← Κύπρος

GRAHAM ROBERT BALL ν. ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΜΟΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 191/10, 15.12.2011

GRAHAM ROBERT BALL ν. ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΜΟΝΑΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 191/10, 15.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 191/10 Μεταξύ: GRAHAM ROBERT BALL, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα και

  1. ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΜΟΝΑΡΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ
  2. ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΕΜΟΝΑΡΗ, ΑΠΌ ΤΗ ΠΑΦΟ
  3. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Π. ΣΤΡΟΥΜΠΙΟΥ, Π. ΣΤΡΟΥΜΠΙ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΦΟ
  4. CYTREE ESTATES LTD, ΑΠΌ ΤΗΝ ΠΑΦΟ
  5. ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΜΑΤΑΡΗΣ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 4.5.2010 για προσωρινό διάταγμα --------------------- Ημερομηνία: 15.12.2011 Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Γ. Σεργίδου για ν΄ ακούσει απόφαση κα Μ. Πατσαλίδου Για τους Εναγόμενους 1 και 4-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ε. Κορακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση όπως περιορίστηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων από την κα Σεργίδου ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον του εναγομένου 1 για τη μη αποξένωση εννέα συνολικά ακινήτων. Η αίτηση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του ενάγοντα την οποία θα προσπαθήσω να συνοψίσω. Αρχικά ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε αίτηση που καταχώρησε σε προγενέστερο στάδιο αιτούμενος τις ίδιες θεραπείες, εξασφαλίζοντας απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 και
  6. Λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που συνόδευε εκείνη την αίτηση προηγήθηκε χρονικά της καταχώρησης της αγωγής η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε με επιφύλαξη του δικαιώματος του να καταχωρήσει νέα αίτηση. Ο αιτητής αναφέρει ότι είναι Βρετανός υπήκοος με μόνιμη διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1988 αγόρασε ακίνητο στο χωριό Τάλα στην επαρχία Πάφου έναντι του ποσού των Λ.Κ.15.000 όπου ανήγειρε κατοικία για τις διακοπές του (στο εξής καλούμενη η επίδικη κατοικία). Η ανέγερση της κόστισε ποσό Λ.Κ.127.000 ενώ το κόστος συμπλήρωσης της ανήλθε σε Λ.Κ.200.000 περίπου. Η αξία της σήμερα είναι πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 7.9.2009 (Τεκ. 5). Γνωρίστηκε με τους εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι είναι ζευγάρι το έτος 1988 και συνδέθηκαν οικογενειακά. Με τον εναγόμενο 1 κατά καιρούς είχαν διάφορες επαγγελματικές σχέσεις. Το έτος 1995 αποφάσισε με τον εναγόμενο 1 να ξεκινήσουν μια επαγγελματική συνεργασία όπου ο τελευταίος θα συμμετείχε στις εργασίες της εταιρείας του αιτητή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος 1 θα του εξασφάλιζε υπό μορφή δανείου το ποσό των στερλινών 100.000 το οποίο θα εμβάζετο στην εταιρεία του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ίδιος δε ανέλαβε να επιστρέψει στον εναγόμενο 1 το ποσό των στερλινών 130.000 λιρών σε ένα χρόνο ήτοι πριν ή κατά το τέλος Οκτωβρίου του ΄96 δηλαδή θα πλήρωνε ποσό τόκων ανερχόμενων σε 30.000 στερλίνες επί του αρχικού κεφαλαίου. Ήταν περαιτέρω ρητός όρος της συμφωνίας δανείου ότι η αποπληρωμή του δανείου θα εξασφαλιζόταν με την εγγραφή επιβάρυνσης επί της κατοικίας του στην Τάλα προς όφελος του εναγομένου
  7. Κατά το χρόνο εκείνο είχε επίσης συνεννοηθεί με τον εναγόμενο 1 ο οποίος ενεργούσε και ως κτηματομεσίτης ότι σε περίπτωση που θα παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία για την πώληση της οικίας του να τον ενημέρωνε σχετικά για να αποφασίσει κατά πόσο θα προχωρούσε σε πώληση της ή όχι. Κατά τον ίδιο περίπου χρόνο στις 30.11.1995 ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε ένα έγγραφο αναφέροντας του ότι επρόκειτο για εγγύηση για την εξασφάλιση των χρημάτων που του είχε δανείσει την οποία δεν επρόκειτο να χρησιμοποιήσει χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του και του ζήτησε να το υπογράψει. Τελικά επρόκειτο περί πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκ. 7) το οποίο ουδέποτε υπογράφηκε στην παρουσία πιστοποιούντα υπαλλήλου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας του πληροφορήθηκε ότι ο πιστοποιών υπάλληλος που αναφέρεται στο εν λόγω πληρεξούσιο απεβίωσε. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ρητά ότι ουδέποτε έδωσε ή είχε πρόθεση να δώσει το δικαίωμα στον εναγόμενο 1 να πράττει ως το πληρεξούσιο έγγραφο. Περί το τέλος Οκτωβρίου του ΄96 επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 για να του επιστρέψει μέρος του ποσού του δανείου όμως ο τελευταίος του πρότεινε αντί της επιστροφής του ποσού αυτού να του παραχωρήσει το δικαίωμα να ενοικιάζει την κατοικία του στην Τάλα και να εισπράττει ενοίκια μέχρι εξοφλήσεως, πρόταση την οποία ο ίδιος αποδέχτηκε. Ακολούθως στις 20.12.1996 ο εναγόμενος 1 του παρουσίασε ένα έγγραφο διατυπωμένο στην ελληνική γλώσσα το οποίο του ανέφερε ότι έδιδε στον ίδιο δικαίωμα να ενοικιάζει την κατοικία του και να εισπράττει τα ενοίκια το οποίο ο ενάγοντας υπέγραψε. Το έγγραφο αυτό είναι πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 20.12.1996 (Τεκ. 8). Την υπογραφή του φαίνεται να πιστοποίησε ο εναγόμενος 6 ο οποίος του είναι άγνωστος. Με το τεκμήριο 7 δίδετο στον εναγόμενο 1 απόλυτο δικαίωμα πώλησης της κατοικίας του ενάγοντα ενώ με το τεκμήριο 8 δίδετο απόλυτο δικαίωμα υποθήκευσης της κατοικίας του. Ο ίδιος έδωσε γραπτές οδηγίες στον τότε δικηγόρο του εναγόμενο 5 να ανακαλέσει γραπτώς κάθε πληρεξούσιο που είχε δώσει στον καθ΄ ου η αίτηση (Τεκ. 10 κατατέθηκε η επιστολή ανάκλησης). Πέραν τούτου απέστειλε και επιστολή ημερομηνίας 29.9.1997 (Τεκ. 11) με την οποία αναφερόταν στην πιθανότητα πώλησης της κατοικίας για ποσό όχι λιγότερο των £200.000 και σε αυτή την περίπτωση το ποσό της πώλησης θα συμψηφιζόταν με το ποσό του δανείου. Στις 12.8.1997 απέστειλε επιστολή προς τον εναγόμενο1 (Τεκ. 12) με την οποία τον ενημέρωνε για τις ενέργειες που έκανε για αποπληρωμή του δανείου πληροφορώντας τον ότι το υπόλοιπο του δανείου ήταν Λ.Κ.120.000 συμπεριλαμβανομένων τόκων. Ουδέποτε υλοποιήθηκε η πώληση της κατοικίας σε οποιοδήποτε πρόσωπο και για πάρα πολλά χρόνια ο καθ΄ ου η αίτηση 1 εκμεταλλευόταν την κατοικία ενοικιάζοντας την σε τρίτα πρόσωπα και εισέπραττε ενοίκια. Περί το 2003 κατά τη διάρκεια επίσκεψης του ενάγοντα στην Κύπρο όπου ο ίδιος με την οικογένεια του διέμενε σε ξενοδοχείο πληροφορήθηκε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 διέμενε με την οικογένεια του στην κατοικία του για περίπου τρία χρόνια χωρίς τη συγκατάθεση του και χωρίς να τον ενημερώσει. Προς τούτο απέστειλε επιστολή στην οποία απάντησε η εναγόμενη 2 (Τεκ. 14 οι δύο επιστολές). Για μερικά χρόνια δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο λόγω του θανάτου της θυγατέρας του. Από μαρτυρίες όμως που συνέλεξε διαπίστωσε ότι όλα τα χρόνια που απουσίαζε ο καθ΄ ου η αίτηση 1 εκμεταλλευόταν την κατοικία του και εισέπραξε ως ενοίκια ποσό περίπου €200.
  8. Ακολούθως τον Ιανουάριο του 2009 ο ενάγοντας ήρθε στην Κύπρο, συναντήθηκε με τον εναγόμενο 1 ο οποίος τον πληροφόρησε ότι κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα προέκυψαν έξοδα για τη συντήρηση της κατοικίας και του κήπου και πως θα έπρεπε να του καταβάλει μαζί με το ποσό του δανείου και τους τόκους ποσό 500.000 στερλινών το οποίο ακολούθως μείωσε σε 300.000 στερλίνες. Του ζήτησε επίσης να συναντηθούν στην Αθήνα γιατί χρειαζόταν επειγόντως μετρητά για να του δώσει ποσό 150.000 στερλινών. Στις 14.3.2009 συναντήθηκαν στην Αθήνα και του έδωσε τραπεζική επιταγή για ποσό £100.000 πλέον 50.000 στερλίνες τοις μετρητοίς. Επιστρέφοντας ο ενάγοντας στην Αγγλία πληροφορήθηκε από τον τότε δικηγόρο του Π. Ευθυμίου ότι δεν είχαν ανακληθεί τα πληρεξούσια (Τεκ. 7 και 8) και ότι την 1.3.2009 ο εναγόμενος 1 χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο τεκμήριο 7 πώλησε την επίδικη κατοικία στην εναγομένη 4 εταιρεία που ανήκε στον ίδιο, έναντι του ποσού των €170.000 υπογράφοντας ο ίδιος προσωπικά ως πωλητής και ως αγοραστής το σχετικό αγοραπωλητήριο (Τεκ. 17), το οποίο στη συνέχεια καταχώρησε στο Κτηματολόγιο Πάφου. Επίσης με το τεκμήριο 8 ο εναγόμενος 1 και η σύζυγος του εναγομένη 2 εξασφάλισαν από την εναγομένη 3 προσωπικό δάνειο ύψους €170.000 για την αποπληρωμή του οποίου ενεγράφη υποθήκη επί της επίδικης κατοικίας εν αγνοία του ενάγοντα και χωρίς τη συγκατάθεση του (Τεκ. 18 η συμφωνία δανείου και η υποθήκη). Όλες οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν πριν τη συνάντηση τους στην Αθήνα στις 14.3.2009 χωρίς ο εναγόμενος 1 να του αναφέρει οτιδήποτε. Όταν ο ενάγοντας πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω προχώρησε σε ανάκληση της τραπεζικής επιταγής που έδωσε στον εναγόμενο 1 στην Αθήνα. Περαιτέρω, στις 2.4.2009 προχώρησε σε ανάκληση των πληρεξουσίων με επιστολή του δικηγόρου του στο Κτηματολόγιο Πάφου και απέστειλε επίσης επιστολή στην εναγόμενη 3 επιφυλάσσοντας όλα τα νόμιμα δικαιώματα του. Στις 9.4.2009 ο καθ΄ ου η αίτηση του απέστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου με την οποία τον καλούσε να παρευρεθεί στο Κτηματολόγιο Πάφου για να μεταβιβάσει σ΄ αυτόν την επίδικη κατοικία και στη συνέχεια η εναγόμενη 4 καταχώρησε εναντίον του την αγωγή 1421/09 του Ε.Δ. Πάφου με την οποία αξιώνει ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 1.3.
  9. Παρόλο που ο ίδιος εμφανίστηκε αμέσως η αγωγή δεν προωθήθηκε. Περαιτέρω ο ίδιος προέβη σε καταγγελίες προς τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται δημοσίευμα στον τύπο στο οποίο προέβη ο εναγόμενος 1 κατά τους μήνες Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο του 2009 όπου διαφήμιζε την οικία του προς πώληση. Πληροφορήθηκε επίσης από γείτονες του στην Τάλα ότι ένας επιχειρηματίας ανάπτυξης γης από την Πάφο κρατώντας κλειδιά της οικίας επιχείρησε να εισέλθει σε αυτήν μαζί με αγοραστή χωρίς όμως να το καταφέρουν γιατί ο ίδιος ήδη είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Το άτομο αυτό ανέφερε σε γειτονικό πρόσωπο ότι η κατοικία είναι δική του. Μετά από έρευνα που έγινε από τον αιτητή στο Κτηματολόγιο Πάφου πληροφορήθηκε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης εννέα ακινήτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Ο εναγόμενος 1 σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα επέδειξε δόλιες προθέσεις όπως φαίνεται από τις ενέργειες του που έκανε και απαριθμούνται στις παραγράφους 75 έως 85 της ένορκης του δήλωσης . Ενόψει των δόλιων προθέσεων του εναγόμενου 1 και του σοβαρού κινδύνου αυτός να αποξενώσει την επίδικη κατοικία με απώτερο σκοπό να την καρπωθεί είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τον ίδιο σε αντίθεση με την περίπτωση της έκδοσης του οπότε τα αποτελέσματα για τον εναγόμενο 1 θα είναι ανεπαίσθητα και θεραπεύσιμα. Η ζημιά που έχει υποστεί μέχρι σήμερα ξεπερνά το ποσό των €500.000 και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της αγωγής υπάρχει πολύ μεγάλος κίνδυνος αυτή να μην μπορεί να εκτελεστεί ενόψει του ότι ολόκληρη η περιουσία του εναγομένου 1 είναι βεβαρημένη όπως φαίνεται από την έρευνα στο Κτηματολόγιο (Τεκ. 25). Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Ο Ενάγων δεν έχει συζητήσιμη υπόθεση. (β) Ο Ενάγων δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. (γ) Ο Ενάγων δεν έκαμε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. (δ) Ο Ενάγων απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα από το Δικαστήριο. (ε) Ο Ενάγων δεν ήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. (στ) Ο Ενάγων κωλύεται να προωθεί την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και την αίτηση για προσωρινό διάταγμα. (ζ) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται. (η) Η μη έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον Ενάγοντα. (θ) Το αίτημα του Ενάγοντα υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα. (ι) Η αίτηση του Ενάγοντα είναι καταχρηστική και αντικανονική. (ια) Η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου αρ. 1 είναι καταστροφική για τον Εναγόμενο αρ. 1.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο εναγόμενος 1 δίδει τη δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα ως ακολούθως: Είναι κτηματομεσίτης και το 1988 ο ενάγων αγόρασε μέσω του το κτήμα στο οποίο ανέγειρε την επίδικη κατοικία. Παρά το ότι ο ενάγων παρουσιαζόταν ως μεγάλος επιχειρηματίας και του έκανε λόγο για εμπορία στρατιωτικού υλικού ο ίδιος δεν συνεργάστηκε μαζί του. Το 1995 ο ενάγων του ζήτησε να τον δανείσει ποσό £100.
  10. Μετά από συζήτηση κατέληξαν όπως του δώσει το εν λόγω ποσό χρημάτων και ο ενάγοντας θα του έδινε το δικαίωμα να αποκτήσει ή και να πωλήσει το πιο πάνω ακίνητο σε περίπτωση κατά την οποία αυτός δεν θα μπορούσε να αποπληρώσει το χρέος, χωρίς να καταρτιστεί οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία δανείου. Άρχισε ο καθ΄ ου να του δίνει σταδιακά χρήματα και στις 30.11.95 όταν είχε πληρώσει το σύνολο του ποσού που του ζητήθηκε, ο ενάγων του έδωσε το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκ. 7 στην αίτηση) και αργότερα του υπέγραψε πωλητήριο έγγραφο στα αγγλικά δυνάμει του οποίου πωλούσε το πιο πάνω ακίνητο με κενά στο όνομα του πωλητή και αγοραστή για να τα συμπληρώσει αργότερα ο ίδιος ανάλογα με το άτομο που θα ήθελε να μεταβιβαστεί το ακίνητο (Τεκ. Β). Την 5.3.96 ετοίμασε αγοραλπωλητήριο έγγραφο μεταξύ του ενάγοντα μέσω του ιδίου ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του και της εναγομένης 4 το οποίο κατέθεσε στο κτηματολόγιο Πάφου (Τεκ. Γ). Περαιτέρω ο ενάγων είχε υπογράψει δέσμη κενών κυβερνητικών εντύπων με σκοπό να συμπληρωθούν από τον ενόρκως δηλούντα και να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο ενόρκως δηλών επιθυμούσε (Τεκ. Δ). Το 1996 ο ενάγων του είπε ότι είχε βρει μια εταιρεία που θα του έδινε ποσό $390.000 υποθηκεύοντας προς όφελος της το πιο πάνω ακίνητο και ότι θα του έδινε στον ίδιο το ποσό των $230.000 (Τεκ. Ε αντίγραφο των έγγραφων οδηγιών του ενάγοντα προς το δικηγόρο Α. Λαδά). Του ζήτησε επίσης όπως εξ ονόματος του προβεί στις αναγκαίες διαδικασίες για την υποθήκευση του ακινήτου προς όφελος της εν λόγω εταιρείας. Προς το σκοπό υλοποίησης των πιο πάνω του έδωσε πληρεξούσιο (Τεκ. 8 στην αίτηση). Στις 23.12.1996 ο ενόρκως δηλών υπέγραψε τη δήλωση υποθήκης σύμφωνα με τις οδηγίες του ενάγοντα η οποία αν και καταχωρήθηκε ακυρώθηκε την ίδια ημέρα διότι η πιο πάνω εταιρεία δεν πλήρωσε τα συμφωνηθέντα χρήματα (Τεκ. Στ η υποθήκη). Τον Ιούλιο του 1997 ο ενάγων του απέστειλε επιστολή με την οποία του ανέφερε ότι θα του έστελνε το ποσό των €250.000 για ικανοποίηση της επιβάρυνσης σε βάρος του ακινήτου χωρίς όμως το ποσό αυτό να αποσταλεί ποτέ. Μετά την αποτυχία του ενάγοντα να εξοφλήσει τα χρήματα που έλαβε από τον ίδιο κατέστη ξεκάθαρο ότι το ακίνητο θα του ανήκει και ότι δεν θα αξίωνε από τον ενάγοντα την επιστροφή οποιωνδήποτε χρημάτων. Αυτός είναι ο λόγος που ο ενάγων ενώ επισκεπτόταν την Κύπρο δεν ενδιαφέρθηκε για το ακίνητο. Για κάποιο χρονικό διάστημα διέμενε ο ίδιος με την οικογένεια του στην επίδικη οικία στην οποία έχει προβεί σε σημαντικές βελτιώσεις καταβάλλοντας αρκετές χιλιάδες λίρες και μέσα σε αυτό βρίσκονται ακόμα τα δικά του προσωπικά αντικείμενα και έπιπλα. Αρχές του 2009 ο ενάγων του πρότεινε να αγοράσει πίσω το ακίνητο έναντι του ποσού των €340.000 εκ των οποίων θα κατάβαλλε 150.000 στερλίνες και το υπόλοιπο ποσό των 170.000 θα το ελάμβανε με την υποθήκευση του ακινήτου. Ο ίδιος συμφώνησε λόγω του ότι είχε ανάγκη από χρήματα για να ολοκληρώσει μια επένδυση στην Ελλάδα. Ακολούθως υποθήκευσε το ακίνητο για το ποσό των €170.000 αποσύροντας το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 5.3.1996 για να μπορεί να κατατεθεί υποθήκη και καταθέτοντας νέο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 1.3.2009 το οποίο θα φρόντιζε να αποσυρθεί όταν ο ενάγων του πλήρωνε το ποσό των 150.000 στερλινών και εξοφλούσε το ενυπόθηκο δάνειο. Επειδή ο ενάγων καθυστερούσε να προβεί στην πληρωμή του απέστειλε επιστολή (Τεκ. 15 στην αίτηση) και τελικά στις 14.3.2009 στην Αθήνα ο ενάγων του έδωσε 50.000 στερλίνες μετρητά και 100.000 στερλίνες με τραπεζική επιταγή η πληρωμή της οποίας είχε αργότερα ανακληθεί. Στις 31.3.2009 ο ενάγων του απέστειλε επιστολή στην οποία του ανέφερε ότι είχε αλλάξει τις κλειδαριές, είχε μπει στο ακίνητο και θα τακτοποιούσε οποιαδήποτε χρήματα του χρωστούσε. Ακολούθησαν επιστολές μέσω δικηγόρων και ανάκληση των πληρεξουσίων ζητώντας παράλληλα την ακύρωση της υποθήκης και του πωλητηρίου εγγράφου. Τότε αντελήφθηκε ότι ο ενάγων προσπάθησε να τον εξαπατήσει και κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου του η εναγόμενη 4 αξίωσε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.2009 και ακολούθησε η αγωγή 1421/2009 με επίδικο ζήτημα το πιο πάνω ακίνητο. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων είχε προσχεδιάσει τις ενέργειες του για τους λόγους που φαίνονται σε λεπτομέρεια στην παράγραφο 18 της ένορκης του δήλωσης. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται διάφορους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο ζήτησε το προσωρινό διάταγμα ο ενάγοντας αναφορικά με την περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του είναι για να τον εξασθενίσει οικονομικά και να προβεί σε ένα άδικο συμβιβασμό των αξιώσεων. Τα ακίνητα του είναι αξίας πέραν των πέντε εκατομμυρίων ευρώ και η δέσμευση τους τον καταστρέφει οικονομικά. Τα ακίνητα με αριθμούς 4, 8 και 9 είναι ήδη πουλημένα και οφείλει να τα μεταβιβάσει στους αγοραστές του οι οποίοι έχουν πωλητήρια έγγραφα κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο και κανένα προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς να ακουστούν οι αγοραστές των πιο πάνω ακινήτων. Τα δε υπόλοιπα ακίνητα τα χρησιμοποιεί για σκοπούς δανεισμού με υποθήκη για να μπορεί να προβαίνει σε επενδύσεις και η δέσμευση τους θα του στερήσει τη συνέχιση της επαγγελματικής του ιδιότητας. Παρά την ύπαρξη διατάγματος αντεξέτασης, τελικά δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα με προσοχή. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:

(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει καλή βάση αγωγής και (α) ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 στα πλαίσια εξέτασης της «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ.Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Το βασικό αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου 1 που στρέφεται η παρούσα αίτηση είναι αυτό του δόλου και απάτης που προβάλλεται από ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις του από την αφετηρία των σχέσεων και δοσοληψιών του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποσπάσει από τον ενάγοντα δύο πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμ. 7 και 8), να συνάψει πωλητήριο έγγραφο εκ μέρους του με την εναγόμενη 4 εταιρεία και να υποθηκεύσει το ακίνητο για να λάβει ο ίδιος και η σύζυγος του προσωπικά δάνεια. Η παράθεση των θέσεων του ενάγοντα υπήρξε μακρά καθότι έπρεπε να γίνει αναφορά χρονικά σε γεγονότα που σύμφωνα με την εισήγηση του σκιαγραφούν τις δόλιες προθέσεις του εναγόμενου 1 να οικειοποιηθεί την οικία που ανέγειρε ο εναγόμενος στην Τάλα της Πάφου. Η απαίτηση του ενάγοντα αφορά κυρίως αναγνωριστικές δηλώσεις και διατάγματα καθώς και γενικές αποζημιώσεις για ποσά που ανέρχονται σε περίπου €500.000 και διάταγμα για ανίχνευση περιουσιακών στοιχείων. Με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και όχι να κρίνει κατά πόσο αυτά αποδείχθηκαν θα εξετάσω τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Αφετηρία των οικονομικών δοσοληψιών του ενάγοντα και του εναγομένου 1 υπήρξε το έτος 1995 όπου ο εναγόμενος 1 δάνεισε στον ενάγοντα το ποσό των Στερλ. £100.000 με τον ενάγοντα να συμφωνεί την αποπληρωμή του πιο πάνω ποσού πλέον την επιπρόσθετη καταβολή 30.000 στερλινών πριν το τέλος Οκτωβρίου του 1996 και περαιτέρω συμφώνησε πως ο εναγόμενος 1 θα είχε το δικαίωμα εγγραφής επιβάρυνσης επί της οικίας του στην Τάλα. Ακολούθησε η υπογραφή των δύο πληρεξουσίων εγγράφων για τα οποία δίδεται διαφορετική εκδοχή μεταξύ των δύο πλευρών και έκτοτε οι ισχυρισμοί των δύο διαδίκων αποκλίνουν παρά το ότι υπάρχουν και κάποια παρόμοια ή κοινά γεγονότα για τα οποία βέβαια δίδεται διαφορετική εξήγηση από τους διαδίκους. Περαιτέρω γίνεται από τον εναγόμενο 1 αναφορά σε κάποια γεγονότα και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα που κατ΄ ισχυρισμό προμηθεύτηκαν από τον ενάγοντα (επιστολή προς δικηγόρο Α. Λαδά, Τεκμ. Ε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) ή που φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα (κενά κυβερνητικά έντυπα, Τεκμ. Δ στην ένσταση καθώς και αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου με κενά στο όνομα του πωλητή και αγοραστή, Τεκμ. Β). Σίγουρα το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε μικροσκοπική ανάλυση των γεγονότων ούτε θα καταλήξει σε ευρήματα. Αυτό αποτελεί έργο του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση. Όμως αυτό που παρατηρείται είναι ότι από το 1995 που δόθηκε από τον εναγόμενο 1 δάνειο προς τον ενάγοντα αυτό δεν έχει μέχρι σήμερα πλήρως εξοφληθεί. Πέραν τούτου, καμία αναφορά δεν γίνεται από τον ενάγοντα περί συμμόρφωσης του με τον όρο της συμφωνίας του με τον εναγόμενο 1 για εγγραφή επιβάρυνσης επί του ακινήτου. Ακόμα όμως και μετά από το Μάρτιο του 2009 όπου σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ανακαλύφθηκε η απάτη που έγινε από τον εναγόμενο 1 και ανακάλεσε την επιταγή που του έδωσε, δεν προέβη στη λήψη οποιουδήποτε νομικού διαβήματος εναντίον του ούτε όταν οι εναγόμενοι του απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους τον Απρίλιο του ΄09 ζητώντας μεταβίβαση του ακινήτου. Ακολούθησε η αγωγή των εναγομένων εναντίον του ενάγοντα και μετά από παρέλευση αρκετών μηνών ο ίδιος κίνησε την παρούσα αγωγή. Αυτά τα στοιχεία δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την ισχύ της υπόθεσης του ενάγοντα ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος 1 δίδει όχι μόνο διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα αλλά αναφέρεται και σε επιπρόσθετα γεγονότα, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τα οποία δεν αντικρούονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε περίπτωση που γίνουν δεκτά καθιστούν την υπόθεση του ενάγοντα αδύνατη. Ο εναγόμενος 1 παρουσιάζει έγγραφα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα και συνηγορούν υπέρ των θέσεων του ότι ο ενάγοντας του έδωσε εξουσιοδότηση να πωλήσει το ακίνητο. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον ενάγοντα για τα θέματα αυτά. Το βάρος απόδειξης περί ύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 βαρύνει τον αιτητή. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και την παράλειψη του αιτητή να αντικρούσει ή έστω να εξηγήσει τους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση που δίδει μια διαφορετική διάσταση στην υπόθεση καθιστά την παρούσα αίτηση έκθετη σε απόρριψη λόγω παράλειψης του αιτητή να καταδείξει θετικά τη πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, δηλαδή να αποδείξει την ύπαρξη της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
  2. Έχοντας υπόψη ότι για να πετύχει η αίτηση απαιτείται να συνυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32, και το άρθρο 5 του Κεφ. 6, η εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων και των υπολοίπων εγειρομένων θεμάτων μόνο θεωρητική σημασία θα είχε. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.