← Κύπρος

CHRONIS DEVELOPMENTS LIMITED κ.α. ν. Αγαθάγγελος Κεφάλας, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 165/07, 23 Δεκεμβρίου  2011

CHRONIS DEVELOPMENTS LIMITED κ.α. ν. Αγαθάγγελος Κεφάλας, Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 165/07, 23 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A177 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ Αρ. Αίτησης - Έφεσης: 165/07 Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας ( Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμον Κεφ.224 και τους Νόμους 3 του 1960 μέχρι 23 του 1982 (άρθρο 11 Α) και των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή και Εκτίμησις ) Θεσμών. Μεταξύ:

  1. CHRONIS DEVELOPMENTS LIMITED από την Πάφο
  2. ALAN MICHAEL SMITH από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο
  3. PAULA FRANCES SMITH από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο Εφεσειόντων Και Αγαθάγγελος Κεφάλας από την Πάφο Εφεσιβλήτου Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2011 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εφεσείοντες 2 και 3:κα κα Σοφία Χατζηνεοφύτου για κ.κ.Α. Κουκούνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο:κος Φιλίππου Γιώργος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5/10/11 που η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση - Έφεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ο συνήγορος των Αιτητών-Εφεσειόντων 2 και 3, ζήτησε να του δοθεί άδεια να καλέσει σαν Μάρτυρα Αιτητών-Εφεσειόντων αριθμ.1, πρόσωπο το οποίο δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση στην παρούσα διαδικασία. Στο αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών-Εφεσειόντων έφερε ένσταση ο συνήγορος του Εφεσίβλητου με επακόλουθο το ζήτημα να αφεθεί προς απόφαση από το Δικαστήριο. Προς τούτο οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν στις 21.10.2011, ήτοι η ημερομηνία που εδόθη για το σκοπό αυτό. Επισημαίνω ότι στις 21.10.2011 οι Αιτητές - Εφεσείοντες 1 δια της συνηγόρου που τους εκπροσωπούσε, ζήτησαν άδεια να αποσύρουν εκ μέρους τους την Αίτηση-Έφεση ανεπιφύλακτα και συνακόλουθα, η Αίτηση-Έφεση αναφορικά με τους Αιτητές-Εφεσείοντες 1 απορρίφθηκε ανεπιφύλακτα. Στην αγόρευση του ο συνήγορος των Αιτητών-Εφεσειόντων 2 και 3 ανέφερε προς υποστήριξη του αιτήματος του εν περιλήψει τα εξής: Επικαλούμενος αριθμό συγγραμμάτων και αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι η διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις παρόμοιας φύσεως ως η παρούσα, είναι αυτή η οποία ακολουθείται σε αγωγές αφού συνιστά εναρκτήρια διαδικασία και όχι ενδιάμεση, που θα εδιέπετο από τη Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλέπε υπόθεση Ειρήνη Κάκουλου ν. Χαράλαμπου Παναγιώτη Ποχουζούρη και άλλης,

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1509 και Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων,
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 965), στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος). Ακόμα για την έννοια της λέξης «αγωγή» ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60και για τη δυνατότητα σε πολιτικές διαδικασίες να κλητεύονται μάρτυρες επικαλέστηκε τις πρόνοιες των άρθρων 48-56 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ακόμα προς υποστήριξη του αιτήματος του επικαλέστηκε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and Others
(1970)1 C.L.R. σελ.
  1. Από πλευράς του Εφεσίβλητου ο συνήγορος του έφερε ένσταση στο αίτημα του συνηγόρου των Εφεσειόντων επικαλούμενος τις πρόνοιες του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί στις 22.11.
  2. Συγκεκριμένα επικαλούμενος το άρθρο 10
(3)όπως αυτό έχει τροποποιηθεί εισηγείται ότι το αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών - Εφεσειόντων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού οι πρόνοιες του άρθρου 10
(3)είναι σαφείς και σε καμία απολύτως περίπτωση δεν επιτρέπουν την προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας πλην αυτής που περιέχεται στις ενόρκους δηλώσεις επιφυλαττομένου πάντοτε του δικαιώματος αντεξέτασης τούτων, όπως προνοείται στη Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Επίσης ο συνήγορος του Εφεσίβλητου έκανε αναφορά και στις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών εισηγούμενος ότι ακόμα και στην περίπτωση που εφαρμόζεται η εν λόγω Διαταγή στην παρούσα διαδικασία και αυτής οι πρόνοιες είναι πανομοιότυπες με το άρθρο 10
(3)του Κανονισμού του 1956 και ως εκ τούτου και πάλι δεν θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών - Εφεσειόντων 2 και 3. Προτού εξετάσω τα όσα έχουν αναφερθεί από τους συνήγορους των Αιτητών - Εφεσειόντων 2 και 3 και του Εφεσίβλητου, κρίνω ότι θα πρέπει να παραθέσω την κρίση του Δικαστηρίου επί ενός ζητήματος το οποίο έχει πιστεύω την δική του ιδιαίτερη σημασία επί του αποτελέσματος στο υποβληθέν αίτημα. Συγκεκριμένα ανατρέχοντας στα πρακτικά του Δικαστηρίου σε ημερομηνίες που η παρούσα ετίθετο ενώπιον άλλων Δικαστών, έχω εντοπίσει και μετά που ζήτησα την ανάγνωση και δακτυλογράφηση τους από την στενογράφο που τα τήρησε, ότι υπήρξαν δηλώσεις από τους συνηγόρους που χειρίζονταν την υπόθεση για τους Αιτητές - Εφεσείοντες 1, 2 και 3 και τον Εφεσίβλητο, που πιθανόν να έχουν δημιουργήσει νομικό κώλυμμα στην υποβολή του αιτήματος που εξετάζεται. Συγκεκριμένα στις 15.5.2008 αμφότεροι οι συνήγοροι δήλωσαν ότι μέσα στα πλαίσια των προνοιών του άρθρου 10
(3)του Κανονισμού του 1956 και επειδή η ακρόαση της παρούσας διεξάγεται επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, κατέστει ανάγκη για καταχώρηση συμπληρωματικών τοιούτων έτσι ώστε να υπάρξει από μέρους τους πλήρης συμμόρφωση με τον εν λόγω Κανονισμό. Η ανάγκη καταχώρησης των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων απετέλεσαν και τον λόγο που εγκρίθηκε αίτημα για αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης αφού το Δικαστήριο την όρισε για οδηγίες έτσι ώστε αμφότερες οι πλευρές να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Κανονισμού. Ο ίδιος δε λόγος απετέλεσε και το υπόβαθρο για την αναβολή της υπόθεσης και στις 12.6.2008. Ακόμη επισημαίνω ότι κατά την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης έχω διαπιστώσει πως αμφότερες οι πλευρές έχουν καταχωρήσει τις πρόσθετες ενόρκους δηλώσεις τόσο των αρχικά ενόρκων δηλούντων όσο και από τον εκτιμητή τους οι Αιτητές - Εφεσείοντες 2 και 3 και τον αρμόδιο υπάλληλο του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ο Εφεσίβλητος. Στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο της Απόδειξης" του πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τάκη Ηλιάδη, στις σελίδες 103 και 104, στην παράγραφο Γ με τον τίτλο "Κώλυμα Λόγω Συμπεριφοράς", αναφέρονται τα εξής: «Η επίκληση του δόγματος μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην υπόσχεση η την διαβεβαίωση αναμένει ότι άλλος συμβαλλόμενος θα ενεργήσει πάνω σε αυτή, η ανεξάρτητα από την πρόθεση του η συμπεριφορά του θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο να ενεργήσει πάνω σε αυτή.¹ Υπάρχουν διάφορα είδη κωλύματος λόγω συμπεριφοράς που μπορούν να ταξινομηθούν σε, ι. Κώλυμα λόγω παραστάσεων (Estoppel by representation) ιι. Κώλυμα λόγω υποσχέσεων (Promissory estoppel) ιιι.Περιουσιακό κώλυμα (Proprietary estoppel).» Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Εταιρεία Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 94, στην απόφαση του ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στις σελίδες 97 και 98 αναφέρει τα εξής: «Στην κατάληξη αυτή το Επαρχιακό Δικαστήριο άχθηκε καθοδηγούμενο από την αρχή της επιείκειας, γνωστής ως "promissory estoppel" "εξ υποσχέσεως κώλυμα", η οποία στη σύγχρονη της μορφή στοιχειοθετήθηκε από την απόφαση του Δικαστή Denning (όπως ήταν τότε) στη Central London Property Trust, Ld. v. High Trees House, Ld. [1947] K.B. 130. Η αρχή αυτή έτυχε αναγνώρισης και στην Κύπρο και απηχείται σε σειρά κυπριακών αποφάσεων, δυο από τις οποίες μνημονεύονται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου - Georghios Hadji Yiannis ν. Attorney - General of the Republic
(1970)1 C.L.R. Μ.Ε.32 και Markidou v. Kiliaris and Another (198Μ.Ε.3) 1 C.L.R. Μ.Ε.392.» Επίσης στη σελίδα 100 της εν λόγω απόφασης του ο κ. Πικής αναφέρει: «Η τύχη της έφεσης εξαρτάται από την ορθότητα του ευρήματος ότι οι δηλώσεις του δικηγόρου των εφεσειόντων και, γενικότερα, ο χειρισμός της υπόθεσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τους εμποδίζει λόγω δικαιϊκού κωλύματος, να ισχυριστούν ότι είχαν διακανονιστεί με τον τελικό Λογαριασμό όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων. Στη Langdale ν. Danby [1982] Μ.Ε.3 All E.R. 129 (HL), αποφασίστηκε ότι παραστάσεις στις οποίες ο διάδικος προβαίνει, μέσω του δικηγόρου του, προς τον αντίδικο του στο πλαίσιο της δίκης, μπορεί να οδηγήσουν στη θεμελίωση εξ υποσχέσεως κωλύματος εφόσον- (α) είναι σαφείς, (β) ο αντίδικος βασίζεται σ' αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε βαθμό και έκταση που (γ) θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο διάδικο να αποστεί από τις παραστάσεις του. Η αδικία προκύπτει από τη ζημία που θα επροκαλείτο στο δεύτερο διάδικο εάν εκαλείτο να επιστρέψει στην κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο πριν να τροποποιήσει τη θέση του. Εξάλλου, στη Η. Clark Ltd. ν. Wilkinson [1965] 1 All E.R. 934, αποφασίστηκε ότι εφόσον οι παραστάσεις στις οποίες είχε προβεί διάδικος μέσω του δικηγόρου του δεν είχαν επιπτώσεις και άφησαν αμετάβλητη τη θέση του αντιδίκου, αυτές μπορεί να αποσυρθούν σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς συνέπειες (χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στη Waugh ν. Η Β Clifford and Sons [1982] 1 All E.R. 1095, αναφορικά με τις εξουσίες του δικηγόρου για το χειρισμό της υπόθεσης του πελάτη του). Τα ίδια αναφέρθηκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Δικαστή Νικήτα στην υπόθεση Νίκος Σοφοκλεους ν. Λαϊκή Σπόρτιγκ Κλάπ δια του Γραμματέως αυτής Δημήτριου Εργατούδη και/η οιουδήποτε προσώπου ασκούντως καθήκοντα Γραμματέως και Άλλων,
(1994)1 Α.Α.Δ 69. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω πως οι δηλώσεις του συνηγόρου των Αιτητών - Εφεσειόντων 1, 2 και 3, έγιναν υπό συνθήκες και στα πλαίσια διαδικασίας που καλύπτουν πλήρως τις πιο πάνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου θεμελίωσαν κώλυμα στην υποβολή αιτήματος και στην επίκληση των θέσεων και επιχειρημάτων για προσαγωγή μαρτυρίας έξω από τα πρόσωπα που έχουν προβεί σε ενόρκους δηλώσεις. Συνακόλουθα και επειδή οι θέσεις και η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Αιτητών - Εφεσειόντων 2 και 3 έρχονται σε αντίφαση ή διάσταση με τις δηλώσεις που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως ανωτέρω αναφέρεται, καθιστούν το αίτημα του καταδικασμένο σε αποτυχία. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μου και σε περίπτωση που αυτή κριθεί λανθασμένη προχωρώ να εξετάσω το αίτημα ως να μην είχαν προηγηθεί οι πιο πάνω δηλώσεις. Σε σχέση με τις υποθέσεις και Νομοθεσία που έκανε αναφορά ο συνήγορος των Αιτητών - Εφεσειόντων 2 και 3 παρατηρώ τα εξής: Στην υπόθεση Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and Others ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας εντελώς διαφορετικά ζητήματα και με γεγονότα εντελώς διαφορετικά από αυτά της ενώπιον μου Αίτησης - Έφεσης, αποφάσισε ότι μέσα στα πλαίσια της διάγνωσης των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου για ζητήματα που αφορούν τη διεκδίκηση νομίμων αξιώσεων επί ακινήτου ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα σε διαφορά που προκύπτει από διπλή εγγραφή, η διαφορά δεν θα πρέπει να επιλύεται από τον διευθυντή του Κτηματολογίου αλλά από αρμόδιο Δικαστήριο και μέσα στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο διότι για μία τέτοιας φύσεως διαφορά επιβάλλεται να διασφαλιστεί στα πλαίσια της διάγνωσης της, η εφαρμογή τόσο των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης όσο και της τήρησης των αρχών και κανόνων που διέπουν την δεκτότητα και αποδεκτότητα της μαρτυρίας που θα ληφθεί υπόψη. Αποδεχόμενο δε την Έφεση, παραμέρισε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και του διευθυντή του Κτηματολογίου. Η συγκεκριμένη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου απετέλεσε επίσης αντικείμενο σχολιασμού στην υπόθεση Παρασκευού Λοΐζου, συζύγου Θεοφίλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου Πολεμίτη
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1349, όπου στη σελίδα 1354 ο νύν Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτέμης, αναφέρει τα εξής: «Στην υπόθεση Hassidoff v. Santi and Others (ανωτέρω), που αφορούσε περίπτωση διπλής εγγραφής, αφού το Δικαστήριο επανέλαβε τις σχετικές αρχές ανέφερε ότι, επειδή η υπόθεση αφορούσε νομικά δικαιώματα σε γη, ήταν προφανώς περίπτωση στην οποία οι διάδικοι θα έπρεπε να έχουν πλήρη ευκαιρία να ακουστούν στο Δικαστήριο σε αγωγή για απόφαση αναφορικά με τον τίτλο με όλα τα εχέγγυα που αφορούν απόδειξη και αποδεκτότητα μαρτυρίας, έκρινε δε ότι οι συνθήκες της υπόθεσης ήταν τέτοιες που δεν θα ήταν ασφαλές να αποφασιστεί το θέμα με βάση τη σύγκριση των στοιχείων που περιέχονταν στους φακέλους του Κτηματολογίου. Τέλος, η απόφαση καταλήγει ως ακολούθως στη σελ. 237: "We would also observe that in a case of double registration, as in the present case, before any rectification is decided upon by the Director, he must satisfy himself as to who is in possession; and, where a long time has elapsed since the alleged error and the one party has not been in possession of registered land for more than ten years prior to the 1st September, 1946, then he should decline to act under the provisions of section 61 and he should let the interested parties vindicate their legal rights in the Courts." Σε μετάφραση: "Θα θέλαμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι σε υπόθεση διπλής εγγραφής, όπως η παρούσα, προτού αποφασισθεί οποιαδήποτε διόρθωση εκ μέρους του Διευθυντή, θα πρέπει να ικανοποιηθεί αναφορικά με το ποιός έχει κατοχή. και, όπου έχει παρέλθει μεγάλος χρόνος από το κατ' ισχυρισμό λάθος και ο ένας διάδικος δεν είχε κατοχή Εγγεγραμμένης ιδιοκτησίας για περισσότερα από 10 χρόνια πριν την 1η Σεπτεμβρίου, 1946, τότε δεν θα πρέπει να ενεργεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 61 αλλά θα πρέπει να αφήνει τα εμπλεκόμενα μέρη να λύσουν τις διαφορές τους αναφορικά με νομικά δικαιώματα στα Δικαστήρια".» Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν μπορεί η συγκεκριμένη απόφαση να αποτελέσει δεσμευτικό προηγούμενο για το υπό εξέταση στην παρούσα, ζήτημα. Οι λοιπές αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος των Εφεσειόντων ουδεμία σχέση έχουν με το νομικό ζήτημα το οποίο εξετάζω στην παρούσα αλλά ούτε και τα γεγονότα τους προσομοιάζουν μαζί με αυτά της παρούσας Αίτησης - Έφεσης. Ήτοι η Έφεση 13/97 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος και η απόφαση που δόθηκε πρωτόδικα δεν διέπετο από τον διαδικαστικό κανονισμό ο οποίος θεσπίστηκε ειδικά για τις διαδικασίες που προνοούνται στο άρθρο 80 του Κεφ.
  1. Στην εν λόγω απόφαση ο πρωτόδικος Δικαστής κλήθηκε να εξετάσει και να εκδώσει δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πώληση που έγινε ενός ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό ήτο άκυρη. Μέσα δε από την εξέταση των διαφόρων εγερθέντων ζητημάτων το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 80 του Κεφ. 224 και συνακόλουθα απέρριψε την αίτηση έφεση. Η πρωτόδικη απόφαση και το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε και κατ΄ έφεση στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφ. 10965, ημερ. 19.12.2002, στην οποία επίσης με παρέπεμψε ο συνήγορος των Αιτητών - Εφεσειόντων. Όσον αφορά την απόφαση στην Έφεση 689/01 του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Μ. Φωτίου, που επίσης με παρέπεμψε ο συνήγορος των Αιτητών -Εφεσειόντων προς υποστήριξη του αιτήματος του, επίσης κρίνω ότι δεν μπορεί να βοηθήσει και να υποστηρίξει το αίτημα για κλήση πρόσθετης μαρτυρίας πέραν των προσώπων που έχουν προβεί σε ενόρκους δηλώσεις στην παρούσα Αίτηση - Έφεση. Και στην εν λόγω απόφαση τα νομικά ζητήματα που είχαν εξεταστεί δεν περιλαμβάνετο παρόμοιο με το υπό εξέταση ζήτημα στην ενώπιον μου διαδικασία. Σε σχέση με τα όσα ο συνήγορος των Εφεσειόντων - Αιτητών 2 και 3 ανέφερε προς υποστήριξη της θέσης του ότι η διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις ως η παρούσα, είναι αυτή της διαδικασίας σε πολιτική αγωγή με βρίσκει σύμφωνο ότι υποστηρίζονται από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις που παρέπεμψε το Δικαστήριο ( βλέπε Ειρήνη Κάκουλου ν. Χαράλαμπου Παναγιώτη Ποχουζούρη και άλλης, και Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων, ανωτέρω). Πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι δυνάμει του άρθρου 17 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 καθορίζεται μεν πως η πρακτική και η διαδικασία που διέπεται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς εφαρμόζεται και ακολουθείται σε όση έκταση μπορούν να εφαρμοστούν και στις Αιτήσεις - Εφέσεις ως η παρούσα, τούτο όμως νοουμένου ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή πρόνοια στο συγκεκριμένο Κανονισμό που να καλύπτει το συγκεκριμένο ζήτημα. Συνακόλουθα κρίνω πως τα όσα προνοούνται στο άρθρο 17 δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την πρόθεση του νομοθέτη αναφορικά για το πότε τυγχάνουν εφαρμογής οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. Όπως ρητά καθορίζεται αυτοί εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που για οποιοδήποτε ζήτημα διαδικασίας και πρακτικής δεν γίνεται ρητή πρόνοια στον Κανονισμό του
  2. Επανερχόμενος στο υπό εξέταση ζήτημα στην παρούσα, το οποίο διέπεται από το άρθρο 10 του Κανονισμού του 1956 ως αυτό έχει τροποποιηθεί στις 22 Νοεμβρίου 2006, από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως άλλωστε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών - Εφεσειόντων έχει αναφέρει, δεν έχει εξεταστεί μέχρι σήμερα υπό το πρίσμα και στην λεπτομέρεια που καλούμαι να το εξετάσω. Επισημαίνω επίσης ότι οι όποιες αποφάσεις έχει επικαλεστεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών - Εφεσειόντων είναι και προγενέστερες της Τροποποίησης που έγινε στον Κανονισμό του 1956, στις 22 Νοεμβρίου
  3. Συνακόλουθα ακόμη και στην περίπτωση που είχε εξεταστεί σε αυτές παρόμοιο ζήτημα με αυτό που εξετάζεται στην παρούσα, αυτό θα είχε αποφασιστεί με τα πρό της γενόμενης τροποποίησης στο άρθρο 10 ισχύοντα, στοιχείο που από μόνο του θα έθετε τα όποια συμπεράσματα ακόμη και βοηθητικά στο αίτημα που έχει υποβάλει ο συνήγορος των Αιτητών - Εφεσειόντων, εκτός του νομικού πλαισίου που σήμερα ισχύει. Η μόνη υπόθεση στην οποία ετέθει και εξετάσθηκε ακροθιγώς θα πρέπει να πω και τούτο στο στάδιο της Έφεσης κατά της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παρόμοιο ζήτημα με το υπό εξέταση, είναι η υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Έφ. 225/07, ημερ. 7.7.2009, στην οποία αναφέρθησαν τα εξής: «Θα προχωρήσουμε κατά πρώτον να εξετάσουμε τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό. Είναι η θέση της εφεσείουσας ότι η Δικαστής δεν θα έπρεπε να ακούσει προφορική μαρτυρία επί του προκειμένου, αλλά να αποφασίσει με βάση τις ένορκες δηλώσεις με δικαίωμα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, αν οι αντίδικες πλευρές το επιθυμούσαν. Ο παλαιός Κανονισμός 10
(3)προνοούσε τα ακόλουθα: «
(3)If there is a conflict between the applicant and any person giving notice of opposition in regard to the facts, the applicant or such person must, at the hearing of the summons, be prepared to prove the facts he relies upon in so far as the burden of proof lies upon him." Ο νέος όμως Κανονισμός, που αντικατέστησε τον πιο πάνω, προνοεί τα ακόλουθα: «10
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Είναι με βάση αυτό το νέο Κανονισμό που προβάλλεται το επιχείρημα της εφεσείουσας. Σε απάντηση, οι εφεσίβλητοι λέγουν ότι η διαζευκτική θέση που περιέχεται στον Κανονισμό, δηλαδή το ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται είτε στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση, είτε στις ένορκες δηλώσεις, εξυπακούει ότι, στην πρώτη περίπτωση, επιτρέπεται και η προσαγωγή μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει, προβάλλει ότι στην ουσία οι ενόρκως δηλούντες και οι μάρτυρες ήταν στη διάθεση των αντιδίκων και αντεξετάστηκαν. Θεωρούμε ότι, ασχέτως του αν ευσταθεί η ερμηνεία που δίδουν στον Κανονισμό οι εφεσίβλητοι, οι υπόλοιπές τους θέσεις αντανακλούν την πραγματικότητα. Επισημαίνουμε επίσης πως ουδέποτε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας τέθηκε τέτοιο θέμα, ούτε όταν καλούνταν οι μάρτυρες των αιτητών, αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας και το θέμα δεν ήταν επίδικο πρωτοδίκως. Εν όψει των πιο πάνω, καταλήγουμε πως η διαδικασία που ακολουθήθηκε, έστω και αν ήταν λανθασμένη, κάτι που δεν αποφασίζουμε τελικά, δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία». Προκύπτει συναφώς, πάντοτε κατά την δική μου κρίση, ότι με την αναφορά στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης «..έστω και αν ήταν λανθασμένη, κάτι που δεν αποφασίζομε τελικά, δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία...» γίνεται κατ΄αρχήν αποδεκτό ότι δεν θα έπρεπε να επιτραπεί η αποδοχή προφορικής μαρτυρίας από πρόσωπο εκτός από τους ενόρκως δηλούντες. Ακόμη το Ανώτατο Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση, επισημαίνει πως στο στάδιο της πρωτόδικης διαδικασίας δεν είχε εγερθεί τέτοιο ζήτημα ούτε όταν είχαν κληθεί οι μάρτυρες αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και τοιουτοτρόπως το συγκεκριμένο θέμα δεν ήταν επίδικο. Αντιθέτως στην ενώπιόν μου Αίτηση - Έφεση, το ζήτημα έχει εγερθεί και κρίνω πως εφόσον δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου αλλά ούτε και έχω εντοπίσει από την έρευνα που έχω πραγματοποιήσει κάτι το οποίο να δίνει τη δυνατότητα για να δοθεί άλλη ερμηνεία από την γραμματική τοιαύτην του άρθρου 10
(3)του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, το αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών - Εφεσειόντων 2 και 3, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ούτε και η πρόνοια στο άρθρο 10
(3)του Κανονισμού: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση..» από μόνη της εξυπακούει ότι δύναται να προσκομισθεί πρόσθετη μαρτυρία πέραν από αυτή που περιέχεται στις ενόρκους δηλώσεις, εκτός βεβαίως αν η Αίτηση είναι τέτοιας φύσεως που δεν επιβάλλεται να συνοδεύεται από ενόρκους δηλώσεις. Όμως η ενώπιον μου Αίτηση - Έφεση θα πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να συνοδεύεται από ένορκο η ενόρκους δηλώσεις που περιέχουν τα γεγονότα που αυτή στηρίζεται αφού δεν εμπίπτει σε εκείνες που καθορίζονται στο άρθρο 4 του εν λόγω Κανονισμού. Τούτο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του Κανονισμού το οποίο αναφέρει τα εξής: «5-(I) Except as hereinbefore in these rules or by Law otherwise expressed, all appeals and applications to the Court under the Law shall be made by summons in Form 2, with such variations as circumstances may require, and shall be supported by affidavit or affidavits of the facts relied upon, and filed with the Registrar together with a copy of the Director' s order, notice or decision appealed against.» Ακόμη όμως και στην περίπτωση που θα επιτρεπόταν τούτο, στην ενώπιον μου Αίτηση - Έφεση αυτό το οποίο οι ίδιοι οι Αιτητές - Εφεσείοντες 2 και 3, αναφέρουν πολύ ορθά στην Αίτηση -Έφεση τους, είναι ότι τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Κάτι πού επίσης αναφέρεται και στην καταχωρηθείσα ένσταση από πλευράς Εφεσιβλήτου. Συνακόλουθα ούτε και σε αυτή την θέση, που ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσίβλητου στην υπόθεση Κυριάκου Χαραλάμπους Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd ανωτέρω, κρίνω ότι μπορεί να υποστηρικτεί το αίτημα που έχει υποβληθεί στην παρούσα. Στο ίδιο το σώμα της Αίτησης - Έφεσης γίνεται επίκληση των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Ακόμη επισημαίνω ότι εξετάζοντας τον φάκελο της υπόθεσης όπως και πιό πάνω αναφέρω, έχω διαπιστώσει πως αμφότερες οι πλευρές έχουν κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 10
(3)του Κανονισμού ως αυτό έχει τροποποιηθεί, λάβει άδεια και έχουν καταχωρήσει πρόσθετες ενόρκους δηλώσεις. Αν λοιπόν οι Αιτητές - Εφεσείοντες ήθελαν να ζητήσουν την καταχώρηση πρόσθετων η και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είχαν την ευκαιρία σε αρκετές περιπτώσεις και με την υποβολή εγκαίρως σχετικού αιτήματος να λάβουν τέτοια άδεια. Αντί τούτου άφησαν να διαρρεύσει χρονικό διάστημα τεσσάρων και πλέον χρόνων από την καταχώρηση της Αίτησης - Έφεσης και στο στάδιο που η ακρόαση της ήταν έτοιμη να αρχίσει υπέβαλαν το υπό εξέταση αίτημα τους. Κρίνω πώς η συμπεριφορά τους αυτή εκτός του ότι τους έχει δημιουργήσει νομικό κώλυμα, ως έχω αποφασίσει ανωτέρω, πρόσθετα σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα τους θα θέσει τον Εφεσίβλητο και σε δυσμενή θέση αφού δεν θα γνωρίζει τι μαρτυρία θα προσκομισθεί. Είναι δε πρόδηλο κατά την δική μου κρίση ότι ο Νομοθέτης για να διασφαλίσει πώς δεν θα προκαλείται τέτοια αδικία εις βάρος οιουδήποτε εκ των διαδίκων και ελλείψει λοιπών δικογράφων ως αυτά ανταλλάσσονται σε αγωγές, προέβλεψε και καθόρισε ότι η ακρόαση της Αίτησης - Έφεσης θα διεξάγεται επί τη βάση των όσων αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις που θα πρέπει να την υποστηρίζουν (βλέπε άρθρο 5 και Τύπο 2 του εν λόγω Κανονισμού). Κρίνω συνεπώς πώς αν επιτραπεί προσκόμιση τέτοιας μαρτυρίας θα καταστρατηγήσει τόσο το πνεύμα όσο και το γράμμα του Νόμου (άρθρα 5 και 10
(3)του Κανονισμού). Εν όψει λοιπών όλων των πιό πάνω και των προνοιών του άρθρου 5 που καθορίζει τον τύπο και του άρθρου 10, που καθορίζει την διαδικασία, είναι η τελική μου κατάληξη πως η ακρόαση των Αιτήσεων-Εφέσεων ως η παρούσα, διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Συνακόλουθα το αίτημα του συνηγόρου των Εφεσειόντων - Αιτητών 2 και 3, για να κλητεύσει για να δώσει προφορική μαρτυρία πρόσωπο εκτός από αυτά που έχουν προβεί σε ενόρκους δηλώσεις, στην ακρόαση της παρούσας Αίτησης-Έφεσης δεν εγκρίνεται και απορρίπτεται με έξοδα τα οποία έχουν προκληθεί δυνάμει του εν λόγω αιτήματος, εις βάρος των Εφεσειόντων - Αιτητών 2 και 3 και υπέρ του Εφεσιβλήτου. (Υπ.) ................ Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.