← Κύπρος

Κυριάκος Ιωάννου ν. P K PHOENIX ESTATES CO LTD, Αρ. Αγωγής: 658/11, 23.12.2011

Κυριάκος Ιωάννου ν. P K PHOENIX ESTATES CO LTD, Αρ. Αγωγής: 658/11, 23.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 658/11 Μεταξύ: Κυριάκος Ιωάννου Ενάγοντα και P. K. PHOENIX ESTATES CO LTD Εναγομένων Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερ. 18.4.11 Ημερομηνία: 23.12.2011 Για Αιτητή - Ενάγοντα: κ. Χ. Τσέλεπος. Για Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενους: κ. Ν. Παπαθεοχάρους. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγοντας ζητά την εναντίον των εναγομένων έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης. Στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσαν επ' ονόματι του, εις διαταγή και όφελος του την επιταγή της Σ.Π.Ε. Κ. Πάφου υπ' αριθμό 16917379 για το ποσό των €9,000, η οποία παρουσιάσθηκε εμπρόθεσμα για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «μη επαρκή υπόλοιπα» και παρά τις οχλήσεις του ενάγοντα οι εναγόμενοι αμελούν να του καταβάλουν το ποσό της επιταγής, το οποίο αξιώνει μετά νομίμου τόκου. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 18.4.11 και βασίζεται στις Δ.18 Κ.1(a), 2 και Δ.48 Κ.1-3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα - αιτητή (στο εξής ο αιτητής) ημερ. 18.4.11 στην οποία αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Έχει να λαμβάνει από τους εναγόμενους το εις την έκθεση απαιτήσεως αξιούμενο ποσό μετά των τόκων, το οποίο οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν δυνάμει της επιταγής της Σ.Π.Ε. Κ. Πάφου υπ' αριθμό 16917379, ημερομηνίας 10.8.2010 εκ ποσού €9,000 (η εν λόγω επιταγή επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1). Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Καταχώρησαν δε εμφάνιση στις 12.4.11 μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Ως εκ των άνω ειλικρινά πιστεύει ότι είναι ορθόν και δίκαιο να εκδοθεί η αιτούμενη απόφαση. Η ένσταση των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 21.6.11 και στηρίζεται στις Δ.18 Κ.1-9 και Δ.57 Κ.1,2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Παναγιώτη Κασάπη διευθυντή των καθ' ων η αίτηση ο οποίος, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω του ότι τη χειρίστηκε προσωπικά και περαιτέρω είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση είναι οι ακόλουθοι:

  1. Η αίτηση του ενάγοντα δεν περιέχει όλα τα στοιχεία και/ή είναι αντικανονική και/ή μη σύμφωνη με το νόμο και τους θεσμούς.
  2. Η αξίωση του ενάγοντα δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  3. Οι εναγομένοι έχουν καλή ουσιαστική και βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή.
  4. Είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί στους εναγόμενους το δικαίωμα να υπερασπισθούν τον εαυτό τους και/ή να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Σε αντίθετη περίπτωση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης και/ή παραβίαση του δικαιώματος τους για δίκαιη για δίκαιη δίκη όπως αυτό προβλέπεται από το Σύνταγμα. Ο κ. Κασάπης στην ενόρκη δήλωση του υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους της ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και αναφέρει ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι γενικό και αόριστο και δεν στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή γιατί έχουν πολύ καλή υπεράσπιση για ολόκληρο το ποσό και/ή απαίτηση του ενάγοντα. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η αναφερόμενη επιταγή εκδόθηκε από τους εναγόμενους για την αγορά από τον ενάγοντα του οχήματος με αριθμούς ΕΚΜ
  5. Το εν λόγω όχημα όμως πωλήθηκε από τον ενάγοντα σε άλλο τρίτο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εν αγνοία των εναγομένων χωρίς να τους επιστραφεί η αναφερόμενη επιταγή, η οποία παρουσιάστηκε προς πληρωμή χωρίς να υπάρχει καλό και η νόμιμο αντάλλαγμα. Είναι η θέση του κ. Κασάπη ότι η υπόθεση του ενάγοντα δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και/ή στερείται αγώγιμου δικαιώματος. Τέλος αναφέρει ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, για το λόγο ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης. Έχει καταστεί σαφές από τη νομολογία ότι η χρήση της εξουσίας αυτής πρέπει να γίνεται μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής και η έκδοση απόφασης όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικαστεί για τη δίκαιη επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να προχωρήσει να εκδώσει απόφαση. Το καθήκον του Δικαστηρίου αρχίζει με τον έλεγχο της αυστηρής συμμόρφωσης του αιτητή με τις διατάξεις της Δ.18 Κ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση και έχει ως ακολούθως: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Σε μετάφραση: «Οπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2 Κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Οι προϋποθέσεις λοιπόν που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη εν λόγω διάταξη είναι οι εξής:
  6. Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Κ.
  7. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή.
  8. Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προυποθέσεις στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης (βλ. Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.

(1972)1 C.L.R. 130 και Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). 4. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Από το λεκτικό της Δ.18 Κ.1(α) προκύπτει ότι ο ενάγοντας θεωρείται δεδομένο ότι είναι ικανός να προβεί στην ένορκη δήλωση που απαιτείται εκ μόνου του γεγονότος ότι είναι ο ενάγοντας. Η ίδια διάταξη παρέχει την δυνατότητα η εν λόγω ένορκη δήλωση να γίνεται και από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα. Όμως το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, επιβεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής. Στις ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Κ.2 αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών δυνάμει της Δ.18 Κ.1(α) θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αυτά. Η θετική γνώση είναι μια ευρύτερη έννοια από την προσωπική γνώση και δεν προϋποθέτει απαραίτητα προσωπική γνώση. Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εφόσον είναι ξένος προς την αγωγή (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Εκεί δε που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για όλα τα πιο πάνω (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174 και Stavrinides ανωτέρω). Δυνάμει της Δ.18 η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από έγγραφα εκτός εάν το επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής ή εάν η βάση της αγωγής σχετίζεται άμεσα με αυτά. Εάν και εφόσον γίνεται αναφορά σε έγγραφα στην ένορκη δήλωση τότε αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου ανωτέρω και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Στην παρούσα περίπτωση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Ο ενάγοντας καταχώρησε στις 4.3.11 αγωγή με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο και οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 12.4.
  1. Η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στη πολύ συνοπτική όμως παράθεση των γεγονότων ο ενάγων περιορίζεται να αναφέρει ουσιαστικά ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να του οφείλουν το αξιούμενο, στην Έκθεση Απαίτησης, ποσό δυνάμει επιταγής της Σ.Π.Ε. Κ. Πάφου υπ' αριθμό 16917379, ημερομηνίας 10.8.2010 εκ ποσού €9,
  2. Δεν κάνει δε καμία αναφορά στο κατά πόσο η επιταγή εκδόθηκε από τους εναγόμενους επ' ονόματι του έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Εδώ να σημειωθεί ότι τα όσα γεγονότα αναφέρει σχετικά, πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση του για την παρούσα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην γιατί δεν αποτελούν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον η ακροαματική διαδικασία τέτοιων αιτήσεων γίνεται στα πλαίσια της αίτησης και της ένστασης και των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο ενάγων, στην ένορκη δήλωση του, δεν παραθέτει επαρκή γεγονότα τα οποία να επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα του, όπως αυτό δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Συναφώς κρίνω ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι 3 πρώτες προυποθέσεις της Δ.18 Κ.1(α) και, ως έχει προαναφερθεί, σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή αποκάλυψαν τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να τους δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθούν στην αγωγή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να παραθέτει λεπτομέρειες και επαρκή στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο παρέχεται το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων και να εκτιμήσει κατά πόσο έχει καλή υπεράσπιση. Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το πιο πάνω θέμα. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 τονίστηκε και πάλιν ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας αυτής και λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. επίσης CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 1, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και 1.F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ 1230). Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1912 λέχθηκε ότι η υπεράσπιση του εναγομένου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μια καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Το κριτήριο όμως αυτό δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418 λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο της δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Τέλος η εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης θα πρέπει να γίνεται υπό το φως των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Εξετάζοντας στη συνέχεια τα πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσας θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των €9,000 πλέον νόμιμο τόκο δυνάμει επιταγής, η οποία δόθηκε, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση αυτοί ουσιαστικά υποστηρίζουν ότι η εν λόγω επιταγή εκδόθηκε μεν από τους εναγόμενους για την αγορά από τον ενάγοντα ενός οχήματος αλλά αυτό πωλήθηκε από τον ενάγοντα σε άλλο τρίτο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εν αγνοία των εναγομένων χωρίς να τους επιστραφεί η αναφερόμενη επιταγή και ότι συνεπώς αυτή δεν δόθηκε για καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Εδώ να σημειωθεί ότι τα όσα γεγονότα αναφέρει σχετικά, πέραν και συμπληρωματικά των πιο πάνω, ο συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση στην αγόρευση του για την παρούσα, ως έχει προαναφερθεί και για το συνήγορο του αιτητή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην γιατί δεν αποτελούν μαρτυρία. Να σημειωθεί επίσης ότι ο ενάγοντας - αιτητής δεν απάντησε στους πιο πάνω ισχυρισμούς και ο ενόρκως δηλών για τους καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε σχετικά. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων εκφράζουν μια καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση για έλλειψη αντιπαροχής/ανταλλάγματος στην επιταγή, η οποία υπεράσπιση θα πρέπει να ακουστεί. Ενόψει λοιπόν του ότι υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση θεωρώ ότι δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει ορθό και δίκαιο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ως έχει προαναφερθεί ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι να εντοπίζει την ύπαρξη επίδικων ζητημάτων και όχι να αποφασίσει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται έχει πιθανότητα επιτυχίας. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγομένων και εναντιον του αιτητή - ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 14 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για συνοπτική απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.