← Κύπρος

Νίκου Χαραλάμπους ν. Έλλης Ιωάννου, Αρ. Αγωγής 2227/2007, 7.12.2011

Νίκου Χαραλάμπους ν. Έλλης Ιωάννου, Αρ. Αγωγής 2227/2007, 7.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A168 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2227/2007 Μεταξύ: Νίκου Χαραλάμπους, από την Πάφο Ενάγοντα Και Έλλης Ιωάννου, από την Πάφο Εναγόμενης ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.12.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα Ε. Πουλλά για να ακούσει απόφαση κα Ε. Θεοχάρους Για την εναγόμενη: κ. Λ. Χατζηνεοφύτου για κ. Λ. Χατζηνεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ H Είναι παραδεκτό ότι την 25.5.2001 ο ενάγοντας και η εναγόμενη συμφώνησαν όπως η εναγόμενη πωλήσει στον ενάγοντα ακίνητη περιουσία της στη Πάφο. Ο ενάγοντας έναντι του τιμήματος αγοράς κατάβαλε στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των Λ.Κ.15.

  1. To ποσό των Λ.Κ.5000.- πληρώθηκε στις 25.5.2001 και το ποσό των Λ.Κ.10.000.- στις 29.6.
  2. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η εξόφληση του τιμήματος της πώλησης του ακινήτου θα γινόταν μετά την πάροδο δύο μηνών από την σύναψη της συμφωνίας, δηλαδή από τις 25.5.2001 δηλαδή περί τα τέλη Ιουλίου του ίδιου έτους , καθότι ο ενάγοντας θα προχωρούσε με την σύναψη δανείου από τράπεζα για την εξασφάλιση του εν λόγω ποσού. Παραδεκτό είναι επίσης ότι η πιο πάνω συμφωνία ακυρώθηκε τον μήνα Ιούλιο του 2001 προτού ο ενάγοντας εξασφαλίσει οποιοδήποτε δάνειο. Η κάθε πλευρά επικαλείται διαφορετικούς λόγους που οδήγησαν στον τερματισμό της συμφωνίας, οι διάδικοι ισχυρίζονται ότι ευθύνη για τον τερματισμό της συμφωνίας φέρει το αντίθετο μέρος. Η εναγόμενη επέστρεψε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.13.000.-, μέρος δηλαδή της προκαταβολής. Το υπόλοιπο ποσό ήτοι το ποσό των Λ.Κ.2000.- ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το δικαιούται και για αυτό το αξιώνει με την αγωγή του μαζί με τόκους προς 9% από την ημέρα ακύρωσης της συμφωνίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω με την έκθεση απαίτησης του ότι η συμφωνία ακυρώθηκε παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή αντισυμβατικά μονομερώς από την εναγόμενη, η οποία μεταπώλησε την κατοικία αντί του ποσού των Λ.Κ.75.000.- περίπου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόχλησε την εναγόμενη για να του επιστρέψει το πιο πάνω ποσό όμως η εναγόμενη εξακολουθεί να αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει μέχρι σήμερα να το πράξει. Στην έκθεση απαίτησης του αξιώνει επίσης να του επιδικαστούν και γενικές αποζημιώσεις, αξίωση η οποία τελικά εγκαταλείφθηκε με σχετική δήλωση της συνηγόρου του στην γραπτή της αγόρευση (βλ. σελ 4 της γραπτής αγόρευσης). Η εναγόμενη με την έκθεση υπεράσπισης της, παραδέχεται τη συμφωνία η οποία λέει πως ήταν προφορική και όχι γραπτή ενώ σε ότι αφορά τον χρόνο πληρωμής του υπολοίπου ποσού της συμφωνίας υποστηρίζει ότι ο χρόνος πληρωμής του ήταν ουσιώδης σημασίας καθότι χρειαζόταν τα χρήματα. Ισχυρίζεται επίσης ότι κατά ή περί το τέλος Ιουλίου 2001 ο ενάγοντας ενημέρωσε την ίδια καθώς και τον κτηματομεσίτη ο οποίος μεσολάβησε στην πώληση, ότι δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει δάνειο και δεν μπορούσε να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος και για αυτό ζήτησε να αποδεσμευτεί από τη συμφωνία. Η εναγόμενη συγκατατέθηκε στην ακύρωση της συμφωνίας υπό τον όρο ότι το ποσό των Λ.Κ.2000.- το οποίο πλήρωσε σαν προμήθεια στον κτηματομεσίτη να μην επιστραφεί στον ενάγοντα για να μην υποστεί η ίδια περαιτέρω ζημιά από την ακύρωση της συμφωνίας και για την οποία η ίδια δεν έφερε ευθύνη. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας συμφώνησε και δέχτηκε να του επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.13.000.- το οποίο και του επιστράφηκε ενώ το ποσό των Λ.Κ.2000.- δέχτηκε να κρατηθεί από την εναγόμενη για κάλυψη των ζημιών της από την ακύρωση της συμφωνίας λόγω υπαιτιότητας του αφού είχε πληρωθεί η προμήθεια στον κτηματομεσίτη κ. Νίκο Παναγιώτου, συμφωνία που έγινε στην παρουσία του κτηματομεσίτη. Αρνείται ότι πώλησε την εν λόγω ακίνητη περιουσία έναντι του ποσού των Λ.Κ.75.000.- και ισχυρίζεται ότι η πώληση έγινε σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο ενώ η τιμή στην οποία εν τέλει πωλήθηκε αναφέρει ότι είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα. Αρνείται επίσης ότι οχλήθηκε από τον ενάγοντα για την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2000.- ενώ για πρώτη φορά έμαθε ότι ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό αυτό όταν της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή και συνεπώς ο ενάγοντας κωλύεται δια διαγωγής και/ή συμπεριφοράς από το να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό εναντίον της. O ενάγοντας με την απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης δηλώνει άρνηση στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της εναγόμενης, τους σχολιάζει και επαναλαμβάνει τις θέσεις του ως αυτές διατυπώνονται στην έκθεση απαίτησης του. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν συνολικά 4 μάρτυρες. Εκ μέρους του ενάγοντα, ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και η Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους (Μ.Ε.2). Για την εναγόμενη, μαρτυρία έδωσε η εναγόμενη (Μ.Υ.2) και ο Νίκος Παναγιώτου (Μ.Υ.1). Κατατέθηκαν επίσης συνολικά 5 τεκμήρια ως ακολούθως: 1.Φωτοαντίγραφο επιταγής 01003907 ημερομηνίας 25.5.2001 και βεβαίωση είσπραξης (Τεκμήριο 1). 2.Φωτοαντίγραφα επιταγών 7583522 και 01003913 ημερομηνίας 29.6.2001 (Τεκμήριο 2). 3.Φωτοαντίγραφο απόδειξης πληρωμής ημερομηνίας 29.6.2001 (Τεκμήριο 3).
  3. Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης περιουσίας (Τεκμήριο 4) 5.Πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 4.6.2002 (Τεκμήριο 5). Ο ενάγοντας υποστήριξε, κατά την ένορκη κατάθεση του, ότι η συμφωνία ακυρώθηκε και ο ίδιος υπαναχώρησε από αυτή αφού δεχόταν πιέσεις από την εναγόμενη και τον Μ.Υ.1, οι οποίοι ζητούσαν την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πριν από το συμφωνημένο χρόνο. Ο ίδιος αποτάθηκε για να λάβει δάνειο, όμως επειδή δεν ήθελε προβλήματα και καυγάδες με την εναγόμενη, αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει από την συμφωνία αφού εντωμεταξύ είχε καταλάβει ότι κάποιο παιγνίδι παιζόταν από την εναγόμενη και τον Μ.Υ.1 με σκοπό να τον αναγκάσουν να υπαναχωρήσει από την συμφωνία. Όταν η εναγόμενη του επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ.13,000.- του υποσχέθηκε ότι θα του επιστρέψει και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.2000.- μόλις πωλήσει το ακίνητο. Αρνήθηκε ότι εξ υπαιτίοτητας του ακυρώθηκε η συμφωνία και λόγω της αδυναμίας του να βρει το υπόλοιπο ποσό και ότι αποδέχτηκε να κρατηθεί το ποσό των Λ.Κ.2000.- που πληρώθηκε στον μεσίτη ώστε η εναγόμενη να περιορίσει τις ζημιές της. Μ.Ε. 2, κατάθεσε η κα Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους, η οποία αναφέρθηκε στους λόγους που καθυστέρησε η καταχώρησης της αγωγής ενώ σύμφωνα με την ίδια ο ενάγοντας έδωσε οδηγίες στο γραφείο της κα Πουλλά πολύ πριν από την καταχώρηση της. Η εναγόμενη Μ.Υ.2 , υποστήριξε ότι ο ενάγοντας από την αρχή της συμφωνίας, εισηγήθηκε αλλά και επέμενε όπως κρατηθεί από την ίδια ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής ήτοι οι Λ.Κ.5000.- σε περίπτωση που δεν μπορέσει να εξασφαλίσει το δάνειο για την πληρωμή του υπόλοιπο ποσού του τιμήματος. Ανέφερε επίσης ότι ο ενάγοντας της κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.10.000.- στις 29.6.2001, στο γραφείο του Μ.Υ.1 χωρίς η ίδια να το ζητήσει, δηλώνοντας της ότι δεν μπόρεσε μέχρι εκείνη την στιγμή να εξασφαλίσει δάνειο και ότι θα προσπαθούσε εκ νέου. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την εναγόμενη, ο ενάγοντας της δήλωσε ότι δε μπορεί να λάβει δάνειο και ζήτησε όπως αποδεσμευτεί από τη συμφωνία επιμένοντας όπως η εναγόμενη κρατήσει το ποσό των Λ.Κ.5000.- αλλά αυτή επειδή δεν καταδεχόταν συμφώνησαν όπως κρατήσει μόνο ποσό των Λ.Κ.2000.- το οποίο αντιστοιχούσε την αμοιβή του μεσίτη (Μ.Υ.1) επιστρέφοντας του το ποσό των Λ.Κ.13.
  4. Ο Μ.Υ.1, ο οποίος είναι κτηματομεσίτης, ανάφερε ότι η εναγόμενη τον Μάιο του 2001 του ανάθεσε την πώληση ενός οικοπέδου στο οποίο υπήρχε μέσα ένα μικρό σπίτι. Γνώριζε ότι ο ενάγοντας έψαχνε να αγοράσει κάτι που ήταν ευκαιρία και επικοινώνησε μαζί του. Ο ενάγοντας του ζήτησε να διευθετήσει συνάντηση με την εναγόμενη πράγμα που έγινε. Η συνάντηση έγινε στο γραφείο του Μ.Υ.1 και ο ενάγοντας και η εναγόμενη κατέληξαν σε συμφωνία. Ο ενάγοντας έδωσε στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.5000.- ως προκαταβολή και η εναγόμενη του ανάφερε ότι χρειάζεται τα χρήματα και σε περίπτωση που δεν πάρει το δάνειο θα χάσει τις Λ.Κ.5000.- γιατί θα πρέπει να πληρώσει τον μεσίτη Λ.Κ.2000.- πράγμα με το οποίο ο ενάγοντας συμφώνησε. Μετά από ένα μήνα ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του πήρε ακόμα Λ.Κ.10.000.- λέγοντας του ότι δίνει το ποσό αυτό ώστε να είναι μικρότερο το δάνειο που θα κάνει. Μετά από 10 ημέρες του τηλεφώνησε ο ενάγοντας και ζήτησε να πάει να τον δει στο γραφείο του. Όταν ο ενάγοντας πήγε στο γραφείο του, του ανάφερε ότι η τράπεζα δεν του δίνει δάνειο και τότε ο Μ.Υ.1 τηλεφώνησε στην εναγόμενη και συμφώνησαν να του δώσει τα χρήματα του πίσω αλλά να χάσει την προμήθεια του Μ.Υ.1 πράγμα με το οποίο ο ενάγοντας συμφώνησε. Η εναγόμενη του έδωσε πίσω το ποσό των Λ.Κ.13.000.- και η συμφωνία ακυρώθηκε. Επειδή η εναγόμενη ήθελε τα χρήματα επείγων για τον γάμο της κόρης της του ζήτησε να βρει άλλο αγοραστή και μετά από 9 με 10 μήνες πώλησε το ακίνητο στην τιμή των Λ.Κ.55.000.- Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και τα δικόγραφα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι διάδικοι οι οποίοι είναι κάτοικοι Πάφου, στις 25.5.2001 συμφώνησαν όπως η εναγόμενη πωλήσει στον ενάγοντα το ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης και καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο 4 εντός του οποίου υπάρχει μια κατοικία. Παρά το ότι ο ενάγοντας, η εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 έχουν αναφέρει ότι η συμφωνία ήταν για το ποσό των Λ.Κ.50.000, ο ενάγοντας ανάφερε ότι στην δεύτερη συνάντηση το ποσό διαφοροποιήθηκε σε Λ.Κ.50.000.- και η εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 ότι αυτό το ποσό ήταν που συμφωνήθηκε από την αρχή, κρίνω ότι οι αναφορές τους στα δικόγραφα (βλ. πάρ. 2 της Ε/Α και παρ. 2 της έκθεσης υπεράσπισης) σε Λ.Κ.45.000.- είναι δεσμευτικές και συνεπώς δεν αποδέχομαι τις πιο πάνω θέση τους. Την πώληση του πιο πάνω ακινήτου η εναγόμενη είχε αναθέσει σε κτηματομεσίτη, στον Μ.Υ.
  5. Ο Μ.Υ.1 διαμεσολάβησε στην πώληση του ακινήτου ο οποίος βρήκε τον ενάγοντα ως αγοραστή και τον οποίο έφερε σε επαφή με την εναγόμενη. Στο γραφείο του Μ.Υ.1, στις 25.5.2001, ο ενάγοντας και η εναγόμενη, κατέληξαν σε συμφωνία και ο ενάγοντας παρέδωσε στην εναγόμενη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5000.- ως προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου υπογράφοντας την ίδια ημέρα το Τεκμήριο
  6. Η εξόφληση του τιμήματος και η μεταβίβαση του ακινήτου είχε προφορικά συμφωνηθεί όπως γίνει μετά από δύο μήνες, δηλαδή περί τα τέλη Ιουλίου του 2001, με την καταβολή του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος καθότι ο ενάγοντας αποτίνετο να λάβει δάνειο από τράπεζα. Στις 29.6.2001 ο ενάγοντας κατέβαλε επίσης έναντι του τιμήματος το ποσό των Λ.Κ.10.000.- και η εναγόμενη υπέγραψε το Τεκμήριο
  7. Η συμφωνία πώλησης τελικά ακυρώθηκε και η εναγόμενη από το ποσό των Λ.Κ.15.000.- που έλαβε από τον ενάγοντα επέστρεψε σε αυτόν το ποσό των Λ.Κ.13.
  8. Το σύνολο της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν ενόρκως, έχει καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου, οτιδήποτε αναφέρεται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες ουσιαστικά περιορίστηκαν στο σχολιασμό της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και στην υπόδειξη των, κατά την άποψη τους, αντιφάσεων στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Έχοντας με ιδιαίτερη προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία στην ολότητα της και έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες με προσοχή δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ενάγοντας (M.E.1) έχει καταθέσει την αλήθεια στο δικαστήριο σε αντίθεση με την εναγόμενη αλλά και τον μάρτυρα της (Μ.Υ.1). Ο ενάγων (Μ.Ε.1), μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Υπήρξε ήρεμος και σταθερός κατά την διάρκεια της κατάθεσης του. Η μαρτυρία του διέπετο από σαφήνεια και συνοχή και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης που υποβλήθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης αλλά μέχρι τέλους παρέμενε σταθερός στις θέσεις του ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Κατέθεσε ενώπιον μου, με φυσικότητα και αυθορμητισμό και θεωρώ ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής. Ειδικότερα μου έκανε εντύπωση η απλοϊκότητα του και η φυσικότητα που παρουσίασε ενώ κατέθετε, χωρίς προσπάθειες εντυπωσιασμού, όπως για παράδειγμα στο σημείο που ανάφερε ότι αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την συμφωνία γιατί δεν ήθελε καυγάδες και φασαρίες με την εναγόμενη την οποία γνώριζε και ήταν πελάτισσα του. Η εναγόμενη και ο μάρτυρα της αντιθέτως μου έδωσαν την εντύπωση ότι αυτά που ανέφεραν ήταν μια καλά μελετημένη και πλασματική εκδοχή από μέρους τους με σκοπό να μην επιστρέψει η εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.2000 στον ενάγοντα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης στη γραπτή του αγόρευση έθιξε το ζήτημα της καθυστέρησης έγερσης της αγωγής λέγοντας ότι τίθεται ζήτημα γνησιότητας της απαίτησης του ενάγοντα. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με εμφανή καθυστέρηση, αφού το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε το 2001 και η αγωγή καταχωρήθηκε τον Μάιο του
  9. Η M.E.2, εξήγησε τους λόγους που σημειώθηκε η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και παρά το ότι δεν έδωσε συγκεκριμένους λόγους αλλά και ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί μια τόσο απλή υπόθεση, και εννοώ στη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης, καθυστέρησε τόσο πολύ η καταχώρηση της, δέχομαι, έχοντας κατά νου και την μαρτυρία του ενάγοντα, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση στον ίδιο τον ενάγοντα αλλά στο δικηγορικό γραφείο που ανάθεσε την υπόθεση. Tο ζήτημα της καθυστέρησης στη καταχώρηση της αγωγή δεν θεωρώ ότι επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην αξιοπιστία του ενάγοντα και δεν έχω πεισθεί με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, ότι ο ενάγοντας κακόπιστα κίνησε την παρούσα διαδικασία εναντίον της εναγόμενης αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του την οποία έκρινα αξιόπιστη αυτός απαιτούσε το ποσό από την εναγόμενη προτού δώσει οδηγίες στην δικηγόρο του. Απερίφραστα και χωρίς ενδοιασμούς λέω ότι η εναγόμενη (Μ.Υ.1) και ο μάρτυρας της (Μ.Υ.1) στο δικαστήριο δεν ήρθαν για να πουν την αλήθεια και δεν είπαν την αλήθεια. Ήταν εμφανέστατη η προσπάθεια και των δύο ώστε να ξεφύγει και να αποφύγει η εναγόμενη από την καταδίκη πληρωμής του αξιούμενου με τη αγωγή ποσού στον ενάγοντα. Η εναγόμενη και ο Μ.Υ2 διατηρούσαν όπως φάνηκε φιλικές αλλά και επαγγελματικές σχέσεις ενώ ο Μ.Υ.1 είχε και κάποιο συμφέρον, όχι από την έκβαση της υπόθεσης αφού αυτός είχε πληρωθεί από την εναγόμενη το ποσό της αμοιβής του αλλά γενικότερα στην διατήρηση της σχέσης του με την εναγόμενη, ο οποίος παραδέχτηκε ότι έχει όφελος από την εναγόμενη. Γενικά η εντύπωση που μου δημιούργησαν, η εναγόμενη (Μ.Υ.2) και ο Μ.Υ.1 ήταν κακή. Δεν ήταν καθόλου πειστικοί κατά το στάδιο της κατάθεσης τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή την εντύπωση μου έδωσαν στο Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τον τρόπο, το ύφος που κατέθεταν καθώς και τα λεχθέντα τους. Κρίνονται και οι δύο αναξιόπιστοι και συνεπώς απορρίπτω την εκδοχή τους, ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Ενδεικτικά και σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξη μου, που αφορά την αξιοπιστία της εναγόμενης και του Μ.Υ.1 παραθέτω τα ακόλουθα: Ο Μ.Υ.1 σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ήταν υπερβολικός, κατέθετε με αλαζονεία και ύψος υπεροπτικό όπως στην περίπτωση που ερωτήθηκε αν η αμοιβή του ρυθμίζεται από κάποιο Νόμο και ανάφερε σε στόμφο «ρυθμίζω τον εγώ....». Ο Μ.Υ.1 ήταν καλά πληροφορημένος για το τι λέχθηκε στο δικαστήριο κατά την διαδικασία και αυτό κατά την άποψη μου έγινε ώστε να γνωρίζει και να στηρίξει την εκδοχή της εναγόμενης με πιο πειστικό τρόπο. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 σε υποβολή της συνηγόρου του ενάγοντα ότι πίεζαν τον ενάγοντα να δώσει τα χρήματα για να αγοράσει η εναγόμενη ένα Mercedes σε ένα φίλο της, είπε «αυτό το ξανά είπατε και είναι πολύ άσχημη κουβέντα να το λες». Τα πιο πάνω που αφορούν την αγορά οχήματος, λέχθηκαν όταν έδιδε μαρτυρία ο ενάγοντας. Σε ερώτηση της συνηγόρου του ενάγοντα, πότε του είπε τα πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 απάντησε «είπε μου το η κα Έλλη και θα σου κινήσει αγωγή γιατί είναι άντρας της δεν είναι φίλος της, νομίζω ο Πανίκος είναι άντρας της». Στη συνέχεια και ενώ παραδέχτηκε ότι τα πιο πάνω του τα είπε η εναγόμενη, σε ερώτηση αν μίλησε προτού έρθει στο Δικαστήριο με την εναγόμενη απάντησε όχι, προφανώς για να καλύψει το ότι υπήρξε προσυνεννόηση. Περαιτέρω εάν δεν ήταν αλήθεια ο ισχυρισμός για τη αγορά κάποιου αυτοκίνητου μάρκας Mercedes τότε γιατί ο μάρτυρας, έσπευσε να αναφέρει ότι επρόκειτο για τον άντρα της εναγόμενης και όχι φίλο της. Η εναγόμενη ισχυρίζεται με την έκθεση απαίτηση της ότι ο χρόνος καταβολής του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος ήταν ουσιώδης όρος της μεταξύ τους συμφωνίας. Τέτοιος όρος δεν περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  10. Το τεκμήριο 3 γράφει « Υπόλοιπο πληρωτεό ανα τιτλοποίησης και τελείως εξοφλήσεως Λ.Κ.35.000». Συνεπώς εάν για την εναγόμενη ο χρόνος πληρωμής του υπόλοιπου ποσού ήταν τόσης μεγάλης σπουδαιότητας και σημασίας αυτό θα το είχε συμπεριλάβει στο τεκμήριο 3 έστω και ως δική της δήλωση. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε στην μαρτυρία της ότι ο ενάγοντας δίνοντας της το ποσό των Λ.Κ.5000.- της ανάφερε ο ίδιος, ότι σε περίπτωση που δεν μπορέσει να εξασφαλίσει το δάνειο να το χάσει δηλαδή να το κρατήσει η εναγόμενη. Η συμφωνία όπως είναι παραδεκτό έγινε στις 25.5.2001 και το ποσό των Λ.Κ.5000.- δόθηκε εκείνη την ημέρα, η εναγόμενη συνεπώς ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας από την πρώτη κιόλας ημέρα της, εισηγήθηκε όπως κρατήσει το ποσό των Λ.Κ.5000.- σε περίπτωση ακύρωσης της συμφωνίας αν δεν μπορούσε να λάβει δάνειο για την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος. Η εναγόμενη στην έκθεση υπεράσπισης της δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως και σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης της, το ζήτημα που αφορά το ποσό των Λ.Κ.2000.-, το παρουσιάζει ότι τέθηκε κατά την ακύρωση της συμφωνίας που έγινε εξαιτίας του ενάγοντα, κατά ή περί το τέλος Ιουλίου
  11. Ο Μ.Υ.1, σε αντίθεση με την εναγόμενη, υποστήριξε ότι η εναγόμενη ήταν αυτή που ανάφερε στον ενάγοντα, στην παρουσία του στις 25.5.2001, ότι σε περίπτωση που δεν πληρώσει το υπόλοιπο τίμημα θα χάσει το ποσό των Λ.Κ.2000.- το οποίο θα έδινε στον ίδιο ως προμήθεια. Επίσης στην μαρτυρία της η εναγόμενη ανάφερε ότι ο ενάγοντας, αφού της ανάφερε ότι δεν μπορούσε να πάρει το οικόπεδο γιατί δεν είχε τα χρήματα επέμενε ο ενάγοντας να κρατήσει η εναγόμενη, από το ποσό των Λ.Κ.15000.- που της είχε δοθεί μέχρι τότε, το ποσό των Λ.Κ.5000.- όπως είχαν συμφωνήσει, όμως η ίδια, όπως χαρακτηριστικά είπε, του ανάφερε ότι δεν καταδέχεται και να πάρει τις Λ.Κ. 13.000.- αλλά να χάσει τις Λ.Κ.2000.- που πλήρωσε στον Μ.Υ.
  12. Τα πιο πάνω έρχονται σε αντίθεση με την έκθεση υπεράσπισης της (βλ. παραγράφους 5 και 6) αλλά και με την μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος ανάφερε ότι ήταν η εναγόμενη που είπε στον ενάγοντα ότι θα του δώσει τα χρήματα του πίσω αλλά θα χάσει το ποσό των Λ.Κ.2000.- που δόθηκε ως προμήθεια στον Μ.Υ.
  13. Ανέφερε επίσης η εναγόμενη ότι 3 με 4 βδομάδες μετά τις 25.5.2001 της τηλεφώνησε ο Μ.Υ.1 για να πάει στο γραφείο του και την θέλουν. Εκεί ο ενάγοντας της ζήτησε συγνώμη γιατί τον πρόδωσαν οι φίλοι του και δεν πήγαν να τον εγγυηθούν αλλά πήγε στον αδελφό του και της έφερε ακόμα Λ.Κ.10,000.- και έκλεισε ραντεβού στην Συνεργατική Στρουμπιού για να πάρει τα υπόλοιπα, η ίδια πήρε το ποσό και του είπε «προσπάθησε να τα πάρεις», εννοώντας το δάνειο για το υπόλοιπο ποσό. Αυτά η εναγόμενη υποστήριξε ότι λέχθηκαν στην παρουσία του Μ.Υ.
  14. Ο Μ.Υ.1 στην κυρίως εξέταση του δεν ανάφερε ότι στην πιο πάνω συνάντηση ειπώθηκαν τα πιο πάνω, είπε ότι ο ενάγοντας, πήγε στο γραφείο του και πήρε στις Λ.Κ.10,000.-, ώστε το δάνειο του να είναι πιο μικρό, στην αντεξέταση του ερωτηθείς γιατί ο ενάγοντας πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.10,0000.- στις 29.6.2001, απάντησε «γιατί με ρωτάτε εμένα, εγώ δεν ξέρω» και αμέσως μετά ερωτηθείς γιατί είπε ότι πήρε το ποσό των Λ.Κ.10.000.- για να είναι πιο μικρό το δάνειο του, ο Μ.Υ,1 απάντησε « έτσι πρέπει να ήταν η υπόθεση» δείχνοντας έτσι ότι δεν είναι κάτι το οποίο λέχθηκε αλλά κάτι το οποίο ο ίδιος υπέθεσε. Παρά το γεγονός ότι συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.5000.- ως προκαταβολή ο ενάγοντας σε μεταγενέστερο χρόνο κατάβαλε το ποσό των Λ.Κ.10.000.- επιπρόσθετα χωρίς να υπήρχε τέτοια δέσμευση από οποιοδήποτε έγγραφο ή προφορική συμφωνία. Οι λόγοι για τους οποίους ο ενάγοντας πλήρωσε αυτό το ποσό, όπως ο ίδιος τους ανέφερε, είναι πιο λογικοί από αυτούς που υποστήριξε η εναγόμενη και ο Μ.Υ.1 και όχι μόνο, αφού οι πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία τους προδίδουν το ψέμα τους, ότι δηλαδή πήγε από μόνος του και παράδωσε το ποσό των Λ.Κ.10,000.- για δικούς του λόγους. Εάν ο εναγόμενος διέθετε τα χρήματα την συγκεκριμένη στιγμή, στις 29.6.2011, θα μπορούσε να τα κρατήσει και να πληρώσει ολόκληρο το εναπομείναν ποσό στον χρόνο που είχαν συμφωνήσει χωρίς αυτό να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το ύψος του δανείου αφού δεν θα σύναπτε δάνειο, έχοντας ήδη τις Λ.Κ.10000.- για ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό. Τα όσα η εναγόμενη και ο ενάγοντας ανέφεραν έγιναν στην προσπάθεια τους να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα για την άσκηση πίεσης ώστε να πληρώσει το ποσό της συμφωνίας νωρίτερα. Το γεγονός επίσης ότι το ποσό των Λ.Κ.7000.- δόθηκε με επιταγή άλλου προσώπου (βλέπε Τεκμήρια 2 και 3) συνηγορεί στην αποδοχή της θέσης του ενάγοντα ότι δεχόταν πιέσεις για να πληρώσει νωρίτερα το τίμημα. Το ουσιωδέστερο ζήτημα στην κρινόμενη περίπτωση σχετίζεται με το τι συμφώνησαν και αν συμφώνησαν οτιδήποτε οι διάδικοι όταν η συμφωνία ακυρώθηκε. Επικεντρώνοντας την προσοχή μου στο ζήτημα αυτό, κατά την εξέταση της αξιολόγηση της μαρτυρίας, δέχομαι, ενόψει βέβαια και της καλύτερης εντύπωσης που μου δημιούργησε ο ενάγοντας την δική του εκδοχή, ότι δηλαδή η υπόσχεση της εναγόμενης ήταν να επιστραφεί ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής. Η μαρτυρία της εναγόμενης και του μάρτυρας της επί του θέματος αυτού είναι γεμάτη από αντιφάσεις, τις οποίες και αναφέρω πιο πάνω. Ευρήματα: Με βάση με την πιο πάνω αξιολόγηση και παραδεκτά γεγονότα βρίσκω ότι ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η εναγόμενη και ο ενάγοντας στις 25.5.2001 συμφώνησαν όπως η εναγόμενη του πουλήσει το ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης και καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο 4 εντός του οποίου υπάρχει μια κατοικία. Την πώληση του πιο πάνω ακινήτου η εναγόμενη είχε αναθέσει σε κτηματομεσίτη, στον Μ.Υ.
  15. Ο Μ.Υ.1 διαμεσολάβησε στην πώληση του ακινήτου ο οποίος βρήκε τον ενάγοντα ως αγοραστή και τον οποίο έφερε σε επαφή με την εναγόμενη. Στο γραφείο του Μ.Υ.1, την 25.5.2001, ο ενάγοντας και η εναγόμενη, κατέληξαν σε συμφωνία και ο ενάγοντας παρέδωσε στην εναγόμενη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.5000.- ως προκαταβολή για την αγορά του ακινήτου υπογράφοντας την ίδια ημέρα το Τεκμήριο
  16. Η εναγόμενη πλήρωσε τον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.2000.- ως αμοιβή για την εξεύρεση του αγοραστή, χωρίς να εξετάζω σε αυτό το σημείο αν ήταν αυτό ή κάποιο ποσό άλλο, που δικαιούτο εφόσον αυτό δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Η μεταβίβαση του ακινήτου είχε προφορικά συμφωνηθεί όπως γίνει μετά από δύο μήνες με την καταβολή του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος καθότι ο ενάγοντας θα αποτίνεται για να λάβει δάνειο από τράπεζα. Στις 29.6.2001 ο ενάγοντας κατέβαλε, μετά από πιέσεις που δέχτηκε από την εναγόμενη και τον Μ.Υ.1 επίσης έναντι του τιμήματος το ποσό των Λ.Κ.10.000.- και η εναγόμενη υπέγραψε το Τεκμήριο
  17. Η συμφωνία πώλησης τελικά ακυρώθηκε πριν από τον χρόνο που είχε συμφωνηθεί, για τους λόγους που ο ενάγοντας εξήγησε, ότι δηλαδή δεχόταν πιέσεις για αποπληρωμή του ποσού σε χρόνο πριν από τον συμφωνημένο και αναγκάστηκε να συναινέσει στην ακύρωση της. Η εναγόμενη από το ποσό των Λ.Κ.15.000.- που έλαβε από τον ενάγοντα επέστρεψε σε αυτόν το ποσό των Λ.Κ.13.
  18. Το ποσό των Λ.Κ.2000.- η εναγόμενη συμφώνησε ότι θα το επιστρέψει στον ενάγοντα πράγμα που δεν έπραξε μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας ουδέποτε σταμάτησε να ζητά την επιστροφή του ποσού από την εναγόμενη και ουδέποτε παραιτήθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά από το να το ζητά. Ο ενάγοντας πριν από την καταχώρηση της αγωγής ζητούσε ο ίδιος προφορικά από την εναγόμενη την επιστροφή του εν λόγω ποσού. Η εναγόμενη δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση ώστε να εξεταστεί κατά πόσο δικαιούται το πιο πάνω ποσό ως αποζημίωση για οποιεσδήποτε ζημιές που υπέστη άλλωστε σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, η ίδια έδωσε εντολή στον Μ.Υ.1 για την εξεύρεση αγοραστή, η συμφωνία ακυρώθηκε μετά από δική της επιμονή αλλά και μεγαλύτερο τίμημα πέτυχε με την πώληση του ακινήτου στη συνέχεια σε άλλο πρόσωπο. Η εναγόμενη βασίζει την υπεράσπιση της για την κατακράτηση του ποσού των Λ.Κ.2000.- σε συμφωνία που έγινε με τον ενάγοντα, την οποία όμως απέτυχε να αποδείξει. Συνεπώς με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας απέδειξε την αξίωση του εναντίον της εναγόμενης και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €3417.72 .-. Επιδικάζω επίσης νόμιμους τόκους στο πιο πάνω ποσό καθότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας δικαιούται τους αξιούμενους στην έκθεση απαίτηση τόκους. Τα έξοδα ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν στο Δικαστήριο για έγκριση. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.