά πόσο κατά την διάρκεια καρδιογραφήματος ο αποβιώσας υπέστηκε ισχαιμικό επεισόδιο και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Εκείνο το οποίο θυμόταν είναι ότι ο αποβιώσας εισήχθηκε στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης χωρίς όμως να μπορεί να πει με σιγουριά ότι η μεταφορά του σε αυτήν έγινε όχι εξ' αιτίας πνευμονικής εμβολής, αλλά λόγω του εμφράγματος του μυοκαρδίου που υπέστηκε στις 13/12/05 και ενώ γίνονταν σε αυτόν καρδιολογικές εξετάσεις. Ακόμη ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει κατά πόσο πρόσωπο που υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου μπορεί να οδηγηθεί σε λοίμωξη των πνευμόνων διότι αυτή η ερώτηση εμπίπτει σε άλλη ιατρική ειδικότητα. Η δε λοίμωξη των πνευμόνων είναι το ίδιο πράγμα με την λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος. · Ακόμη ανέφερε ότι η κολπική ταχυκαρδία είναι μία από τις επιπλοκές που παρουσιάζεται όταν κάποιος υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Συμφώνησε ακόμη ότι η λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος προκαλεί στον ασθενή σύγχυση όπως η νόσος αλσχάϊμερ. Επίσης ανέφερε ότι στον συγκεκριμένο ασθενή, αποβιώσαντα, εξ' αιτίας της χρόνιας αναπνευστικής πνευμονοπάθειας από την οποία έπασχε, μπορούσε να επισυμβεί οξεία αναπνευστική πνευμονοπάθεια πολύ εύκολα. · Συμφώνησε ακόμη ότι στον αποβιώσαντα διενεργήθηκε νεκροψία από ιατροδικαστή και ετοιμάστηκε σχετική ιατροδικαστική έκθεση και ότι ο ιατροδικαστής που πραγματοποίησε την νεκροψία αυτή είναι και πιο ειδικός για να εκφέρει άποψη και να πει την αιτία θανάτου. · Σε υποβολή ότι η αιτία θανάτου του αποβιώσαντος ήταν το έμφραγμα που υπέστη και η χρόνια πνευμονοπάθεια από την οποία έπασχε, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν γνωρίζει αφού μπορεί να ήταν έτσι μπορεί και όχι. · Σε άλλη υποβολή ότι σύμφωνα με τον ιατροδικαστή που πραγματοποίησε την νεκροψία στην σωρό του αποβιώσαντος, αιτία θανάτου ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου επί εδάφους παλαιού απάντησε ότι δεν θα αμφισβητήσει την έκθεση του ιατροδικαστή. Σε διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο ο Μ.Ε.3 απάντησε ότι ο τραυματισμός που υπέστη ο αποβιώσαντας προκάλεσε έμμεσα την επιδείνωση των άλλων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, ως το ιατρικό ιστορικό του. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι στην τέταρτη γραμμή πριν το τέλος της γραπτής του κατάθεσης Τ.9, στη δεύτερη σελίδα, αυτό το οποίο αναφέρει είναι παραμονή πυρετού. Ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο Έγγραφο Β. Το τι αναφέρει σε αυτήν ο Μ.Υ.1 είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο κατωτέρω και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Απαντώντας δε σε πρόσθετες ερωτήσεις της συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε ότι ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου του είναι ΕΒΜ 769 και ότι η γυναίκα που κτύπησε τον αποβιώσαντα βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου και είναι η κα Βρυώνα Χριστούδια - Εναγόμενη. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: · Ότι στις 11/12/2005 οδηγούσε στη Λεωφόρο Δημοκρατίας και μπροστά του οδηγείτο ένα γκρίζο σαλούν αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ
- · Σε ερώτηση δε αν μπροστά από το αυτοκίνητο ΕΝΝ 329 οδηγείτο τουλάχιστον ένα άσπρο αυτοκίνητο κινούμενο στην ίδια κατεύθυνση, απάντησε ότι μπροστά από το ΕΝΝ 329 δεν οδηγείτο άλλο αυτοκίνητο. Αυτή δε την απάντηση επαναβεβαίωσε με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο. Επίσης διευκρίνισε ότι πίσω του υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα όμως δεν τα μέτρησε και τούτο διότι δεν είχε κανένα λόγο να τα μετρήσει. · Ότι αυτός και το προπορευόμενο από το αυτοκίνητο του όχημα, εκινούντο με ταχύτητα 25-30 χιλιόμετρα ανά ώρα. · Ότι χρησιμοποιούσε συχνά την Λεωφόρο Δημοκρατίας και ότι σχολείο την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος υπήρχε σε απόσταση 150-200 μέτρα από το σημείο του δυστυχήματος. Διευκρίνισε δε ότι μετά το δυστύχημα κτίστηκε νέο γυμνάσιο που είναι ακριβώς στο σημείο που έγινε το δυστύχημα, τότε όμως δεν υπήρχε. · Ότι κατά το χρόνο του επιδίκου δυστυχήματος δεν υπήρχαν κοντά στο σημείο σύγκρουσης γήπεδα, διευκρινίζοντας ότι μετά το δυστύχημα έγιναν γήπεδα. · Ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος υπήρχε ένα κτίριο σε απόσταση πάνω από 200 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης στο οποίο πήγαινε κόσμος για να γυμνάζεται. · Ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης πάνω στον κύριο δρόμο δεν υπήρχε περίπτερο, το δε κτίριο της εταιρείας Χ"Δημοσθένους βρισκόταν στο μέσο της απόστασης μεταξύ του σημείου σύγκρουσης και του γυμναστηρίου, δηλαδή σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. · Ότι υπήρχαν καταστήματα στο δρόμο όμως αυτά ήταν στο κτίριο της εταιρείας Χ"Δημοσθένους δηλαδή σε απόσταση περίπου 100 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Διευκρίνισε δε ότι απέναντι από το σημείο σύγκρουσης δεν υπήρχε κανένα κατάστημα. · Ότι η Λεωφόρος Δημοκρατίας είναι δρόμος με αρκετή τροχαία κίνηση, ευθύς και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διπλής κατεύθυνσης ενώ μετά έγινε τετραπλής. Η επιφάνεια δε του δρόμου είναι ασφάλτινη. · Σε υποβολή ότι σύμφωνα με την κατεύθυνση του η ορατότητα του προς το σημείο σύγκρουσης ήταν 100 μέτρα διαφώνησε και διευκρίνισε ότι η ορατότητα του ήταν 25-30 μέτρα. Από τα 5-6 μέτρα όμως που ήταν πίσω από το προπορευόμενο αυτοκίνητο η ορατότητα του ήταν 5-6 μέτρα και τούτο διότι ο δρόμος δεν είχε καθόλου φωτισμό εκεί που ήταν, ήταν με τα φώτα των αυτοκινήτων. · Σε ερώτηση γιατί στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Έγγραφο Β αναφέρει ότι «ο φωτισμός δεν ήταν καλός» δηλαδή ότι υπήρχε φωτισμός στο δρόμο και αν συμφωνεί με αυτό, απάντησε ότι ήταν πολύ ανεπαρκής ήτοι υπήρχε ένας λαμπτήρας κάθε 100 μέτρα τότε διότι ήταν μέσα στις προσφορές που θα κατασκευαζόταν ο δρόμος. Σε ερώτηση δε γιατί όταν ρωτήθηκε προηγουμένως είπε ότι δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός απάντησε ότι ήταν τόσο λίγος όπως που να μην υπήρχε. · Σε υποβολή ότι ο φωτισμός που υπήρχε στο μέρος του επιδίκου δυστυχήματος ήταν ικανοποιητικός διαφώνησε. · Ότι λίγα δευτερόλεπτα πριν να συμβεί η σύγκρουση του αυτοκινήτου της Εναγόμενης με τον πεζό, είχε θέσει σε λειτουργία το δεξί δείκτη πορείας του (τραφικέϊτορ) για να προσπεράσει. Διευκρίνισε δε ότι ναι μεν είχε πατήσει το πετάλ του πετρελαίου για να αναπτύξει ταχύτητα όμως η απόσταση που είχε με το αυτοκίνητο ΕΝΝ 329 μειώθηκε πολύ λίγο διότι δεν είχε πατήσει φουλ το πετάλ. · Ότι όταν είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη πορείας του (τραφικέϊτορ) για να προσπεράσει το προπορευόμενο του αυτοκίνητο είδε τον γέροντα (αποβιώσαντα) που διασταύρωνε το δρόμο και επισυνέβη η σύγκρουση, ο ίδιος εκείνη την στιγμή ευρισκόταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που τον κτύπησε. Μετά που τον κτύπησε προσπέρασε το αυτοκίνητο και προχώρησε μπροστά από αυτό και σταμάτησε. · Ότι πριν την στιγμή της σύγκρουσης δεν έβλεπε στην δεξιά πλευρά του δρόμου ούτε και είχε προλάβει να εξέλθει από την λωρίδα κυκλοφορίας του για να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα. Διευκρίνισε δε ότι πλησίασε το προπορευόμενο του όχημα, ήταν στην ίδια ευθεία μαζί του όμως δεν βγήκε δεξιά, διαφωνώντας έτσι με σχετική υποβολή που του έγινε. · Ότι την ώρα που ήταν έτοιμος να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα από την απέναντι κατεύθυνση δεν έρχοντο αυτοκίνητα διότι αν ερχόντουσαν δεν θα μπορούσε να προσπεράσει. · Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κλάσματα δευτερολέπτου πριν να συμβεί το ατύχημα έβλεπε ολόκληρο το δρόμο μπροστά του γιατί το δικό του αυτοκίνητο ήταν πιο ψηλό από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη. Επίσης μπορούσε να βλέπει και δεξιά του και αριστερά του διότι ο δρόμος δεν είχε μεγάλο πλάτος, την στιγμή δε που επρόκειτο να προσπεράσει είχε ελέγξει από όλους τους καθρέφτες του και είχε δει ότι πίσω του ακολουθούσαν και άλλα αυτοκίνητα. · Ότι τον γέροντα (αποβιώσαντα) τον είδε να διασταυρώνει και να φθάνει μπροστά από το αυτοκίνητο το οποίο τον κτύπησε. Τον είδε δε που άρχισε να διασταυρώνει από το συγκεκριμένο σημείο που έγινε η σύγκρουση. Όμως δεν γνώριζε αν ήταν ένα μέτρο ή μισό μέτρο την ώρα που κτυπήθηκε μέσα στο δρόμο. · Σε ερώτηση αν αυτό που αναφέρει στην πέμπτη γραμμή πριν από το τέλος της τρίτης παραγράφου στην γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Έγγραφο Β, είναι αυτό το οποίο ο ίδιος συμπέρανε, απάντησε ότι το συμπέρασμα βγαίνει από μόνο του διότι αν ο αποβιώσαντας είχε κοιτάξει δεξιά του πριν να αρχίσει να διασταυρώνει δεν θα εισέρχετο εντός του δρόμου και να πάει να κτυπήσει πάνω στο αυτοκίνητο της Εναγόμενης. · Σε σχετική ερώτηση διαφώνησε ότι η Εναγόμενη έκανε ελιγμό προς τα αριστερά για να αποφύγει να κτυπήσει τον αποβιώσαντα αφού δεν είδε το αυτοκίνητο της να κάνει τέτοιο ελιγμό. · Ότι την τελική θέση του αυτοκίνητου της Εναγομένης την καθόρισε η αστυνομία αλλά δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί το αυτοκίνητο της βρέθηκε και τοποθετήθηκε στην τελική του θέση όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- · Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε τα φρένα της προτού συγκρουστεί με τον αποβιώσαντα, απάντησε ότι το αυτοκίνητο της οδηγείτο πολύ αργά και γι' αυτό λόγω της χαμηλής της ταχύτητας όταν χρησιμοποιήθηκαν τα φρένα για να σταματήσει δεν άφησε σημάδια στο δρόμο. Διευκρίνισε δε ότι ακριβώς επειδή πήγαινε πολύ σιγά αποφάσισε να προσπεράσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όμως δεν γνωρίζει ο ίδιος αφού δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο αυτό, αν πριν κτυπήσει τον αποβιώσαντα η Εναγόμενη χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου της. Στην επανεξέταση του σε διευκρινιστική ερώτηση από την συνήγορο υπεράσπισης απάντησε ότι για τον ίδιο η λέξη «ελιγμός» όπως την αντιλαμβάνεται, σημαίνει να προσπαθήσει κάποιος να αποφύγει το δυστύχημα. Σε διευκρινιστικές δε ερωτήσεις από το Δικαστήριο απάντησε ότι πριν να αρχίσει να δείχνει με τον δεξιό δείκτη πορείας του (τραφικέϊτορ), έβλεπε μπροστά του ολόκληρο το δρόμο ακόμα και τον δρόμο μπροστά από το προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Επίσης ότι τον πεζό αποβιώσαντα δεν τον είδε καθόλου πριν να μπει μέσα στο δρόμο. Επίσης ότι η οδηγός του ENN 329 ήταν η Εναγόμενη που ευρίσκετο στην αίθουσα του Δικαστηρίου την οποία και υπέδειξε. H Εναγόμενη η οποία κατέθεσε ως Μ.Υ.2, στην κυρίως εξέταση της κατέθεσε γραπτή δήλωση της η οποία σημειώθηκε Τεκμήριο Έγγραφο Γ, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε πλήρως σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της. Το τι αναφέρει σε αυτήν η Εναγόμενη είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Αναφορά στο περιεχόμενο αυτής θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Περαιτέρω απαντώντας σε ερώτηση της συνηγόρου υπεράσπισης πως ήταν ο φωτισμός στο σημείο και κατά το χρόνο που έγινε το επίδικο δυστύχημα, απάντησε ότι αυτός ήταν αδύνατος. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των Εναγόντων ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: · Ότι ο ηλικιωμένος που κτύπησε με το αυτοκίνητο της ονομαζόταν Παναγιώτης. · Συμφώνησε σε υποβολή ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης δεν υπάρχει διάβαση πεζών. · Ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης, κατά τον επίδικο χρόνο, δεν υπήρχε σχολείο. Ένα σχολείο Λύκειο, ήταν πιο πάνω, πιο ψηλά από το σημείο σύγκρουσης και δεν ήταν κοντά σε αυτό, αλλά δεν ήταν δε σε θέση να γνωρίζει ότι δίπλα υπήρχαν γήπεδα. · Σε υποβολή ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης υπήρχε πολυώροφο κτίριο - γραφεία, της εταιρείας Χ"Δημοσθένους, απάντησε ότι το εν λόγω κτίριο ήταν πολύ μακριά από το σημείο του δυστυχήματος όμως δεν ήταν σε θέση να πει σε πόση απόσταση. · Συμφώνησε ότι σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης υπήρχε κτίριο που λειτουργούσε σαν γυμναστήριο και ότι κοντά στο μέρος του δυστυχήματος υπήρχε ένα περίπτερο μόνο. · Ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα στο δρόμο που έγινε το δυστύχημα. · Ότι στη Λεωφόρο Δημοκρατίας από το σημείο που ελέγχεται με φώτα τροχαίας μέχρι τον κυκλικό κόμβο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ο δρόμος ήταν ευθύς και ήταν κατά τον επίδικο χρόνο διπλής κατεύθυνσης και άσφαλτος. · Ότι το πεδίο ορατότητας στον δρόμο από το σημείο που έστριψε στα φώτα τροχαίας μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν 60-70 μέτρα. · Ότι κοντά στο σημείο του δυστυχήματος δεν υπήρχε καθόλου οδικός φωτισμός και όταν ανέφερε ότι αυτός ήταν αδύνατος, αυτό που εννοούσε ήταν ότι δεν είχε καθόλου φως και ήταν σκοτάδι. Σε ερώτηση δε αν η τελική της θέση ήταν ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σκοτάδι ή ότι υπήρχε αδύνατος φωτισμός απάντησε ότι είναι το ίδιο, είτε υπήρχε φως είτε ο φωτισμός ήταν αδύνατος είναι το ίδιο πράγμα. · Σε υποβολή ότι στο σημείο σύγκρουσης κατά τον επίδικο χρόνο ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός απάντησε ότι δεν υπήρχε οδικός φωτισμός εκεί. · Ότι αμέσως πριν τη στιγμή της σύγκρουσης μπροστά της προπορευόταν ένα αυτοκίνητο και πίσω της την ακολουθούσαν δύο με τρία. · Ότι η απόσταση που είχε όταν ακολουθούσε το προπορευόμενο της όχημα από αυτό ήταν 2-3 μέτρα. Σε ερώτηση πόση ήταν η απόσταση του προπορευόμενου της οχήματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήτοι αν ήταν 3 ή 5 μέτρα, όπως αναφέρει στην γραπτή της δήλωση, απάντησε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν ήταν 3 ή 5 μέτρα, ήταν 3 έως 5 μέτρα. · Ότι η ταχύτητα της πριν τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν 20-30 χιλιόμετρα, ταχύτητα με την οποία πιθανόν να κινείτο και το προπορευόμενο της όχημα. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι ήταν παρούσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου όταν έδιδε μαρτυρία ο Μ.Υ.1 και τον άκουσε που είχε αναφέρει ότι ακολουθούσε το όχημα της και εξεδήλωσε την πρόθεση του να την προσπεράσει. Όμως η ίδια δεν αντιλήφθηκε λίγες στιγμές πριν την σύγκρουση με τον πεζό, την πρόθεση του οχήματος που την ακολουθούσε για να την προσπεράσει και ότι δεν θυμόταν λίγες στιγμές πριν τη σύγκρουση με τον πεζό αν από απέναντι της ερχόντουσαν αυτοκίνητα. · Επίσης σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει και δεν γνώριζε αν πριν τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της με τον πεζό, το όχημα που την ακολουθούσε είχε επιταχύνει. · Σε υποβολή ότι την πρώτη φορά που πρωτοείδε τον πεζό να στέκεται ξαφνικά μπροστά της αυτός ήταν σε σημείο που βρισκόταν στη μέση της λωρίδας κυκλοφορίας της, συμφώνησε, η δε απόσταση που απείχε από αυτήν όταν είδε τον πεζό, ήταν 2 περίπου μέτρα. · Συμφώνησε πως όταν κατηγορήθηκε έδωσε την απάντηση που κατέγραψε ο μάρτυρας αστυφύλακας Ματθαίου στο Τεκμήριο
- · Σε υποβολή ότι όταν αντιλήφθηκε τον πεζό να στέκεται μπροστά από το αυτοκίνητο της έκανε ελιγμό αριστερά για να τον αποφύγει απάντησε αρνητικά. Όταν δε της υπεδείχθη στο Τεκμήριο 5 η τελική θέση του αυτοκινήτου της μετά το δυστύχημα και κατά πόσο συμφωνά με αυτή, απάντησε ότι δεν συμφωνά και ότι δεν ήταν αυτή η τελική της θέση. · Όταν της υπεδείχθη όμως το Τεκμήριο 7 και ερωτήθηκε αν φέρει την υπογραφή της απάντησε καταφατικά. Σε ερώτηση δε αν της υπεδείχθη και υπόγραψε το πρόχειρο σχέδιο όπως άλλωστε αναφέρει στη δεύτερη σελίδα της γραπτής της δήλωσης (Τεκμήριο Έγγραφο Β), και ότι συμφώνησε πως αυτό ήταν ορθό προτού το υπογράψει, διαφοροποιώντας την αρχική της θέση, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο το αυτοκίνητο της ήταν στη θέση που δείχνει το εν λόγω τεκμήριο. · Σε υποβολή ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου της στη σκηνή συμφώνησε, διευκρινίζοντας ότι πάτησε μεν τα φρένα της αλλά ο πεζός ήταν πολύ κοντά από αυτή. · Σε υποβολή ότι ο πεζός όταν κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της υπέστη συντριπτικό υποτροχαντήριο κάταγμα απάντησε ότι γνωρίζει πως αυτός έσπασε το πόδι του. · Σε ερώτηση αν επιμένει στη θέση που διατυπώνει στη γραπτή της δήλωση ότι κτύπησε με το αυτοκίνητο της πολύ ελαφρά τον πεζό απάντησε καταφατικά. Στην επανεξέταση της απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της ανέφερε τα εξής: · Ότι το Λύκειο Γ΄ για το οποίο ανέφερε ότι είναι πάνω ψηλά, δεν βρίσκεται στον ίδιο δρόμο που έγινε το δυστύχημα αλλά σε παράλληλο δρόμο. · Ότι ναι μεν ανέφερε πως το πεδίο ορατότητας της στο δρόμο προς το σημείο σύγκρουσης μετά που έστριψε ήταν 60-70 μέτρα, όμως επειδή είχε μπροστά της αυτοκίνητο που προπορευόταν δεν μπορούσε να δει 60-70 μέτρα. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο απάντησε: · Ότι δεν υπήρχαν καθόλου λαμπτήρες οδικού φωτισμού - στύλοι, στο μέρος της σύγκρουσης. · Ότι όταν υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο που της υπέδειξε ο Μ.E.2 είχε συμφωνήσει με τη θέση που τοποθέτησε το όχημα της σαν την τελική του θέση, απάντησε ότι δεν θυμόταν. · Ότι προχωρώντας ευθεία μετά το σημείο σύγκρουσης, κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε Λύκειο-σχολείο. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο, τις ανάγνωσαν, αντίγραφο δε αυτών έδωσαν στον αντίδικο δικηγόρο. Η γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της Εναγόμενης σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.1, του δε δικηγόρου των Εναγόντων σαν Έγγραφο Γ.Α.
- Τα όσα αναφέρουν οι δυο συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις είναι καταγεγραμμένα, έχουν αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί στην παρούσα. Η συνήγορος της Εναγομένης εν περιλήψει στη δική της αγόρευση κάνοντας αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, της Εναγόμενης, Μ.Υ.2, αλλά και του Μ.Υ.1 εισηγείται ότι από αυτήν το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι η εκδοχή της Εναγόμενης αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης, ήτοι ότι δεν έχει καμία ευθύνη στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Τούτο διότι από πλευράς Ενάγοντος δεν υπήρξε μαρτυρία για το πού βρισκόταν ο πεζός προτού αρχίσει να διασταυρώνει και σε τι κινήσεις είχε προβεί αφήνοντας έτσι τη μόνη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι αυτή της Εναγομένης αλλά και του Μ.Υ.1, αναντίλεκτη και συνακόλουθα σαν τη μόνη που μπορεί να γίνει αποδεκτή αναφορικά με τις συνθήκες και το τι είχε προηγηθεί πριν τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της με τον πεζό. Όσον αφορά δε την μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε σχέση με το κατά πόσο υπήρχαν μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης αυτοκίνητα που εμπόδιζαν την ορατότητα της, επισημαίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης, σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν θυμόταν τι του είπαν οι άλλοι οδηγοί. Παρέπεμψε περαιτέρω το Δικαστήριο αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όσον αφορά το ζήτημα της εξάρτησης της συζύγου του αποβιώσαντος εισηγείται ότι το μόνο εισόδημα το οποίο είναι δικογραφημένο και για το οποίο δόθηκε αποδεκτή μαρτυρία είναι το σύνολο των δύο συντάξεων που λάμβανε ο αποβιώσας που ανήρχοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο στο ποσό των €684,
- Όσον αφορά το ζήτημα της είσπραξης ενοικίου από κατάστημα που λάμβανε ο αποβιώσας εισηγείται ότι αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού αυτό δεν είναι δικογραφημένο. Σε σχέση με τα έξοδα δε και τις προσωπικές δαπάνες του ίδιου του αποβιώσαντα κάνοντας αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.1, επεσήμανε ότι σε σχετικές ερωτήσεις ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε ποιους λογαριασμούς ο αποβιώσας πλήρωνε, πόσα ξόδευε για τα φάρμακα που λάμβανε για την υγεία του αλλά ούτε και τι έκανε το ποσό της σύνταξης που λάμβανε η μητέρα του, σύζυγος του αποβιώσαντα. Ακόμα για το ίδιο ζήτημα επεσήμανε ότι ο Μ.Ε.1 σε υποβολή ότι η μητέρα του δεν υπέστηκε καμία οικονομική ζημιά ή απώλεια συνεπεία του θανάτου του αποβιώσαντα συζύγου της, αυτός απάντησε ότι είναι μπερδεμένος και γι΄ αυτό ήταν δύσκολο να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Παραπέμποντας δε σε σχετική νομολογία είναι η τελική της εισήγηση ότι για το ζήτημα της εξάρτησης όχι μόνο δεν δόθηκε μαρτυρία ικανοποιητική αλλά πρόσθετα, επειδή το εισόδημα του αποβιώσαντος που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι μόνο οι δύο συντάξεις που λάμβανε, σαν τέτοιες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σαν εισόδημα για σκοπούς υπολογισμού της εξάρτησης δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.
- Τέλος για το ζήτημα της εξάρτησης εισηγείται η συνήγορος της Εναγόμενης, ότι λόγω της ηλικίας του αποβιώσαντα ο οποίος ήταν 74 ετών δεν δικαιολογείται οποιοδήποτε ποσό. Σε σχέση με την αιτία θανάτου του αποβιώσαντος και επικαλούμενη τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 είναι η εισήγηση της συνηγόρου της Εναγομένης ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος δεν προήλθε από τα τραύματα τα οποία υπέστη στο δυστύχημα αλλά λόγω επιδείνωσης του καρδιολογικού του προβλήματος παράλληλα με τα χρόνια αναπνευστικά και ψυχιατρικά προβλήματα που αυτός αντιμετώπιζε. Ακόμα εισηγείται ότι η προσπάθεια του Μ.Ε.3 να συνδέσει το θάνατο του αποβιώσαντος με τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του επιδίκου ατυχήματος ήταν ανεπιτυχής γιατί η θέση του αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τα όσα αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο ίδιος (Τεκμήριο 8) αλλά και στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 9). Προς τούτο δε συνηγορεί και η απάντηση του ίδιου μάρτυρα σε σχετική ερώτηση ότι αυτός που είναι πιο ειδικός να αποφανθεί για την αιτία θανάτου του αποβιώσαντος είναι ο ιατροδικαστής, το πόρισμα του οποίου ήταν ότι αιτία θανάτου ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου επί εδάφους παλαιού το οποίο επίσης αποδέχθηκε. Για όλα όσα ανέφερε είναι η εισήγηση της δικηγόρου της Εναγομένης ότι η αγωγή και η αξίωση των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος τους. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος των Εναγόντων εν περιλήψει ανέφερε τα εξής: Επικαλούμενος τη μαρτυρία που εδόθη αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος τόσο από πλευράς του Μ.Ε.2 αλλά και από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, εισηγείται ότι αυτή βαρύνει αποκλειστικά την Εναγόμενη. Συγκεκριμένα επικαλούμενος αριθμό αντιφάσεων που εισηγείται ότι περιέπεσε ο Μ.Υ.1 τόσο στη δική του μαρτυρία όσο και με αυτή της Μ.Υ.2 αλλά και αντιφάσεις της Μ.Υ.2 που εντοπίζονται στη δική της μαρτυρία αλλά και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 εισηγείται ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και την αμέλεια που επέδειξε η Εναγόμενη. Τη δε αμέλεια της Εναγόμενης εντοπίζει στα εξής: (α) Όταν κατηγορήθηκε παραδέχθηκε ότι μπορούσε να ήταν πιο προσεκτική κατά τον επίδικο χρόνο. (β) Ότι οδηγούσε σε πολύ κοντινή απόσταση από το προπορευόμενο της όχημα περιορίζοντας έτσι την δυνατότητα αντιμετώπισης προβλεπτού κινδύνου, κάτι που συνέτεινε στο να μην δει έγκαιρα τον αποβιώσαντα. (γ) Ότι ενώ βρισκόταν σε κατοικημένη περιοχή σε συνθήκες νυκτός και σε δρόμο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών παρέλειψε να λάβει υπόψη της το ενδεχόμενο να διασταυρώνουν πεζοί το δρόμο στον οποίο κινείτο και στο σημείο σύγκρουσης. (δ) Ότι δεν οδηγούσε με τρόπο ώστε να ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα της σε περίπτωση κινδύνου έχοντας υπόψη το όριο της απόστασης της ορατότητας που δημιουργείτο από τα φώτα του αυτοκινήτου της. Προς ενίσχυση δε της θέσης του αναφορικά με την αποκλειστική ευθύνη της Εναγομένης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στο ζήτημα για τυχόν συντρέχουσα αμέλεια από τον αποβιώσαντα, είναι εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη που έφερε και το βάρος απόδειξης της, απέτυχε να προσαγάγει τέτοια μαρτυρία, επικαλούμενος δε αριθμό αποφάσεων και συγγραμμάτων εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ της απόδοσης τέτοιας αμέλειας στον αποβιώσαντα. Ακόμη αναφορικά με το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας εισηγείται ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Γεώργιος Πολυκράτη Κωμιάτη ν.
- Κώστα Πολίτσου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 226, στην οποία παρέπεμψε, διότι παρόλο που ο ρουχισμός του αποβιώσαντα ήταν σκούρος όπως και στην εν λόγω υπόθεση του θύματος, επειδή στην παρούσα υπόθεση υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός δεν μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια στον αποβιώσαντα. Ο αποβιώσας από τα γεγονότα και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν απεδείχθη ότι παρέλειψε να λάβει τη συνηθισμένη φροντίδα για τον εαυτό του η ότι υπήρξε παράλειψη του η οποία ήταν συντρέχουσα αιτία στην πρόκληση του δυστυχήματος. Σε κάθε περίπτωση εισηγείται ότι αν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια από τον αποβιώσαντα αυτή πρέπει να είναι μικρότερη από αυτή που αποδόθηκε στον πεζό στην υπόθεση Κωμιάτη, ήτοι κάτω από το 25%. Όσον αφορά τα γεγονότα είναι η τελική εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ελλείψει μαρτυρίας ότι η παρουσία του αποβιώσαντα στον δρόμο που έγινε το επίδικο δυστύχημα δημιούργησε απρόβλεπτο κίνδυνο, σε συνάρτηση με τη θέση της Εναγομένης (Μ.Υ.2) αλλά και του Μ.Υ.1 ότι δεν είχαν δει τον αποβιώσαντα όταν άρχισε να διασταυρώνει αλλά τον είδαν μόνο όταν αυτός βρισκόταν στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης, καταδεικνύει ότι η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά την Εναγόμενη. Σε σχέση με την αιτία θανάτου του αποβιώσαντος επικαλούμενος αριθμό συγγραμμάτων και αποφάσεων Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 που όπως είναι η εισήγηση του παρέμεινε αναντίλεκτη, είναι η θέση του ότι αφού η Εναγόμενη δεν προσήγαγε μαρτυρία προς αντίκρουση της, υπάρχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του δυστυχήματος και των συνεπειών από τους τραυματισμούς του αποβιώσαντα με το θάνατο που επακολούθησε αυτού. Σε σχέση με το ζήτημα της εξάρτησης είναι η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι η σύζυγος του αποβιώσαντα ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από το σύζυγο της και ότι έχει απολέσει από το συνολικό εισόδημα και των δύο, που ήταν πέριξ των €2.000,00 μηνιαίως τουλάχιστον το 50% από αυτά. Επειδή όμως λαμβάνει €750,00 σαν ενοίκιο και συνεχίζει να λαμβάνει σύνταξη ύψους €437,40 μηνιαίως, εισηγείται ότι το 50% της απώλειας που αντιστοιχεί σε αυτήν, είναι περίπου €500,00 μηνιαίως. Πολλαπλασιαζόμενο δε το ποσό αυτό επί 12 μήνες καθορίζει τον πολλαπλασιαστέο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, ήτοι το ποσό των €6.000,
- Σαν πολλαπλασιαστή δε και λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του αποβιώσαντα εισηγείται να χρησιμοποιηθεί ο αριθμός
- Εν κατακλείδι εισηγείται την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης ως ακολούθως: (i) Προς όφελος των Μαρία Καρμέλα Παναγιώτου, Κατερίνα Παναγιώτου, Στέλλα Virdi, Joseph Παναγιώτου, και Ηλακλή Παναγιώτου για το ποσό των €17.100,00 λόγω απώλειας. (ii) Προς όφελος της Μαρίας Καρμέλας Παναγιώτου €24.000,00 λόγω της εξάρτησης της από τον αποβιώσαντα. (iii) Προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα: (α) €1.700,00 γενικές αποζημιώσεις και (β) €2.526,00 ειδικές αποζημιώσεις (έξοδα κηδείας, πιστοποιητικών, αστυνομικής έκθεσης, ιατρικά και διαχείρισης). Επίσης ζήτησε όπως επιδικαστούν υπέρ των Εναγόντων τα έξοδα της αγωγής. Περαιτέρω αναφορά σε όσα έχουν αναφέρει και καταγράφονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων θα γίνεται κατωτέρω όπου για τις ανάγκες της παρούσας κριθεί αναγκαίο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι θα πρέπει να καθορισθεί η θέση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα τεκμήρια: - για Αναγνώριση Α - για Αναγνώριση Β, και - το Τεκμήριο
- Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων για Αναγνώριση Α και Β, εφόσον έχουν παραμείνει ως τέτοια, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σαν μαρτυρία και συνακόλουθα δεν τίθεται και θέμα αξιολόγησης η απόδοσης σε αυτά οποιασδήποτε βαρύτητας. Σε σχέση τώρα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, ήτοι την γραπτή κατάθεση της συζύγου του αποβιώσαντος, το περιεχόμενο της οποίας είναι μεν εξ ακοής μαρτυρία αλλά έγινε αποδεκτή η κατάθεση της με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και χωρίς ένσταση, επισημαίνω τα εξής: Ο τρόπος που αξιολογείται εξ ακοής μαρτυρία εμπεριέχεται στο Άρθρο 27, του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: "27.
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· ...........................................
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε." Τονίζεται ότι τόσο από πλευράς Εναγόντων όσο και από πλευράς Εναγομένης δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για την παράλειψη ή επιλογή τους, να μην καλέσουν την σύζυγο του αποβιώσαντα να καταθέσει σαν μάρτυρας και συνακόλουθα να κατέθετε η ίδια το Τεκμήριο
- Επομένως θεωρώ ότι η μη παροχή κάποιας εξήγησης για τη μη προσαγωγή του ιδίου του ατόμου που έδωσε την κατάθεση Τεκμήριο 6 ως μάρτυρα για να πεισθεί το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό αυτό να κλητευθεί ως μάρτυρας, έχει ως μοναδική κατάληξη να μην μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 6 αφού δεν πληρείται μία σημαντική προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 27 του Κεφ.
- Aκόμη όμως κι αν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 γινόταν αποδεκτή μαρτυρία, κρίνω ότι εξ αυτού ουδέν δύναται να συναχθεί είτε σε σχέση με τα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος είτε για οποιοδήποτε άλλο επίδικο ζήτημα. Τούτο διότι σε αυτό η σύζυγος του αποβιώσαντος δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά είτε στα επίδικα γεγονότα είτε σε δεδομένα και στοιχεία που αφορούν το ζήτημα της εξάρτησης της από τον αποβιώσαντα. Έχοντας λοιπόν αποφασίσει ως ανωτέρω προχωρώ στην αξιολόγηση ενός εκάστου των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τον Ενάγοντα 1, Μ.Ε.1, τους μάρτυρες Εναγόντων Μ.Ε.2, Μ.Ε.3, την Εναγόμενη, Μ.Υ.2 και τον Μ.Υ.1, κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Έχω δε αποτιμήσει τη συνολική τους παρουσία και συμπεριφορά κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με βάση την πηγή γνώσεων τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν καθώς και την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους. Τούτο έχοντας υπόψη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση για τον καθένα ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από το συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων καθώς και από το συσχετισμό με τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου και έχοντας πάντα κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας και όχι αυτήν αποσπασματικά. Κρίνω κατά συνέπεια ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους. Ο Μ.Ε. 1 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο όσα ο ίδιος γνώριζε αλλά και όσα περιήλθαν σε γνώση του από άλλα πρόσωπα, τόσο σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν το επίδικο δυστύχημα αλλά και όσα ακολούθησαν τούτου. Ακόμη κατέθεσε όλα όσα αφορούν το ζήτημα της εξάρτησης της συζύγου του αποβιώσαντος, μητέρας του. Θα πρέπει βεβαίως να σημειώσω ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι εξ ακοής και το μέρος αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο σε περίπτωση που κριθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 27 του Κεφ.
- Έχοντας λοιπόν υπόψη τις πρόνοιες του εν λόγω άρθου και εφόσον οι Ενάγοντες δεν έχουν προβάλει οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη κλήτευση της συζύγου του αποβιώσαντος για να δώσει μαρτυρία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, κρίνω πώς το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που αποτελείται από εξ ακοής τοιαύτην δεν μπορεί και δεν θα ληφθεί υπόψη. Από την μαρτυρία δε του Μ.Ε.1 έχω επισημάνει και αριθμό αντιφάσεων οι οποίες κρίνω ότι οφείλονται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν είχε ο ίδιος προσωπική γνώση των όσων κατέθετε και όχι σε οποιαδήποτε προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα αφού έλαβα υπόψη μου και την παραδοχή του σε δύο περιπτώσεις ότι δεν ήταν σε θέση αφού δεν γνώριζε, ποία ακριβώς ήταν η απώλεια της συζύγου του αποβιώσαντα αλλά και τι ποσά ξόδευε ο αποβιώσας τόσο για φάρμακα όσο και για τους διάφορους λογαριασμούς του σπιτιού και την σύζυγο του. Ακόμη είναι χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας του η απάντηση που έδωσε ότι είναι δύσκολο για τον ίδιο με ένα ναι ή με ένα όχι να καθορίσει αν είχε και ποία ήταν η απώλεια και ζημιά της μητέρας του από το θάνατο του πατέρα του. Ακόμη παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει τίποτα από τα λεφτά που παίρνει η μητέρα του μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος πατέρα του. Επίσης επισημαίνω ότι δεν προσεκόμισε κανένα στοιχείο η μαρτυρία που να αποδεικνύει εάν και ποίο ακριβώς ήταν το ενοίκιο που λάμβανε ο αποβιώσας από ένα κατάστημα, αφήνοντας τοιουτοτρόπως τον εν λόγω ισχυρισμό εντελώς ατεκμηρίωτο. Σε διευκρινιστική δε ερώτηση από το Δικαστήριο απάντησε ότι τα εισοδήματα του πατέρα του συνολικά μηνιαίως ήταν €684,00 από τις δύο συντάξεις του συν το ενοίκιο από το κατάστημα το οποίο νομίζει, κι όχι ότι ήταν σίγουρος, πως ήταν €1.000,00 το μήνα. Επισημαίνω δε ότι σε σχέση με τον ισχυρισμό για είσπραξη ενοικίου από τον αποβιώσαντα ο Μ.Ε.1 περιέπεσε και σε ανίφαση με το ύψος του, αφού αρχικά ανέφερε ότι ήταν €750,00 ενώ μετά το καθόρισε σε €1.000,
- Ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων δεν αποδέχομαι αφού δεν έχει αποδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία ότι ο αποβιώσας πέραν των δύο συντάξεων γήρατος που λάμβανε, είχε άλλο εισόδημα. Ακόμη ο μάρτυρας αυτός και πάλιν επειδή αφού ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση, περιέπεσε και σε αντίφαση σε σχέση με το ύψος του ποσού της σύνταξης πού λάμβανε η μητέρα του, αφού αρχικά το προσδιόρισε σε €300,00 και μεταγενέστερα σε €437,
- Από τα τεκμήρια που ο Μδε που ο Μ.Ε.1 κατέθεσε προς απόδειξη των εισοδημάτων που είχε ο αποβιώσας κατά τον χρόνο του θανάτου του διαπιστώνονται τα εξής: (α) Το Τεκμήριο 3 αφορά τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο κατατίθετο το ποσό της μίας σύνταξης που λάμβανε ο αποβιώσας. Το περιεχόμενο δε του εν λόγω τεκμηρίου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αφού δεν υπήρξε καθόλου αντεξέταση γι αυτό. Στο τεκμήριο αυτό το τελευταίο ποσό που καταγράφεται σαν σύνταξη με την περιγραφή Τ.Pens. ανέρχεται σε Λ.Κ.138,77, ήτοι €237,10 και έχει ημερομηνία κατάθεσης την 5/1/
- Ελλείψει δε άλλων καταστάσεων λογαριασμού το ποσό αυτό αποδέχομαι ότι αποτελούσε την μία εκ των δύο συντάξεων γήρατος πού λάμβανε ο αποβιώσας κατά τον χρόνο του θανάτου του. (β) Όσον αφορά το Τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1 χωρίς ένσταση και επίσης δεν υπήρξε αντεξέταση επί του περιεχομένου του και συνακόλουθα το αποδέχομαι στην ολότητα του, παρατηρώ ότι το συνολικό ποσό που έλαβε ο αποβιώσας σαν σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας για το έτος 2005, ανέρχεται σε Λ.Κ. 3424,46, ήτοι €5.851,
- Δυνάμει του Περί κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, Ν.41/80, άρθρο 59 Α, για τον οποίον έχω Δικαστική Γνώση, κάθε πρόσωπο το οποίο δικαιούται σε σύνταξη γήρατος δικαιούται ωσαύτως ποσόν ίσο προς το 1/12 του ολικού ποσού της παροχής η οποία κατεβλήθη εις το εν λόγω πρόσωπο αναφορικά προς το έτος τούτο. Συνακόλουθα το συνολικό ποσό του έτους 2005 πού έλαβε ο αποβιώσας θα πρέπει για να εξευρεθεί το μηνιαίο ποσό που λάμβανε να διαιρεθεί δια του αριθμού
- Με απλή δε μαθηματική πράξη €5.851,04 ÷ 13 εξάγεται το ποσό των €450,
- Συνακόλουθα το άρθροισμα των πιο πάνω ποσών ανέρχεται σε €687,18 και όχι σε €684,00 που αποτελεί το ποσό που ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι λάμβανε μηνιαίως ο αποβιώσας από τις δύο συντάξεις. Εν όψει όμως της ελάχιστης διαφοράς στα δύο ποσά αλλά και λαμβάνοντας επίσης υπόψη την θέση και της υπεράσπισης, που όχι μόνο δεν αμφισβήτησε το ποσό των €684,00 αλλά πρόσθετα το εισηγείται, αποδέχομαι και θα λάβω τούτο υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της τυχόν εξάρτησης της συζύγου του αποβιώσαντος, εάν κριθεί ότι δικαιούται, αφού είναι και το μόνο πρόσωπο το οποίο ο Μ.Ε.1 καθόρισε και διεκδικείται προς όφελος του με την αγωγή αποζημίωση σαν εξαρτώμενο από τα εισοδήματα του αποβιώσαντος. O M.E.2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας, αφού στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του εντοπίζονται σοβαρά κενά και αντιφάσεις. Επικαλέσθηκε ο ίδιος ότι είναι πρόσωπο που έχει εκπαιδευτθεί στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου στη διερεύνηση και σχεδιαγράφηση τροχαίων δυστυχημάτων. Επίσης ότι είναι ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας και. Ακόμη ανέφερε ότι από το έτος 2002 είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου, στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Τα προσόντα του τα οποία επισημαίνω δεν αμφισβητήθηκαν, αλλά και η εμπειρία του προδιέγραφαν ότι η διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος από μέρους του και η σχεδιαγράφηση και η λήψη φωτογραφιών της σκηνής θα ήταν τέτοια που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο όσο περισσότερο στην εξαγωγή των πιο ορθών και εύλογων συμπερασμάτων και ευρημάτων. Δυστυχώς όχι μόνο παρέλειψε να προβεί σε σημάνσεις και μετρήσεις καίύριας και ουσιώδους σημασίας, ήτοι στη σκηνή του δυστυχήματος που αφορούσαν την ύπαρξη η μη πασσάλωνστύλους οδικού φωτισμού στη σκηνή ή πλησίον της σκηνής του δυστυχήματος, αλλά πρόσθετα περιέπεσε και σε αντιφάσεις δε, αναφορικά με τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν όταν επισκέφθηκε τη σκηνή την ημέρα του επιδίκου δυστυχήματος και αμέσως μετά από αυτό, περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Επισημαίνω ακόμη, ότι παρόλο πούότι ελήφθησαν φωτογραφίες της σκηνής στις 17/.12/.05, ήτοι την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος, δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο καμία από αυτές. Αυτή η παράλειψη κρίνω ότι αποστέρησε από το Δικαστήριο μαρτυρία που θα μπορούσε να διαφωτίσει περισσότερο τα γεγονότα σε σχέση με τις συνθήκες φωτισμού και ορατότητας στο σημείο σύγκρουσης. Ακόμη επί του Τεκμηρίου 7 και συνακόλουθα, του Τεκμηρίου 5, δεν τοποθέτησε πασσάλουςστύλους οδικού φωτισμού και ούτε ήταν σε θέση να απαντήσει σε πόση απόσταση βρίσκονταν, αν υπήρχαν, τέτοιοι στύλοι, από το σημείο που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Επίσης δεν προέβη σε καμία εξέταση ή μέτρηση της εμβέλειας των φώτων του οχήματος της Εναγομένης και της απόστασης που παρείχαν ορατότητα στον οδηγό σε συνθήκεςκατά τη διάρκεια συνθηκών σκότους, αλλά ούτε και της ακτίνας και εμβέλειας που κάλυπτε οποιοσδήποτε, ανυ υπήρχε, πάσσαλοςτονίζω και πάλι, στύλος με λαμπτήρα οδικού φωτισμού. Επισημαίνω επίσης ότι σε υποβολή πώς Ενώ στη μαρτυρία του στην ποινική υπόθεση στην οποία είχε κατηγορηθεί η Εναγόμενη για αμέλεια ανέφερε πώςότι δεν υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ στη μαρτυρία του στην παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός,. Σε σχετική δε υποβολή ότι αυτό ανέφερε στην ποινική υπόθεση, αρνήθηκε να απαντήσει, επικαλούμενος επιλεκτικά κρίνω, ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα δεν τον βοηθούσε η μνήμη του. Άλλη μία σοβαρή αντίφαση η οποία εντοπίζεται στη μαρτυρία του Μ.Ε.2, είναι ότι ενώ κατέθεσε στο Δικαστήριο τις καταθέσεις από τον φάκελο της υπόθεσης της Αστυνομίας των δΔρ. Πέτρου Μαυρομμάτη, δρ. Γιαννάκη Χριστοδούλου, της συζύγου του αποβιώσαντος, καθώς επίσης και τη μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση του κ. Σοφοκλή Σοφοκλέους, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει αν και κατά πόσο περιοριζόταν η ορατότητα της Εναγομένης αν υπήρχε ουρά αυτοκινήτων και τούτο, διότι δεν είχε διαβάσει, όπως ισχυρίστηκε, τις καταθέσεις των άλλων οδηγών. Τούτο κρίνω ότι αντιστρατεύεται την κοινή λογική, αφού σαν το πρόσωπο που ενήργησε από την αρχή σαν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος, το ευλόγως αναμενόμενο είναι ότι όχι απλά διάβασε τις καταθέσεις αυτές, αλλά και ότι ήταν ταυτόχρονα και υποχρέωσή του να τις μελετήσει προτού καταλήξει στις όποιες εισηγήσεις για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης είτε από τον ίδιο είτε από οποιδήποτε άλλο αρμόδιο πρόσωπο. Όσον αφορά την δικαιολογία που έδωσε γιατί δεν τοποθέτησε επί των Τεκμηρίων 5 και 7 τους πάσσαλους οδικού φωτισμού που ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν στο μέρος, ήτοι επειδή δεν έλαβε σχετικές μετρήσεις, δεν γίνεται αποδεκτή αφού αυτή θα ίσχυε σε περίπτωση που το Τεκμήριο 5 ήταν σχεδιασμένο επί κλίμακος. Όπως όμως ο ίδιος ο Μ.Ε.2 ανέφερε το Τεκμήριο 5 δεν είναι επί κλίμακος αλλά συμμετρικό και συνεπώς μπορούσε να τοποθετήσει τους πασσάλους οδικού φωτισμού χωρίς αναφορά σε μετρήσεις κάτι βεβαίως που μπορούσε να κάνει και επί του τεκμηρίου
- Εν όψει των πιο πάνω επισημάνσεων μου από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν αποδέχομαι ότι στο σημείο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα υπήρχαν πάσσαλοι με οδικό φωτισμό. Ακόμη δεν αποδέχομαι από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι ο φωτισμός κατά τον επίδικο χρόνο στη σκηνή του δυστυχήματος ήταν ικανοποιητικός αλλά ούτε και ότι η ορατότητα στον δρόμο από το σημείο εισόδου της Εναγόμενης στην λεωφόρο Δημοκρατίας ήταν υπό τας δοσμένας συνθήκας φωτισμού και τροχαίας κίνησης 100 μέτρα. Εν όψει όμως της υπογραφής και της αναγνώρισης υπό της Εναγομένης κατά τον χρόνο της υπογραφής ως ορθού του Τεκμηρίου 7, αποδέχομαι ότι τα όσα απεικονίζει και δεικνύει τούτο αλλά και το Τεκμήριο 5, σε σημάνσεις και μετρήσεις είναι ορθά. Σε αυτό δε επισημαίνω ότι συμφώνησε και η Εναγόμενη όπως ρητά αναφέρει στην γραπτή της δήλωση Τεκμήριο Έγγραφο Γ. Ακόμη επισημαίνω ιδιαίτερα από την μαρτυρία του την αναφορά του ότι το σημείο Α2 επί του Τ.7 είναι το σημείο που βρισκόταν ο πεζός προφανώς προτού κτυπηθεί, το οποίο απείχε 10 εκατοστά από το σημείο που το ασφάλτινο παγκέτο ενώνετο με την λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Μ.Ε.3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας αλλά και σαν πραγματογνώμονας - ιατρός αφού τα προσόντα του και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν έστω και κατ' ελάχιστο. Κατέθεσε με απόλυτα φυσιολογικό και αυθόρμητο τρόπο, απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις και απόψεις του, τόσο κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης όσο και στην αντεξέταση του. Παρά δε την προσπάθεια να αμφισβητηθούν τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εξέλιξη της πορείας της υγείας του αποβιώσαντος μετά τον τραυματισμό του, αλλά και τα αιτία που οδήγησαν στον θανάτου αυτού, κρίνω ότι σαν ο μόνος ειδικός πού έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και χωρίς οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία τα όσα ανέφερε σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και ακλόνητα. Υπήρξε απόλυτα σαφής και επεξηγηματικός και σαν ο ιατρός που περιέθαλψε τον αποβιώσαντα αλλά και τον παρακολουθούσε επί καθημερινής βάσης μέχρι την κατάληξη του, δεν αντιμετωπίζω καμία δυσκολία αλλά και ενδοιασμό στο να αποδεκτώ όσα κατέθεσε στην ολότητα τους. Από την άλλη τα Τεκμήρια για Αναγνώριση Α και Β όπως πιο πάνω έχω αποφασίσει, ουδεμία αποδεικτική αξία έχουν και συνακόλουθα οι θέσεις από πλευράς υπεράσπισης και οι υποβολές που έγιναν στο Μ.Ε.3 που βασίζονται σε αυτά παρέμειναν μετέωρες και ανυποστήρικτες. Ο Μ.Υ.1 που έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας αφού απαντούσε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τόσο στην κυρίως εξέταση του όσο και στην αντεξέταση. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και σε καμία περίπτωση δεν έχασε την ψυχραιμία του ή προσπάθησε με υπεκφυγές να μην απαντά σε όσα ερωτείτο. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 επισημαίνω ιδιαίτερα το σημείο από αυτή στην οποία ανέφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση στην αντεξέταση του, αλλά και επιβεβαιώνοντας ξανά, ότι μπροστά από το αυτοκίνητο ΕΝΝ 329 δεν κινείτο άλλο αυτοκίνητο με την ίδια κατεύθυνση, ότι η ταχύτητα του ιδίου αλλά και του προπορευομένου αυτού αυτοκινήτου ήταν 25-30 χ.α.ω, ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης και στη σκηνή του επιδίκου δυστυχήματος δεν υπήρχαν οποιαδήποτε κτίρια κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι απέναντι από το σημείο σύγκρουσης επίσης δεν υπήρχαν οποιαδήποτε κτίρια, ότι επειδή οι στύλλοι με οδικό φωτισμό απείχαν 100 μέτρα ο ένας από τον άλλο η ορατότητα περιοριζόταν στο πεδίο που κάλυπταν τα φώτα των αυτοκινήτων, ότι η απόσταση του από αυτοκίνητο της Εναγομένης ήταν 5-6 μέτρα και ότι επειδή το αυτοκίνητο του ήταν πιο ψηλό από αυτό της Εναγομένης έβλεπε ολόκληρο το δρόμο τόσο μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγομένης ως επίσης και αριστερά και δεξιά του και ότι η ορατότητα του επειδή ο δρόμος στο σημείο του επιδίκου δυστυχήματος δεν είχε καθόλου φωτισμό ήταν 5-6 μέτρα αφού έμπροσθεν του εκινείτο και ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Εναγομένης. Επίσης επισημαίνω από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι πριν τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της Εναγομένης με τον αποβιώσαντα, είδε τον αποβιώσαντα να αρχίζει να διασταυρώνει το δρόμο και να μπαίνει μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγομένης με επακόλουθο αυτό να τον κτυπήσει. Τούτο όμως λόγω των συνθηκών φωτισμού που επικρατούσαν στην σκηνή, την τελευταία στιγμή και όταν ήταν επί του οδοστρώματος. Επίσης επισημαίνω ότι σε ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι πρίν την σύγκρουση του αυτοκινήτου της Εναγομένης με τον αποβιώσαντα έβλεπε ολόκληρο το δρόμο μπροστά από το προπορευόμενο αυτοκίνητο του (της Εναγομένης), όμως τον αποβιώσαντα-πεζό δεν τον είχε δει καθόλου σε ποιο σημείο βρισκόταν προτού εισέλθει εντός του δρόμου. Ήτοι προσθέτοντας την ελάχιστη απόσταση που απείχε το δικό του αυτοκίνητο από αυτό της Εναγόμενης μαζί με το μήκος του αυτοκινήτου της Εναγόμενης που ήταν 4 μέτρα (βλέπε Τεκμήριο 5), ο Μ.Υ.1 είδε τον αποβιώσαντα πρίν κτυπηθεί από απόσταση τουλάχιστον 9 μέτρων. Το μόνο σημείο στο οποίο ο Μ.Υ.1 διαφοροποίησε κάπως τις τοποθετήσεις του ήταν ότι ενώ στην γραπτή του δήλωση αναφέρει πώς ο φωτισμός στο σημείο της σκηνής του δυστυχήματος δεν ήταν καλός στην αντεξέταση του απάντησε ότι ο δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο δεν είχε καθόλου φωτισμό και η ορατότητα του περιοριζόταν στην εμβέλεια των φώτων των αυτοκινήτων. Διευκρίνισε όμως ότι αυτό το οποίο εννοούσε είναι ότι ο φωτισμός ήταν τόσο λίγος οσάν να μην υπήρχε διότι πάσσαλοι οδικού φωτισμού υπήρχαν ένας κάθε 100 μέτρα. Τούτο όμως κρίνω εν όψει και της διευκρίνησης, ότι δεν επηρεάζει την ποιότητα της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας του. Επί τη βάση όλων των πιο πάνω αλλά και επειδή ο Μ.Υ.1 σαν ένας αντικειμενικός, ανεξάρτητος και αυτόπτης μάρτυρας που είδε και άκουσε όλα όσα εξελίχθηκαν μπροστά στα μάτια του πριν, κατά και μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της Εναγομένης με τον πεζό, κρίνω ότι είπε την αλήθεια και γι΄ αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Το ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ένας αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας βγαίνει αβίαστα και από το γεγονός ότι στη σκηνή του δυστυχήματος βρέθηκε εντελώς τυχαία και σε κανένα απολύτως σημείο της μαρτυρίας του εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι αυτός είχε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο να διαφοροποιήσει τα όσα ο ίδιος είδε, αντιλήφθηκε και άκουσε ενώ λάμβαναν χώρα τα επίδικα γεγονότα. Εν κατακλείδι από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ένα σημαντικότατο στοιχείο το οποίο αποδεικνύει την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του είναι ότι σε αντίφαση με τα όσα η Εναγόμενη, Μ.Υ.2, αναφέρει στη δική της μαρτυρία και παρά το ότι κλήθηκε σαν μάρτυρας υπεράσπισης, με απόλυτα σαφή και κατηγορηματικό τρόπο είπε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης δεν κινείτο και δεν προπορευόταν άλλο αυτοκίνητο. Η Μ.Υ.2, Εναγόμενη, δεν μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Η εμφανής προσπάθεια της στην κυρίως εξέταση αλλά και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της, ήταν να αποφύγει την οποιαδήποτε ευθύνη στην πρόκληση του δυστυχήματος και να αποδείξει ότι επειδή ακολουθούσε ένα άγνωστο αυτοκίνητο αυτής σε απόσταση 3-5 μέτρων από αυτό, δεν ήταν σε θέση λόγω του σκότους και της έλλειψης οδικού φωτισμού στο μέρος του επιδίκου δυστυχήματος να δει τον αποβιώσαντα προτού εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά της στο σημείο που του κτύπησε με το αυτοκίνητο της. Στην προσπάθεια της αυτή περιέπεσε σε αντιφάσεις τόσο στα όσα είχε η ίδια αναφέρει αλλά και σε σοβαρότατη και καίριας σημασίας αντίφαση με το Μ.Υ.1 τον οποίο η πλευρά της υπεράσπισης κλήτευσε σαν μάρτυρα. Ήτοι ενώ αρχικά ανέφερε πως η ορατότητα της σύμφωνα με την κατεύθυνση της στο δρόμο ήταν 60-70 μέτρα στη συνέχεια διευκρίνησε ότι αυτή περιοριζόταν λόγω του αυτοκινήτου που εκινείτο μπροστά της. Αυτή δε η θέση της σε πλήρη αντίφαση με την θέση του Μ.Υ.1 ότι μπροστά από το αυτοκίνητο της δεν εκινείτο άλλο αυτοκίνητο. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι έμπροσθεν της εκινείτο άλλο αυτοκίνητο, αφού κρίνω ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Επίσης ανέφερε ότι τον αποβιώσαντα τον είδε ξαφνικά μπροστά της στο σημείο σύγκρουσης. Αυτό χωρίς να δώσει καμία απολύτως εξήγηση γιατί δεν τον είχε δει προηγουμένως την στιγμή πού εισήλθε και όταν άρχισε να διασταυρώνει το δρόμο. Τούτο επίσης σε αντίφαση με τον Μ.Υ.1 ο οποίος είχε δει τον αποβιώσαντα να εισέρχεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγομένης πριν τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της με αυτόν. Αυτή η θέση της Εναγομένης αντιστρατεύεται την κοινή λογική αφού ο Μ.Υ.1 που βρισκόταν με το όχημα του πίσω από το δικό της είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί και αντελήφθηκε τον αποβιώσαντα όταν άρχισε να διασταυρώνει πριν τη σύγκρουση και τούτο μέσα από την εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου της Εναγομένης από απόσταση 9 μέτρων τουλάχιστον, θα έπρεπε λογικά να τον είχε δεί και αυτή από την στιγμή που άρχισε να εισέρχεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Αυτό έξάγεται και από το γεγονός ότι η Εναγόμενη σύμφωνα με τα όσα ή ίδια είπε αλλά και ο Μ.Υ.1, αυτή ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της χρησιμοποιώντας τα φρένα της στο σημεί Α1 του Τεκμηρίου 5, ήτοι στο σημείο σύγκρουσης. Συνακόλουθα για να προλάβει να αντιδράσει όπως αντέδρασε εξυπακούεται ότι είχε δεί ο αποβιώσαντα σε τέτοια απόσταση που της έδωσε την ευχέρεια προς τούτο. Ούτω προσθέτοντας την απόσταση σκέψης (3,71 μέτρα) και την απόσταση φρεναρίσματος (2,10 μέτρα) που χρειαζόταν για να ακινητοποίησει το αυτοκίνητο της εξάγεται με ταχύτητα 20 χ.α.ω ο αριθμός 5,81 μέτρα και με ταχύτητα 30 χ.α.ω ο αριθμός 10,28 μέτρα (5,56 μέτρα + 4,72 μέτρα) (βλέπε Πίνακα Α από το σύγγραμμα Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας των κ.κ.Αρτέμη και Ερωτοκρίτου). Συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι η πρώτη φορά που είδε τον αποβιώσαντα αυτός απείχε από το αυτοκίνητο της 2 μέτρα αφού με οποιαδήποτε από τις δύο ταχύτητες μόνο η απόσταση σκέψης είναι πέραν των 2 μέτρων. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ηλικία του αποβιώσαντα, που ήταν 74 ετών κατά το ουσιώδη χρόνο, ο ισχυρισμός αυτός της Εναγόμενης δεν μπορεί να αντέξει στην βάσανο της κοινής λογικής αφού ένας υπερήλικας με τα προβλήματα υγείας που είχε ο αποβιώσας ήταν αδύνατον να βρεθεί ξαφνικά και σαν από μηχανής θεός στο σημείο σύγκρουσης «Χ» από το πουθενά. Αν από την άλλη γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της πως έμπροσθεν της εκινείτο άλλο αυτοκίνητο αυτό εξυπακούει πως ο αποβιώσας πέραν και έξω από κάθε λογική με το που διήλθε το εν λόγω αυτοκίνητο από το σημείο που βρισκόταν προτού εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγομένης, κάλυψε τουλάχιστο την απόσταση του 1,10 μ. (ήτοι 1,20 μ. μείον 0,10 μ. που απείχε το Α2 από την διαχωριστική γραμμή του ασφάλτινου παγκέτου), που απέχει το σημείο σύγκρουσης «Χ» από το σημείο Α2, σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Τούτο διότι εκλαμβάνοντας την ευνοϊκότερη για την Εναγομένη ταχύτητα ήτοι τη χαμηλότερη, που αυτή ισχυρίστηκε ότι εκινείτο των 20 χ.α.ω. κάλυπτε απόσταση 5,56 μέτρων το δευτερόλεπτο στην δε μεγαλυτερη, ήτοι των 30 χ.α.ω κάλυπτε 8,34 μέτρα (βλέπε Πίνακα Γ από το σύγγραμμα Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας των κ.κ.Αρτέμη και Ερωτοκρίτου). Άρα με απλά μαθηματικά όταν το όχημα της κάλυπτε την απόσταση των 3-5 μέτρων που απείχε από το προπορευόμενο αυτοκίνητο της όπως η ίδια ισχυρίστηκε, για να φτάσει μετά από αυτό στο σημείο σύγκρουσης «Χ» σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, στον ίδιο χρόνο ο αποβιώσας κάλυπτε την απόσταση του 1,10 μέτρων από το σημείο Α 2, κάτι που με τα δεδομένα και τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα είναι εξωπραγματικό. Άλλο ένα στοιχείο που δεικνύει το αναξιόπιστο της Εναγόμενης είναι και τα όσα είπε σε σχέση με την τελική θέση του αυτοκινήτου της όπως αυτό σημειώθηκε από τον Μ.Ε.2 στα τεκμήρια 5 και
- Ενώ αρχικά διαφώνησε έντονα με την τελική θέση του αυτοκινήτου της, στην συνέχεια και αφού της υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 και αναγνώρισε την υπογραφή της σε αυτό και της υπομνείσθηκε ότι συμφώνησε με αυτό προτού το υπογράψει στην παρουσία του Μ.Ε.2, όπως αναφέρει και στην γραπτή της δήλωση Τεκμήριο Έγγραφο Γ, διαφοροποιώντας την αρχική της θέση, ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν όντως αυτή ήταν η τελική θέση του αυτοκινήτου της. Ακόμη επισημαίνω ότι στην απάντηση πού έδωσε στον Μ.Ε.2 όταν την κατηγόρησε, την οποία αποδέχθηκε και κατά την αντεξέταση της, δεν ανέφερε τίποτα περί αυτοκινήτου πού προπορεύετο του δικού της αλλά ούτε κι ότι είδε ξαφνικά τον αποβιώσαντα στο σημείο σύκρουσης «Χ». Αυτό το οποίο απάντησε ήταν ότι ο αποβιώσας μπήκε και όχι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της και γι αυτό δεν μπορούσε να τον αποφύγει και ότι στο μέλλον θα είναι πιο προσεκτική, απάντηση που συνάδει και με την μαρτυρία του Μ.Υ.
- Συνακόλουθα κρίνω πως αυτή δεν είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες και τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν πριν και κατά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου της με τον αποβιώσαντα. Από τη μαρτυρία της αποδέχομαι ότι κοντά στο σημείο σύγκρουσης και στη σκηνή του δυστυχήματος δεν υπήρχαν κτίρια ή σχολεία όπως δεν υπήρχαν και πάσσαλοι με λαμπτήρες οδικού φωτισμού, ότι πρίν να κτυπήσει τον αποβιώσαντα με το αυτοκίνητο της εκινείτο με ταχύτητα 20 - 30 χ.α.ω, ότι οι συνθήκες φωτισμού ήταν συνθήκες σκότους και ότι ο αποβιώσας φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος, που με συνδυασμό με τις συνθήκες φωτισμού καθιστούσαν τον εντοπισμό του προτού να εισέλθει εντός του δρόμου εξαιρετικά δύσκολο. Για την δυνατότητα μου δε να λάβω υπόψη μου μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψω μέρος, οποιουδήποτε μάρτυρα έχω αντλήσει καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 391,395 και 396, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212 και Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257,
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η βάση της παρούσας αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας που καθορίζεται στα άρθρα 51 και 57 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος της Εναγομένης και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αποβιώσας έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (Βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 1013). Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κριτήριο εάν ένας οδηγός είναι ή όχι αμελής εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί στην Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 στις σελίδες 425-426: «Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .... Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή.» Στον δε καταμερισμό της ευθύνης οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Οι αρχές δε της συντρέχουσας αμέλειας έχουν εμπεδωθεί από τη νομολογία από παλιά. Ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd.
(1952)2 Q.B. 608, στη σελίδα 615 αναφέρει τα ακόλουθα: «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.» Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos
(1970)1 CLR 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides
(1973)1 CLR 66, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ 1). Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178, ο Δικαστής Πικής αναφέρει στις σελίδες 183-184: «Ο καθορισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για το καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης.» Πρόσθετα στα πλαίσια της Νομικής Πτυχής που αφορά την παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι εμπίπτουν και τα πιο κάτω ζητήματα: (Ι). Το Ζήτημα της εξάρτησης σε συνάρτηση βεβαίως με τις αποζημιώσεις που πηγάζουν από τον θάνατο του αποβιώσαντος προς όφελος της περιουσίας και των εξαρτωμένων αυτού, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η σύζυγος του, και (ΙΙ). Το ζήτημα το οποίο ετέθη από την συνήγορο υπεράσπισης και αφορά την θέση ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα δεν επήλθε συνεπεία των σωματικών βλαβών που υπέστη στο επίδικο δυστύχημα αλλά από άλλη και/η άλλες προϋπάρχουσες αιτίες σχέση εχόντων με σοβαρά προβλήματα υγείας πού αυτός αντιμετώπιζε. Μια θέση που παρά το ότι δεν ετέθη ξεκάθαρα κρίνω ότι εμπίπτει εντός και πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των όσων αφορούν την υπεράσπιση που χαρακτηρίζεται με την γνωστή Λατινική ρήση "Novus Actus Interveniens", ήτοι της διακοπής της συνέχειας των γεγονότων από την έναρξη τους μέχρι την επέλευση του συμβάντος για το οποίο διεκδικούνται αποζημιώσεις, είτε από τις ενέργειες τρίτου προσώπου είτε από την εμφιλοχώρηση ενός εντελώς απρόβλεπτου και μη αναμενόμενου στην φυσιολογική εξέλιξη των γεγονότων συμβάντος. (Ι). Η Εξάρτηση: Σε σχέση με το ζήτημα της εξάρτησης έχω αντλήσει καθοδήγηση από την πλούσια επί του θέματος Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από το σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμης και Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα Κεφάλαιο 148, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 389 - 400. Χρήσιμη δε αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Θεοφάνης Γ. Καζάκου ν. 1 Δωρέττας Αβρααμίδου 2. Ελένης Δημητρίου, ως Διαχειριστές του αποβιώσαντος Νίκου Αβρααμίδη,
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1626, όπου στην απόφαση του ο Δικαστής Ηλιάδης στις σελιδες 1643 - 1647 αναφέρει τα εξής: «3. Αποζημιώσεις. (i) Καθορισμός αποζημιώσεων ......................................... Αποζημιώσεις λόγω θανάτου μπορούν να επιδικαστούν σήμερα
(1)Προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος,
(2)Προς όφελος των εξαρτωμένων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 34
(2)(α) του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189, (όπως έχει τροποποιηθεί) με τον Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών (Τροποποιητικό), Νόμο αρ. 157/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος, (που δεν συμπεριλαμβάνουν οποιεσδήποτε παραδειγματικές αποζημιώσεις ούτε και οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μετά το θάνατό του). Το άρθρο επιτρέπει την καταχώρηση αγωγής εκ μέρους της περιουσίας του αποβιώσαντος για την είσπραξη αποζημιώσεων για απώλειες που είχαν δημιουργηθεί πριν από το θάνατο, εξαιρουμένων αποζημιώσεων για οδύνη λόγω απώλειας οικείου (bereavement). Οι αποζημιώσεις που είναι κατά κανόνα περιορισμένες, συμπεριλαμβάνουν ζημιές που έχουν προκληθεί στο όχημα του αποθανόντος, απώλεια ημερομισθίων για την περίοδο μεταξύ του δυστυχήματος και του θανάτου και έξοδα κηδείας. Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος της περιουσίας το οποίο κατανέμεται στους κληρονόμους σύμφωνα με τις οδηγίες της διαθήκης ή σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε περίπτωση που ο αποθανών δεν είχε αφήσει διαθήκη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) Νόμο, αρ. 156/85, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος που συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων το σύζυγο ή τη σύζυγό του, οποιοδήποτε γονιό ή άλλο ανιόντα, οποιοδήποτε τέκνο ή άλλο κατιόντα και οποιοδήποτε πρόσωπο που ήταν αδελφός, αδελφή, θείος ή θεία του αποβιώσαντος. Το άρθρο το οποίο καθορίζει τα δικαιώματα των εξαρτωμένων είναι το άρθρο 58
(15)του Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι: ......................................... Οι βασικές νομοθετικές τροποποιήσεις που επέφεραν οι Νόμοι 156/85 και 157/85, έχουν βασιστεί στις Αγγλικές μεταρυθμίσεις που επέφεραν οι Αγγλικοί Νόμοι The Law Reform (Miscellaneous Provisions) Act 1934, και The Fatal Accidents Act 1976, έτσι που η άντληση καθοδηγητικών γραμμών από την Αγγλική νομολογία που έχει προκύψει να θεωρείται χρήσιμη. Από τη σχετική νομολογία φαίνεται ότι ο καθορισμός των αποζημιώσεων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58
(15)του Κεφ. 148, μπορεί να γίνει:
(1)Για κάθε κονδύλι ξεχωριστά (The item by item approach).
(2)Για το κερδαινόμενο εισόδημα μείον τα προσωπικά έξοδα του αποθανόντος (The earning minus living expenses approach), και
(3)Με την Κλασσική Ποσοστιαία Προσέγγιση (The conventional percentage approach or the Rule of thumb approach). H πρώτη περίπτωση εφαρμόζεται σε υποθέσεις όπου προσφέρεται ακριβής μαρτυρία για κάθε ένα κονδύλι της εξάρτησης ξεχωριστά (όπως π.χ. η πληρωμή του ενοικίου, επιδιορθώσεις του οικογενειακού σπιτιού, έξοδα φοίτησης των τέκνων, έξοδα συντήρησης αυτοκινήτου, ασφάλεια, εξοδα διακοπών, και άλλα), το άθροισμα των οποίων καθορίζει το συνολικό ποσό. Η δεύτερη προσέγγιση εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ακριβής μαρτυρία της εξάρτησης και η εικόνα δεν μπορεί να συμπληρωθεί με το συνολικό άθροισμα συγκεκριμένων κονδυλίων. Σύμφωνα με τη δεύτερη προσέγγιση το Δικαστήριο αφού καταλήξει στον καθορισμό του καθαρού εισοδήματος του αποθανόντος αφαιρεί από αυτό τα προσωπικά εξοδα του θανόντος και παραμένει το εκ πρώτης όψεως ποσό της εξάρτησης, στο οποίο μπορεί να προστεθούν άλλα οφελήματα τα οποία εδικαιούτο ο αποθανών. Η Κλασσική Ποσοστιαία Προσέγγιση εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο καθορισμός του ποσού της εξάρτησης ή του ποσού των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντος είναι ελλειπής ή είναι αδύνατο να καθοριστεί. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο υιοθετεί ένα εκατοστιαίο ποσοστό, όπως π.χ. 75% όταν οι εξαρτώμενοι είναι η σύζυγος και παιδιά, ή 67% όταν η σύζυγος είναι η μόνη κληρονόμος. (Ίδε Harris v. Empress Motors [1984]1 W.L.R. 212 ). ......................................... Το πρωτόδικο δικαστήριο λόγω των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης υιοθέτησε τη δεύτερη προσέγγιση του κερδαινόμενου εισοδήματος μείον τα προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντος. Η πιο πάνω προσέγγιση μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν υπήρχε ακριβής μαρτυρία για κάθε ένα κονδύλι ξεχωριστά που θα δικαιολογούσε την υιοθέτηση της πρώτης προσέγγισης και από την άλλη ο καθορισμός του κερδαινομένου εισοδήματος και των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντος δεν ήταν αδύνατος για να δικαιολογήσει την εφαρμογή της Κλασσικής Ποσοστιαίας Προσέγγισης. Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου για την υιοθέτηση της προσέγγισης του κερδαινομένου εισοδήματος μείον τα προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντος, ήταν ορθή.» Το μέρος της απόφασης που παρατίθεται πιο πάνω και το οποίο υιοθετώ στην ολότητα του, είναι τόσο επεξηγηματικό και σαφές που κρίνω ότι οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά θα ήταν εκ του περισσού. Εν όψει δε της μη προσκόμισης μαρτυρίας με την οποία να αποδυκνείεται ποία ποσά δαπανούσε ο αποβιώσας για τον εαυτό του, ποία για τα κοινά έξοδα και ποιό ποσό αποκλειστικά για την συζύγο του, κρίνω ότι η μέθοδος που αρμόζει και πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα περίπτωση είναι αυτή της Κλασσικής Ποσοστιαίας Προσέγισης. (ΙΙ). NOVUS ACTUS INTERVΕNIENS Σε σχέση με την εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος δεν επήλθε από τις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη στο επίδικο δυστύχημα έχω αντλήσει καθοδήγηση από το σύγγραμμα των συγγραφέων Clerk & Lindsell On Torts όπως επίσης και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell On Torts, 20η Έκδοση στη σελίδα 159, παράγραφος 2-160, αναφέρονται τα εξής: "Crumbling skulls" In Environment Agency v. Ellis the claimant had symptomless, pre-existing degenerative changes in his spine, which, on the medical evidence, would probably have started to produce symptoms in about ten years. He suffered an injury to his back in June 1998 which was attributable to the negligence of his employers, and in April 2000 the claimant fell down a flight of stairs at home because his back gave way, causing a serious injury to his right knee. He was no longer able to work. The defendants argued, inter alia, that there were multiple causes of the claimant´s loss, and that 70 per cent of the loss should be attributed to the pre-existing degeneration. The Court of Appeal rejected the argument on the evidence, but also as a matter of principle. May L. J. said that: "the pre-existing spinal degeneration was a condition which affected Mr Ellis, not an event for which somebody (including Mr Ellis himself if he were careless) might or might not be responsible. It was not a cause in the sense that careless driving or negligent or non-negligent exposure to vibration may be a cause of damage. On the contrary, it was a condition akin to that which underlies the so called eggshell skull principle - see Smith v. Leech Brain [1962] 2 Q.B. 405 at 414 and Page v. Smith [1996] A. C. 155 at 182, 189." (βλέπε επίσης τις υποθέσεις Smith v.Leech Brain & Co LTD
(1962)2 Q.B 405, και Love v. Port London Authority, Lloyds Law Reports
(1959), Vol.2 σελ.541, όπου στις σελίδες 414 και 545 αντίστοιχα επανοτονίστηκε η αρχή δικαίου ότι ο αδικοπραγήσας πρέπει να δέχεται το θύμα του όπως το βρίσκει). Όλα τα ανωτέρω υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του Δικαστή Ιωσηφίδη στην υπόθεση Αthina Symeonidou v. Phivos Michaelides
(1969)1 C.L.R. 394. όπου στις σελίδες 405, 406 και 407 αναφέρονται τα εξής: «The trial Court having found that the plaintiff at the time of the accident had a symptomless osteoarthritic condition and that as a result of the injuries she sustained her condition became symptomatic, the question arises whether the defendant is responsible for all the injury which followed. It is well settled law that a tortfeasor takes his victim as he finds him. As Lord Parker C.J. said in Smith v. Leech Brain & Co. Ltd. [1962] 2 Q.B. 405, at page 414: "For my part, I am quite satisfied that the Judicial Committee in the Wagon Mound case ( [1961] A.C. 388) did not have what I may call, loosely, the thin skull cases in mind. It has always been the law of this country that a tortfeasor takes his victim as he finds him. It is unnecessary to do more than refer to the short passage in the decision of Kennedy J. in Dulieu v. White & Sons ([1901] 2 K.B. 669), where he said: ((1901] 2 K.B. 669, 679): 'If a man is negligently run over or otherwise negligently injured in his body, it is no answer to the sufferer's claim for damages that he would have suffered less injury, or no injury at all, if he had not had an unusually thin skull or an unusually weak heart.' To the same effect is a passage in the judgment of Scrutton L.J. in The Arpad ( [1934] P. 189, 202, 203). But quite apart from those two references, as is well known, the work of the Courts for years and years has gone on on that basis. There is not a day that goes by where some trial judge does not adopt that principle, that the tortfeasor takes his victim as he finds him." And further down Lord Parker says (at page 4l5): "In those circumstances, it seems to me that this is plainly a case which comes within the old principle. The test is not whether these employers could reasonably have foreseen that a burn would cause cancer and that he would die. The question is whether these employers could reasonably foresee the type of injury he suffered, namely, the burn. What, in the particular case, is the amount of damage which he suffers as a result of that burn, depends upon the characteristics and constitution of the victim". ..................................... But the facts in the case before us are entirely different and the tortfeasor must take his victim as he finds him. The trial Court, on the evidence before them, rightly found that the defendant in the present case was clearly responsible for the awakening of the osteoarthritic symptoms of the plaintiff, which caused her pain, headaches and dizziness; and although, normally, these would have kept her away from work for about six weeks, she subsequently became hysterical and neurotic and totally disabled and the question which arises for determination is whether the defendant is responsible in law for the plaintiff's neurotic condition and consequential total disability for an indefinite period.» Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κώστας Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη και Ευανθίας Προδρόμου, ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Φρίξου Στεφάνου,
(2003)1 Α, Α.Α.Δ. 351, ο Δικαστής Κραμβής στην απόφαση του στις σελίδες 364 και 365 αναφέρει τα εξής: «Με άλλα λόγια, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι για την παράταση του χρόνου ανικανότητας για εργασία του εφεσείοντα παρενεβλήθη μια νέα αιτία, η αμέλεια του θεράποντα ιατρού του εφεσείοντα η οποία, ήταν άσχετη ή και εντελώς απομακρυσμένη από την αρχική αιτία και η οποία νέα αιτία, διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην παράταση του χρόνου ανικανότητας του εφεσείοντα για εργασία και συνακόλουθα συνέβαλε στη ζημιά που αυτός υπέστη. Η νομική αρχή του novus actus interveniens συζητήθηκε στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) διά των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Αγάπιου Σπύρου και Παναγιώτας Σπύρου κ.ά. ν. Παντελίτσας Ανδρέου - Λανίτου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1538 (απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.) όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν θα σπεύσουμε να συνυπογράψουμε πως το άρθρο 56
(1)του κεφ. 148 ενσωματώνει στο σύνολό της την αρχή novus actus interveniens. Αναφέρεται σε αμέλεια τρίτου ως την ενδεχόμενη αποφασιστική αιτία ενώ, κατά την πιο πάνω αρχή, το ερώτημα δεν συνίσταται στο κατά πόσο παρενεβλήθη νέα αμέλεια αλλά νέα αιτία. (S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina [1927] A.C. 16). To θέμα αφορά στην αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του εναγομένου και της ζημιάς και αυτό επιλύεται με αναφορά στο κατά πόσο αυτή η συνάφεια, στο πλαίσιο των γεγονότων, διακόπηκε, όπως εξηγήθηκε στην The Oropesa [1943] 1 All ER 211. (βλέπε επίσης Clerk and Lindsell (ανωτέρω) σελ. 83 § 1-120) από κάτι το αυτόβουλο, παράλογο ή εξωγενές που διαταράσσει τη σειρά των γεγονότων. Παραθέτουμε ολόκληρο το απόσπασμα από τη σελ. 215: "The question is not whether there was new negligence, but whether there was a new cause. I think that is what Lord Summer is emphasising in one of the passages in a case to which I shall refer in a moment, S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina. It must always be shown that there is something which I will call ultroneous, something unwarrantable, a new cause coming in disturbing the sequence of events, something that can be described as either unreasonable or extraneous or extrinsic. I doubt very much whether the law can be stated more precisely than that." Και, όπως λέχθηκε στην Impress (Worcester) Ltd v. Rees [1971] 2 All ER 357 με βάση τις γενικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας, το ερώτημα είναι κατά πόσο η παρεμβληθείσα αιτία ήταν τόσο δυνατής φύσης ώστε η συμπεριφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την περίπτωση, δεν ήταν καθόλου αιτία αλλά απλώς μέρος των περιβαλλουσών περιστάσεων (σελ. 358): "On general principles of causation, the question which the justices ought to have asked themselves was whether that intervening cause was of so powerful a nature that the conduct of the appellants was not a cause at all but was merely part of the surrounding circumstances." Το άρθρο 56
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 στο οποίο γίνεται αναφορά στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω) προνοεί ότι: ........................................ Τόσο από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τα λεχθέντα στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω), συνάγεται ότι η επίκληση της πιο πάνω αρχής για σκοπούς υπεράσπισης προϋποθέτει προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα δικόγραφα με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας. Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση στην Θεοφάνη Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626. Η παράλειψη των εφεσιβλήτων να συμπεριλάβουν στη δικογραφία την υπεράσπιση του novus actus interveniens και τις παρεμφερείς λεπτομέρειες, συνιστά ουσιώδες δικονομικό σφάλμα αναγόμενο σε παράβαση βασικής αρχής του δικονομικού δικαίου ότι τα επίδικα θέματα είναι μόνο εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία. Βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24.» Επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοφάνης Γ. Καζάκου ν.
- Δωρέττας Αβρααμίδου
- Ελένης Δημητρίου, ως Διαχειριστές του αποβιώσαντος Νίκου Αβρααμίδη,
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1626, στην απόφαση του ο Δικαστής Ηλιάδης στις σελιδες 1641,1642 και 1643 αναφέρει τα εξής: «Στην έκθεση υπεράσπισής του ο εφεσείων καθόρισε τη θέση του ως ακολούθως: "9. Ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 12 της Ε/Α και λέγει ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος Νίκου Αβρααμίδη δεν προήλθε εκ του ισχυριζομένου τραυματισμού ή και οιασδήποτε αιτίας προερχομένης εκ του επιδίκου δυστυχήματος και έτσι ουδεμίαν αιτιώδη συνάφεια έχει προς το επίδικον δυστύχημα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο επελθών θάνατος του ρηθέντος αποβιώσαντος προήλθε εξ άλλης υπεισερχομένης αιτίας (nova cause interveniens) ή και άλλης αιτίας ασχέτου προς ή και απομακρυσμένης εκ του ισχυριζομένου τραυματισμού ή/και προϋπάρχουσης του επίδικου δυστυχήματος." Είναι η θέση του εφεσείοντος ότι η επιπλοκή της θρόμβωσης ήταν προβλεπτή και όχι απομακρυσμένη και ο θεράπων γιατρός έπρεπε να χορηγήσει αντιπηκτικά φάρμακα προς αποφυγή της θρόμβωσης και εμβολής που με τη σειρά τους επέφεραν το θάνατο.Ο ισχυρισμός για ιατρική αμέλεια δεν φαίνεται ότι καλύπτεται από το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού η πιο πάνω παράγραφος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το θύμα απέθανε λόγω εγγενούς προδιάθεσης και όχι λόγω διακοπής από το θεράποντα ιατρό της αιτιώδους σχέσης μεταξύ του δυστυχήματος και του θανάτου. Δεν υπάρχει εξειδίκευση στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης ότι η ιατρική θεραπεία απέκλινε από τα γενικά παραδεκτά της ιατρικής επιστήμης. Η δεύτερη χειρουργική επέμβαση ήταν και άμεσα συνυφασμένη με τις επιπλοκές των τραυμάτων που είχε υποστεί το θύμα και δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του εφεσείοντος ότι η επέμβαση αυτή ήταν εκτός των ιατρικά παραδεκτών, σε βαθμό που να θεωρείται ως ανεξάρτητη αιτία θανάτου (novus actus interveniens). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Ίδε επίσης Αθηνοδώρου και Γαβριήλ ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 615.). Στην παρούσα περίπτωση η εισήγηση για τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας δεν έχει συμπεριληφθεί εξειδικευμένα στην Έκθεση Υπεράσπισης και δεν μπορούσε να αποτελέσει θέμα προς εξέταση είτε πρωτόδικα είτε κατ' έφεση. Η εισήγηση απορρίπτεται. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη, έστω και αν γινόταν αποδεκτό ότι ο ισχυρισμός είχε προβληθεί ικανοποιητικά, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε παράλειψη του Δρα Κουριέα να πάρει οποιαδήποτε άλλα προληπτικά μέτρα από εκείνα που είχε ήδη πάρει εναντίον της ενδεχόμενης θρόμβωσης του αίματος και εμβολής δεν συνιστούσε αμέλεια που είχε οδηγήσει στη διάσπαση της αλυσίδας (τραυματισμός - αναγκαία θεραπεία - θάνατος), μας βρίσκει σύμφωνους. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο ιατρός ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των παραμέτρων της ιατρικής επιστήμης στον συγκεκριμένο τομέα στην αντιμετώπιση της κατάστασης του ασθενούς. Η απάντηση στο ερώτημα στην προκείμενη περίπτωση είναι καταφατική.» Όλα τα ανωτέρω, που υιοθετώ πλήρως, κρίνω ότι είναι επίσης αρκούντως διαφωτιστικά και σαφή που δεν θεωρώ αναγκαία την οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σε άλλες αποφάσεις, αυθεντίες η συγγράμματα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Επί τη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας, αλλά και των όσων έχουν δηλωθεί και καταστεί παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Εκ των παραδεκτών γεγονότων ότι:
- Τα έξοδα κηδείας του αποβιώσαντα ανέρχονται στο ποσό των €855,
- Τα έξοδα πιστοποιητικών αστυνομικής έκθεσης και ιατρικών πιστοποιητικών ανέρχονται στο ποσό των €171,
- Τα έξοδα διαχείρισης ανέρχονται στο ποσό των €1.500,
- Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος προήλθε συνεπεία του επίδικου αυτοκινητιστικού δυστυχήματος τότε οι γενικές αποζημιώσεις ανέρχονται στο ποσό των €1.700,
- Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο θάνατος του αποβιώσαντος δεν ήταν συνεπεία και απόρροια των τραυμάτων τα οποία είχε υποστεί στο επίδικο αυτοκινητιστικό δυστύχημα αλλά από άλλο λόγο και αιτία τότε οι γενικές αποζημιώσεις ανέρχονται στο ποσό των €1.000,
- Από τα αποδεκτα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει δεκτό και να αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που δικαιούται αποζημιώσεων λόγω απώλειας και ψυχικής οδύνης (bereavement), συνεπεία του θανάτου του αποβιώσαντος, είναι μόνο η σύζυγος αυτού. Τούτο διότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 εδάφια 8 (α) και (β) του Κεφ.148, όπως αυτό τροποποιήθηκε, αποζημιώσεις λόγω απώλειας και ψυχικής οδύνης (bereavement) συνεπεία θανάτου επιδικάζονται είτε προς όφελος του/της συζύγου του αποβιώσαντος και των τέκνων αυτού/ης, είτε προς όφελος των γονέων του αν είναι τέκνο που γεννήθηκε πρίν η κατά την διάρκεια του γάμου των γονέων του, είτε προς όφελος της μητέρας του αν είναι τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, είτε προς όφελος του πατέρα του, αν αυτός το έχει αναγνωρίσει. Το ποσό αυτό όπως δηλώθηκε στην δήλωση για αποδεκτά γεγονότα αλλά και καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο ανέρχεται σε Λ.Κ.10,000.00 ήτοι €17.100,
- Αυτό το ποσό όμως δεν μπορεί να επιδικασθεί προς όφελος μόνο της συζύγου του αποβιώσαντος στην παρούσα υπόθεση, όπως έχει δηλωθεί στα πλαίσια των αποδεκτών γεγονότων. Τούτο διότι εκτός του ότι έρχεται σε αντίφαση με την άλλη δήλωση αποδεκτών γεγονότων, ήτοι ότι το ποσό αυτό το δικαιούνται τόσο η σύζυγος όσο και τα τέκνα αυτού, έρχεται και σε σύγκρουση και με τις ρητές πρόνοιες της Νομοθεσίας, άρθρο 58, εδάφια 8 (α) και (β) του Κεφ.
- Έχοντας λοιπόν υπόψη τις ρητές πρόνοιες της Νομοθεσίας, οι οποίες δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία και διαφοροποίηση για το ποίο η ποία πρόσωπα δικαιούνται αποζημίωση στην παρούσα υπόθεση λόγω απώλειας και ψυχικής οδύνης (bereavement), αποτελεί εύρημα μου ότι τα πρόσωπα αυτά είναι: - Μαρία Καρμέλα Παναγιώτου, σύζυγος του αποβιώσαντος. - Κατερίνα Παναγιώτου, θυγατέρα του αποβιώσαντος. - Στέλλα Virdi Josef Παναγιώτου, θυγατέρα αποβιώσαντος. - Josef Παναγιώτου, γιος αποβιώσαντος. - Ηρακλής Παναγιώτου, γιος αποβιώσαντος.
- Η Εναγομένη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια και η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ENN
- Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που κατέθεσε ο Μ.Ε.1, ήτοι ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι τα πρόσωπα προς τα οποία χορηγήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, έγγραφα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος. Επί τη βάση δε και της πιο πάνω αξιολόγησης: Η Εναγόμενη η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου υπ΄ αριθμό εγγραφής ΕΝΝ 329 μάρκας NISSAN POLSAR σαλούν γκρίζου χρώματος, την 11/12/2005 και περί ώρα 17:25 οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο της στην λεωφόρο Μεσόγης, στην Πάφο, με κατεύθυνση την διασταύρωση των φώτων τροχαίας με την λεωφόρο Δημοκρατίας μόνη της μέσα στο αυτοκίνητο της. Το μήκος του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν 4,00 μέτρα και το πλάτος του 1,60 μέτρα (βλέπε Τεκμήριο 7). Αφού έφθασε στην εν λόγω διασταύρωση και ενώ άναβε το φανάρι της πορείας της με πράσινο φώς έστριψε αριστερά και εισήλθε στην λεωφόρο Δημοκρατίας με σκοπό να κατευθυνθεί προς τον κυκλικό κόμβο παρά το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Επικρατούσαν συνθήκες σκότους αφού είχε νυκτώσει, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος στεγνή και καθαρή και περιοχή ήταν κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Επειδή επικρατούσε σκοτάδι η Εναγόμενη είχε τα φώτα του αυτοκινήτου της αναμμένα στην χαμηλή τους στάση, δηλαδή όχι στα δυνατά, στην αμέσως προηγούμενη στάση. Ο δρόμος από το σημείο εισόδου της Εναγομένης εντός της λεωφόρου Δημοκρατίας μέχρι και τον κυκλικό κόμβο του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ήταν ευθύς. Έμπροσθεν της δεν εκινείτο άλλο αυτοκίνητο πίσω της όμως και σε απόσταση 5 - 6 περίπου μέτρων εκινείτο αρχικά με την ίδια με αυτήν ταχύτητα, ήτοι 25-30 χ.α.ω, με το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΕΒΜ 769, ο Μ.Υ.
- Πίσω από το αυτοκίνητο του Μ.Υ.1 εκινούντο με την ίδια κατεύθυνση και άλλα αυτοκίνητα αγνώστου αριθμού. Σε κάποιο σημείο της λεωφόρου Δημοκρατίας σε απόσταση 60 - 70 μέτρων από το σημείο της διασταύρωσης αυτής με την λεωφόρο Μεσόγης, ο Μ.Υ.1 λόγω της χαμηλής ταχύτητας που εκινείτο την συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Εναγόμενη, ήτοι 20 - 30 χ.α.ω, αποφάσισε να την προσπεράσει. Οι συνθήκες φωτισμού δεν ήταν καλές αφού οι πάσσαλοι με λαμπτήρες οδικού φωτισμού απείχαν 100 μέτρα ο ένας από τον άλλο και στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρχαν. Επίσης στο μέρος δεν υπήρχαν καταστήματα η κτίρια με φωτισμό αφού αυτά που υπήρχαν στην εν λόγω λεωφόρο ευρισκόντουσαν σε απόσταση πέραν των 100 μέτρων από το σημείο, κάτι πού περιόριζε την ορατότητα των οδηγών σε σημαντικό βαθμό εντός του δρόμου και το ευλόγως εξαγόμενο συμπέρασμα στην εμβέλεια των φώτων που είχαν τα οχήματα τους, η οποία επειδή δεν καταμετρήθηκε παραμένει άγνωστη. Αποτελεί ωσαύτως εύρημα μου ότι λόγω των συνθηκών φωτισμού η ορατότητα έκτός του δρόμου ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Η ορατότητα του Μ.Υ.1 λόγω του ότι το αυτοκίνητο του ήταν πιο ψηλό από αυτό της Εναγόμενης επεκτείνετο και έμπροσθεν του αυτοκινήτου αυτής καθώς επίσης και σε ολόκληρο τον δρόμο, ήτοι και δεξιά και αριστερά του, όμως αυτή επειδή ακολουθούσε το αυτοκίνητο της Εναγομένης περιοριζόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας κατά πολύ. Αφού ο Μ.Υ.1 βεβαιώθηκε ότι από απέναντι του αλλά και της Εναγόμενης δεν υπήρχαν και δεν εκινούντο αυτοκίνητα έδειξε την πρόθεση του να προσπεράσει το αυτοκίνητο της Εναγομένης από τα δεξιά ανάβοντας το δεξιό τραφηκέητορ του αυτοκινήτου του. Κατά την ίδια χρονική στιγμή στο ίδιο σημείο του δρόμου, ο αποβιώσας, που κατά ουσιώδη χρόνο ήταν 74 ετών, εκινείτο πεζός με πορεία ως δεικνύεται με το γράμμα Β επί του Τεκμηρίου
- Φορούσε ρούχα χρώματος καφέ σκούρου και τούτο σε συνάρτηση με τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν στο μέρος και την χρήση της χαμηλής στάσης των φώτων του αυτοκινήτου της Εναγομένης, κατέστησαν τον εντοπισμό του προτού εισέλθει εντός του δρόμου που εκινούντο η Εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 εξαιρετικά δύσκολο. Μόλις ο Μ.Υ.1 πάτησε λίγο το πετάλ του πετρελαίου του αυτοκινήτου του για να προσπεράσει το αυτοκίνητο της Εναγομένης, ο αποβιώσας εισήλθε από το σημείο Α 2 επί του Τεκμηρίου 7, εντός του δρόμου και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που εκινείτο η Εναγόμενη επιχειρώντας να διασταυρώσει - περάσει το δρόμο, από τα αριστερά προς τα δεξιά όταν τούτο ευρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Τον αποβιώσαντα είδε την στιγμή που εισήλθε στον δρόμο από το σημείο Α 2 ο Μ.Υ.1 από απόσταση τουλάχιστον 9 μέτρα (ήτοι 5 - 6 μέτρα η απόσταση που τον χώριζε από το αυτοκίνητο της Εναγόμενης σύν το μήκος του αυτοκινήτου της 4 μέτρα δίνουν άθροισμα τουλάχιστον 9). Ο αποβιώσας συνέχισε την πορεία του χωρίς να σταματήσει και αφού κάλυψε μία απόσταση 1,20 μέτρων από το σημείο που το ασφάλτινο παγκέτο ενώνετο με την λωρίδα κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, κτυπήθηκε στο σημείο που δεικνύεται επί των Τεκμηρίων 5 και 7 με το γράμμα «Χ» ελαφρά από το αυτοκίνητο της Εναγομένης, η οποία παρά το ότι πρόλαβε να κανει χρήση των φρένων της λόγω της πολύ κοντινής απόστασης που την χώριζε από τον αποβιώσαντα όταν αυτός εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει εντελώς το αυτοκίνητο της έγκαιρα έτσι ώστε να μην συγκρουσθεί με τον αποβιώσαντα. Λόγω δε της χαμηλής ταχύτητας που εκινείτο τα φρένα της δεν άφησαν ίχνη τριβής στην άσφαλτο και το αυτοκίνητο της ακινητοποιήθηκε σχεδόν στο σημείο που κτύπησε τον αποβιώσαντα με ελαφριά κλήση προς τα αριστερά στην θέση που το βρήκε η Αστυνομία, ο Μ.Ε.2, ήτοι στο σημείο Α1 επί του Τεκμηρίου
- Αποτελεί εύρημα μου ότι εφόσον η Εναγόμενη κατόρθωσε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο της στο σημείο Α1 επί του Τεκμηρίου 7, σε συνδυασμό με την ευνοϊκότερη γι αυτήν ταχύτητα των 20 χ.α.ω ότι αντελήφθηκε τον αποβιώσαντα τουλάχιστον από την απόσταση των 5,81 μέτρων που είναι η συνολική απόσταση σκέψης και φρεναρίσματος για ακινητοποίηση ενός αυτοκινήτου που κινείται με την ταχύτητα αυτή. Αυτή αποτελεί εύρημα μου ότι ήταν και η απόσταση που απείχε το αυτοκίνητο της από τον αποβιώσαντα όταν αυτός εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Από το κτύπημα ο αποβιώσας έπεσε στην άσφαλτο και τραυματίστηκε ενώ το αυτοκίνητο της Εναγομένης υπέστη ελαφριά ζημιά στο μπροστινό του καπό. Η Εναγόμενη μετά που ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της κατέβηκε από αυτό και έτρεξε να βοηθήσει το πρόσωπο που κτυπήθηκε. Επίσης αμέσως μετά την σύγκρουση του αυτοκινήτου της Εναγομένης με τον αποβιώσαντα, ο Μ.Υ.1 σταμάτησε το αυτοκίνητο του μπροστά από το αυτοκίνητο της Εναγομένης για να δει τι συνέβη και παρέμεινε στην σκηνή μέχρι που αφίχθηκε στο μέρος η Αστυνομία, ο Μ.Ε.2, στον οποίον έδωσε τα στοιχεία του για να δώσει κατάθεση σαν αυτόπτης μάρτυρας. Εντός ολίγου χρόνου από το συμβάν έφτασε στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τον αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στη σκηνή αφίχθηκε περί ώρα 17:45 ο Μ.Ε.2 μαζί με τον αστυφύλακα 431 Παναγιωτάκη, οι οποίοι έλαβαν μέτρα της σκηνής στην παρουσία της Εναγομένης, η οποία υπέδειξε στον Μ.Ε.2 σαν το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου της με τον αποβιώσαντα (το σημείο με το γράμμα «Χ» επί των Τεκμηρίων 5 και 7). Στην συνέχεια ο Μ.Ε.2 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο 7, το οποίο υπέδειξε και επεξήγησε στην Εναγόμενη η οποία αφού συμφώνησε με αυτό ως ορθό έθεσε την υπογραφή της επί τούτου όπως φαίνεται επί του εν λόγω τεκμηρίου στην δεξιά κάτω γωνία του. Από το πρόχειρο σχέδιο Τεκμήριο 7, ο Μ.Ε.2 ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής το Τεκμήριο 5 το οποίο απεικονίζει τις διάφορες μετρήσεις και σημεία της σκηνής ως ο επεξηγηματικός πίνακας σε αυτό. Το σημείο σύγκρουσης «Χ» απέχει από το όριο του αριστερού ασφάλτινου παγκέτου σύμφωνα με την πορεία της Εναγόμενης 1,20 μέτρα και το σημείο του αυτοκινήτου αυτής που ήρθε σε επαφή με τον αποβιώσαντα, ήταν περίπου στο μέσο του εμπρόσθιου του μέρους. Τον αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αρχικά περιέθαλψε η ιατρός κ. Asan Μαξουτλού και ακολούθως ο ιατρός Γ. Χριστοδούλου, Μ.Ε.
- Οι σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστει ο αποβιώσας ήταν: υποδιατροχονδρικό συντριπτικό κάταγμα του αριστερού ισχίου, και κάκωση του αριστερού ώμου. Του έγινε ακινητοποίηση του σκέλους με δερματική έλξη και την 12/12/05 ο αποβιώσας εξετάσθη προεγχειρητικά από καρδιολόγο και παθολόγο. Την 13/12/05 το πρωΐ ο αποβιώσας μετεφέρθη στην εντατική μονάδα θεραπείας λόγω επιδείνωσης του καρδιολογικού του προβλήματος παράλληλα με τα χρόνια αναπνευστικά και ψυχιατρικά του προβλήματα. Καθημερινά ο αποβιώσας παρακολουθείτο από τον Μ.Ε.3 και καθοριζόταν η περαιτέρω αγωγή. Γινόταν ενημέρωση από τους καρδιολόγους σχετικά με την πορεία της υγείας του η οποία επιδεινωνόταν συνέχεια. Στις 17/12/05 κατά την πρωινή επίσκεψη του Μ.Ε.3, ως επί καθήκοντι ιατρός, διαπίστωσε ότι η κατάστασή του κ. Παναγιώτου παρέμενε ίδια. Παραμονή πυρετού, αναπνευστική δυσχέρεια. Στις 13:40 ώρες της 17/12/2005, ο κ. Χαράλαμπος Παναγιώτου, απεβίωσε. Ο αποβιώσας πριν από το επίδικο δυστύχημα αντιμετώπιζε διάφορα καρδιολογικά προβλήματα αφού είχε υποβληθεί και σε εγχείριση ανοικτής καρδίας, αντιμετώπιζε πρόβλημα πνευμονοπάθειας και υπέφερε επίσης από την ασθένεια αλτσχάϊμερ. Ο τραυματισμός του αριστερού του ισχίου ήτοι υποδιατροχονδρικό συντριπτικό κάταγμα ενώ αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση, λόγω του ότι ο αποβιώσας ήταν ηλικιωμένο άτομο δεν υπεβλήθη άμεσα στην επέμβαση αυτή. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο τραυματισμός που υπέστη ο αποβιώσαντας στο επίδικο δυστύχημα σε άμεση σχέση με τον κλινοστατισμό, προκάλεσε έμμεσα επιδείνωση των άλλων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε που είχαν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση οξείας αναπνευστικής πνευμονοπάθειας και λοίμωξης του αναπνευστικού του συστήματος. Από τη λοίμωξη δε του αναπνευστικού συστήματος του αποβιώσαντα σε συνδυασμό με το βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό του και της επιδείνωσης συνεπεία της πνευμονικής λοίμωξης των αναπνευστικών του προβλημάτων, οδηγήθηκε στο θάνατο από καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Προτού επέλθει ο θάνατος του αποβιώσαντα και συγκεκριμένα στις 15.12.2005 και ώρα 15:45 ο Μ.Ε.2 επισκέφθηκε τον αποβιώσαντα ξανά στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου διαπίστωσε πως αυτός δεν είχε επαφή με το περιβάλλον του. Στις 17/12/2005 και περί ώρα 16:10 ο Μ.Ε.2 επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με την Εναγόμενη και τον Υπ/μο της Τροχαίας Πάφου, Χ. Λάμπρου, όπου Υπαστυνόμος Λάμπρου φωτογράφησε τόσο την σκηνή όσο και το ενεχόμενο αυτοκίνητο. Την 28/12/05 και μεταξύ των ωρών 11:10-12:10 στην Τροχαία Πάφου Ο Μ.Υ.1 πήρε γραπτή ανακριτική κατάθεση από την Εναγόμενη, σχετικά με το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, αφού προηγουμένως της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και την πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο εξετάζει εναντίον της, και εν συνεχεία την κατηγόρησε για αμελή οδήγηση και αφού της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο αυτή απάντησε: «Παραδέχομαι ότι κτύπησα τον γέρο, αλλά αυτός μπήκε ξαφνικά μπροστά μου και δεν μπορούσα να τον αποφύγω. Απολογούμαι και στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτική». Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο αποβιώσας κατά τον χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 74 ετών, συνταξιούχος και λάμβανε δύο συντάξεις γήρατος, μία από την Κυπριακή Δημοκρατία και μία από την Αγγλία, που ανέρχοντο συνολικά σε €684,00 μηνιαίως ήτοι €8.208,00 ετησίως (βλέπε Τεκμήρια 2 και 3) και ότι το μόνο εξαρτώμενο του πρόσωπο ήταν η σύζυγος του Μαρία Καρμέλλα Παναγιώτου. Έχοντας παραθέσει ανωτέρω την Νομική Πτυχή αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προχωρώ τώρα στην τελική μου κατάληξη. 1.ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ - ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ Είναι πρόδηλο από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι συνθήκες φωτισμού στη σκηνή σε συνάρτηση με το σκούρο χρώμα των ρούχων που φορούσε ο αποβιώσας και την εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου της Εναγόμενης, καθιστούσαν τον εντοπισμό του κατά τον ουσιώδη χρόνο και πριν την είσοδο του εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που εκινείτο η Εναγόμενη αλλά και ο Μ.Υ.1, εξαιρετικά δύσκολον αφού αυτός κατέστει ορατός από τον Μ.Υ.1