Χριστάκης Σωκράτους ν. Μάριος Αδάμου Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 2179/07, 23.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2179/07 Μεταξύ: Χριστάκης Σωκράτους Ενάγοντα και
- Μάριος Αδάμου Νικολάου
- Αγγέλα Στυλιανού
- Κυριάκος Νικολάου, μέσω της μητέρας του Αγγέλας Στυλιανού ως το πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα
- Πολυμνία Νικολάου, μέσω της μητέρας της Αγγέλας Στυλιανού ως το πρόσωπο που ασκεί τη γονική της μέριμνα
- Αδάμος Νικολάου, μέσω της μητέρας του Αγγέλας Στυλιανού ως το πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.11.11 για επαναφορά της απαίτησης του ενάγοντα Ημερομηνία: 23.12.2011 Για Αιτητή - Ενάγοντα: κ. Ν. Τσιαπαλής Για Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενο 1: κ. Σ. Σοφρωνίου Για Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενους 2-5: κ. Σ. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας ζητά την επαναφορά (reinstatement) της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής και/ή της απαίτησης επί του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 2.11.11 και βασίζεται στις Δ.33 Κ.1 και Δ.48 Κ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Πρακτική. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα - αιτητή (στο εξής ο αιτητής) ημερ. 2.11.11 στην οποία υποστηρίζει βασικά τα ακόλουθα: Η απαίτηση του στην παρούσα αγωγή απορρίφθηκε στις 8.4.11 μετά που οι δικηγόροι του αποσύρθηκαν και λόγω του ότι αυτός δεν είχε παρουσιασθεί στο Δικαστήριο. Ο λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και δεν είχε τακτική και ουσιαστική επικοινωνία με τους δικηγόρους που τον αντιπρoσώπευσαν είναι το γεγονός ότι από τον Ιανουάριο 2011 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας για την αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε σε πάρα πολλές εξετάσεις και αναλύσεις για να διαπιστωθεί τελικά ότι έχει κακοήθεια στον προστάτη και απαιτείται να υποβληθεί σε ανάλογες θεραπείες. Προς υποστήριξη δε αυτού στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτει δύο ιατρικές βεβαιώσεις του Δρα Η. και του Δρα Κ. Ηλιάδη (τεκμήρια Α και Β). Περαιτέρω αναφέρει ότι η ψυχική αναστάτωση στην οποία βρισκόταν και η ανάγκη για την κατά το δυνατόν επείγουσα λήψη των αναγκαίων μέτρων προστασίας της υγείας του δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί με οποιαδήποτε άλλα θέματα τον απασχολούσαν, περιλαμβανομένης και της υπό αναφορά αγωγής. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έδωσε σημασία στην επιστολή που του είχαν στείλει οι τότε δικηγόροι του και δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο στις 8.4.11 με αποτέλεσμα η απαίτηση του να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενώ η ανταπαίτηση που υπάρχει ορίσθηκε στις 13.5.11 για απόδειξη. Μετά το ξεκαθάρισμα της κατάστασης της υγείας του και παρά το ότι έχει διαγνωσθεί κακοήθεια, έχει μπει σε σχετικά κανονικούς ρυθμούς και έτσι επισκέφθηκε τον κ. Νίκο Τσιαπαλή για να τον συμβουλεύσει. Πιστεύει ειλικρινά ότι έχει καλή υπόθεση με βάση το σύνολο της απαίτησης του και θα πρέπει να επιτραπεί η επαναφορά αυτής για πλήρη και ορθή απονομή δικαιοσύνης. Υπάρχει γνήσιο και ειλικρινές ενδιαφέρον από πλευράς του για προώθηση της υπόθεσης του και ειλικρινά πιστεύει ότι θα ήταν άδικο να στερηθεί των δικαιωμάτων του επειδή είχε την ατυχία να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας. Εν όψει των ανωτέρω υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης όπως η απαίτηση του επαναφερθεί. Η ένσταση του εναγόμενου 1 - καθ' ου η αίτηση (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση 1) καταχωρήθηκε στις 17.11.11 και στηρίζεται στις Δ.48 Κ.4 και 8, Δ.33 Κ. 4 και 5 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου και στην Πρακτική και νομολογία. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Οι λόγοι ένστασης του καθ' ου η αίτηση 1 είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη, αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Ο αιτητής όφειλε εντός 15 ημερών από την απόρριψη της αγωγής του να καταχωρήσει αίτηση για επαναφορά της αγωγής του και όχι να πράξει αυτό επτά μήνες μετά. Μια τέτοια καθυστέρηση είναι και αδικαιολόγητη και οι αναφερόμενοι στην αίτηση λόγοι παραπλανητικoί, αβάσιμοι, αδικαιολόγητοι και τίθενται ως ύστερες επί σκοπώ σκέψεις του.
- Η μη εμφάνιση του αιτητή στις 8.4.11 είναι αδικαιολόγητη και τα προσαπτόμενα στην αίτηση τεκμήρια Α και Β δεν σχετίζονται ημερολογιακά ούτε δικαιολογούν τη μη εμφάνιση του κατά την ακρόαση της αγωγής στις 8.4.
- Επίσης για τους ίδιους πιο πάνω λόγους τα εν λόγω τεκμήρια δεν δικαιολογούν την απoυσία του αιτητή και τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Αφορούν και αναφέρoνται σε άλλες ημερομηνίες από αυτές που έδει να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και ιδιαίτερα δεν σχετίζονται με τις 15 ημέρες εντός των οποίων έδει να καταχωρήσει την αίτηση του για επαναφορά της αγωγής του. Περαιτέρω το τεκμήριο Α είναι άνευ ημερομηνίας. Η δε αναφορά σ' αυτό της συγκεκριμένης πάθησης του από μόνη της δεν οδηγεί σε ανικανότητα του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο στις 8.4.
- Το αίτημα του αιτητή για επαναφορά είναι λανθασμένο. Αυτός έπρεπε να ζητά ακύρωση του διατάγματος απόρριψης της αγωγής και παραμερισμό της απόφασης και όχι μόνο επαναφορά της.
- Η αίτηση δεν βασίζεται και δεν συμμορφώνεται με τους σωστούς Κανονισμούς ήτοι τη Δ.33 Κ.4 και 5 και/ή η Δ.33 Κ.1 στην οποία βασίσθηκε είναι λανθασμένη και ως εκ τούτου η αίτηση πάσχει νομικά κατά ουσιώδη τρόπο και εξ αυτού και μόνον είναι απορριπτέα.
- Η επίκληση λανθασμένης διάταξης βάσει της Δ.64 οδηγεί αβίαστα σε απόρριψη της αίτησης. Ιδιαίτερα όταν δικονομικά καθορίζεται χρόνος. Εδώ καθαρά η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και εξ αυτού δέον να οδηγηθεί σε απόρριψη.
- Η συμπεριφορά του αιτητή προς το Δικαστήριο δεν είναι τέτοια που θα του επέτρεπε απoδoxή του αιτήματος του. Και αυτό γιατί: (α) ο ίδιος επανειλημμένα και αδικαιολόγητα παράλειψε να εμφανισθεί στο Δικαστήριο και σε άλλες δικάσιμους (β) ο δε Δικηγόρος του τον είχε ξανά προειδοποιήσει ότι θα παραιτείτο από την εκπροσώπηση του και αυτός και πάλιν αδιαφόρησε χωρίς ποτέ να θέσει θέμα ασθένειας ή εξ αυτής ανικανότητας του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο (γ) Η παρουσιασθείσα μέχρι σήμερα και για τέσσερα χρόνια καθυστέρηση στο να εκδικασθεί η αγωγή του αιτητή παρατηρήθηκε και οφείλεται στον ίδιο και (δ) ο νυν νέος Δικηγόρος του, πάλιν ένεκα υπαιτιότητας ή αμέλειας και ευθύνη του αιτητή καθυστέρησε να καταχωρήσει τη παρούσα αίτηση.
- Η απoυσία του αιτητή κατά τη δικάσιμο είναι μη δικαιολογημένη, πρoήλθε από (και μόνον) την αδιαφoρία που ο ίδιoς επέδειξε και η αίτηση πρέπει να απoρριφθεί τόσο για τους πιο πάνω λόγους όσο και για το ότι προκαλούνται και/ή θα προκληθούν σοβαρές επιπτώσεις στους καθ' ων η αίτηση από τον τυχόν παραμερισμό της απόφασης και την επαναφορά της αγωγής. Και τούτο διότι η αγωγή έχει αναβληθεί επανειλημμένα και τις περισσότερες φορές ευθύνη ή αιτήσει του αιτητή και/ή λόγω της παράλειψης του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης. Περαιτέρω αναφέρει και τα ακόλουθα: Η μη εμφάνιση του αιτητή στο Δικαστήριοo στις 8.4.11 και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις του τότε Δικηγόρου του είναι αδικαιολόγητη. Από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν με την ένορκη δήλωση του φαίνεται ότι παρουσιάστηκε για ιατρική εξέταση στις 24.5.11 ενώ η εμφάνιση του στο Δικαστήριο κατά την ημερoμήνια ακρόασης της υπόθεσης ήταν για προγενέστερα (8.4.2011). Αν δε έστω και δικαιολογημένα ο αιτητή δεν είχε εμφανισθεί στις 8.4.11 στο Δικαστήριο - γεγονός που δεν είναι αποδεκτό - και αν προσθέσει και τις 15 ημέρες από τις 8.4.11 που οι Κανονισμοί τάσσουν για την αίτηση επαναφοράς και πάλιν δεν δικαιολογείται η παρατηρηθείσα ακόμη για 31 ημέρες καθυστέρηση που μάλλον προέρχεται από την αδιαφoρία του, από περιφρόνηση εκ μέρους του των δικαστικών διαδικασιών και σοβαρού, μη ανατρέψιμου βαθμού αμέλειας του. Με την επίδικη αίτηση, η oπoία κρίνεται ως εκπρόθεσμη ο αιτητής ουσιαστικά επιδιώκει τη περαιτέρω καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης (ως προς τα έξοδα) ένεκα απόρριψης της αγωγής του. Ο χρόνος που παρήλθε από την απόρριψη της αγωγής (7 μήνες) μέχρι τη καταχώρηση της αίτησης - καίτοι προηγήθησαν άλλα αβάσιμα δικαστικά διαβήματα - είναι χρόνος εγκληματικά μεγάλος υπό τις περιστάσεις ούτως ώστε αδιαμφισβήτητα να θεωρείται η μεγάλη αυτή καθυστέρηση και αδικαιολόγητη και μη δυνάμενος ο αιτητής πλέον να ωφεληθεί των καρπών της Δικαιοσύνης. Αναφορικά με τη συμπεριφορά του αιτητή και το ότι ο δικηγόρος του τον είχε ξανά προειδοποιήσει ότι θα παραιτείτο από την εκπροσώπηση του ο καθ' ου αίτηση 1 επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση επιστολή των κ.κ. Ηλία και Ηλία ημερ. 14.2.
- Περαιτέρω αναφορικά με την εκ μέρους του αιτητή καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής επισυνάπτει αντίγραφο της αίτησης αναβολής ημερ. 1.6.
- Όσον δε αφορά το ότι πάλιν ένεκα υπαιτιότητας ή αμέλειας του αιτητή ο νυν δικηγόρος του καθυστέρησε να καταχωρήσει τη παρούσα αίτηση επισυνάπτεται σχετικά επιστολή του κ. Ν. Τσιαπαλή ημερ. 12.5.
- Τέλος ο καθ' ου η αίτηση 1 υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί τόσο λόγω του ότι η απουσία του αιτητή κατά τη δικάσιμο είναι μη δικαιολογημένη και προήλθε από αδιαφορία που αυτός επέδειξε όσο και γιατί προκαλούνται και/ή θα προκληθούν σοβαρές επιπτώσεις στον ίδιο και στους υπόλοιπους καθ' ων η αίτηση από την τυχούσα επαναφορά της αγωγής γιατί η αγωγή έχει αναβληθεί επανειλημμένα και τις περισσότερες φορές ευθύνη ή αιτήσει του αιτητή και/ή λόγω της παράλειψης του να εμφανισθεί στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα λόγω της εκκρεμότητας της υπόθεσης αυτοί να μην μπορούν να αξιοποιήσουν, εκμεταλλευτούν και απολαύσουν την ακίνητη περιουσία τους που είναι και το επίδικο θέμα στην αγωγή, με ανάλoγo/αντίστoιxo κόστος και ζημιά. Ως εκ των άνω ο καθ' ου η αίτηση 1 ζητά όπως απορριφθεί η αίτηση με έξοδα εις βάρος του αιτητή. Η ένσταση των εναγομένων 2-5 - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση 2-5) καταχωρήθηκε στις 25.11.11 και στηρίζεται στις Δ.33 Κ.1-5, Δ.48 Κ. 1, 2, 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Πρακτική. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης
- Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση 2-5 είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη.
- Η ζητούμενη θεραπεία δεν είναι βάσιμη και ουδεμία σχέση ή σύνδεση έχει με τους λόγους που αναφέρονται ή που επικαλείται ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αμφισβητούμενη αίτηση.
- Η αίτηση είναι άσκοπη, παράτυπη και αντικανονική
- Ο αιτητής ζητά την επαναφορά (Reinstatement) της αγωγής του για τους λόγους που ισχυρίζεται στην αμφισβητούμενη ένορκη δήλωση του.
- Το αίτημα του αιτητή είναι νομικά λανθασμένο καθότι ζητά την επαναφορά της αγωγής του αντί την ακύρωση της απόφασης με την οποία απέρριψε την αγωγή του, η οποία απόφαση είναι καθόλα ορθή και βάσιμη.
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη, παράτυπη, αντικανονική, επιπόλαια, ενοχλητική και δεν βασίζεται στην ορθή νομική διάταξη και τείνει να προκαλέσει αμηχανία και καθυστέρηση στην εκδίκαση της ανταπαίτησης τους καθότι το αίτημα του αιτητή δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα που επικαλείται.
- Η συμπεριφορά που επέδειξε ο αιτητής καθόλη την πορεία της αγωγής του ήταν περιφρονητική προς το Δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες και ήταν άσχετη με τον επικαλούμενο λόγο υγείας. Η εναγόμενη 2 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι είναι μητέρα και ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων εναγομένων 3, 4 και 5 και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης των καθ' ων η αίτηση 2-
- Περαιτέρω αναφέρει, προφανώς κατόπιν νομικής συμβουλής από το δικηγόρο της, ότι η Δ.33 Κ.1 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη γιατί στις 8.4.11 οι δικηγόροι των εναγομένων ήσαν παρόντες ενώ ο ενάγοντας δεν ήταν παρών. Κατά συνέπεια η αγωγή του απορρίφθηκε με βάση τη Δ.33 Κ.4 και έτσι αυτός όφειλε όπως αποταθεί μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία απόρριψης για την ακύρωση της απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας δεν αποκαλύπτει και δεν δικαιολογεί την απουσία του από το Δικαστήριο κατά τη συγκεκριμένη ημέρα της δίκης. Το ισχυριζόμενο πρόβλημα του δεν προέκυψε την ημέρα εκείνη. Αυτός είχε αρκετό χρόνο για να γνωρίζει σχετικά με τη πιο πάνω αγωγή του και να την προγραμματίσει και χειρισθεί ανάλογα. Ο επικαλούμενος λόγος της μη εμφάνισης του ενάγοντα κατά την 8.4.11 στερείται πειστικότητας και σοβαρότητας. Η επίκληση των δύο ιατρικών βεβαιώσεων δεν είναι ουσιώδης και πειστική. Τίποτα δεν αναφέρει για το λόγο που αυτός δεν παρουσιάσθηκε τη συγκεκριμένη μέρα και δεν συσχέτισε την ασθένεια του με την αδυναμία παρουσίας του κατά την συγκεκριμένη μέρα. Η ζητούμενη θεραπεία θα προσβάλει τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση και το συνταγματικό τους δικαίωμα να εκδικασθεί η υπόθεση τους σε εύλογο χρόνο και η βλάβη τους δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων προς όφελος τους. Ο αιτητής επανειλημμένα περιφρόνησε το Δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες και η συμπεριφορά του αυτή ήταν άσχετη με τον επικαλούμενο λόγο υγείας. Ως εκ των άνω οι καθ' ων η αίτηση 2-5 ζητούν όπως η αίτηση απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Αναφορικά με την επαναφορά αγωγής συγκεκριμένες διατάξεις της Δ.33 θεσπίζουν μέτρα και προνοούν τον τρόπο και το μέσο επανόρθωσης αλλά και τις προθεσμίες εντός των οποίων τέτοια μέτρα πρέπει να λαμβάνονται, ώστε η απορριπτική απόφαση να παραμερίζεται και η αγωγή να επαναφέρεται και ακούεται. Η Δ.33 Κ.1, ως μια από τις εν λόγω διατάξεις προνοεί τα ακόλουθα: «If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.» Σε μετάφραση: «Αν κατά την ημέραν ορισμού της ακρόασης οι διάδικοι δεν εμφανισθούν όταν πρόκειται να αρχίσει η ακρόαση, αφού αποδειχθεί, ότι οι διάδικοι (ή ο διάδικος που στην παρουσία του ορίστηκε η ακρόαση) είχαν ειδοποιηθεί, η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη και επομένως δεν θα ακούεται, εκτός εάν κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, το Δικαστήριο διατάξει επαναφορά της αγωγής για το λόγο ότι είναι δίκαιο ανάλογα με τις συνθήκες της υπόθεσης.» Η δε Δ.33 Κ.5 έχει ως εξής: «Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Σε μετάφραση: «Οιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση, μπορεί ανάλογα με την υπόθεση να παραμερισθή από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους, που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός δεκαπέντε ημερών μετά την ακρόαση.» Από το λεκτικό της Δ.33 Κ.1 προκύπτει σαφώς ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου κανένας από τους διαδίκους δεν εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία της ακρόασης και λόγω της απουσίας τους, η αγωγή απορρίπτεται (βλ. επίσης Παναγίδης κ.ά. ν. Κουρούσιη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1583 και Κ. Λαουτάρης ν. Παγκύπριου Οδοντιατρικού Συλλόγου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1411). Αντίθετα η Δ.33 Κ.5 εφαρμόζεται στην περίπτωση που κατά την ημερομηνία ακρόασης λαμβάνεται απόφαση λόγω της μη εμφάνισης ενός εκ των διαδίκων. Περαιτέρω σε τέτοια περίπτωση η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης θα πρέπει να υποβληθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της ακρόασης. Η εν λόγω προθεσμία είναι απόλυτη. Παραπέμπω προς τούτο στην υπόθεση Ann Claire Developments Ltd ν. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 537, όπου υποδείχθηκε ότι: ".η Δ.33 θ.5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διάδικους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.» Σύμφωνα δε με την Δ.33 Κ.4 η μη εμφάνιση του ενάγοντα κατά την ημέρα της ακρόασης, κατόπιν απόδειξης ότι ο ενάγοντας έλαβε γνώση της εν λόγω ημερομηνίας, αποτελεί λόγο απόρριψης της αγωγής-απαίτησης του. Η επαναφορά της αγωγής ή ανταπαίτησης αναλόγως επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία είναι ευρεία (βλ. Evagorou ν. Christodoulou and another
(1982)1 C.L.R. 771). Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου οριοθετούνται στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, όπου σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826). Γνώμονας λοιπόν για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του (δικαίωμα ακροάσεως) και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης (Βλ. Phylactou ανωτέρω, Χαραλάμπους v. K & T. ANDREOU LTD κ.α.
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1296, Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Λουκαίδου v. Γερολέμου
(2000)1 A.A.Δ. 333). Στη Μουγής v. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν επίσης λεχθεί σχετικά τα εξής : "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη v. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988). " » Περαιτέρω με δεδομένο ότι οι γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις περιπτώσεις επαναφοράς αγωγής ή ανταπαίτησης κατ' αρχήν, θα πρέπει, από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση να προκύπτει αφ' ενός δικαιολογία για την παράλειψη της πλευράς του ενάγοντος ή του εναγομένου, αναλόγως, να εμφανισθεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο και αφ' ετέρου καλή αιτία της αγωγής ή της ανταπαίτησης αναλόγως (βλ. Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1800). Στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου (βλ. Παπανικολάου ανωτέρω). Η χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη του διαδίκου να εμφανισθεί σε δικαστική διαδικασία που τον αφορά καθώς και η χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του δυνατόν να συνιστούν απόρροιες μιας περιφρονητικής στάσης απέναντι στο Δικαστήριο. Τέτοια στάση είναι ασυγχώρητη και όπου παρατηρείται το Δικαστήριο μπορεί, στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση ή να επαναφέρει την αγωγή (βλ. Milouca και Motor Trading Ltd ανωτέρω). Για σκοπούς ολοκληρωμένης εξέτασης του όλου θέματος στην παρούσα κρίνω ότι είναι ορθό να τεθεί το ιστορικό της υπόθεσης. Συγκεκριμένα από το φάκελο της υπόθεσης φαίνονται τα ακόλουθα: Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 2.6.10 ημερομηνία κατά την οποία η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος των τότε δικηγόρων του ενάγοντα λόγω του ότι ήταν απασχολημένοι με συνεχιζόμενη ακρόαση σε υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 11.11.10 οπόταν οι δικηγόροι του ενάγοντα ζήτησαν και πάλι αναβολή. Αυτή τη φορά λόγω του ότι ως δήλωσαν δεν είχαν καμία επικοινωνία με τον ενάγοντα και ζητούσαν χρόνο για να του αποστείλουν σχετική επιστολή για την πρόθεση τους να αποσυρθούν. Το αίτημα για αναβολή εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε ξανά για ακρόαση στις 23.2.11 οπόταν οι δικηγόροι του ενάγοντα ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι έστειλαν σε αυτόν διπλοσυστημένη επιστολή με την οποία τον ενημέρωναν για την πρόθεση τους να αποσυρθούν αλλά αυτός δεν επικοινώνησε μαζί τους και δεν δείχνει ενδιαφέρον για την υπόθεση του. Έτσι ζήτησαν αναβολή της ακρόασης ώστε να του στείλουν νέα επιστολή. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε και πάλι για ακρόαση στις 8.4.
- Στις 8.4.11 οι δικηγόροι του ενάγοντα ανέφεραν ότι έστειλαν σε αυτόν δύο επιστολές τις οποίες και παρουσίασαν στο Δικαστήριο ενημερώνοντας τον για την πρόθεση τους να αποσυρθούν λόγω της μη συνεργασίας του και της μη ανταπόκρισης του στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Οι εν λόγω επιστολές βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η μια φέρει ημερομηνία 9.2.11 και η άλλη ημερομηνία 24.2.11, για την οποία υπάρχει και απόδειξη των Κυπριακών Ταχυδρομείων για παραλαβής της με ημερ. 8.3.
- Οι εν λόγω επιστολές έχουν σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο. Αυτή με ημερομηνία 9.2.11 αναφέρει ότι ο ενάγων δεν έχει δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες στους δικηγόρους του για τον χειρισμό της υπόθεσης του, δεν έχει μεριμνήσει για την εξόφληση των οικονομικών του υποχρεώσεων προς αυτούς και ενημερώνεται για την πρόθεση των δικηγόρων του να εμφανισθούν στο Δικαστήριο στις 23.2.11 και να ζητήσουν άδεια να αποσυρθούν. Η άλλη με ημερομηνία 24.2.11, πέραν των αναφερόμενων στην προηγούμενη επιστολή, ενημερώνει εν νέου τον ενάγοντα για την πρόθεση των δικηγόρων του να εμφανισθούν στο Δικαστήριο στις 8.4.11 και να ζητήσουν άδεια να αποσυρθούν αλλά και για το ότι αυτός πρέπει να ενεργήσει έγκαιρα για αντικατάσταση τους και σε περίπτωση που δεν είναι παρών ή δεν φροντίσει να υπάρχει δικηγόρος για να τους αντικαταστήσει, υπάρχει το ενδεχόμενο να απορριφθεί η αγωγή με έξοδα εις βάρος του. Μετά από το αίτημα των δικηγόρων του ενάγοντα στις 8.4.11 το Δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε της υπόθεσης η ώρα 10:20, με δεδομένο ότι στην επιστολή ημερομηνίας 24.2.11 δεν υπήρχε ώρα εμφάνισης ενώπιον του, άφησε την υπόθεση για να της επιληφθεί αργότερα την ίδια μέρα η ώρα 11:
- Η ώρα 11:35 της ίδιας μέρα το Δικαστήριο επιλήφθηκε εκ νέου της υπόθεσης. Ο ενάγων κλήθηκε και πάλι και ήταν απών και το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψην το αίτημα των δικηγόρων του ενάγοντα και το περιεχόμενο των δύο προαναφερόμενων επιστολών έδωσε άδεια στους δικηγόρους του ενάγοντα να αποσυρθούν. Στη συνέχεια ζητήθηκε από τους δικηγόρους των εναγομένων όπως απορριφθεί η απαίτηση του ενάγοντα με έξοδα εναντίον του και όπως η ανταπαίτηση των εναγομένων ορισθεί για απόδειξη. Ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση του ενάγοντα με έξοδα εις βάρος του και όρισε την ανταπαίτηση για απόδειξη στις 13.5.
- Στις 13.5.11 ο νυν δικηγόρος του ενάγοντα καταχώρησε για λογαριασμό αυτού σημείωμα εμφάνισης και αφού εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε την πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση για επαναφορά της απαίτησης και ζήτησε όπως η ανταπαίτηση ορισθεί για οδηγίες. Έτσι η ανταπαίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 21.6.
- Στις 6.6.11 ο ενάγοντας καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησης της αίτησης επαναφοράς της αγωγής για 15 μέρες από την έκδοση του διατάγματος. Στις 16.6.11 που ήταν ορισμένη η αίτηση αυτή για πρώτη φορά το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του ενάγοντα όπως επιδώσουν την αίτηση και την όρισε για το σκοπό αυτό στις 30.6.11 ημερομηνία για την οποία ορίσθηκε, στις 16.6.11, για οδηγίες εκ νέου η ανταπαίτηση. Στις 30.6.11 οι δικηγόροι του ενάγοντα εξασφάλισαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 16.9.11 ώστε μέχρι τότε να καταχωρήσουν τις ενστάσεις τους οι εναγόμενοι. Στις 16.9.11 οι εναγόμενοι 2-5 ζήτησαν περαιτέρω χρόνο για καταχώρηση ένστασης και έτσι η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες στις 28.9.11 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 21.10.
- Στις 21.10.11 η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε και οι δικηγόροι του ενάγοντα δήλωσαν ότι θα καταχωρήσουν αίτηση για επαναφορά. Έτσι στις 2.11.11 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση έχει ως νομική της βάση τη Δ.33 Κ.
- Στην κρινόμενη όμως περίπτωση, ως φαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, οι εναγόμενοι εμφανίσθηκαν κατά την ημερομηνία της ακρόασης σε αντίθεση με τον ενάγοντα - αιτητή, ο οποίος ήταν απών. Μετά δε την απόσυρση των δικηγόρων του και μετά από αίτημα των εναγομένων για απόρριψη της απαίτησης του, αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της εν λόγω ημερομηνίας, απέρριψε την απαίτηση του. Συνεπώς είναι εμφανές ότι στην προκειμένη η Δ.33 Κ.1 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής και για αυτό το λόγο η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η διάταξη που έχει εφαρμογή είναι η Δ.33 Κ.
- Η διάταξη όμως αυτή προβλέπει συγκεκριμένη προθεσμία για καταχώρηση της αίτησης ήτοι 15 μέρες από την ημερομηνία της ακρόασης, προθεσμία που δεν τηρήθηκε στην παρούσα. Συνεπώς η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση ήτοι της Δ.33 Κ.1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή μη συμμόρφωση αλλά, ως μη συμμόρφωση σε χρονική προθεσμία που επιβάλλουν οι Θεσμοί, αποτελεί θεμελιώδη παραβίαση της Δ.48 Κ.1 και συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση της Δ.64 και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 ). Το δε συνταγματικά διασφαλισμένο δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί δεν ανατρέπει ούτε μεταβάλλει τα πιο πάνω. Ο ενάγων στην παρούσα είχε το δικαίωμα και τη δυνατότητα να ακουσθεί νοουμένου ότι έκανε σωστή χρήση των διατάξεων για την αρμόζουσα στην περίπτωση θεραπεία ήτοι των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίοι είναι ξεκάθαροι και παρέχουν τα κατάλληλα προς τούτο μέσα και διατάξεις (βλ. Δ.33 Κ.5). Για σκοπούς δε πληρότητας της απόφασης θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αν η αίτηση του ενάγοντα δεν έπασχε ως ανωτέρω και πάλι δεν θα τελεσφορούσε ενόψει της όλης συμπεριφοράς αυτού, η οποία καταδεικνύει πλήρη αδιαφορία εκ μέρους του και γενικά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό δε ανεξάρτητα από το ότι αυτός έχει καλή αιτία απαίτησης γεγονός που άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα από το ιστορικό της υπόθεσης αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης φαίνονται σχετικά τα ακόλουθα: Στις 8.4.11, όταν απορρίφθηκε η απαίτηση του ενάγοντα, δεν ήταν η πρώτη αλλά η τρίτη στη σειρά δικάσιμος που η υπόθεση είχε ορισθεί για ακρόαση και ο ενάγοντας δεν είχε δώσει ούτε οδηγίες στους δικηγόρους του για το χειρισμό της υπόθεσης αλλά ούτε και ήταν παρών στο Δικαστήριο, παρά τη σχετική ενημέρωση των δικηγόρων του για την ημερομηνία και την πρόθεση τους να αποσυρθούν. Ο ίδιος στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παραδέχεται ότι δεν έδωσε σημασία στην επιστολή που του είχαν στείλει οι τότε δικηγόροι του και δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο στις 8.4.
- Ισχυρίζεται δε ότι ο λόγος της μη παρουσίας του στο Δικαστήριο και της μη τακτικής επικοινωνίας του με τους δικηγόρους του ήταν γιατί από τον Ιανουάριο 2011 αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας για την αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε σε πάρα πολλές εξετάσεις και αναλύσεις για να διαπιστωθεί τελικά ότι έχει κακοήθεια στον προστάτη και απαιτείται να υποβληθεί σε ανάλογες θεραπείες. Αναφέρει περαιτέρω ότι η ψυχική αναστάτωση στην οποία βρισκόταν λόγω της κατάστασης της υγείας του και η ανάγκη για την κατά το δυνατόν επείγουσα λήψη των αναγκαίων μέτρων προστασίας της υγείας του δεν του επέτρεψαν να ασχοληθεί με οποιαδήποτε άλλα θέματα τον απασχολούσαν, περιλαμβανομένης και της υπό αναφορά αγωγής. Μετά το ξεκαθάρισμα της κατάστασης της υγείας του, συνεχίζει, και παρά το ότι έχει διαγνωσθεί κακοήθεια, έχει μπει σε σχετικά κανονικούς ρυθμούς και έτσι επισκέφθηκε τον κ. Νίκο Τσιαπαλή για να τον συμβουλεύσει. Προς υποστήριξη της θέσης του επισυνάπτει δύο ιατρικές βεβαιώσεις. Η μια δεν φέρει ημερομηνία και αναφέρει ότι από τον Ιανουάριο του 2011 παρουσιάζει συμπτωματολογία υπερτροφίας προστάτη και επίσχεση με ακράτεια ούρων, κοιλιακά άλγη καθώς και ότι εκείνη τη μέρα προσκομίσθηκε με αφόρητο κοιλιακό άλγος και του έγινε αφαίρεση 1 λίτρου ούρων. Τέλος αναφέρει ότι λόγω της εν λόγω συμπτωματολογίας παρακολουθείται συστηματικά και υποβάλλεται σε συντηρητική θεραπεία. Η άλλη βεβαίωση είναι ημερομηνίας 5.7.11 δηλ. μεταγενέστερη της ημερομηνίας απόρριψης της απαίτησης του και αναφέρει ότι αυτός πήγε για ουρολογική εξέταση στις 24.5.11 και λόγω προστατικής συνοδρομής και αυξημένου τίτλου PSA παραπέμφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για διορθική βιοψία προστάτη στις 21.7.
- Όσον αφορά τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από το ιστορικό της υπόθεσης φαίνεται ότι η πρώτη φορά που οι δικηγόροι του ενάγοντα δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν είχαν επικοινωνία μαζί του και ζήτησαν αναβολή για να του αποστείλουν επιστολή, ενημερώνοντας τον για την πρόθεση τους να αποσυρθούν, ήταν στις 11.11.10 δηλ. δύο μήνες πριν εμφανισθεί το πρόβλημα υγείας που επικαλείται ο ενάγοντας. Όσον δε αφορά το πρόβλημα αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν μένει απαθές όταν υποβάλλεται ισχυρισμός που αφορά την κατάσταση της υγείας ενός διαδίκου. Πέραν όμως τούτου και της αγωνίας που, ως κάθε πρόσωπο το οποίο αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας ακόμη και αν είναι σοβαρό, είχε ο ενάγοντας, πουθενά από τα όσα αναφέρονται στις προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις δεν φαίνεται ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια ώστε να μην μπορούσε να εμφανισθεί στο Δικαστήριο ή έστω να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του και να τους αναφέρει την κατάσταση της υγείας του αλλά και για να τους δώσει οδηγίες για το χειρισμό της υπόθεσης του. Συνεπώς πέραν του ότι η κατάσταση της υγείας του δεν δικαιολογεί την πριν τον Ιανουάριο του 2011 απουσία του από το Δικαστήριο και τη μη επικοινωνία του με τους δικηγόρους του, η εν λόγω κατάσταση δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε την όλη στάση του έκτοτε και μέχρι τις 8.4.11 και την απουσία του από το Δικαστήριο κατά την εν λόγω ημερομηνία. Αλλά και μετά την απόρριψη της υπόθεσης του δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε αμέσως για αυτήν. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι το σημείωμα εμφάνισης του νυν δικηγόρου του καταχωρήθηκε στις 13.5.11 η ώρα 08:50, ημερομηνία κατά την οποία είχε ορισθεί η ανταπαίτηση των εναγομένων για απόδειξη, δηλ. ένα περίπου μήνα μετά την απόρριψη της απαίτησης του. Από δε το τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1 (επιστολή του νυν δικηγόρου του αιτητή προς το δικηγόρο του καθ' η αίτηση 1 ημερ. 12.5.11) φαίνεται ότι το διοριστήριο αυτού από τον αιτητή υπεγράφη στις 12.5.
- Πέραν τούτου στο σημείο αυτό όσον αφορά τη πειστικότητα της όλης θέσης του ενάγοντα θα πρέπει να σημειωθεί ότι παρά το ότι αυτός αναφέρει ότι επισκέφθηκε τον νυν δικηγόρο του για να τον συμβουλεύσει μετά το ξεκαθάρισμα της υγείας του, από την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 5.7.11 φαίνεται ότι μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης ήτοι στις 24.5.11 η κατάσταση αυτή εξακολουθούσε να μην είναι ξεκαθαρισμένη εφόσον τότε παραπέμφθηκε για βιοψία στις 21.7.
- Τέλος και παρά την δήλωση του νυν δικηγόρου του στο Δικαστήριο στις 13.5.11 περί της πρόθεσης του να καταχωρήσει αίτηση για επαναφορά της απαίτησης, το πρώτο διάβημα που έγινε για το σκοπό αυτό ήτοι η μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησης αίτησης επαναφοράς δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο στις 6.6.11 δηλ. τρεις και πλέον εβδομάδες μετά και ουσιαστικά δύο περίπου μήνες μετά την απόρριψη της απαίτησης του, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία ούτε για το χρόνο αυτό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η όλη στάση του ενάγοντα αναφορικά με την υπόθεση του και η ουσιαστικά χωρίς αποχρώντα λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης ή έστω να δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του να χειρισθούν την υπόθεση του αλλά και η χωρίς αποχρώντα λόγο καθυστέρηση του να αποταθεί για την επαναφορά της απαίτησης του καταδεικνύουν πλήρη αδιαφορία και γενικά μια περιφρονητική στάση απέναντι στο Δικαστήριο. Η στάση αυτή κρίνω ότι είναι ασυγχώρητη και ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η παρούσα αίτηση δεν έπασχε για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια άσκησης της σχετικής διακριτικής μου εξουσίας θα απέρριπτα το αίτημα για επαναφορά της απαίτησης του ενάγοντα για αυτό το λόγο. Υπό τις περιστάσεις η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγομένων και εναντίον του αιτητή - ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση ορίζεται για ακρόαση στις 19.1.12 και ώρα 10:
- (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση επαναφοράς αγωγής - Δ.33) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο