← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΕΝΙΚΟΝ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ ν. INDEPENDENT TRADING COMPANY (ITC) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2087/07, 14.12.2011

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΕΝΙΚΟΝ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ ν. INDEPENDENT TRADING COMPANY (ITC) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2087/07, 14.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2087/07 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΓΕΝΙΚΟΝ ΕΜΠΟΡΙΟ ΛΤΔ Ενάγοντες και 1.INDEPENDENT TRADING COMPANY (I.T.C.) LTD 2.Τρύφωνας Αριστείδου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14.12.

  1. Για Ενάγοντες: κ. Μ. Βασιλειάδης. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Π. Μπενάκης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.3,940 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη με έδρα την Πάφο και ασχολείται με εμπόριο ξηρών καρπών και ζαχαροειδών προϊόντων. Οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ο εναγόμενος 2 είναι κάτοικος Λεμεσού και κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν πελάτες των εναγόντων. Οι εναγόμενοι κατά την περίοδο από 5.6.00 μέχρι 21.12.00, μετά από συμφωνία που έγινε στην Πάφο, αγόρασαν και παρέλαβαν εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.4,935.45 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και εκδόθηκαν τα υπ' αρ. 2620 και 3135 τιμολόγια τα οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι των, με την υπόσχεση να ξοφλήσουν σύντομα. Ήταν ρητός όρος επί των τιμολογίων ότι καθυστέρηση εξόφλησης του ποσού πέραν του ενός μηνός φέρει τόκο 9% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Ο λογαριασμός των εναγομένων πιστώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.995.45 σύμφωνα με τις πιστωτικές σημειώσεις αρ. 2663, 2680 και
  2. Ο λογαριασμός των εναγομένων κατά την 21.12.00 παρουσίαζε απλήρωτο υπόλοιπο εκ ποσού Λ.Κ.3,
  3. Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα αμελούν και/ή αρνούνται να εξοφλήσουν το χρέος τους παρά τις οχλήσεις των εναγόντων. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ο εναγόμενος 2 αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ότι οφείλει το αξιούμενο ποσό και υποστηρίζει ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε συμβληθεί μαζί τους, καμιά συμβατική σχέση ή υποχρέωση είχε έναντι αυτών και ουδέποτε διατηρούσε λογαριασμό μαζί τους. Ο ίδιος ήταν ένας εκ των διευθυντών των εναγομένων 1 και ενεργούσε πάντοτε υπό την εν λόγω ιδιότητα του, η οποία ήταν εν γνώση των εναγόντων. Ως εκ των άνω αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1 εκτός της Υπεράσπισης τους εγείρουν εναντίον των εναγόντων και Ανταπαίτηση. Συγκεκριμένα προς υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων καθώς και ότι οφείλουν σε αυτούς οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζονται δε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1, όπως αγοράζουν διάφορα εμπορεύματα και/ή προϊόντα των εναγόντων και όσα εμπορεύματα και/ή προϊόντα δεν θα πωλούντο ή δεν θα διατίθεντο, οι ενάγοντες θα είχαν την υποχρέωση να παραλαμβάνουν αυτά και να πιστώσουν τον λογαριασμό των εναγομένων 1, με την ανάλογη αξία των εν λόγω προϊόντων που θα επέστρεφαν. Η εν λόγω συμφωνία υπήρχε μόνο μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1 και ο εναγόμενος 2 ουδεμία συμβατική σχέση είχε με τους ενάγοντες. Στα πλαίσια αυτά οι εναγόμενοι 1 διατηρούσαν με τους ενάγοντες χρεωστικό λογαριασμό, ο οποίος χρεωνόταν και/ή πιστωνόταν ανάλογα με την αγορά ή την πληρωμή ή την επιστροφή προϊόντων. Οι εναγόμενοι 1 τόσο προφορικά όσο και γραπτά δι' επιστολής τους ημερομηνίας 28.12.00 και συστημένης επιστολής τους ημερομηνίας 14.3.01 κάλεσαν τους ενάγοντες να παραλάβουν διάφορα εμπορεύματα και/ή προϊόντα τους αξίας Λ.Κ.4,000 που δεν είχαν πωληθεί και/ή άλλως πως και να πιστώσουν τον λογαριασμό τους με την αξία των εν λόγω προϊόντων. Παρόλα αυτά οι ενάγοντες αρνήθηκαν να παραλάβουν τα προϊόντα με αποτέλεσμα αυτά να καταστραφούν και/ή αλλοιωθούν και/ή να μην είναι εμπορεύσιμα. Αυτό είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 1 να υποστούν ζημιές και/ή απώλειες ύψους Λ.Κ.4,000, ποσό το οποίο, πλέον νόμιμους τόκους, αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους εναντίον των εναγόντων. Στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και υποστηρίζουν ότι (α) καμία συμφωνία για να παραλαμβάνουν πίσω προϊόντα που δεν θα πωλούντο είχαν με τους εναγόμενους 1 (β) οι ενάγοντες παρέλαβαν πίσω από τους εναγόμενους κάποια προϊόντα, χωρίς καμία δέσμευση ή υποχρέωση εκ μέρους τους (γ) άνευ βλάβης των πιο πάνω τα προϊόντα δεν ήταν αναλώσιμα (ήταν μπάλες, παιγνίδια κλπ) ώστε να καταστραφούν και/ή αλλοιωθούν (δ) στα τιμολόγια υπήρχε ρήτρα για τόκο, η οποία θα διαγραφόταν αν υπήρχε άλλη συμφωνία και/ή η ισχυριζόμενη και (ε) αρνούνται τις ισχυριζόμενες επιστολές και το περιεχόμενο τους. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της Ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ τους. Για την απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων κατάθεσε επίσης ένας μάρτυρας. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 8 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Δεν θα παραθέσω στο σημείο αυτό περίληψη της μαρτυρίας, αλλά θα το κάνω εκεί όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Γεώργιος Χριστοφή, διευθυντής των εναγόντων. Η μαρτυρία του μάρτυρα μπορεί να χωρισθεί σε δύο, διαφορετικά ως προς τα γεγονότα, μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά την απαίτηση των εναγόντων ενώ το δεύτερο την ανταπαίτηση των εναγομένων. Όσον αφορά το πρώτο μέρος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη σχετική μαρτυρία του απαντούσε με υπεκφυγές, η μνήμη του παρουσιαζόταν επιλεκτική, κάποιες από τις θέσεις του ήταν αντιφατικές και μη σταθερές ενώ άλλες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική και στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 που είναι εταιρεία και ο εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν πελάτες των εναγόντων. Οι εναγόμενοι μετά από συμφωνία στην Πάφο αγόραζαν και παραλάμβαναν από τους ενάγοντες εμπορεύματα. Κατά την περίοδο από 5.6.00 μέχρι 21.12.00 οι εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν εμπορεύματα αξίας €8,432.72 (Λ.Κ.4,935.45) συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και εκδόθηκαν τα υπ' αριθμό 2620 και 3135 τιμολόγια τα οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι τους, με την υπόσχεση να εξοφλήσουν σύντομα. Ήταν ρητός όρος επί των τιμολογίων ότι καθυστέρηση εξόφλησης του ποσού πέραν του ενός μηνός φέρει τόκο 9% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Ο λογαριασμός των εναγομένων πιστώθηκε με το ποσό των €1,700.83 (Λ.Κ.995.45) σύμφωνα με τις πιστωτικές σημειώσεις με αρ. 2663, 2680 και 3136 και κατά την 21.12.00 παρουσίαζε απλήρωτο υπόλοιπο €6,731.89 (Λ.Κ.3,940). Το εν λόγω ποσό μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτο. Πέραν των πιο πάνω προς υποστήριξη της θέσης των εναγόντων ότι και οι δύο εναγόμενοι είναι οφειλέτες του αξιούμενου ποσού, στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Ε.1 κατέθεσε αντίγραφο του τιμολογίου 2620 ημερ. 5.6.00 (τεκμήριο 2) και ανέφερε ότι αυτό εκδόθηκε στο όνομα και των δύο εναγομένων και υπογράφθηκε και αναγνωρίσθηκε με την υπογραφή του εναγόμενου
  4. Εδώ να σημειωθεί ότι στο εν λόγω τεκμήριο στο πάνω μέρος στη θέση «Όνομα» αναγράφεται στον χώρο που υπάρχει για το σκοπό αυτό «ITC LTD» και ακριβώς κάτω από αυτό «Τρύφωνας Αριστείδου». Υπάρχει δε υπογραφή στη θέση «Ο Υπεύθυνος» που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 ανήκει στον ίδιο και στη θέση «Πελάτης ή Παραλήπτης» που σύμφωνα και πάλι με το Μ.Ε.1 ανήκει στον εναγόμενο
  5. Σύμφωνα δε πάντα με τον Μ.Ε.1 το τιμολόγιο υπογράφθηκε στην αποθήκη του εναγόμενου 2 όπου παρέλαβε τα εμπορεύματα από τον μάρτυρα. Όσον δε αφορά το πρωτότυπο του τιμολογίου 2620 ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται στον πελάτη δηλ. στους εναγόμενους. Το τεκμήριο 2 που είναι αντίγραφο το έβγαλε από το διπλότυπο του τιμολογίου που μένει στο μπλοκ τιμολογίων. Ανέφερε δε ότι ο ίδιος τότε έβγαλε αντίγραφο και το κρατούσε για να έχει τι του χρωστάνε. Κατά τη μαρτυρία του όμως δεν παρουσίασε το διπλότυπο γιατί ως ανέφερε διατηρούν τα μπλοκ στο λογιστή τους μέχρι 7 χρόνια και αυτή η υπόθεση αφορά τιμολόγιο του
  6. Εδώ να σημειωθεί ότι στη συνέχεια είπε ότι αυτό χάθηκε ενώ αμέσως μετά είπε ότι τα καταστρέφουν. Περαιτέρω στην αντεξέταση του δεν δέχθηκε ότι το τεκμήριο 2 έχει αλλοιωθεί και ότι σε αυτό τοποθέτησε το όνομα του εναγόμενου
  7. Είπε αρχικά ότι δεν θυμάται πότε φωτοτύπησε το τεκμήριο
  8. Μπορεί να το παρέδωσε στο λογιστή τον Ιούνιο ή Ιούλιο του
  9. Σε ερώτηση αν από τότε δεν ξαναείδε το μπλοκ είπε ότι δεν μπορεί να το πει αυτό γιατί αν ήταν η περίπτωση, η οποία έκδωσε πήγε και έβγαλε αντίγραφο για να δώσει την υπόθεση στο δικηγόρο του τότε σίγουρα το ξαναείδε. Σε ερώτηση όμως πότε πήγε στο δικηγόρο και έδωσε οδηγίες για να κινήσει την αγωγή είπε ουσιαστικά γενικά και αποφεύγοντας να απαντήσει συγκεκριμένα ότι όταν δεν πληρώσει κάποιος αρχίζουν να επικοινωνούν μαζί του και όταν δεν βρουν ανταπόκριση μετά από λίγους μήνες τότε αποτείνονταν στο δικηγόρο τους. Σε σχέση όμως με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα Αγωγή δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο στις 31.5.
  10. Στη συνέχεια δε όμως είπε ότι δεν θυμάται αν το τεκμήριο 2 το φωτοτύπησε πριν δώσει τα τιμολόγια στο λογιστή. Σε ερώτηση αν φωτοτυπεί όλα τα τιμολόγια ή μόνο εκείνων που δεν τον πληρώνουν είπε ότι εκείνοι που δεν πληρώνουν σίγουρα έχει και τις αμφιβολίες του, τα φωτοτυπεί να τα έχει κοντά του. Στην πολύ λογική όμως ερώτηση αν δεν φύλαξε τα μπλοκ αφού ήξερε ότι δεν θα τον πλήρωνε και είχε τις αμφιβολίες του και είπε στο λογιστή να τα πετάξει απάντησε μη πειστικά ότι δεν μπαίνει στη δουλειά του λογιστή και να του πει πως θα κάνει τη δουλειά του. Στην επίσης εύλογη ερώτηση αν ο δικηγόρος του δεν του είπε ότι θέλει τα διπλότυπα και να πει του λογιστή να μην τα πετάξει υπεκφεύγοντας είπε ότι από το 2000 είναι 11 χρόνια και δεν είναι το σύστημα τώρα που περνιούνται στα κομπιούτερ και διατηρείς όλα τα χαρτιά σου. Περαιτέρω όταν ρωτήθηκε αν όταν καταχωρήθηκε η αγωγή ενδιαφέρθηκε να μάθει αν υπήρχαν τα διπλότυπα υπεκφεύγοντας πάλι είπε ότι από το 2000-2007 έχει 7 χρόνια. Όταν του τέθηκε ότι από την ημερομηνία που φέρει το τεκμήριο 2 δηλ. 5.6.00 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής δηλ. στις 31.5.07 δεν έκλεισαν 7 χρόνια για να καταστραφεί το διπλότυπο και προηγήθηκε και η επίσκεψη του στο δικηγόρο του και ενώ ως ο ίδιος είπε έβγαλε αντίγραφο του εν λόγω τιμολογίου επειδή δεν το πληρώθηκε και είχε τις αμφιβολίες του, κάτι που προφανώς έκανε για να μπορεί να το εισπράξει, απάντησε μη πειστικά και για να δικαιολογηθεί γιατί δεν προσκόμισε το διπλότυπο ότι το μυαλό τους είναι στις πωλήσεις και τις εισπράξεις και δεν είναι δικηγόροι. Όσον αφορά τη θέση ότι και οι δύο εναγόμενοι ήταν πελάτες των εναγόντων, ουσιαστικά για τα ίδια εμπορεύματα που τους πουλούσαν, στην αντεξέταση του είπε ότι έδωσαν εμπορεύματα κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο 2, ότι στο τιμολόγιο δεν θα είναι μόνο η εταιρεία του αλλά και προσωπικά το όνομα του και η υπογραφή του και δεσμεύτηκε. Διαφορετικά, είπε, δεν θα έδιναν τα εμπορεύματα. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του όταν ρωτήθηκε να πει ποιος ήταν πελάτης τους ή αν ήταν και οι δύο εναγόμενοι, και ενώ ως προαναφέρθηκε στην κυρίως εξέταση του η θέση του ήταν ότι και οι δύο εναγόμενοι ήταν πελάτες τους, κατά πλήρη αντίφαση είπε ότι ο πελάτης του ο βασικός ήταν ο εναγόμενος 2 και όχι η εταιρεία του και για αυτό πριν του δώσουν εμπορεύματα έπρεπε στο τιμολόγιο να είναι το όνομα της εταιρείας του και το δικό του για να είναι δεσμευμένος. Όμως εάν έτσι είχαν τα πράγματα γιατί δεν ζήτησε το εν λόγω τιμολόγιο να εκδοθεί μόνο στο όνομα του εναγόμενου
  11. Σε υποβολή δε ότι πελάτης τους ήταν οι εναγόμενοι 1 είπε και πάλι ότι για να δώσει εμπορεύματα ήταν το προσωπικό όνομα του εναγόμενου
  12. Σε ερώτηση δε σε ποιον έβγαινε η απόδειξη όταν πληρώνονταν είπε υπεκφεύγοντας και πάλι ότι βασικό για τον ίδιο ήταν το πρώτο τιμολόγιο που πήρε το 95% των εμπορευμάτων και η δέσμευση του εναγόμενου 2 ότι αναλάμβανε εκείνος προσωπικά για όλα. Και ενώ άλλα πράγματα τα θυμόταν αρκετά καλά δεν θυμόταν αν πληρώθηκε με επιταγές των εναγομένων
  13. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του σε υποβολή ότι ο εναγόμενος 2 δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα είπε σε αντίθεση με πιο πάνω ότι για τον ίδιο πελάτης και γνώστης παραλαβής εμπορευμάτων έπρεπε να ήταν και τα δύο μέρη δηλ. και οι δύο εναγόμενοι. Για το ίδιο θέμα ενώ αναφέρθηκε σε πιστωτικές σημειώσεις με αρ. 2663, 2680 και 3136, εντούτοις δεν τις παρουσίασε στην κυρίως εξέταση του. Όταν του ζητήθηκε στην αντεξέταση του να τις παρουσιάσει παρουσίασε αυτή με αρ. 3136, την οποία ως ανέφερε φωτοτύπησε με τον ίδιο τρόπο (τεκμήριο 3). Όταν δε ρωτήθηκε για άλλη πιστωτική σημείωση είπε ότι το επόμενο είναι τιμολόγιο με αρ. 3135 (τεκμήριο 4). Δεν θυμόταν δε αν οι φωτοτυπίες των τεκμηρίων 3 και 4 έγιναν την ίδια μέρα με το τεκμήριο
  14. Εδώ ως προς το αξιόπιστο της θέσης του τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί φρόντισε να φωτοτυπήσει το τεκμήριο 3 εφόσον αυτό δεν αφορούσε οφειλόμενα ποσά αλλά ήταν πιστωτική σημείωση. Περαιτέρω ενώ, ως έχει προαναφερθεί, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα με αρ. 2663 και 2680 είναι πιστωτικές σημειώσεις όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του σχετικά υποστήριξε πλέον ότι αυτά είναι τιμολόγια τα οποία (αναφερόμενος στο τρίτο πρόσωπο) αγόρασε τοις μετρητοίς και ό,τι είναι τοις μετρητοίς βγαίνει τιμολόγιο και τελειώνει. Όταν ρωτήθηκε αν τα έχει είπε ότι τοις μετρητοίς δεν κρατούν μερίδα και ότι είναι τιμολόγια που ως είπε (αναφερόμενος και πάλι στο τρίτο πρόσωπο) πήγε στην Πάφο τα πήρε και τα πλήρωσε. Όταν ρωτήθηκε πότε εκδόθηκε το 2663 και πως το θυμάται αφού δεν έχει τιμολόγιο είπε ότι το βλέπει από το «statement» (τεκμήριο 5) και ότι το ίδιο ισχύει και για το
  15. Εδώ όμως να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο 5 τα με αρ. 2663 και 2680 περιγράφονται ως «CASH RECEIPTS FROM DEBT» και με αυτά γίνεται πίστωση του λογαριασμού. Από την άλλη το 3136 το οποίο ο Μ.Ε.1 επίσης χαρακτήρισε ως πιστωτική σημείωση, στο τεκμήριο 5 περιγράφεται ως «CR/N» και πάνω σε αυτό αναγράφεται «CREDIT NOTE». Περαιτέρω σε σχέση με το αξιόπιστο της θέσης του Μ.Ε.1 τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί εφόσον τα εν λόγω έγγραφα είναι τιμολόγια που προφανώς αφορούσαν διαφορετικά εμπορεύματα, σύμφωνα με την κατάσταση τεκμήριο 5, η αξία τους αφαιρείται από το ποσό του τιμολογίου με αρ.
  16. Όταν σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του και πάλι σε σχέση ουσιαστικά με το τεκμήριο 2 του τέθηκε ότι στα τεκμήρια 3, 4 και 5 στο πάνω μέρος αναγράφεται στη θέση «Όνομα» μόνο «ITC LTD» δηλ. το όνομα των εναγομένων και όχι του εναγόμενου 2 έδωσε τη μη πειστική δικαιολογία ότι για δικούς τους σκοπούς στο κομπιούτερ βάζουν τα ονόματα, την εμπορική επωνυμία του πελάτη και ότι μπορεί να ονομάζεται «Α» ονομασία και να την γράφουν αυτή για να το βρίσκούν πιο εύκολα και έτσι καταχωρήθηκε το όνομα των εναγομένων 1 για να καταλαβαίνουν. Εδώ να σημειωθεί ότι και στο τεκμήριο 5 που δεν αρνήθηκε ότι το ετοίμασε ο ίδιος και είναι η κατάσταση λογαριασμού και πάλι αναγράφεται μόνο το όνομα των εναγομένων
  17. Είναι δε προφανές ότι για να πείσει για τη θέση του ότι και οι δύο εναγόμενοι ήταν πελάτες τους, προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός της αναγραφής του ονόματος μόνο των εναγομένων 1 εφόσον παρά το ότι στην κυρίως εξέταση του έκανε σχετική αναφορά στα τεκμήρια 3, 4 και 5 δεν τα κατέθεσε παρά μόνον όταν του ζητήθηκε στην αντεξέταση του. Περαιτέρω θα ήταν λογικό, από τη στιγμή που ήταν η θέση του ότι έδωσαν εμπορεύματα κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο 2 ότι στο τιμολόγιο δεν θα είναι μόνο η εταιρεία του αλλά και προσωπικά το όνομα του, στα αρχεία των εναγόντων και στα άλλα τιμολόγια ή πιστωτικές σημειώσεις που έκδιδαν να υπάρχει γραμμένο το όνομα του εναγόμενου 2 ή και των δύο και όχι μόνο της εταιρείας του δηλ. αυτό να γίνει όχι μόνο στο τεκμήριο
  18. Αντίθετα με τα πιο πάνω η μαρτυρία του όσον αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων ήταν λογική, σταθερή και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν συμφωνία με τους εναγόμενους 1 για να παραλαμβάνουν πίσω προϊόντα που δεν θα πωλούντο. Παραδέχθηκε μεν ότι οι ενάγοντες παρέλαβαν πίσω από τους εναγομένους κάποια προϊόντα, χωρίς όμως καμιά δέσμευση ή υποχρέωση εκ μέρους των. Ουδέποτε δε οι ενάγοντες κλήθηκαν να παραλάβουν εμπορεύματα και προϊόντα τους που δεν είχαν πωληθεί. Όσον αφορά το ότι είχαν παραλάβει κάποια προϊόντα πίσω στην αντεξέταση του είπε ότι παρά το ότι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση όταν τον πήρε τηλέφωνο από το γραφείο και του είπαν ότι ο εναγόμενος 2 έφερε μερικά πράγματα, λίγα τα οποία δεν τα πούλησε και να του δώσουν άλλα εμπορεύματα τότε για εμπορικούς σκοπούς και για μια μελλοντική καλή συνεργασία έδωσε εντολή να τα δεχτούν και να του δώσουν άλλα. Ως εκ των άνω το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 αναφορικά με το αντικείμενο της ανταπαίτησης γίνεται δεκτό ενώ όσον αφορά το πρώτο μέρος κρίνω ότι αυτός δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η σχετική μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another

(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο εναγόμενος 2 και διευθυντής των εναγομένων 1 Τρύφωνας Αριστείδου. Όπως και του Μ.Ε.1 έτσι και του Μ.Υ.1 η μαρτυρία μπορεί να χωρισθεί στα ίδια δύο προαναφερόμενα μέρη. Όσον αφορά το πρώτο μέρος και το κατά πόσο ο Μ.Υ.1 ήταν και ο ίδιος συμβαλλόμενο μέρος με τους ενάγοντες και η σχετική θέση του με το τεκμήριο 2 θα πρέπει να λεχθεί ότι εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία του στο σύνολο της αυτή χαρακτηριζόταν από λογική, σταθερότητα, βρίσκει έρεισμα σε κάποια από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και δεν κλονίσθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το πρώτο μέρος στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος ουδεμία συμφωνία είχε συνάψει προσωπικά με τους ενάγοντες αλλά ήταν οι εναγόμενοι 1 που συνήψαν τη συμφωνία και όλες οι πληρωμές γίνονταν από αυτούς, οι οποίοι διατηρούσαν επιχείρηση πώλησης ειδών περιπτέρου και ασχολούνταν γενικά με το εμπόριο. Πάντοτε τα τιμολόγια που εκδίδονταν από τους ενάγοντες ήταν επ' ονόματι των εναγομένων 1 και με την παράδοση των εμπορευμάτων ή προϊόντων οι πληρωμές πάντοτε γίνονταν με επιταγές αυτών και όχι με μετρητά και εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις στο όνομα τους. Ουδέποτε εκδόθηκε τιμολόγιο ή απόδειξη επ' ονόματι του και ουδέποτε αυτός προσωπικά αγόρασε προϊόντα επ' ονόματι του ή πλήρωσε προσωπικά. Ήταν εν γνώση των εναγόντων ότι η συνεργασία αφορούσε την εναγόμενη 1 γι' αυτό και αναγραφόταν το όνομα της στα σχετικά έγγραφα των εναγομένων. Στην αντεξέταση του ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι τεκμήριο 2 το είδε για πρώτη φορά όταν του το έδειξε ο δικηγόρος του μετά που στάληκε στον τελευταίο από το συνήγορο των εναγόντων. Η υπογραφή εκεί στη θέση «Πελάτης ή Παραλήπτης» δεν είναι δική του και ως είπε το τιμολόγιο είναι αλλοιωμένο και ούτε τα προϊόντα που αναφέρονται σε αυτό τα παρέλαβαν. Ανέφερε επίσης ότι ούτε το όνομα του υπήρχε σε αυτό κάτω από το όνομα της εταιρείας και ότι ως χαρακτηριστικά ανέφερε είναι μια κακή πλαστογράφηση. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε δει το πρωτότυπο του τεκμηρίου
  2. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι δεν έκανε καταγγελία στην Αστυνομία για πλαστογραφία από μόνο του δεν διαψεύδει τη θέση του ούτε την καθιστά αναξιόπιστη. Εξήγησε δε ότι ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε το όνομα του κάτω από το όνομα της εταιρείας γιατί σε κανένα τιμολόγιο της εταιρείας δεν υπήρχε το όνομα του. Αυτό γιατί στην περίπτωση που ήταν και αυτός προσωπικά οι εναγόμενοι 1 δεν θα δικαιούντο επιστροφή του ΦΠΑ εφόσον το ΦΠΑ δεν δέχεται μαζί εταιρεία και φυσικό πρόσωπο. Για αυτό όλα τα τιμολόγια της εταιρείας είχαν μόνο το όνομα της εταιρείας-εναγόμενων
  3. Ο ίδιος ήταν απλά διευθυντής της εταιρείας. Η πιο πάνω θέση του Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι είναι λογική και περαιτέρω το ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα των εναγομένων 1 προκύπτει και από τα ίδια τα τεκμήρια 3, 4 και 5 που, ως έχει προαναφερθεί, κατατέθηκαν από τον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του και αναγράφουν μόνο το όνομα των εναγομένων
  4. Όσον αφορά το κατά πόσο οι εναγόμενοι μπορούσαν να είχαν το πρωτότυπο του τεκμηρίου 2 ήταν η θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν το είχε εφόσον, ως είπε και ο Μ.Ε.1 για τους ενάγοντες και λογικά ισχύουν και για τους εναγόμενους 1, τα τιμολόγια τα έδωσε στο λογιστή του. Εξήγησε δε ότι ο λογιστή του μετά πάροδο 7 ετών από την έκδοση τους, που είναι ο χρόνος που τους υποχρεώνει ο ΦΠΑ να τα κρατούν από την έκδοση τους, τα πετούσε. Όσον αφορά το κατά πόσο του είχε επιδοθεί η αγωγή πριν την πάροδο 7 χρόνων και μπορούσε ακόμη τότε να βρει το εν λόγω τιμολόγιο πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του επίσης φαίνεται λογική εφόσον ως του υποβλήθηκε η αγωγή του επιδόθηκε στις 3.7.07 δηλ. πέραν των 7 ετών από την ημερομηνία του τεκμηρίου 2 που είναι η 5.6.
  5. Αντίθετα με τα πιο πάνω όσον αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του σχετικά δηλ. με την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Όσον αφορά αυτό το μέρος της μαρτυρίας του οι θέσεις του δεν ήταν σταθερές, χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και αοριστία ενώ κάποιες από αυτές δεν ήταν ούτε πειστικές. Περαιτέρω κάποιες από αυτές φαίνεται ότι επρόκειτο για εκ των υστέρων σκέψεις του ή εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να αξιολογηθούν εφόσον δεν τέθηκαν στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των εναγομένων 1 και των εναγόντων όπως τα εμπορεύματα ή προϊόντα τους, που δεν θα πωλούντο θα τα παραλάμβαναν οι ενάγοντες και θα αντικαθιστούσαν αυτά με άλλα ή θα επιστρέφετο το ανάλογο ποσό στους εναγόμενους
  6. Επανειλημμένα οι εναγόμενοι 1 τόσο προφορικά όσο και γραπτά με επιστολές της ημερομηνίας 28.12.00 και 14.3.01 (τεκμήρια 7 και 8) ζήτησαν από τους ενάγοντες την παραλαβή των εμπορευμάτων και προϊόντων τους, πλην όμως αυτοί ουδέποτε ανταποκρίθηκαν, ούτε απάντησαν στις εν λόγω επιστολές. Η αξία των εν λόγω εμπορευμάτων και προϊόντων ήταν Λ.Κ.4,000 ή €6.834,40 τα οποία καταστράφηκαν και οι εναγόμενοι 1 υπέστησαν την εν λόγω ζημιά από την μη παραλαβή τους από τους ενάγοντες. Σύμφωνα πάντα με τον Μ.Υ.1 το τεκμήριο 7 στάληκε με φαξ ενώ το τεκμήριο 8 στάληκε συστημένη από το δικηγόρο των εναγομένων
  7. Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 είπε σχετικά ότι η εν λόγω συμφωνία για επιστροφή προϊόντων ήταν προφορική. Στην προσπάθεια του δε να πείσει ότι υπήρχε όμως τέτοια συμφωνία είπε περαιτέρω ότι συνήθως όταν αγοράζεις εμπορεύματα με ημερομηνία λήξης αυτό είναι αυτονόητο. Αυτό όμως δεν τέθηκε στον Μ.Ε.1 για να τοποθετηθεί. Είπε επίσης ο Μ.Υ.1 ότι στην αρχή της συνεργασίας τους ο Μ.Ε.1 τηρούσε τη συμφωνία και δεχόταν επιστροφές. Με βάση την εν λόγω συμφωνία του επέστρεψε εμπορεύματα. Δεν θυμόταν όμως πως. Μπορεί την επιστροφή να την έκανε ο ίδιος ή υπάλληλος του ή να πήγαινε ο Μ.Ε.1 στη Λεμεσό. Δεν είχαν χρονικό όριο συμφωνημένο για τις επιστροφές. Τα πιο πάνω όμως επίσης δεν τέθηκαν στον Μ.Ε.
  8. Μάλιστα προς επίρρωση της θέσης του ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι το τεκμήριο 3 δείχνει ότι έχει επιστρέψει εμπορεύματα στους ενάγοντες. Όταν όμως ρωτήθηκε αν δέχεται το τεκμήριο 3 είπε ότι δεν δέχεται την πράξη που αναφέρει το τεκμήριο αυτό. Όσον αφορά τα εμπορεύματα που ζήτησε να επιστραφούν είπε ότι σε μια φάση της συνεργασίας τους ο Μ.Ε.1 εξαφανίσθηκε. Μετά είπε ότι ο Μ.Ε.1 εξαφανίστηκε στα μέσα του 2000 ενώ πριν είπε ότι η συνεργασία τους ήταν περίπου ως το τέλος του
  9. Συνέχισε ότι αυτοί είχαν στην κατοχή τους εμπορεύματα και ορισμένους λαχνούς που κέρδιζαν ορισμένα δώρα τα οποία ο Μ.Ε.1 έπρεπε να τους φέρνει. Μετά από επανειλημμένα τηλεφωνήματα και δύο επιστολές ούτε εμφανίσθηκε ούτε τους απαντούσε με αποτέλεσμα τα εμπορεύματα να λήξουν ή να καταστραφούν. Την αξία αυτών των εμπορευμάτων είναι, που ως ανέφερε, ζητούν στην ανταπαίτηση τους. Σε ερώτηση όμως να πει συγκεκριμένα ποια εμπορεύματα καταστράφηκαν είπε ότι υπήρχαν ορισμένα σακούλια με ζαχαροειδή και μπάλες πλαστικές, κόλλησαν και αλλοιώθηκαν. Ούτε και αυτό όμως τέθηκε στο Μ.Ε.
  10. Πέραν όμως από αυτό ο Μ.Υ.1 πάλι δεν θυμόταν ακριβώς τι υπήρχε. Δεν εξήγησε όμως πως ενώ από τη μια δεν θυμόταν τα εν λόγω προϊόντα και εφόσον δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, από την άλλη αξιώνει συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.4,
  11. Σε ερώτηση δε γιατί δεν αναφέρει στην υπεράσπιση τι αφορούν οι Λ.Κ.4,000 είπε γενικά και αόριστα ότι είναι εμπορεύματα. Ανέφερε επίσης σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ότι τα προϊόντα που αγόραζε είχε φορές (δηλ. περισσότερες από μια) που ήλθε ο ίδιος στην Πάφο και τα έπαιρνε και φορές που πήγε ο Μ.Ε.1 στη Λεμεσό ή και φορές που ο εναγόμενος 2 έστελλε υπαλλήλους του ή παραλάμβαναν υπάλληλοι του. Είπε επίσης ότι η συνεργασία τους με τους ενάγοντες κράτησε περίπου δύο χρόνια. Στις επιστολές τεκμήρια 7 και 8 έβαλε τη διεύθυνση που ήξερε. Δεν ήξερε όμως να βρει το σπίτι του Μ.Ε.1 και δεν δοκίμασε να το βρει. Σε άλλο όμως σημείο σε σχέση με τη θέση του ότι δεν εντόπιζε τον Μ.Ε.1 για το θέμα της επιστροφής των εμπορευμάτων είπε ότι δεν θυμόταν που ήταν το κατάστημα του Μ.Ε.1 και ότι μια μόνο φορά πήγε εκεί και δεν θυμόταν που ήταν και διερωτήθηκε πως θα τον έβρισκε. Είπε επίσης ότι ο Μ.Ε.1 χάθηκε και του έστειλε φαξ, του τηλεφώνησε 20 φορές και του έστειλε συστημένη επιστολή και δεν απάντησε. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι στις επιστολές τεκμήρια 7 και 8 το φαξ που αναγράφεται ότι ανήκει στους ενάγοντες έχει διαφορετικό αριθμό από αυτό που είναι γραμμένος στα τιμολόγια των εναγόντων. Πέραν τούτου ο Μ.Υ.1 προφανώς για να πείσει γιατί ενώ όλα τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που είχε η εταιρεία του με τους ενάγοντες καταστράφηκαν οι επιστολές τεκμήρια 7 και 8 υπήρχαν, ανέφερε ότι αυτές τις έστειλε ο δικηγόρος τους. Η θέση του όμως αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον αν τις έστελλε ο δικηγόρος του αυτό προφανώς θα γινόταν σε επιστολόγραφο του δικηγόρου και όχι των εναγομένων
  12. Ως εκ των άνω το πρώτο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 γίνεται δεκτό ενώ όσον αφορά το δεύτερο μέρος κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια και συναφώς η σχετική με αυτό μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι τόσο οι ενάγοντες όσον και οι εναγόμενοι 1 απέτυχαν να αποδείξουν ο καθένας την απαίτηση του. Ως εκ των άνω η απαίτηση των εναγόντων απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 επίσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.