KOKKINOS NIKONIKKOS LTD ν. PAFICO DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 151/2011, 30.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A162 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 151/2011 Μεταξύ: KOKKINOS & NIKONIKKOS LTD, από τη Λεμεσό Ενάγουσας-Αιτήτριας και PAFICO DEVELOPERS LTD, από την Πάφο Εναγόμενης-Καθ΄ ης η αίτηση --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24.1.2011 για προσωρινό διάταγμα --------------------- Ημερομηνία: 30.11.2011 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Κάρμιου Για Εναγόμενη -Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Π. Ευθυμίου με κ. Ε. Κορακίδη (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Χριστοδουλίδου με κ. Ε. Κορακίδη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση η ενάγουσα εταιρεία πέτυχε την έκδοση διατάγματος που απαγορεύει στην εναγόμενη από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο που περιγράφεται στο Παράρτημα Α. Τα γεγονότα της υπόθεσης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του Παρασκευά Κόκκινου, ενός εκ των διευθυντών και μετόχων της ενάγουσας εταιρείας και περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: Με βάση αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 18.4.2008 (Τεκ. Α) οι ενάγοντες συμφώνησαν να αγοράσουν από την εναγόμενη εταιρεία ανάπτυξης γης ένα κατάστημα συνολικού εμβαδού 996 τ.μ. αποτελούμενο από 464 τ.μ. ισόγειο χώρο, 300 τ.μ. υπόγειο αποθηκευτικό χώρο και 232 τ.μ. βοηθητικό χώρο στο μεσοπάτωμα, πλέον 10 χώρους στάθμευσης που θα ανεγειρόταν σε συγκεκριμένο τεμάχιο γης. Το εν λόγω συμβόλαιο κατατέθηκε στις 30.6.2008 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Βάσει όρου του συμβολαίου οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να παραδώσουν κατοχή του ακινήτου μέχρι το τέλος Οκτωβρίου
- Λόγω του ότι αυτό δεν κατέστη δυνατό αφαιρέθηκε από το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ποσό €30.000 και οι ενάγοντες εξόφλησαν το τίμημα πώλησης εκ €1.148.935.00 στις 23.4.
- Περί τα τέλη Απριλίου 2010 οι εναγόμενοι κάλεσαν τους ενάγοντες να παραλάβουν κατοχή του ακινήτου παραδίδοντας τους κλειδιά. Πρόθεση των εναγόντων ήταν να χρησιμοποιήσουν το ακίνητο ως επαγγελματική στέγη όμως λόγω της γενικής κατάστασης της οικονομίας αποφάσισαν να προσπαθήσουν να πωλήσουν το εν λόγω ακίνητο σε τρίτους, απόφαση την οποία γνωστοποίησαν στους εναγομένους και κατά συνέπεια δεν έλαβαν κατοχή του ακινήτου αμέσως. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2010 οι ενάγοντες μετά από διαβουλεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία όπως πωλήσουν το ακίνητο στην εταιρεία Στέφος Ευριπίδου Λτδ για το ποσό των €1.200.000 (Τεκ. Β η συμφωνία ημερ. 26.9.2010). Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 ο ενόρκως δηλών ζήτησε τηλεφωνικώς από τους εναγομένους να του αποστείλουν τα εγκεκριμένα από την Πολεοδομία αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία είχαν ζητηθεί από τους αγοραστές. Αυτά ζητήθηκαν επανειλημμένα και τελικά αποστάληκαν στις 4.10.2010 μετά από παρέμβαση της τράπεζας των εναγόντων. Από τη μελέτη των εν λόγω σχεδίων διαπιστώθηκε ότι στη θέση των 300 τ.μ. υπόγειου αποθηκευτικού χώρου ευρίσκεται υπόγειος χώρος στάθμευσης για 8 αυτοκίνητα (Τεκ. Γ τα εν λόγω σχέδια). Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων και στις 6.10.2010 οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τους εναγόμενους τους (Τεκ. Δ) πληροφορούσαν ότι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για παραβίαση ουσιώδους όρου του συμβολαίου και ότι η παράδοση της κατοχής του ακινήτου δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή, επιστρέφοντας τα κλειδιά του ακινήτου στους εναγόμενους. Ακολούθησε στις 7.10.2010 επιστολή από τους εναγομένους (Τεκ. Ε) με την οποία πληροφορούσαν τους ενάγοντες ότι εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται ότι δεν έγινε παράδοση κατοχής του ακινήτου και ότι οι εναγόμενοι θα λάβουν καλυπτική άδεια σε μεταγενέστερο στάδιο για να συμμορφωθούν με τις ρητές πρόνοιες του συμβολαίου επιστρέφοντας ταυτόχρονα τα κλειδιά στους ενάγοντες. Την ίδια ημέρα το απόγευμα έγινε συνάντηση των δύο πλευρών στα γραφεία του αρχιτέκτονα των εναγομένων όπου οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι θα ζητήσουν από την Πολεοδομία έγκριση τροποποιημένης πολεοδομικής άδειας, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τους δώσουν προθεσμία μέχρι τις 10.11.2010 για να εξασφαλίσουν τουλάχιστον μια εκ πρώτης όψεως άποψη της Πολεοδομίας. Τα όσα συζητήθηκαν στην εν λόγω συνάντηση περιλαμβάνονται σε επιστολή της δικηγόρου των εναγόντων ημερ. 15.10.2010 (Τεκ. ΣΤ). Ο δικηγόρος των εναγομένων σε απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 20.10.2010 (Τεκ. Ζ) ζήτησε περισσότερο χρόνο για συμμόρφωση με το συμβόλαιο αρνούμενοι ταυτόχρονα την παραβίαση του συμβολαίου από μέρους τους. Οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους αγοραστές Στέφος Ευριπίδου Λτδ για το θέμα αυτό και οι τελευταίοι τους ανέφεραν προφορικά και με επιστολή τους ημερ. 12.10.2010 (Τεκ. Η) ότι δεν θεωρούν ότι δεσμεύονται από τους όρους της συμφωνίας τους με τους ενάγοντες. Ενόψει της ακύρωσης της εν λόγω συμφωνίας και της απόφασης για μετακόμιση των εναγόντων στο ακίνητο μέχρι το τέλος του χρόνου καθώς και της γνωμάτευσης που έλαβαν από τον αρχιτέκτονα, οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στο Δήμο Πάφου, ημερομηνίας 12.10.2010 (Τεκ. Θ) με την οποία ζητούσαν να μάθουν κατά πόσο είναι εφικτή η τροποποίηση της άδειας έτσι ώστε στη θέση των χώρων στάθμευσης να δημιουργηθεί αποθηκευτικός χώρος. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 οι ενάγοντες έλαβαν από τον αρχιτέκτονα των εναγομένων τροποποιητικά σχέδια για τα οποία ο δικός τους αρχιτέκτονας τους συμβούλευσε ότι δεν θα μπορούσαν να εγκριθούν από την Πολεοδομία. Ως αποτέλεσμα με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 2.11.2010 (Τεκ. Ι) προς το δικηγόρο των εναγομένων τους πληροφόρησαν ότι δεν αποδέχονται τα εν λόγω σχέδια και τους καθιστούν άμεσα υπεύθυνους για την οποιαδήποτε ζημιά θα υποστούν λόγω της παραβίασης του συμβολαίου. Περαιτέρω στις 25.11.2010 έλαβαν επιστολή (Τεκ. Κ) από το δημοτικό μηχανικό του Δήμου Πάφου με την οποία τους πληροφορούσε ότι δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση αναθεωρημένης πολεοδομικής άδειας με τον τρόπο που ζητήθηκε. Ενόψει αυτής της απάντησης και της λήξης της προθεσμίας που έδωσαν προς τους εναγομένους για συμμόρφωση με το συμβόλαιο, οι ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 2.12.2010 τερμάτισαν το συμβόλαιο (Τεκ. Λ) πληροφορώντας τους ταυτόχρονα ότι τους θεωρούν υπεύθυνους για τη ζημιά που έχουν υποστεί ή θα υποστούν συνεπεία της παράβασης του συμβολαίου. Επίσης τους επιβεβαίωσαν ότι θα μετακομίσουν στο κατάστημα μέχρι το τέλος του χρόνου σε μια προσπάθεια μείωσης των εξόδων τους ενοικιάζοντας παράλληλα εναλλακτικό αποθηκευτικό χώρο από τρίτα άτομα για σκοπούς εξυπηρέτησης του καταστήματος έναντι ενοικίου €600 μηνιαίως (Τεκ. Μ το ενοικιαστήριο έγγραφο), έξοδα για τα οποία καθιστούσαν υπεύθυνους τους εναγόμενους. Με απαντητική επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 3.12.2010 (Τεκ. Ν) οι εναγόμενοι δεν αποδέχτηκαν τον τερματισμό του συμβολαίου ούτε οποιαδήποτε ευθύνη για έξοδα και ζημιές. Οι εναγόμενοι είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου επί του οποίου έχουν ανεγείρει κτίριο αποτελούμενο από δύο καταστήματα, δύο γραφεία και δύο διαμερίσματα. Εκτός από το κατάστημα που έχουν αγοράσει οι ενάγοντες το άλλο κατάστημα έχει αγοραστεί από τρίτα πρόσωπα, τα δύο διαμερίσματα διέπονται από συμφωνία αντιπαροχής με την πρώην ιδιοκτήτρια του τεμαχίου και στα δύο γραφεία έχει αναρτηθεί επιγραφή στην οποία αναφέρεται ότι διατίθενται προς πώληση. Οι εναγόμενοι διεξάγουν τις εργασίες τους από ιδιόκτητα γραφεία σε πολυκατοικία τα οποία όμως ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει την αξία ή κατά πόσο αυτά είναι υποθηκευμένα. Το ακίνητο που αγόρασαν οι ενάγοντες υποθηκεύθηκε από τους εναγομένους προς όφελος τραπεζικού οργανισμού για το ποσό των €865.
- Η αξία του σε καταναγκαστική πώληση έχει εκτιμηθεί στο ποσό των €960.000 και η αξία του σε €1.200.
- Το υπόλοιπο μερίδιο του κτιρίου είναι υποθηκευμένο για εξασφάλιση δανείου €1.000.000 που έχουν λάβει από τραπεζικό οργανισμό για την ανέγερση του κτιρίου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν γνωρίζει για οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο των εναγομένων που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης εναντίον τους. Τα δε ποσά που απαιτούνται με βάση την παρούσα αγωγή είναι πέραν των €2.500.
- Περαιτέρω οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αρνούνται να εξοφλήσουν αρκετούς από τους υπεργολάβους και/ή προμηθευτές του κτιρίου στους οποίους οφείλουν μεγάλα ποσά γεγονός που θέτει ερωτηματικά ως προς την οικονομική τους κατάσταση. Οι εναγόμενοι προτίθενται άμεσα να πωλήσουν τη ρηθείσα περιουσία τους και σε τέτοια περίπτωση οι ενάγοντες θα εμποδιστούν από του να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον των εναγομένων. Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «Α. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στους εναγόμενους χωρίς να επιδοθεί και η αίτηση δυνάμει της οποίας αυτό εκδόθηκε. Β. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων είναι προγενέστερη της αίτησης. Γ. Τα γεγονότα που παρουσίασαν οι ενάγοντες δεν δικαιολογούσαν το στοιχείο του κατεπείγοντος που πρέπει να ικανοποιείται προς το σκοπό επιτυχίας μιας μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Δ. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 24/1/2011, δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, δεν έχει εξουσία και/ή εντολή από τους άλλους διοικητικούς συμβούλους των εναγόντων να προβεί για λογαριασμό των εναγόντων σε ένορκη δήλωση και δεν αποκαλύπτει τις πηγές της πληροφόρησης του. Ε. Η καταχώρηση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό έγινε χωρίς την δέουσα εξουσιοδότηση των εναγόντων. Στ. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία, αφού δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, ούτε προοπτική επιτυχίας, ούτε και στοιχειοθετείται πιθανότητα να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο στην περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους. Ζ. Οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών και σχετικών με την υπόθεση γεγονότων και έχουν προβεί σε παραπλανητικούς ισχυρισμούς. Η. Οι ενάγοντες, αιτούμενοι μονομερώς την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Θ. Οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι ως αγοραστές εφόσον έχουν καταθέσει το πωλητήριο τους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, οι εναγόμενοι έχουν προσφέρει εξασφάλιση στους ενάγοντες με την εγγραφή υποθήκης επί μεριδίου του ακινήτου τους για την κάλυψη δανείου των εναγόντων και οι ενάγοντες κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα. Ι. Οι ενάγοντες καμία ζημία δεν θα υποστούν από την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. ΙΑ. Οι εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και έχουν ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, ικανή να καλύψει οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση εναντίον τους. ΙΒ. Η αίτηση για προσωρινό διάταγμα αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. ΙΓ. Η εγγύηση που διατάχθηκε να δοθεί δεν δόθηκε νομότυπα από τους ενάγοντες. ΙΔ. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να συνεχίσει να ισχύει το εκδοθέν διάταγμα.» Στην ένορκη δήλωση του Παρασκευά Φικάρδου, διευθυντή των εναγομένων αναφέρεται ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα του επιδόθηκε στις 31.1.2011 χωρίς να συνοδεύεται από οποιονδήποτε άλλο έγγραφο. Στις 22.2.2011 του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής καθώς και η μονομερής αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα. Αυτό, αναφέρεται, αποτελεί λόγο για την ακύρωση του. Η δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι προγενέστερη της αίτησης χωρίς το γεγονός αυτό να επισημαίνεται στην ένορκη δήλωση και να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία, κάτι που επίσης αποτελεί λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.1.2011 βασιζόμενη σε ισχυριζόμενο τερματισμό σύμβασης με επιστολή ημερ. 2.12.2010 που κατ΄ ισχυρισμό έγινε αφού δήθεν δόθηκε παράταση για συμμόρφωση με τη συμφωνία των μερών μέχρι τις 10.11.
- Η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος καταχωρήθηκε στις 24.1.
- Με αυτά τα γεγονότα δεν δικαιολογείται το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος. Περαιτέρω, περί τον Ιανουάριο του 2011 οι ενάγοντες άρχισαν να χρησιμοποιούν το κατάστημα γεγονός το οποίο απεκρύβη από το Δικαστήριο και έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με την αναζήτηση ενδιάμεσης θεραπείας αλλά και με την καταχώριση της ίδιας της αγωγής. Ο ενόρκως δηλών Παρασκευάς Κόκκινος, δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες για να προβεί στην ένορκη δήλωση και η παρούσα αγωγή εγέρθηκε χωρίς τη δέουσα εξουσιοδότηση. Διευθυντές των εναγόντων είναι πέραν του ενόρκως δηλούντα τρία άλλα άτομα τα οποία κατονομάζονται. Μετά την καταχώριση της αγωγής σε συνομιλία που είχε ο ενόρκως δηλών με ένα από αυτούς του ανάφερε ότι δεν γνώριζε για την καταχώριση της αγωγής και την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στη γραπτή συμφωνία ημερ. 18.4.2008 η οποία επισυνάπτεται (Τεκ. Α). Στο κείμενο της συμφωνίας δεν γινόταν αναφορά σε χώρους στάθμευσης. Παραταύτα οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει την παραχώρηση 7 χώρων στάθμευσης οι οποίοι σημειώθηκαν με κίτρινο χρώμα στο τεκμήριο Α και ο ισχυρισμός των εναγόντων για παραχώρηση 10 χώρων στάθμευσης είναι ψευδής. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας δεν είχε εξασφαλιστεί ούτε είχε υποβληθεί σχετική αίτηση για πολεοδομική άδεια του καταστήματος και του συγκροτήματος του οποίου θα ήταν μέρος κάτι το οποίο ήταν γνωστό στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες επιθυμούσαν όπως οι 5 από τους 7 χώρους στάθμευσης χωροθετηθούν εντός της αποθήκης έτσι ώστε αυτή να μεγαλώσει κατά 60 τ.μ.. Ζητήθηκε επίσης από τους ενάγοντες όπως κατασκευαστεί σκάλα που να ενώνει την υπόγεια αποθήκη με το ισόγειο, έτσι οι εναγόμενοι ετοίμασαν νέο σχέδιο το οποίο επισυνάφθηκε στη συμφωνία μεταξύ των μερών. Η πολεοδομική αρχή ζήτησε κάποιες τροποποιήσεις του σχεδίου που επισυναπτόταν στη συμφωνία των μερών και εισηγήθηκε τη χωροθέτηση 8 χώρων στάθμευσης εντός του κλειστού χώρου της αποθήκης και τη δημιουργία δεύτερης αποθήκης εμβαδού 30 τ.μ. περίπου. Ο αρχιτέκτονας των εναγομένων τροποποίησε τα σχέδια ανάλογα με αυτές τις απαιτήσεις. Με αυτές εξασφάλιζαν οι ενάγοντες μεγαλύτερη αποθήκη. Το κατάστημα παραδόθηκε στους ενάγοντες περί τα τέλη Απριλίου του 2010 αφού αυτοί επιθεώρησαν τόσο το κατάστημα όσο και την υπόγεια αποθήκη. Παρά ταύτα δεν το χρησιμοποίησαν αμέσως και προσπαθούσαν να το πουλήσουν κάτι που γνωστοποίησαν πριν λάβουν την κατοχή του. Η συμφωνία ημερ. 26.9.2010 (Τεκ. Β) είναι εικονική και έγινε στα πλαίσια κατασκευής της υπόθεσης των εναγόντων. Ουδέποτε οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους τα εγκεκριμένα σχέδια του επίδικου ακινήτου παρά μόνο κάποια Άννα Παπαδοπούλου από τη Λαϊκή Τράπεζα στη Λεμεσό τηλεφώνησε στον ενόρκως δηλούνται και του ζήτησε τα εγκεκριμένα σχέδια για σκοπούς εκτίμησης από την τράπεζα. Προς μεγάλη του έκπληξη του παρεδόθη η επιστολή ημερ. 6.10.
- Με αυτή την επιστολή οι ενάγοντες άρχισαν να προετοιμάζουν μια ψεύτικη υπόθεση επικαλούμενοι ότι ο αποθηκευτικός χώρος ήταν μόνο 30 τ.μ. με στόχο να εξαναγκάσουν τους εναγόμενους να δεχθούν επιστροφή του καταστήματος. Γίνεται και σε αυτή την ένορκη δήλωση αναφορά στη συνάντηση με τους αρχιτέκτονες του έργου, στις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών καθώς και στις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των εναγόντων και του Δήμου Πάφου. Οι εναγόμενοι, αναφέρεται, έχουν πετύχει την έγκριση της αίτησης για καλυπτική άδεια όπου φαίνεται σε επισυναπτόμενο σχέδιο (Τεκ. Γ) ο αποθηκευτικός χώρος του καταστήματος συνολικού εμβαδού 300 τ.μ.. Από δε τον Ιανουάριο του 2011 οι ενάγοντες χρησιμοποιούν το εν λόγω κατάστημα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να επικαλούνται τερματισμό της συμφωνίας. Προβάλλεται άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων περί της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης εταιρείας και αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι ως αγοραστές καθότι έχουν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Οι εναγόμενοι έχουν προσφέρει εξασφάλιση του δανείου των εναγόντων με την εγγραφή υποθήκης επί μεριδίου του ακινήτου τους. Οι ενάγοντες κατέχουν και χρησιμοποιούν το κατάστημα και δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την ακύρωση του διατάγματος ενώ οι εναγόμενοι θα υποστούν σημαντική ζημιά διότι δεν θα μπορούν να πουλήσουν της αδιάθετες μονάδες του συγκροτήματος στο ακίνητο τους με αποτέλεσμα να αδυνατούν να εκπληρώσουν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους προς τις τράπεζες με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας. Με αυτά τα στοιχεία η έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Η κατάχρηση διαδικασίας είναι επίσης εμφανής από την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και από την προφανώς κατασκευασμένη υπόθεση των εναγόντων. Επιπρόσθετα η εγγύηση που διατάχθηκε να δοθεί από τους ενάγοντες δεν δόθηκε νομότυπα. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Παρασκευά Κόκκινου επισυνάπτεται ολόκληρη η πολεοδομική άδεια ημερομηνίας 22.3.2011 που πέτυχαν οι εναγόμενοι με τα επισυναπτόμενα σχέδια (Τεκ. Ξ) ενώ στην ένσταση των εναγομένων επισυνάπτεται μόνο μέρος της άδειας αυτής. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Παρασκευά Φικάρδου αναφέρεται ότι το εγκεκριμένο σχέδιο της τροποποιημένης πολεοδομικής άδειας που καταχωρήθηκε στην ένορκο του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση καταδεικνύεται ότι οι χώροι στάθμευσης χωροθετούνται εκτός των αποθηκευτικών χώρων. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης αντεξετάστηκαν και οι δύο ενόρκως δηλούντες. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Κόκκινος διευκρίνισε ότι η επιστολή τερματισμού στάληκε από τους ενάγοντες στις 2.12.
- Μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής οι ενάγοντες εισήλθαν και λειτούργησαν το κατάστημα όχι όμως το χώρο της αποθήκης. Επίσης, μετά τον τερματισμό δεν απέσυραν το πωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο. Το παράπονο των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι ότι αγόρασαν αποθηκευτικό χώρο 300 τ.μ. για τον οποίο πλήρωσαν €250.000 και δεν πήραν αποθηκευτικό χώρο παρά μόνο 30 τ.μ.. Κατά την αντεξέταση του κ. Φικάρδου αυτός επέμενε στη θέση του ότι το κτίριο που παραδόθηκε στους ενάγοντες συνήδε με τους όρους του συμβολαίου διευκρινίζοντας ότι η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε σύμφωνα με το συμβόλαιο. Ο λόγος που δεν επιτρέπεται από την πολεοδομική αρχή να χαρακτηριστεί ο χώρος των 300 τ.μ. ως αποθηκευτικός είναι λόγω της απαίτησης των αιτητών οι χώροι στάθμευσης να χωροθετηθούν μέσα στο χώρο στάθμευσης καθότι δεν ήταν δυνατό ένας χώρος να είναι ταυτόχρονα αποθηκευτικός και χώρος στάθμευσης κάτι το οποίο γνώριζαν και οι ενάγοντες. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα με προσοχή. Θα γίνει αναφορά στο περιεχόμενο τους εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Θα εξετάσω πρώτα την εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση ότι υπήρξε παραβίαση της Δ.48 Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και καμία προσπάθεια δεν έγινε για θεραπεία της παράβασης αυτής. Συγκεκριμένα οι αιτητές επέδωσαν αρχικά το διάταγμα χωρίς να επιδόσουν την αίτηση και την ένορκη δήλωση και μετά που αναφέρθηκε αυτό στο Δικαστήριο οι αιτητές επέδοσαν τα έγγραφα με 22 ημέρες καθυστέρηση. Τα γεγονότα αυτά είναι αποδεκτά από τους αιτητές και είναι εμφανή από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η κα Κάρμιου στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι με την επίδοση του διατάγματος οι καθ΄ ων έλαβαν γνώση του διατάγματος και της ημερομηνίας που αυτό ήταν επιστρεπτέο, εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και δεν έχουν επηρεαστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους. Τουναντίον οι ίδιοι ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης και έτσι τους δόθηκε η ευκαιρεία να εξασφαλίσουν την τροποποιητική πολεοδομική άδεια που σύμφωνα με τους ίδιους απογύμνωσε τους ενάγοντες από τα επιχειρήματα τους. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.13 «όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε». Στην παρούσα περίπτωση η επίδοση της αίτησης μαζί με την ένορκη δήλωση δεν έγιναν ταυτόχρονα με την επίδοση του διατάγματος. Όπως δε προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου η καταχώρηση της γραπτής ένστασης έγινε μετά την επίδοση όλων των εγγράφων και αφού ζητήθηκε και παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένστασης. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ τη παράλειψη αυτή των αιτητών ως παρατυπία η οποία δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα της διαδικασίας. Ειδικώτερα έχοντας υπόψη ότι δεν έχουν επηρεαστεί καθ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των καθ΄ ων η αίτηση από αυτή τη παράλειψη και οι ίδιοι δεν έχουν θεωρήσει με τη συμπεριφορά τους τη παρατυπία ως επιφέρουσα ακυρότητα, έχοντας οι ίδιοι αποδεχθεί την αναβολή της υπόθεσης με στόχο να τους γίνει επίδοση των εν λόγω εγγράφων. Ένα άλλο θέμα που εγέρθηκε με την ένσταση παρά το ότι δεν προωθήθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων είναι το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε σε ημερομηνία προγενέστερη της αίτησης. Και πάλι το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Σημειώνεται βέβαια ότι η ένορκη δήλωση δεν προηγείται της καταχώρησης της αγωγής. Στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LTD κ.ά. v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
(2009)1 Α.Α.Δ. σελ. 754, εξετάστηκε το θέμα και το Δικαστήριο ανέφερε στη σελ.758: «Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης». Συνακόλουθα καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι έγκυρη. Δεν δικαιολογείται με οποιονδήποτε τρόπο το κατ΄ επείγον εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση στην αγόρευση τους. Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπει ότι «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατ΄ επείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Αυτά τονίστηκαν στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598. Στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης v. Λάμπρου Χριστοφή
(2006)1 Α.Α.Δ. 800, που με παρέπεμψε η κα Κάρμιου, καθορίζεται ως σημαντικό στοιχείο που δεικνύει το κατ΄ επείγον της αίτησης ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας σε συσχετισμό με την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και της αίτησης. (Βλέπε επίσης Κώστας Καλογήρου v. CCF CREDIT CAPITAL FINANCE LTD
(2005)1 Β Α.Α.Δ. 1237, ΧΑΤΖΗΓΑΒΡΙΗΛ v. ΕΠΕΝΔΥΤΙKΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ ΛΤΔ
(2003)1 Α.Α.Δ. 606 και ΡΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΛΤΔ v. BENEFLEET ENTERPRISES LTD
(2006)1 A.A.Δ. 280). Στην παρούσα περίπτωση ο ισχυριζόμενος τερματισμός της συμφωνίας έγινε στις 2.12.2010 ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.1.2011 και η αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα στις 24.1.2011. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κόκκινου, προσπάθειες για διευθέτηση του όλου θέματος δεν απέδωσαν και απεστάλη η επιστολή τερματισμού μετά από την οποία επήλθε η ρήξη στις σχέσεις των δύο πλευρών και εγέρθηκε η παρούσα αγωγή και μίαν εβδομάδα μετά η παρούσα αίτηση. Με αυτά τα γεγονότα και υπό το φώς της νομολογίας που παρατίθεται πιο πάνω ικανοποιείται το άρθρο 9
(1)του Νόμου. Προβάλλεται επίσης στην ένσταση χωρίς να προωθείται στην αγόρευση ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των αιτητών δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ούτε έχει εξουσία ή εντολή από τους άλλους διοικητικούς συμβούλους των εναγόντων να προβεί στην ένορκη δήλωση, δεν αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών του και η αγωγή έγινε χωρίς τη δέουσα εξουσιοδότηση των εναγόντων. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Π. Κόκκινου προκύπτει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και αυτό δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, όπως δεν αμφισβητήθηκε ούτε η εξουσιοδότηση του από την εταιρεία. Όσον αφορά τη καταχώρηση της αγωγής, υπάρχει καταχωρημένο στο φάκελο του Δικαστηρίου έντυπο διορισμού δικηγόρου δεόντως υπογραμμένο από τους ενάγοντες. Συνακόλουθα κρίνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν. Το ίδιο ανεδαφικός, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου είναι και ο ισχυρισμός ότι η εγγύηση που διατάχθηκε να δοθεί δεν δόθηκε νομότυπα, ισχυρισμός που δεν προωθήθηκε στην αγόρευση των καθ΄ ων η αίτηση. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διάταγμα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αγωγής ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Όπως σημειώνεται στην υπόθεση Κτηματικές Επιχ. Α. Ε. Διογένους Λτδ ν. Ευθυμίου κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 234 στη σελ. 240 «.το Άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ΄ εφαρμογή του Άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (βλ.Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231»). Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει καλή βάση αγωγής και (α) ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 στα πλαίσια εξέτασης της «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ.Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 μαζί. Η συμφωνία μεταξύ των μερών για την αγορά του ακινήτου και το γεγονός ότι οι ενάγοντες εξόφλησαν το τίμημα πώλησης είναι παραδεκτά. Το παράπονο των εναγόντων είναι ότι το ακίνητο που τους παρεδόθη δεν διέθετε αποθηκευτικό χώρο έκτασης 300 τ.μ. όπως προνοείται στη συμφωνία μεταξύ των μερών. Το γεγονός ότι υπάρχει τέτοια πρόνοια στη συμφωνία είναι επίσης παραδεκτό. Αυτό που επίσης προκύπτει είναι ότι με βάση την αρχική πολεοδομική άδεια του ακινήτου δεν προνοείτο αποθηκευτικός χώρος ως η σχετική πρόνοια του συμβολαίου και τα επισυναπτόμενα σε αυτό σχέδια. Η θέση των αιτητών είναι ότι ακόμα και με τη καλυπτική άδεια που έχει εκδοθεί μετά την έγερση της αγωγής και έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο, δεν παρέχεται τέτοιος αποθηκευτικός χώρος. Βέβαια δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να δοθεί ερμηνεία των όρων της εν λόγω άδειας ούτε γενικά του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης. Έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, ενόρκους δηλώσεις, τεκμήρια, προφορική μαρτυρία μέσω αντεξέτασης και το κλητήριο ένταλμα καταλήγω ότι θεμελιώνεται η ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Από δε την εξέταση της ένστασης καθώς και από την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα διαφαίνεται ότι πρόκειτα ουσιαστικά για παρουσίαση διαφορετικών εκδοχών ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τα γεγονότα που χρήζουν αξιολόγησης στο τελικό στάδιο. Αναφορικά με τη τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη του άρθρου 5 οι αιτητές αναφέρουν ότι δεν είναι γνωστό άν οι εναγόμενοι κατέχουν οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Από την άλλη στην ένορκη δήλωση του κ. Φικάρδου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είναι φερέγγυοι και έχουν ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας. Σχετική με το θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleet Enterprises Ltd (πιο πάνω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελ. 286: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης μαζί με έξοδα... Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.» Στην παρούσα περίπτωση ο ισχυρισμός των καθ΄ ων η αίτηση ότι είναι φερέγγυοι και έχουν ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας ικανή να καλύψει οποιαδήποτε μελλοντική απόφαση εναντίον τους δεν μπορεί να επιτύχει στη γενικότητα που έχει προβληθεί αυτή η θέση. Από την άλλη οι αιτητές καταδεικνύουν με την ένορκη τους δήλωση κίνδυνο, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους να παραμείνουν χωρίς θεραπεία λόγω της πιθανότητας που υπάρχει περί αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας, αντικειμένου του παρόντος διατάγματος, κάτι που άλλωστε εξάγεται και από την ένορκη δήλωση των καθ΄ ων η αίτηση. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες έχουν κατατιθεμένο στο Κτηματολόγιο το συμβόλαιο που υπέγραψαν με τους εναγόμενους ειδικώτερα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης όπου η συμφωνία αγοράς του ακινήτου έχει τερματιστεί από τους ενάγοντες, αλλά ακόμη και η ύπαρξη υποθηκών δεν αποτελεί εμπόδιο για την έκδοση και παραμονή σε ισχύ του αιτουμένου διατάγματος (βλέπε Olga Vasilyeva v. Ξενοφώντα Φοβερού κ.ά., Πολ. Έφ. 379/2008, ημερ. 23.9.2011). Εγέρθηκε θέμα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων εκ μέρους των αιτητών κατά την υποβολή της παρούσας αίτησης. Κυριότερο σημείο αναφοράς το οποίο περιλαμβάνεται και στην αγόρευση των συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση είναι ότι οι αιτητές απέκρυψαν ότι μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της συμφωνίας άρχισαν να λειτουργούν την επιχείρηση τους στο επίδικο ακίνητο. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ανατρέπει τη βάση διατάγματος το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Όπως εξηγήθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. ΤΗΕ ΤΙΜΒERLAND CO
(1997)(1Γ) Α.Α.Δ. 1791. «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους.» (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Εξέτασα την ισχυριζόμενη απόκρυψη υπό το φως των πιο πάνω αρχών. Στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του Παρασκευά Κόκκινου γίνεται αναφορά στην επιστολή τερματισμού που απέστειλαν οι ενάγοντες στην οποία επιβεβαίωνε ότι θα μετακόμιζαν στο κατάστημα μέχρι το τέλος του έτους σε μία προσπάθεια να μειώσουν τα έξοδα τους. Ο δε ισχυρισμός των καθ΄ ων στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι στο συνημμένο στη συμφωνία σχέδιο είχαν σημειωθεί 7 χώροι στάθμευσης δεν κρίνω ότι εμπίπτει στις αρχές περί απόκρυψης όπως εκτίθενται πιο πάνω έχοντας υπόψη ότι το θέμα αυτό αποτελεί επίδικο θέμα με διαφορετική εκτίμηση περί τούτου μεταξύ των διαδίκων. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης που προβάλλονται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης επιστολής που οι εναγόμενοι απέστειλαν στο Δήμο Πάφου, γίνεται ρητή αναφορά σ΄ αυτήν στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του Π. Κόκκινου και επίσης επισυνάπτεται η επιστολή που αποστάλη ως Τεκμήριο Θ. Συνακόλουθα έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή κρίνω ότι δεν υπάρχει απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος όπως αναλύεται στην πιο πάνω νομολογία η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα του εκδοθέντος διατάγματος. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα. Έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες έχουν αποπληρώσει πλήρως το τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου και την πρόθεση των εναγομένων να αποξενωθούν του ακινήτου, θεωρώ ότι υπάρχει κίνδυνος οι αιτητές να παραμείνουν χωρίς θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους και συνεπώς καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας του Δικαστηρίου κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτηση όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι στη πορεία της αγωγής αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο