← Κύπρος

Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου κ.α. ν. Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής :- 407/2008, 20η Δεκεμβρίου 2011

Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου κ.α. ν. Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής :- 407/2008, 20η Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής :- 407/2008 Μεταξύ :- Γρηγόρης Δημητρίου Γρηγορίου Ανδρέας Δημητρίου Γρηγορίου Ενάγοντες Και Φωστήρα Σπύρου άλλως Φωστήρα Γεωργίου Χαραλάμπους Εναγόμενη Ημερομηνία :- Τρίτη 20η Δεκεμβρίου 2011 Για τους Ενάγοντες :- κος. Ανδρέας Γ. Ζύμπηλος (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κος. Χριστόφορος Σάββα ) Για την Εναγόμενη :- κα. Αρίστη Κορακίδου - Μακρίδου (Για ν΄ ακούσει απόφαση :- Αυτοπροσώπως / κα. Κατερίνα Χριστοφόρου ) Τελική Απόφαση

  1. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει αυτή την αγωγή εναντίον της γιαγιάς τους, δηλαδή της μητέρας της μητέρας των, διεκδικώντας την εφαρμογή συμφωνίας δωρεάς προς αυτούς μίας κατοικίας (στο εξής θα καλείται η «συμφωνία»).
  2. Συνοπτικά τα κύρια γεγονότα υπό εξέταση από το Δικαστήριο σε αυτή την αγωγή είναι τα ακόλουθα. o Οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν υπέγραψαν αυτή τη συμφωνία καθότι όταν αυτή υπογράφηκε αμφότεροι ήταν ανήλικοι. o Εκ μέρους τους υπέγραψε ο πατέρας τους, Δημήτρης Γρηγορίου Γεωργίου (στο εξής θα καλείται ο «Γεωργίου»). o Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η υπογραφή της επί της επίδικης συμφωνίας εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα εξαπάτησης της από τον Γεωργίου. o Κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας η μητέρα των εναγόντων και θυγατέρα της εναγομένης, Ελένη Δημητρίου (στο εξής θα καλείται η «Ελένη») δεν συζούσε με τον πατέρα τους. o Περίπου ένα χρόνο προ της υπογραφής της συμφωνίας, η Ελένη είχε εγκαταλείψει τόσο την οικογενειακή της εστία όσο και τους ίδιους τους ενάγοντες. o Επιπλέον, μερικούς μήνες προηγουμένως ο γάμος της Ελένης με τον Γεωργίου είχε κηρυχθεί λυμένος από το Οικογενειακό Δικαστήριο[1]. o Όταν ο Γεωργίου υπέγραφε τη συμφωνία εκ μέρους των εναγόντων η Ελένη απουσίαζε στο εξωτερικό. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
  3. Πυρήνας της ακροαματικής διαδικασίας υπήρξε η αμφισβήτηση από την εναγομένη ως προς τη κατ΄ ισχυρισμό γνώση της αναφορικά με τη φύση του εγγράφου το οποίο είχε υπογράψει. Καθότι, όπως η ίδια ισχυριζόταν, ο Γεωργίου της είχε πει ψέματα ως προς το σκοπό του εγγράφου το οποίο υπέγραψε. Έγγραφο το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπέγραψε μόνο μετά από προτροπή του ιδίου αφού πρώτα ψευδώς τη διαβεβαίωσε ότι σκοπός του εγγράφου ήταν να μην μπορεί η Ελένη να πάρει τους ανήλικους τότε ενάγοντες στο εξωτερικό.
  4. Ως μάρτυρες εκτός από τον Γεωργίου και την εναγόμενη κατέθεσαν ένας από τους ενάγοντες, ένας ιδιώτης επιδότης και μία άλλη θυγατέρα της εναγομένης. Δύο όμως κρίνονται ως οι κύριοι και σημαντικοί μάρτυρες. Ο Γεωργίου και η εναγόμενη. Καθότι έστω και σε συνάρτηση με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία η έκβαση αυτής της απόφασης εξαρτάται από την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την προφορική κατάθεση τους καθώς ο καθένας από αυτούς προέβαλε αντίθετη εκδοχή ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δωρεάς αλλά και παράλληλα ως προς τη γνώση της εναγομένης αναφορικά με το περιεχόμενο και το σκοπό του συγκεκριμένου εγγράφου.
  5. Ενώ δηλαδή ο Γεωργίου υποστήριξε ότι η εναγόμενη είχε διαβάσει τη συμφωνία και γνώριζε τι υπέγραφε, η ίδια η εναγόμενη ενέμεινε ότι αυτός της είχε πει ψέματα ως προς τη φύση του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε δίχως να έχει διαβάσει βασιζόμενη στη διαβεβαίωση του ότι υπέγραφε για να μην μπορεί η Ελένη να πάρει ή να αφήσει στο εξωτερικό τους ανήλικους τότε ενάγοντες.
  6. Διατηρώντας υπόψη αυτό το βασικό επίμαχο θέμα θεωρώ περιττή την ατομική αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε εκτός εάν θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι αυτή συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτών των δύο βασικών μαρτύρων. Επιπλέον, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Μ. Υ. 2, της Μαρίας Ναζίρη, δηλαδή της άλλης θυγατέρας της εναγομένης είναι αρνητική καθότι αυτή ιδωμένη εντός του πλαισίου της παρουσίασης της όλης εκδοχής της εναγομένης δεν κρίνεται πειστική έτσι ώστε να ενισχύσει ή περισώσει αυτή την εκδοχή. Τονίζω επίσης σε αυτό το σημείο της απόφασης ότι ανεξάρτητα από την ανυπαρξία οποιωνδήποτε αναλυτικών ατομικών αναφορών εντός αυτής της απόφασης ασφαλώς το Δικαστήριο στη κάθε περίπτωση λαμβάνει υπόψη του και τη ζωντανή εντύπωση είτε αξιοπιστίας είτε αναξιοπιστίας την οποία ο κάθε μάρτυρας προκάλεσε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  7. Επομένως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε αυτή την απόφαση συνίσταται από εξέταση και εκτίμηση της αξιοπιστίας των αντίθετων εκδοχών των διαδίκων τόσο ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας όσο και ως προς τη γνώση της εναγομένης καθώς υπέγραφε αυτό το έγγραφο, όπως οι συνθήκες αυτές προτάθηκαν κυρίως από τον Γεωργίου και από την ίδια την εναγόμενη.
  8. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία στο σύνολο της κρίνω ότι η εκδοχή η οποία προβάλλεται από τον Γεωργίου ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας είναι πειστικότερη από αυτή της εναγομένης.
  9. Το σκεπτικό με βάση το οποίο καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα είναι το εξής.
  10. Υπενθυμίζω ότι η εναγόμενη τόσο με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης (παράγραφος 7 (Δ)) όσο και με τη γραπτή δήλωση της (παράγραφος 14) προβάλει τη θέση ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της ιδίας και του Γεωργίου. Ως επίσης ότι μετά που είχε φύγει η Ελένη υπήρχαν καλές σχέσεις με τον Γεωργίου (παράγραφος 8 της γραπτής δήλωσης) λόγω της κατάστασης η οποία προέκυψε και την εγκατάλειψη την οποία ένοιωθαν από τη φυγή της Ελένης.
  11. Εντούτοις καθόλου δεν συνάδει αυτή η θέση με τους ισχυρισμούς της εναγομένης τόσο εντός της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της όσο και στη μαρτυρία η οποία προέκυψε τόσο από τη γραπτή δήλωση της όσο και τη προφορική κατάθεση της.
  12. Ισχυρίζεται η εναγόμενη εντός της παραγράφου 10 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ότι η Ελένη δεν είχε αρμονική οικογενειακή ζωή με τον Γεωργίου ο οποίος την κακομεταχειριζόταν φραστικά και σωματικά μάλιστα μέχρι και σημείου να σβήνει αναμμένα τσιγάρα στο δέρμα της. Ενώ στη παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσης ισχυρίζεται ότι προτού εγκαταλείψει την οικογένεια της η Ελένη, της έλεγε ότι δεν περνούσε καλά με τον Γεωργίου και ότι ήθελε να χωρίσει. Στη παράγραφο 11 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπάρχει αναφορά στην απάνθρωπη συμπεριφορά του Γεωργίου και στο ότι η Ελένη πολλές φορές εξέφρασε στην εναγόμενη τη πρόθεση της να ζητήσει λύση του γάμου της.
  13. Ακόμη και μετά από τη φυγή της Ελένης ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι όταν πριν το Πάσχα του 1999 ήλθε στην Κύπρο για να δει τους ενάγοντες, όταν ο Γεωργίου έμαθε ότι η Ελένη κυοφορούσε την χτύπησε άσχημα και με σωματική βία την ανάγκασε να υπογράψει σε κάποια τράπεζα για να λάβει ο ίδιος το ωφέλημα από την ασφάλεια σπουδών των εναγόντων.
  14. Αναφέρεται δηλαδή η ίδια η εναγόμενη σε ένα επεισόδιο το οποίο χρονικά τοποθετείται λίγο πριν από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και η οποία το Δικαστήριο θεωρεί ότι παρομοιάζει με τη δική της κατ΄ ισχυρισμό περίπτωση ως προς το γεγονός δηλαδή ότι ο Γεωργίου δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε μέθοδο για να εξασφαλίσει τα συμφέροντα του ανεξάρτητα και από τη πραγματική θέληση του ατόμου το οποίο προς το σκοπό αυτό θα έπρεπε να υπογράψει ένα έγγραφο.
  15. Διατηρώντας υπόψη τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της εναγομένης αβίαστα προκύπτουν από την εκδοχή της εναγομένης τα εξής λογικά ερωτήματα σε σχέση με τον Γεωργίου. Αυτός είναι ο άνθρωπος τον οποίο η εναγόμενη καλεί το Δικαστήριο να πιστέψει ότι εμπιστευόταν; Αυτός είναι ο άνθρωπος τον οποίο εμπιστευόταν αρκετά έτσι ώστε να υπογράψει ένα έγγραφο χωρίς καν να το διαβάσει; Αυτός είναι ο άνθρωπος στου οποίου τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις ως προς το σκοπό αυτού του εγγράφου η ίδια βασίστηκε έτσι ώστε να το υπογράψει χωρίς να το διαβάσει;
  16. Πραγματικά δεν είναι δυνατό μία τέτοια αντιφατική εν τη γενέσει της εκδοχή να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Ούτε και η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς υποστήριξη αυτής της εκδοχής κρίνεται αξιόπιστη και ικανή να ανατρέψει τη σημασία αυτών των ερωτημάτων.
  17. Κρινόμενη λογικά αλλά και βάσει της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας[2] η εκδοχή της εναγομένης άμεσα από την ίδια τη σύσταση της καταρρέει ανεπανόρθωτα ενώ η οποιαδήποτε προσπάθεια υποστήριξης της με μαρτυρία δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει στην επιπρόσθετη δημιουργία αντιφάσεων με αναπόφευκτο αποτέλεσμα αυτή εν τέλει να απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη.
  18. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη ότι η εναγόμενη είχε υπόψη της τη διαχρονικά καταπιεστική συμπεριφορά του ενάγοντα προς τη θυγατέρα της, τότε πως ανέμενε από το Δικαστήριο να δεχόταν ως αξιόπιστη τη θέση της ότι η ίδια είχε όχι απλά εμπιστοσύνη αλλά ακόμη και οποιοδήποτε ίχνος εμπιστοσύνης προς τον Γεωργίου;
  19. Αυτή και μόνο η διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την έλλειψη πειστικότητας γενικά της εκδοχής της εναγομένης είναι αρκετή έτσι ώστε να απορριφθεί η θέση της αναφορικά με την ύπαρξη οποιωνδήποτε ψευδών παραστάσεων ή δόλου ή απάτης του Γεωργίου αναφορικά με την εξασφάλιση της υπογραφής της επί της επίδικης συμφωνίας.
  20. Ούτε και έχω πεισθεί, έχοντας κυρίως ως βάση αναφορικά με αυτό το συμπέρασμα την επιτυχή επί του θέματος αντεξέταση την οποία υπέστη η εναγόμενη, ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να διαβάσει και να αντιληφθεί επαρκώς το περιεχόμενο της συμφωνίας. Κρίνω ότι η εναγόμενη άσκησε την ελεύθερη βούληση της υπογράφοντας τη συμφωνία και γνωρίζοντας ακριβώς το σκοπό αυτής της συμφωνίας ο οποίος δεν ήταν άλλος από τη δωρεά της συγκεκριμένης κατοικίας προς τους ενάγοντες.
  21. Έχοντας καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η εκδοχή των εναγόντων ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας είναι αξιόπιστη σε αντίθεση με αυτή της εναγομένης η οποία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, θα προχωρήσω σε εξέταση της νομικής πτυχής αυτής της αγωγής. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  22. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφάλαιο 149 όπως αυτό τροποποιήθηκε) συμβάσεις «.είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες .».
  23. Ένα από τα απαραίτητα στοιχεία μίας έγκυρης σύμβασης είναι η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων ξεχωριστών και συγκεκριμένων μερών[3] στη σύμβαση. Αναφέρεται σχετικά στη παράγραφο 604 του τόμου 9

(1)(Fourth Edition Reissue) του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, το εξής,:- "There must be at least two parties to a contract, a promisor and a promisee . a person cannot contract with himself". Επί αυτού του σημείου αξιοσημείωτο είναι και το άρθρο ορισμού του ιδίου Νόμου δηλαδή το εδάφιο
(2)του άρθρου 2 όπου υπάρχει αναλυτική αναφορά στους όρους "proposal", "promise", "promisor" και "promisee". 24. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 25 του ίδιου Νόμου, συμφωνία η οποία συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός εάν «.καταρτιστεί γραπτώς και υπογραφτεί από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής και συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των μερών, οι οποίοι έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους.».
  1. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90όπως τροποποιήθηκε) η μέριμνα για ανήλικο τέκνο (δηλαδή, η γονική μέριμνα) είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω απουσίας του ενός γονέως αυτή ασκείται από τον άλλο. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 14 του ίδιου Νόμου σε περίπτωση διαζυγίου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το Δικαστήριο. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15 οι διατάξεις του άρθρου 14 εφαρμόζονται και στη περίπτωση όπου υπάρχει διακοπή της συμβίωσης των συζύγων. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ
  2. Διατηρώντας υπόψη τα γεγονότα αυτής της αγωγής όπως αυτά προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο οδηγείται στις ακόλουθες διαπιστώσεις. 26.
  3. Μετά από την έκδοση του διαζυγίου των γονιών των εναγόντων στις 25/1/1999 η δυνατότητα άσκησης της γονικής μέριμνας των εναγόντων θα υπήρχε μόνο εάν αυτή είχε πρώτα ρυθμιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. 26.
  4. Οι ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με αυτή τη ρύθμιση μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δωρεάς στις 12/5/
  5. 26.
  6. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δωρεάς ο πατέρας των εναγόντων δεν ήταν σε θέση να ασκεί νόμιμα τη γονική μέριμνα των εναγόντων έτσι ώστε να εκπροσωπήσει τους ενάγοντες σε δικαιοπραξία που αφορούσε το πρόσωπο τους. 26.
  7. Ως αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης δυνατότητας άσκησης της γονικής μέριμνας των εναγόντων από τον Γεωργίου η υπογραφή του επί της επίδικης συμφωνίας δωρεάς δεν αποτελεί έγκυρη πράξη εκπροσώπησης των εναγόντων. 26.
  8. Συνεπώς, η επίδικη συμφωνία δωρεάς βάσει του άρθρου 25
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου κρίνεται άκυρη καθότι ο πατέρας των εναγόντων δεν ήταν σε θέση νόμιμα να συμβληθεί με την εναγόμενη εκπροσωπώντας τους ενάγοντες. 26.
  1. Ουσιαστικά, ως αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνυπήρχε το απαραίτητο στοιχείο μίας έγκυρης σύμβασης, δηλαδή τουλάχιστον άλλο ένα επιπρόσθετο μέρος στη σύμβαση, υπό την έννοια βεβαίως του μέρους το οποίο αναφέρεται επί αυτής.
  2. Διευκρινίζω τα εξής. Βεβαίως εκ πρώτης όψεως υπάρχει άλλο συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία εκτός από την εναγόμενη ως επίσης και κάποιος ο οποίος υπογράφει εκ μέρους αυτού του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Αυτό το άλλο συμβαλλόμενο μέρος περιγράφεται επί της επίδικης συμφωνίας ως οι ενάγοντες. Δηλαδή, ως οι δωρεοδόχοι. Οι οποίοι όμως ως ανήλικοι δεν είχαν την ικανότητα ως προς το συμβάλλεσθαι[4]. Επομένως, η εκπροσώπηση τους από άτομο το οποίο θα μπορούσε νόμιμα να ασκήσει τη γονική τους μέριμνα και να προβεί στη συγκεκριμένη δικαιοπραξία ήταν απαραίτητη έτσι ώστε η συμφωνία να ήταν έγκυρη και να είχε νόμιμη ισχύ. Θέτοντας το πιο απλά δεν θα μπορούσε η εναγόμενη να συμφωνήσει με τον εαυτό της οτιδήποτε. Απαραίτητο στοιχείο ως προς την εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας θα ήταν τουλάχιστον άλλο ένα συμβαλλόμενο μέρος το οποίο βεβαίως θα είχε τη νομική δυνατότητα να συμβληθεί με αυτήν ή ουσιαστικά να ασκήσει τη γονική μέριμνα των εναγόντων εκπροσωπώντας τους έτσι ώστε να καθίστατο νομικά εφικτή υπό τις περιστάσεις η εφαρμογή του άρθρου 25
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου.
  1. Έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την αξίωση τους και ως αποτέλεσμα η αγωγή απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη την συνεκδίκαση[5] της ανταπαίτησης της εναγομένης με την αξίωση των εναγόντων, εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγομένης και εις βάρος των εναγόντων σύμφωνα με την οποία η επίδικη συμφωνία δωρεάς ημερομηνίας 12/5/1999 κηρύσσεται άκυρη.
  2. Διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα συνεκδίκασης της ανταπαίτησης της εναγομένης με την αξίωση των εναγόντων τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εις βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σχετικά το τεκμήριο
  3. [2] Βλ. σχετικά τη σελίδα 1566 της απόφασης της Πολιτικής Έφεσης 159/2006, ημερομηνίας 16/12/2009, Γιάλλουρος κ. ά. ν. Ψύλλου κ. ά.
(2009)1Β Α. Α. Δ. 1552, όπου ο Ναθαναήλ Δ. αναφέρει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο «.είναι κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να κρίνει και να αξιολογήσει τους μάρτυρες αποκομίζοντας την ανάλογη εντύπωση παρακολουθώντας τη δίκη και τις αντιπαραβαλλόμενες θέσεις, ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. (δέστε Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ. ά.
(2008)1 Α. Α. Δ.1275)». [3] Βλ. σχετικά τη παράγραφο 603 του τόμου 9
(1)"Contract" του συγγράμματος "Halsbury's Laws of England" ως επίσης γενικά τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, όπως, παραδείγματος χάριν, το άρθρο 13 αναφορικά με τον ορισμό της λέξης «συγκατάθεση». [4] Βλ. σχετικά το άρθρο 11 του περί Συμβάσεων Νόμου. [5] Για την οποία συνεκδίκαση διευκρινίζω ότι δεν συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ότι χρειαζόταν ειδική διαταγή του Δικαστηρίου. Βασίζομαι σε σχέση με αυτό το συμπέρασμα τόσο στην ανυπαρξία οποιωνδήποτε σχετικών δηλώσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων όσο και στα όσα προνοούνται σχετικά από τον κανονισμό 9 της Δ.33 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.