← Κύπρος

Νεόφυτου Χριστοδούλου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1320/06, 7η Δεκεμβρίου 2011

Νεόφυτου Χριστοδούλου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου κ.α., Αρ. Αγωγής :- 1320/06, 7η Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A170 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 1320/06 Μεταξύ :- Νεόφυτου Χριστοδούλου Ενάγοντα Και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμίου Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών Εναγόμενοι Ημερομηνία :- Τετάρτη 7η Δεκεμβρίου 2011 Αίτηση Τροποποίησης ημερομηνίας 17/11 /2010 Για την Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση :-κος. Α. Τσιρίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / ............. ) Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κος. Π. Παύλου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / .............) Ενδιάμεση Απόφαση ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Αιτείται η εναγόμενη τη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της η οποία καταχωρήθηκε στις 19/4/
  2. Δηλαδή, περίπου 3 χρόνια κα 7 μήνες προ της καταχώρησης της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  3. Εμφανώς εκ λάθους η εναγόμενη 1 αιτείται την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου 2 εις βάρος του οποίου εκδόθηκε απόφαση στις 13/5/
  4. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στις 14/2/2011 αρχικά δήλωσε ότι δεν είχε ένσταση να διορθωθεί αναλόγως το διάταγμα τροποποίησης, σε περίπτωση κατά την οποία αυτό εκδοθεί, ενώ στη συνέχεια με την αγόρευση του ευθέως απέσυρε τον σχετικό λόγο ένστασης (δηλαδή, τον δέκατο τρίτο λόγο ένστασης).
  5. Πέραν των όσων τροποποιήσεων επιθυμεί η εναγόμενη 1 να επιφέρει στην έκθεση υπεράσπισης της επιδιώκει επίσης και τη προσθήκη ανταπαίτησης εναντίον του ενάγοντα.
  6. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της γραμματέως της εναγομένης, Χριστίνας Ηλιάδου, όπου παρατίθενται ισχυρισμοί τόσο προς αιτιολόγηση της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης ως επίσης και αναφορικά με την αιτία της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Δεν θεωρώ απαραίτητο όπως παραθέσω σε αυτό το σημείο της απόφασης τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας. Στη συνέχεια θα υπάρχει αναφορά σε αυτούς στο βαθμό στον οποίο αυτό κρίνεται αναγκαίο προς αιτιολόγηση της απόφασης.
  7. Ο ενάγων καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση με 13 συνολικά λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Όπως και στη περίπτωση της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης στη συνέχεια θα υπάρξει αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης μόνο εάν αυτό κριθεί αναγκαίο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. Η ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  8. Θεωρώ ότι αξίζει να καταγραφεί πιο κάτω ένα ιστορικό της αγωγής, της αίτησης και καταχώρησης της ένστασης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της αγωγής, έτσι ώστε σε αυτό το μέρος της απόφασης να παρατίθενται χρήσιμα χρονικά σημεία αναφοράς. 6.
  9. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/4/2006 επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. 6.
  10. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε περίπου 7 μήνες αργότερα στις 16/11/
  11. 6.
  12. Η έκθεση υπεράσπισης της εναγομένης 1 καταχωρήθηκε περίπου 5 μήνες αργότερα στις 19/4/2007 μετά και από καταχώρηση στις 20/1/2007 αίτησης γι΄ απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης. 6.
  13. Σε λιγότερο από ένα μήνα στις 17/5/2007 ο ενάγων καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση. 6.
  14. Στη συνέχεια η αγωγή ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες δίχως όμως τελικά να οδηγηθεί σε έναρξη της ακρόασης. 6.
  15. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 26/2/2008 ο πρώην δικηγόρος της εναγομένης 1 ευθέως δήλωσε αποδοχή περί της ύπαρξης πλαστογραφίας ενώ στις 2/4/2008 η δικηγόρος του εναγομένου 2 επίσης αποδέχτηκε την ύπαρξη πλαστογραφίας. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγων με την έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο προς αυτόν από την εναγόμενη 1 ήταν προϊόν πλαστογραφίας, δόλου και απάτης της εναγομένης
  16. 6.
  17. Στις 2/4/2008 ο δικηγόρος της εναγομένης 1 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι θα καταχωρηθεί ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και ότι θα αναλάβει ο κος. Χριστάκης Λουκά. 6.
  18. Στις 12/5/2008 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής του δικηγόρου της εναγομένης 1 ενώ την αμέσως επόμενη ημερομηνία ο εναγόμενος 2 δέχτηκε την έκδοση απόφασης εις βάρος του. 6.
  19. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι με την έκδοση αυτής της απόφασης επιτεύχθηκε η επιδίκαση δύο θεραπειών από τις έξι βασικές θεραπείες τις οποίες ο ενάγων αξιώνει. Δηλαδή η ακύρωση και κατ΄ επέκταση η απόσυρση του διατάγματος μη αποξένωσης ακινήτων του ενάγοντα ημερομηνίας 14/6/2004 το οποίο εξέδωσε ο εναγόμενος 1 και το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. 6.
  20. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής για ένα αόριστο χρονικό διάστημα μετά τις 8/1/2009 ο νέος δικηγόρος της εναγομένης 1 αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. 6.
  21. Στις 7/10/2010 για πρώτη φορά δηλώθηκε στο Δικαστήριο από το δικηγόρο ο οποίος εμφανιζόταν για την εναγόμενη 1 ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης προέκυπτε αναγκαιότητα τροποποίησης και θα υποβαλλόταν σχετική αίτηση. Αποτελούσε η δήλωση αυτή μέρος αιτήματος αναβολής της ακρόασης της αγωγής. 6.
  22. Στις 17/11/2010 καταχωρήθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση.
  23. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω αυτό είναι το ιστορικό της αγωγής, της αίτησης και καταχώρησης της ένστασης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της αγωγής. Εντούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση αξίζει να σημειωθεί το εξής. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα όπως αυτά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερους τους διάδικους και δίχως να αμφισβητούνται με τις ένορκες δηλώσεις τα χρονικά δεδομένα στα οποία ο κάθε διάδικος αναφέρεται και δίχως οι ενόρκως δηλούντες να έχουν αντεξεταστεί δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο να αγνοήσει επιπρόσθετα χρονικά σημεία τα οποία εκτείνονται στο παρελθόν, δηλαδή προ της καταχώρησης της αγωγής. Αποδέχομαι ουσιαστικά επί αυτού του θέματος εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα.
  24. Παραδείγματος χάριν, έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης σχετικές αποφάσεις, με τους ίδιους διάδικους, τόσο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτές αποκαλύπτουν ότι η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων αρχικά παραπέμφθηκε σε διαιτησία τον Ιούλιο του 2004 και όταν ο ενάγων προέβαλε ισχυρισμό αναφορικά με την ύπαρξη πλαστογραφίας η πρώτη αυτή διαιτησία αποσύρθηκε. Εντούτοις μετά από ειδοποίηση νέας διαιτησίας την οποία ο ενάγων έλαβε περί τον Αύγουστο ή αρχές Σεπτεμβρίου του 2005 ο ίδιος καταχώρησε τη Γενική Αίτηση 149/05 η οποία οδήγησε στην έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων. Ένα επιπρόσθετο σχετικό χρονικό σημείο είναι ότι για πρώτη φορά περιέπεσε στην αντίληψη του ενάγοντα κατά τον Μάρτη ή Απρίλη του 2004 ότι η εναγόμενη 1 διεκδικούσε από αυτόν ένα ποσό γύρω στις £140.000,00 με βάση ισχυριζόμενο δάνειο.
  25. Ουσιαστικά αυτό το οποίο τονίζεται με την αναφορά σε αυτά τα προηγηθέντα χρονικά δεδομένα είναι ότι δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί εξ ολοκλήρου αυτό το ιστορικό καθότι είναι άμεσα συνδεδεμένο τόσο με την ύπαρξη όσο και το ύψος της οποιασδήποτε διεκδίκησης της εναγομένης 1 του οποιουδήποτε ποσού από τον ενάγοντα. Διεκδίκηση ή αξίωση στην οποία πλέον επιθυμεί να δώσει μορφή υπό την έννοια της αιτούμενης προσθήκης ανταπαίτησης σε αυτή την αγωγή. Ανεξάρτητα και από το κατά πόσο αυτή η διεκδίκηση είναι η ίδια με αυτή επί της οποίας στηριζόταν είτε η πρώτη είτε η δεύτερη αίτηση διαιτησίας.
  26. Αξιοσημείωτο δηλαδή είναι το εξής γεγονός. Ενώ ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή διεκδικώντας κυρίως αναγνώριση της ανυπαρξίας οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού από τον ίδιο προς την εναγόμενη 1 η ίδια περιορίστηκε σε υπεράσπιση αμφισβήτησης της αξίωσης του ενάγοντα. Πλέον με την αίτηση υπό εξέταση η εναγόμενη 1 επιδιώκει όχι μόνο την απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα αλλά και την έκδοση απόφασης υπέρ της αναφορικά με κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό προς αυτήν. Δηλαδή, αυτή είναι η πρώτη φορά κατά την οποία η εναγόμενη 1 πλέον εκδηλώνει την οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του ενάγοντα ενώ προηγουμένως είχε περιοριστεί σε απόρριψη της αξίωσης με την οποία ο ίδιος διεκδικούσε δικαστική αναγνώριση ότι η εναγόμενη 1 δεν θα έπρεπε να είχε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του για οποιοδήποτε ποσό. Δίχως όμως παράλληλα με την αίτηση τροποποίησης της να ξεκαθαρίζει τη θέση της ως προς το κατά πόσο η προαναφερόμενη συμφωνία δανείου μεταξύ της και του εναγομένου 1 ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
  27. Έχοντας αναφερθεί στη χρονική πτυχή της αίτησης θα προχωρήσω σε εξέταση των κύριων σημείων τα οποία προκύπτουν προς εξέταση έχοντας ως βάση τους λόγους ένστασης. Προτού προχωρήσω όμως σε αυτή την εξέταση υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον κανονισμό 1 της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας ένα Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο όπως μεταβάλει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους που θα ήταν δίκαιοι ενώ όλες οι τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται όπως θα ήταν αναγκαίο προς τον σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων τα οποία αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
  28. Παρά και το γεγονός ότι η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εμπεριέχει 13 συνολικά λόγους ένστασης αυτό το οποίο διαπιστώνεται σε σχέση με τους εναπομείναντες[1] 12 λόγους ένστασης είναι ότι υπάρχει εκ του περισσού επανάληψη εντός αυτών.
  29. Παραδείγματος χάριν, ενώ με το τρίτο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης με τον αμέσως επόμενο λόγο ένστασης αναφέρεται ότι δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην αίτηση τροποποίησης. Βεβαίως ο τρίτος λόγος ένστασης αναφέρεται στην ύπαρξη καθυστέρησης και ο τέταρτος λόγος ένστασης στην ανυπαρξία δικαιολόγησης αυτής της καθυστέρησης. Ουσιαστικά όμως το θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση είναι το ίδιο. Δηλαδή, αυτό της καθυστέρησης.
  30. Με τον ίδιο τρόπο άλλοι λόγοι ένστασης περιφέρονται ουσιαστικά γύρω από το ίδιο θέμα. Ως εκ τούτου η εξέταση των λόγων ένστασης θα γίνεται όχι ατομικά και αριθμητικά αλλά με αναφορά στα θέματα τα οποία εγείρονται από αυτούς. Παρά και το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα ομαδοποιεί τους λόγους ένστασης αυτοί θα εξεταστούν στο σύνολο τους. Η ομαδοποίηση των λόγων ένστασης θα γίνεται με αναφορά στο θέμα το οποίο από κοινού προβάλλεται από τη κάθε ομάδα λόγων ένστασης. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
  31. Κατ΄ αρχάς θεωρώ ότι τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος ένστασης εμπεριέχουν γενικές αναφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί σε οποιαδήποτε περίπτωση εξέτασης από ένα Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση μίας οποιασδήποτε αίτησης τροποποίησης.
  32. Μάλιστα ο πρώτος λόγος ένστασης[2] είναι τόσο γενικός ώστε να καθίσταται άσκοπη η ατομική του προβολή. Καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξειδίκευση αυτού με αναφορά στα ιδιαίτερα γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση.
  33. Βεβαίως αναφορικά με αυτή τη παρατήρηση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι λεπτομέρειες εξειδίκευσης αυτού του λόγου ένστασης εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης η οποία περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι απαντούν στους ισχυρισμούς οι οποίοι υπάρχουν εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Συνεπώς θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος ένστασης συνδέεται με τον δεύτερο, ως προς το ότι δηλαδή η ένορκη δήλωση «.δεν περιέχει οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την αίτηση».
  34. Εντούτοις, όπως και να ιδωθούν, θεωρώ ότι αμφότεροι οι λόγοι αυτοί είναι τόσο γενικοί ώστε ουσιαστικά να υπερκαλύπτουν όλους τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Καθότι εάν κριθεί ότι οι δύο αυτοί λόγοι ευσταθούν τότε θα καθίστατο περιττή η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ενώ η απλή αναφορά στον πρώτο λόγο ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος της εναγομένης 1 λογικά θα οδηγούσε το Δικαστήριο στην εξέταση και όλων των σχετικών θεμάτων τα οποία εγείρονται με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.
  35. Επομένως, αρχικά θα προχωρήσω στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης και στο βαθμό στον οποίο κρίνεται αναγκαία η επιστροφή στην εξέταση τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου λόγου ένστασης αυτό θα γίνει προς το τέλος της απόφασης. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ
  36. Το θέμα αυτό, όπως παρατηρείται και πιο πάνω[3], εγείρεται τόσο από τον τρίτο όσο και τον τέταρτο λόγο ένστασης. Καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να κρίνει πρώτο, κατά πόσο όντως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης και εάν όντως αυτή διαπιστωθεί τότε να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται αυτή η καθυστέρηση.
  37. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το θέμα του ελέγχου τόσο της ύπαρξης καθυστέρησης όσο και γενικότερα του χρόνου κατά τον οποίο καταχωρείται μια αίτηση τροποποίησης αποτελεί θέμα το οποίο σε κάθε περίπτωση καταχώρησης αυτού του είδους αίτησης και επακόλουθης ύπαρξης ένστασης εναντίον της θα πρέπει να εξετάζεται από ένα Δικαστήριο ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό έχει τεθεί ως λόγος ένστασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ
  38. Ως προς τη νομική πτυχή επί αυτού του θέματος παρατηρώ τα εξής. 22.
  39. Η σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης τροποποίησης συνδέεται με την αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη στην υποβολή ενός τέτοιου αιτήματος νωρίτερα (βλ. σχετικά την απόφαση C. Y A. Pelekanos Associates Ltd. v. Πελεκάνου

(2001)1Γ Α. Α. Δ. 2075). 22.
  1. Σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης τροποποίησης απαιτείται ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο είχε προκύψει η αναγκαιότητα για τροποποίηση με αναφορά βεβαίως σε σχετικούς παράγοντες και η επεξήγηση της παράλειψης να είχαν ληφθεί προηγουμένως οι οποιεσδήποτε απαραίτητες ενέργειες για εξασφάλιση της τροποποίησης ενός δικογράφου. 22.
  2. Εντούτοις η διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη μιας αίτησης τροποποίησης. Καθότι η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας η οποία δεν λήφθηκε. Η οποία παράλειψη όμως θα δικαιολογηθεί εφόσον δοθεί προς το σκοπό αυτό ικανοποιητική εξήγηση η οποία να καθιστά αυτή τη καθυστέρηση καλόπιστη (βλ. σχετικά την απόφαση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1Α Α. Α. Δ. 44). 22.4. Ενώ σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπεται από ένα Δικαστήριο τροποποίηση των δικογράφων σε κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και εάν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. σχετικά την απόφαση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 Α. Α. Δ. 934). 22.5. Βεβαίως όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Ταξι Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α. Α. Δ. 560, όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση των Δικαστηρίων επί του θέματος της τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ενώ γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών μίας υπόθεσης. 22.6. Ενώ όπως αναφέρεται και στην απόφαση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd. κ. ά.
(1989)1Ε Α. Α. Δ.33, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση ενώ όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης. 22.7. Επίσης όπως αναφέρεται από τον Κωνσταντινίδη Δ. στη σελίδα 432 της απόφασης Saba & Co (T.M.P.) v. T. M. P. Agents
(1994)1 Α. Α. Δ. 426 αναφορικά με το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης «.η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης». Στην ίδια σελίδα γίνεται επίσης αναφορά ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμφωνούσε «.πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ - ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ
  1. Ως προς τις περιστάσεις της περίπτωσης υπό εξέταση αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης παρατηρώ τα εξής. 23.
  2. Κατ΄ αρχάς η ύπαρξη καθυστέρησης είναι παραδεκτή από την ίδια την εναγόμενη 1 καθώς στη παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης η ύπαρξη καθυστέρησης όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά αντιθέτως αναγνωρίζεται και στη συνέχεια προσφέρεται εξήγηση ως προς την ύπαρξη αυτής της καθυστέρησης. 23.
  3. Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την οποιαδήποτε εξήγηση προσφέρεται υπό μορφή μαρτυρίας εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δίχως όμως αυτό να εμποδίζει το ίδιο το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τέτοια εξήγηση να ανιχνεύσει τα δεδομένα αυτής της αγωγής έτσι ώστε να κρίνει κατά πόσο δικαιολογείται η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. 23.
  4. Η εξήγηση η οποία προσφέρεται είναι πρώτο, ότι η αρχική σύνταξη της υπεράσπισης έγινε από άλλο δικηγόρο και πως μετά από προσεκτική και σε βάθος μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης ο νέος δικηγόρος συμβούλευσε την εναγόμενη 1 ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τη καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης και δεύτερο, ότι υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας το οποίο εμπόδιζε τον δικηγόρο της εναγομένης 1 όπως ασκεί τα καθήκοντα του για μία χρονική περίοδο πέραν των 10 μηνών περίπου. 23.
  5. Βεβαίως επί αυτού του δεύτερου ισχυρισμού αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τον καθορισμό της έκτασης αυτής της περιόδου η ενόρκως δηλούσα δεν καθορίζει σχετικά χρονικά σημεία έναρξης και λήξης αυτής της περιόδου. Όφειλε να το είχε πράξει αυτό έτσι ώστε να βοηθηθεί το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτού του ισχυρισμού. Εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός, τουλάχιστον ως προς την ύπαρξη του προβλήματος υγείας ενισχύεται και από το περιεχόμενο του φακέλου[4]. Όμως το πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπιζε ο δικηγόρος της εναγομένης 1 πρωτοεμφανίζεται ή τουλάχιστον γίνεται γνωστό προς το Δικαστήριο κατά τον Ιανουάριο του
  6. 23.
  7. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο ότι στο μεσοδιάστημα μεταξύ της αλλαγής του δικηγόρου της εναγομένης 1 και του αιτήματος αναβολής εξαιτίας του προβλήματος υγείας το οποίο αντιμετώπιζε ο δικηγόρος της είχε μεσολαβήσει χρονικό διάστημα περίπου 8 μηνών ως επίσης ότι κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματός η αγωγή είχε οριστεί δύο φορές για οδηγίες στις 5/6/2008 και στις 23/9/
  8. 23.
  9. Επιπλέον δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί ότι ήταν γνωστό στον αρχικό δικηγόρο της εναγομένης 1 τουλάχιστον ένα μήνα προηγουμένως ότι ο νυν δικηγόρος της θα αναλάμβανε τον χειρισμό της υπόθεσης. Συνεπώς ο σημερινός δικηγόρος της εναγομένης 1 θα πρέπει να είχε υπόψη του βάσει των οδηγιών τις οποίες είχε λάβει τα γεγονότα της αγωγής περίπου ένα μήνα πριν από την καταχώρηση της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου. 23.
  10. Ενώ τέλος η ίδια η ενόρκως δηλούσα με το να μην έχει καθορίσει έστω και περίπου την ημερομηνία έναρξης της δεκάμηνης περιόδου κατά την οποία ο δικηγόρος της αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας αφήνει ανοιχτό το περιθώριο ο δικηγόρος της να είχε και επιπρόσθετο χρόνο στη διάθεση του προτού αρχίσει να αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα έτσι ώστε να ενεργούσε αναλόγως σε σχέση με τη μελέτη της αγωγής και τη προώθηση του οποιουδήποτε αιτήματος τροποποίησης. 23.
  11. Επιπλέον, ακόμη και τον Ιανουάριο του 2009 να τοποθετείται χρονικά η έναρξη της σχετικής δεκάμηνης περιόδου αδυναμίας του δικηγόρου να χειριστεί την αγωγή αυτό και πάλι αφήνει μία χρονική περίοδο περίπου άλλων 12 μηνών (δηλαδή από τον Οκτώβριο του 2009) μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία για πρώτη φορά δηλώθηκε η πρόθεση καταχώρησης αίτησης τροποποίησης[5]. 23.
  12. Αυτές είναι οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της εξήγησης η οποία δόθηκε από την ενόρκως δηλούσα. 23.
  13. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, ότι δηλαδή η αρχική σύνταξη της υπεράσπισης έγινε από άλλο δικηγόρο και μετά από προσεκτική και σε βάθος μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης ο νέος δικηγόρος συμβούλευσε την εναγόμενη 1 ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τη καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, αυτό το οποίο αβίαστα διαπιστώνεται είναι ότι η θέση αυτή χρονικά είναι εντελώς αόριστη. Πότε έγινε αυτή η προσεκτική και σε βάθος μελέτη των γεγονότων της υπόθεσης; Πότε δόθηκε η συγκεκριμένη συμβουλή στην εναγόμενη 1; Επί αυτού του θέματος δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό η ενόρκως δηλούσα. 23.
  14. Ούτε όμως και προσφέρεται οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το κατά πόσο αυτού του είδους η μελέτη δεν μπορούσε να είχε γίνει προηγουμένως σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μετά που είχε αναλάβει ο νέος δικηγόρος της εναγομένης
  15. 23.
  16. Διατηρώντας υπόψη και τα δύο σκέλη της εξήγησης της καθυστέρησης η οποία προσφέρθηκε διαπιστώνεται το εξής. Ότι ακόμη και να ληφθεί υπόψη το πρόβλημα υγείας το οποίο είχε ο δικηγόρος της εναγομένης 1 υπήρχε άφθονος χρόνος στη διάθεση του πριν και μετά την εμφάνιση αυτού έτσι ώστε να είχε προβεί σε αυτή τη μελέτη. 23.
  17. Εξίσου σημαντικό είναι και το δεδομένο ότι δεν αναφέρεται επακριβώς σε ποια γεγονότα της υπόθεσης στηρίχτηκε ο δικηγόρος της εναγομένης 1 έτσι ώστε να κρίνει την ύπαρξη αναγκαιότητας καταχώρησης αίτηση τροποποίησης. Ενώ, όπως ήδη έχει παρατηρηθεί η πρώτη φορά σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής κατά την οποία αναφέρεται ευθέως η ύπαρξη αναγκαιότητας τροποποίησης είναι στις 7/10/2010[6]. 23.
  18. Ούτε και τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο η γενική αναφορά ως προς την ύπαρξη αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτή υποβλήθηκε. 23.
  19. Παραδείγματος χάριν, όπως εύστοχα υπέδειξε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, με το να επισυνάπτονται ως τεκμήρια οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία. Θεωρώ ότι γενικά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα ανέμενε ένα Δικαστήριο τόσο αυστηρή τεκμηρίωση μιας αίτησης τροποποίησης. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση διατηρώντας υπόψη τα ιδιαίτερα της επίμαχα γεγονότα προ της καταχώρησης της αγωγής ως προς την ύπαρξη δύο προηγηθέντων διαδικασιών διαιτησίας θεωρώ ότι όφειλε η εναγόμενη 1 να είχε στοιχειοθετήσει με επάρκεια αλλά και με σαφήνεια το αίτημα της. 23.
  20. Διευκρινίζω και υπενθυμίζω ότι η αναφορά στα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης έχει σχέση με το γεγονός ότι είναι η ίδια η εναγόμενη 1 η οποία αρχικά ενεργοποίησε για δεύτερη φορά διαδικασία διαιτησίας σε σχέση με δική της απαίτηση από τον ενάγοντα και ότι είναι εξαιτίας αυτής της διαδικασίας που ο ενάγων προσέφυγε στο Δικαστήριο σε μία προσπάθεια να αναδείξει την έλλειψη βασιμότητας της οποιασδήποτε χρηματικής απαίτησης της εναγομένης 1 από τον ίδιο. Συνεπώς, ποιος είναι πραγματικά ο λόγος με βάση τον οποίο η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε ευθύς εξ αρχής ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα; Προβληματισμό επίσης ως προς τη γνησιότητα και καλοπιστία του αιτήματος τροποποίησης της εναγομένης 1 προκαλεί και η παραδοχή ουσιαστικά του προηγούμενου δικηγόρου της ως προς την ύπαρξη πλαστογραφίας (βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.6 αυτής της απόφασης).
  21. Πραγματικά με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι όντως ευσταθούν τόσο ο τρίτος όσο και ο τέταρτος λόγος ένστασης. Διαπιστώνεται δηλαδή πρώτο, ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης και δεύτερο, ότι αυτή η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται με τα όσα σχετικά αναφέρει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης.
  22. Ανεξάρτητα όμως και από αυτή τη μερική κατάληξη διατηρώ υπόψη μου ότι σύμφωνα με σχετική νομολογία όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα τα οποία εγείρει και ότι το ουσιωδέστερο είναι να δίδεται η ευκαιρία στους διαδίκους να κρίνονται από το Δικαστήριο όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους (βλ. σχετικά την απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ. ά.
(2007)1Β Α. Α. Δ 1005).
  1. Παρά και την ύπαρξη αυτής της νομολογίας όμως δεν είναι δυνατό παράλληλα να αγνοηθεί και η δυνατότητα να θεωρηθεί ότι η διαπίστωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης αποτελεί ένδειξη ότι η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καλόπιστη (βλ. σχετικά την απόφαση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα, πιο πάνω στην υποπαράγραφο 22.3). Θέμα το οποίο εξετάζεται πιο κάτω. ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ
  2. Θεωρώ ότι είναι δυνατό αλλά και λογικό να εξεταστούν μαζί ο πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγος ένστασης καθότι αυτοί συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους ενώ ο καθένας από αυτούς ουσιαστικά έχει σχέση με τις πιθανές συνέπειες προς τον ενάγοντα σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Πρώτο ασφαλώς, με την αναφορά σε προσθήκη ανταπαίτησης ενώ προηγουμένως αυτή δεν υπήρχε ∙ δεύτερο, με την εισήγηση ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης ο ενάγων θα τοποθετηθεί σε δυσμενέστερη θέση ∙ τρίτο, ότι οι επιπτώσεις της τροποποίησης δεν αποζημιώνονται με έξοδα ∙ τέταρτο, με την εισήγηση πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και τέλος με την εισήγηση ότι ο ενάγων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ανταπαίτηση 4 χρόνια μετά από τη καταχώρηση της αγωγής.
  3. Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Φοινιώτης (βλ. πιο πάνω την παράγραφο 22.6 αυτής της απόφασης) στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου ενώ κατά κανόνα επιτρέπεται η τροποποίηση εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
  4. Θεωρώ ότι θα πρέπει όλα τα θέματα τα οποία εγείρονται με τους προαναφερόμενους λόγους ένστασης να ιδωθούν συνολικά από το Δικαστήριο και να αντιμετωπιστούν ως μία ενιαία εκδοχή του ενάγοντα ως προς τις πιθανές συνέπειες για τον ίδιο σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης.
  5. Κατ΄ αρχάς, αναφορικά με το δεδομένο ότι σε περίπτωση έγκρισης ο ίδιος θα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ανταπαίτηση. Θεωρώ ότι αυτό από μόνο του δεν θα πρέπει να λειτουργήσει εις βάρος του αιτήματος της εναγομένης
  6. Σε οποιαδήποτε περίπτωση το ενδεχόμενο από μόνο του της δυνατότητας έγερσης ανταπαίτησης είναι μία πιθανή δικονομική συνέπεια ενός αιτήματος τροποποίησης όπου με τα γεγονότα τα οποία πλέον προβάλλονται δικαιολογείται και η έγερση ανταπαίτησης.
  7. Βεβαίως δεν είναι δυνατό παράλληλα να αγνοηθεί το γεγονός της πρόθεσης έγερσης ανταπαίτησης από την εναγόμενη 1 σε συνάρτηση με άλλους σημαντικούς και σχετικούς παράγοντες αναφορικά με τη γνησιότητα και καλοπιστία του αιτήματος της. Παράγοντες οι οποίοι αναπόφευκτα εξετάζονται εντός του πλαισίου γενικότερα του ερωτήματος κατά πόσο δικαιολογείται το αίτημα της εναγομένης 1 (πρώτος και δεύτερος λόγος ένστασης).
  8. Επιπλέον ασφαλώς το Δικαστήριο δεν αγνοεί ως ένα σχετικό δεδομένο τη προηγούμενη ανυπαρξία ανταπαίτησης της εναγομένης 1 στο βαθμό στον οποίο αυτό είναι δυνατό να κριθεί ως σημαντικό έτσι ώστε να συνυπολογιστεί μαζί με τα οποιαδήποτε άλλα στοιχεία τείνουν να καταδείξουν τη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στον ενάγοντα.
  9. Ουσιαστικά σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται σχετικά ο ενάγων εντός της ένορκης δήλωσης του η εναγόμενη 1 για «πάρα πολλά χρόνια» περιόριζε τους ισχυρισμούς της σε οφειλή ως αποτέλεσμα κατ΄ ισχυρισμό δανείου (αναφορικά με το οποίο βεβαίως ο ενάγων προβάλει ισχυρισμό ως προς την ύπαρξη πλαστογραφίας) και ουδέποτε προηγουμένως προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με οφειλή ως αποτέλεσμα αναλήψεων από τον ίδιο.
  10. Διατηρώντας υπόψη τα χρονικά και άλλα δεδομένα αυτής της περίπτωσης και ανεξάρτητα από την αναφορά του ενάγοντα σε «πάρα πολλά χρόνια» πράγματι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η εναγόμενη 1 από τη πρώτη στιγμή[7] διεκδικούσε από τον ενάγοντα υπόλοιπο κατ΄ ισχυρισμό δανείου ενώ ουδέποτε προηγουμένως προέβαλε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς αναφορικά με την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης αιτίας με βάση την οποία προέκυπτε το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό από τον ενάγοντα προς αυτήν.
  11. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι ως αποτέλεσμα, μετά από τόσα χρόνια δεν θα είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του εναντίον αυτής της προτιθέμενης ανταπαίτησης εφόσον ουδέποτε υπολόγιζε, έχοντας ως βάση τη συμπεριφορά της εναγομένης 1, να έχει να αντιμετωπίσει τέτοιους ισχυρισμούς. Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα κρίνεται βάσιμος.
  12. Αναφέρεται στο δεδομένο ότι η διαιτησία αφορούσε ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο και όχι παρατραβήγματα πέραν των καταθέσεων του επισυνάπτοντας και ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του (τεκμήριο 3) την ειδοποίηση διαιτησίας ημερομηνίας 4/8/2005 η οποία όντως αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο δάνειο ύψους £144.013,
  13. Επιπλέον παραπέμπει σχετικά και στην αποκάλυψη εγγράφων από την εναγόμενη 1 η οποία έγινε στις 14/11/
  14. Πράγματι υπάρχει εντός του φακέλου της αγωγής η συγκεκριμένη αποκάλυψη εγγράφων αλλά πέραν και από αυτή τη γενική περιγραφή 6 συνολικά εγγράφων ο ενόρκως δηλών αναφέρεται και στα έγγραφα τα οποία η ενόρκως δηλούσα ως γραμματέας της εναγομένης 1 απέστειλε με επιστολή της ημερομηνίας 26/4/2004 στον τότε δικηγόρο του ενάγοντα και τα οποία η ίδια περιγράφει ως έγγραφα τα οποία αφορούν τους λογαριασμούς του ενάγοντα (τεκμήριο 4).
  15. Έχουν σημασία αυτά τα έγγραφα καθότι συνδέονται και με τη γνησιότητα και καλοπιστία του αιτήματος της εναγομένης 1 σε συνάρτηση και με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης.
  16. Πραγματικά διερωτάται το Δικαστήριο πως είναι δυνατό να αγνοηθεί το δεδομένο ότι ενώ η εναγόμενη 1 είχε στη διάθεση της όλα αυτά τα στοιχεία πριν από τις 26/4/2004 (δηλαδή περίπου 3 χρόνια προ της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης της) εντούτοις δεν προέβαλε εντός του δικογράφου της τέτοιους ισχυρισμούς όπως αυτούς τους οποίους πλέον επιθυμεί να προβάλει αναφορικά με την ύπαρξη υπολοίπου του ενάγοντα λόγω αναλήψεων από τον ίδιο.
  17. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την προαναφερόμενη επιστολή της ενόρκως δηλούσας αναφέρεται ότι πέραν των εσωκλείστων εγγράφων τα οποία στάλθηκαν στον τότε δικηγόρο του ενάγοντα επιπρόσθετα από αυτά έχουν ήδη δοθεί στον ίδιο. Ο ίδιος ο ενάγων δεν αμφισβητεί με την ένορκη δήλωση του την αναφορά αυτή η οποία εμπεριέχεται σε επιστολή την οποία ο ίδιος επέλεξε να επισυνάψει ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της ένστασης. Βεβαίως ο ίδιος δεν συμφωνεί με τις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες επισυνάπτονται καθώς αυτές δείχνουν ότι οφείλει το ποσό του κατ΄ ισχυρισμό δανείου. Ο λόγος για τον οποίο τις επισύναψε ήταν για να καταδείξει ότι ανέκαθεν η θέση της εναγομένης 1 ήταν ότι η οφειλή του αφορούσε δάνειο και όχι τις καταθέσεις και αναλήψεις του.
  18. Ενώ επιπλέον εισηγείται (παράγραφος 20 της ένορκης δήλωσης του) ότι τα έγγραφα αυτά καταδεικνύουν ότι η εναγόμενη 1 απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο (προφανώς θέση η οποία έχει σχέση και με τον δωδέκατο λόγο ένστασης). Αλλά κυρίως η θέση του ενάγοντα είναι ότι αυτά τα έγγραφα καταδεικνύουν ότι είναι «αδύνατο» για τον ίδιο να υπερασπιστεί σε σχέση με ισχυρισμούς της εναγομένης 1 οι οποίοι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα η ίδια ισχυριζόταν «για τόσα χρόνια».
  19. Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις του ενάγοντα και παρά το γεγονός ότι δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο ίδιος θα τεθεί σε δυσμενέστερη θέση σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης καθότι θα έχει πλέον να αντιμετωπίσει ανταπαίτηση η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε και η οποία αναπόφευκτα θα αναφέρεται σε κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα τα οποία προέκυψαν τουλάχιστον 7 χρόνια προ της οποιασδήποτε έγκρισης της αίτησης εντούτοις δεν έχω πεισθεί ότι αυτό από μόνο του αποτελεί λόγο για να μην εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης.
  20. Οι οποιεσδήποτε δυσκολίες υπό την έννοια υποστήριξης της υπεράσπισης του τις οποίες ενδεχομένως να αντιμετωπίσει ο ενάγων σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα ήταν βεβαίως δυνατό όπως ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδίκαζε την αγωγή και την ανταπαίτηση. Δεν είναι δυνατό όμως με βάση αυτές τις διαπιστώσεις να κριθεί εκ των προτέρων με βεβαιότητα ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα. Μερικώς οι επιπτώσεις της τροποποίησης είναι δυνατό να κριθούν ότι αποζημιώνονται με έξοδα. Κρίνω όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ζημιά είναι τέτοια έτσι ώστε να μην αποζημιώνεται πλήρως με τη καταβολή εξόδων.
  21. Συνεπώς διαπιστώνεται ότι ζημιά όντως θα προκληθεί στον ενάγοντα σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης. Όχι όμως και ανεπανόρθωτη υπό την έννοια της πλήρης αδυναμίας του να αντιμετωπίσει ανταπαίτηση 4 χρόνια και πλέον μετά από τη καταχώρηση της αγωγής. Διατηρώ επίσης υπόψη μου ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει ακόμη. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι ως έχουν από μόνοι τους και όχι σε συσχετισμό με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης δεν είναι δυνατό να γίνουν δεκτοί ο πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγος ένστασης έτσι ώστε έχοντας ως βάση την αποδοχή αυτών ή οποιονδήποτε από αυτούς να απορριφθεί η αίτηση της εναγομένης
  22. Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι τα γεγονότα τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτών των λόγων ένστασης ή ότι οι διαπιστώσεις οι οποίες έχουν προκύψει από αυτή δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ
  23. Θεωρώ ότι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης (δηλαδή, ο δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος) είναι δυνατό όχι μόνο να εξεταστούν μαζί αλλά και σε συνάρτηση με τους πρώτους δύο λόγους ένστασης οι οποίοι είχαν αφεθεί από το Δικαστήριο προς εξέταση σε περίπτωση κατά την οποία αυτό κρινόταν αναγκαίο (βλ. σχετικά τις παραγράφους 15 έως και 19 αυτής της απόφασης). Διατηρώντας υπόψη τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης κρίνω ότι η εξέταση αυτή όντως καθίσταται αναγκαία.
  24. Λαμβάνονται δηλαδή υπόψη σε αυτό το μέρος της απόφασης οι θέσεις του ενάγοντα πρώτο, ως προς το ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεύτερο, ότι η εναγόμενη 1 δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και τρίτο, ότι απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία, σε συνάρτηση με τις γενικότερες θέσεις πρώτο, ως προς το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος και δεύτερο, ότι η ένορκη δήλωση δεν περιέχει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν την έγκριση ουσιαστικά της αίτησης.
  25. Αναφορικά με τον δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο λόγο ένστασης τονίζω ότι αυτοί εξετάζονται ατομικά μεν αλλά διατηρώντας υπόψη τη συνάφεια μεταξύ τους ενώ επιπλέον αυτοί εξετάζονται και σε σχέση με το κατά πόσο είναι δυνατό να κριθεί σε συνάρτηση με τους πρώτους δύο λόγους ένστασης ότι οποιοσδήποτε από αυτούς ευσταθεί είτε ατομικά είτε σε συνδυασμό με οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης.
  26. Αναφορικά με τον δέκατο λόγο ένστασης πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Θεμιτά η εναγόμενη 1 υποβάλει ένα αίτημα σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται σχετικά από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας δίχως παράλληλα και καταχρηστικά να συνυπάρχει άλλη παρόμοια διαδικασία σε εκκρεμότητα.
  27. Αναφορικά με τον ενδέκατο λόγο ένστασης ως προς το ότι η εναγόμενη 1 δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ως επίσης και σε σχέση με τον δωδέκατο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία, διαπιστώνω ότι η εναγόμενη 1 δεν ήταν πλήρως ειλικρινής και αποκαλυπτική σε σχέση με τα όσα στοιχεία επέλεξε να παρουσιάσει προς υποστήριξη της αίτησης της. Θα μπορούσε η εναγόμενη 1 να είχε πράξει τα εξής. Πρώτο, να είχε παρουσιάσει επιπρόσθετα στοιχεία σε σχέση με τη πραγματική βάση του αιτήματος της (όπως, παραδείγματος χάριν, τις δοσοληψίες από τις οποίες προκύπτει η αξίωση της). Δεύτερο, να είχε προτείνει τουλάχιστον μία εξήγηση ως προς τον λόγο με βάση τον οποίο δεν ήταν εφικτό να είχε προβληθεί προηγουμένως αυτή η αξίωση υπό μορφή ανταπαίτησης.
  28. Επιπλέον, όφειλε να είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια και επάρκεια σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως προς την ύπαρξη πλαστογραφίας αναφορικά με την ύπαρξη του κατ΄ ισχυρισμό δανείου προς αυτόν. Διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο το δεδομένο ότι ενώ με την αιτούμενη τροποποίηση ορισμένοι ισχυρισμοί του ενάγοντα γίνονται δεκτοί εντούτοις οι ισχυρισμοί πλαστογραφίας και πάλι απορρίπτονται δίχως οποιαδήποτε επεξήγηση ή διευκρίνιση. Θεωρώ πραγματικά ότι αυτό είναι όχι απλώς ενδεικτικό αλλά σαφώς αποκαλυπτικό τόσο της κακοπιστίας όσο και της έλλειψης γνησιότητας στο αίτημα το οποίο η εναγόμενη 1 υποβάλει στο Δικαστήριο.
  29. Διευκρινίζω ότι η εξέταση του ενδέκατου και δωδέκατου λόγου ένστασης γίνεται υπό το πρίσμα της εξέτασης κατά πόσο η αίτηση της εναγομένης 1 είναι γνήσια και καλόπιστη. Με βάση τα δεδομένα της αίτησης όπως αυτά προκύπτουν από τη σχετική ανάλυση από το Δικαστήριο τόσο της μαρτυρίας όσο και των υπόλοιπων διαθέσιμων στοιχείων όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της αγωγής, σε συνδυασμό με τη παράλειψη της εναγομένης 1 να δικαιολογήσει τη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος της, αναδεικνύεται παραστατικά η έλλειψη γνησιότητας και καλοπιστίας της αιτήτριας.
  30. Πραγματικά με την όση μαρτυρία έχει παρουσιάσει προς υποστήριξη του αιτήματος της η εναγόμενη 1 έχει αποτύχει πλήρως να πείσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα της είναι γνήσιο και καλόπιστο έτσι ώστε να κριθεί ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς όφελος της με αποδοχή του αιτήματος της.
  31. Τονίζω και πάλι ότι σύμφωνα με τη νομολογία πέραν και από τη σχετικότητα του παράγοντα του χρόνου υποβολής αιτήματος τροποποίησης ο οποίος συνυπολογίζεται στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε περίπτωσης το Δικαστήριο εξετάζει την εξήγηση σε σχέση με αυτό το παράγοντα σε συσχετισμό και με τη γνησιότητα ή καλοπιστία του αιτήματος ενός διαδίκου.
  32. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω ως επίσης και την απουσία επαρκών στοιχείων από την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, κρίνω ότι τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος ένστασης ευσταθούν υπό την έννοια της διαπίστωσης ότι με βάση τα όσα στοιχεία η εναγόμενη 1 παρουσίασε προς υποστήριξη του αιτήματος της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας προς έγκριση του αιτήματος της. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  33. Συνεπώς, κρίνω ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση ενάγοντα και εις βάρος της αιτήτριας εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά από την εκδίκαση της αγωγής.
  34. Η αγωγή ορίζεται σε μία εβδομάδα, δηλαδή στις 14/ 12 / 2011 και ώρα 09:30, για οδηγίες έτσι ώστε το Δικαστήριο στο πρόγραμμα εργασίας του οποίου ανήκει πλέον η εκδίκαση αυτής της αγωγής να είναι σε θέση να προγραμματίσει την ακρόαση της. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά τη παράγραφο 2 αυτής της απόφασης. [2] Ότι δηλαδή δεν «.πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και της νομοθεσίας για έγκριση του αιτήματος». [3] Βλ. σχετικά τη παράγραφο 13 αυτής της απόφασης. [4] Βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.10 αυτής της απόφασης. [5] Βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.11 αυτής της απόφασης. [6] Βλ. σχετικά την υποπαράγραφο 6.11 αυτής της απόφασης. [7] Βλ. σχετικά τις παραγράφους 7 έως και 9 αυτής της απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.