Μηνά Ιωάννου ν. ESH-STYLE HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2579/11, 29.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2011:A182 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2579/11 Μεταξύ: Μηνά Ιωάννου από την Πάφο Ενάγοντα Και
- ESH-STYLE HOLDINGS LIMITED (HE 187185) από την Πάφο
- JANE EDMONDSON από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο Εναγομένων ----------------------- Ημερομηνία: 29.12.2011 Αίτηση ημερ. 30.9.2011 Για Ενάγοντα-Αιτητή κ. Τριλλίδης για κ. Πολάκη Σαρρή μαζί με κ. Φακοντή Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση κα Πιτσιλλίδου με κα Σαββίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτημα του Ενάγοντα σε αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 30.9.2011 εκδόθηκε αυθημερόν προσωρινό διάταγμα το οποίο:
- Παγοποιεί και/ή δεσμεύει τον τρεχούμενο λογαριασμό τραπεζικό επ΄ ονόματι των Εναγομένων αρ. 1 με αριθμό 4002721-4 στην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΥΣ μέχρι ποσού €10.000- μέχρι πλήρους εκδικάσεως και ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Απαγορεύει στην Εναγόμενη αρ. 1 και/ή στους διευθυντές και/ή στους αξιωματούχους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή πληρεξουσίους αυτής να πωλήσουν και/ή να διαθέσουν και/ή να δωρίσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να ενεχυριάσουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να επιβαρύνουν και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν την κινητή περιουσία η οποία βρίσκεται εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της και συγκεκριμένα τα πιο κάτω ταχύπλοα σκάφη τα οποία βρίσκονται εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της Εναγόμενης αρ. 1 στο τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας: Αριθμός Εγγραφής Όνομα Σκάφους Αριθμός Άδειας Κυκλοφορίας LL11828 POSEIDON 00042011 LL11831 ATHENA 00042311 LL12944 APOLLO 0042211 LL11832 ARTEMIS 0042411 LL11654 DIONYSUS 0042511 μέχρι πλήρους εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή σε έκαστο εξ αυτών και/ή σε αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή πληρεξουσίους αυτών να μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή διαθέσουν 500 μετοχές της εναγόμενης αρ. 1 και οι οποίες βρίσκονται επ΄ ονόματι της Εναγομένης αρ. 2 και/ή όπως προβούν σε οποιαδήποτε αύξηση και/ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 1 και/ή σε οποιαδήποτε αλλαγή στο καταστατικό αυτής και/ή σε οποιαδήποτε αλλαγή των διευθυντών και/ή γραμματέων και/ή αξιωματούχων αυτής, μέχρι πλήρους εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-9, στη Δ.64, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο Ενάγων Μηνάς Ιωάννου αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις αρχές του 2007 συνέστησε την Εναγόμενη 1 εταιρεία μαζί με την Εναγόμενη 2 και από τις 20.3.2007 μέχρι και την 31.8.2011 ήταν ο μόνος διευθυντής της και κατά 50% μέτοχος. Η Εναγόμενη 2 ήταν γραμματέας της εναγόμενης 1 και κατά 50% μέτοχος. Ο ίδιος διεύθυνε τις καθημερινές εργασίες της Εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη 2 ασχολείτο με το διοικητικό μέρος της εταιρείας. Η Εναγόμενη 1 είχε σεβαστό κύκλο εργασιών και εμφάνιζε υπολογίσιμο τζίρο. Στις 28.9.2011 μετέβηκε στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιφέρειας Πόλης Χρυσοχούς όπου διατηρούσαν τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με αριθμό 4002721-4 και τον οποίο διαχειριζόταν πολύ συχνά προσωπικά όπου πληροφορήθηκε ότι είχαν σταλεί στην Πιστωτική Εταιρεία Πόλεως Χρυσοχούς πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών όπου εμφανίζεται σαν μοναδική μέτοχος και διευθύντρια η Εναγόμενη 2, έτσι δεν του επιτράπηκε η οποιαδήποτε πρόσβαση στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Την ίδια ημέρα ο δικηγόρος του προέβη σε έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών όπου διαπίστωσε ότι στις 31.8.2011 ο ίδιος απομακρύνθηκε από διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ανέλαβε η Εναγόμενη
- Την ίδια ημέρα το ποσοστό 50% των δικών του μετοχών μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 2 η οποία κατέχει το 100% των μετοχών της Εναγόμενης
- Ο ίδιος όπως αναφέρει ουδέποτε έδωσε συγκατάθεση για τις αλλαγές αυτές και ουδέποτε θέλησε να διαθέσει τις μετοχές του στην Εναγόμενη 2 ή σε άλλο πρόσωπο. Αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι η Εναγόμενη 1 μπορεί πλέον χωρίς τη δική του συγκατάθεση να διαθέσει σε τρίτους την κινητή της περιουσία, τόσο τα χρήματα που βρίσκονται στον τραπεζικό λογαριασμό όσο και τα σκάφη και τρόλεϊ των οποίων είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, όπως επίσης η Εναγόμενη 2 σαν μοναδική μέτοχος μπορεί να πωλήσει την Εναγόμενη 1 σε οποιοδήποτε αγοραστή. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Μηνά Iωάννου η Εναγόμενη 2 δεν έχει άλλη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα της στην Κύπρο και η κατοικία που διαμένει στην Κύπρο στο Νέο Χωριό Πάφου δεν είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της. Η έκδοση του διατάγματος δεν προκαλεί καμιά ζημιά στην Εναγόμενη 1 και στην Εναγόμενη 2 αφού η κινητή περιουσία θα παραμείνει επ ονόματι της Εναγόμενης 1 και η εταιρική ταυτότητα της θα παραμείνει ως είχε πριν από τις 31.8.
- Στην ένσταση της η Εναγόμενη 1 προβάλλει τους πιο κάτω λόγους για τους οποίους ενίσταται στην συνέχιση του επίδικου διατάγματος: (Α) Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε με την καταχώρηση της αγωγής είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή δεν επιτρέπει την έκδοση και/ή συνέχιση ισχύος του διατάγματος που εκδόθηκε με βάση αυτή. (Β) Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια (clear Ηands) και δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης και γενικά απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και/ή ελλιπή. (Γ) Ο Ενάγοντας δεν έχει παρουσιάσει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του και/ή δεν αποκάλυψε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται θεραπεία. (Δ) Ο Ενάγοντας δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Ε) Ο Ενάγοντας δεν έχει δώσει καμιά εξήγηση και δεν προσκόμισε καμιά μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση ή μη συνέχιση του διατάγματος. (ΣΤ) Ο Ενάγοντας δεν θα εμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του και/ή δεν αποδεικνύει ότι θα εμποδιστεί. (Ζ) Δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση του διατάγματος και/ή ο Ενάγοντας απέτυχε να το αποδείξει και δεν δικαιολόγησε την καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος του. (Η) Ο Ενάγοντας απέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όσο και τις πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Στην ένορκη δήλωση της Άνθιας Σαββίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης 1, η οποία συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι δεν κατέστη δυνατό να ορκιστεί ο διευθυντής της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενης 1 καθώς διαμένει μόνιμα στην Αγγλία και δεν είχε τους οικονομικούς πόρους να ταξιδεύει στην Κύπρο αλλά ούτε και το χρόνο να μεταβεί στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Αγγλία. Είναι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2, όπως φαίνονται μέσα από την ένορκη δήλωση της Άνθιας Σαββίδου ότι αυτή πλήρωσε όλα τα έξοδα για την αγορά της Εναγόμενης 1 και όλα τα εξαρτήματα που χρειάζονταν για τη λειτουργία της, το ύψος των οποίων ανήλθε στο ποσό των €230.
- Η Εναγόμενη 2 παραχώρησε στον Ενάγοντα το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 χωρίς αντάλλαγμα λόγω των ερωτικών σχέσεων που διατηρούσαν και γιατί επρόκειτο να παντρευτούν. Η εταιρεία δεν εμφάνιζε ουσιαστικά ανάπτυξη και ο κύκλος εργασιών της είχε μειωθεί. Αποφάσισαν να την πωλήσουν χωρίς όμως αυτό να γίνει εφικτό. Αποδέκτηκε πρόταση του Ενάγοντα για να επαναλειτουργήσει τις εργασίες της Εναγόμενης 1 παρόλο που γνώριζε ότι ο Ενάγων στο παρελθόν χρησιμοποιούσε τα χρήματα της Εναγόμενης 1 άσκοπά και χωρίς την δική της έγκριση. Κατά το Μάϊο 2011 πληροφορήθηκε η Εναγόμενη 2 ότι η χρεωστική της κάρτα που ήταν συνδεδεμένη με τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 είχε ακυρωθεί μετά από οδηγίες του Ενάγοντα και ο Ενάγοντας έκανε προσπάθειες να πωλήσει σε ενδιαφερόμενους αγοραστές τα σκάφη που ήταν ιδιοκτησία της Εναγόμενης
- Περαιτέρω ο Ενάγων διενήργησε αδικαιολόγητες χρεώσεις στο λογαριασμό της Εναγόμενης
- Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 μέσα από την ένορκη δήλωση της Άνθιας Σαββίδου ότι ο Ενάγων δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων της υπόθεσης. Ο ενάγων δεν έχει παρουσιάσει την ύπαρξη επιτυχίας στην αγωγή του και δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αφού ο ίδιος έχει ενεργήσει πλημμελώς ως διευθυντής και ως μέτοχος της Εναγόμενης 1 αφού καταχράστηκε τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 για προσωπικό του όφελος πλουτίζοντας αδικαιολόγητα και παραβλάπτοντας τα συμφέροντα της Εναγόμενης
- Στην γραπτή του αγόρευση ο κ. Τριλλίδης εκ μέρους του Ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι η Eναγόμενη 1 δεν αντικρούει κανένα ισχυρισμό του Ενάγοντα σε σχέση με τις ενέργειες της Εναγόμενης 2 για τις αλλαγές στα έγγραφα της εταιρείας και για τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αλλά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Άνθιας Σαββίδου προβάλλεται η υπεράσπιση και πιθανή ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 εναντίον του Ενάγοντα. Με τη διατήρηση του διατάγματος καμιά ζημιά δεν θα υποστεί η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ενώ αντίθετα από την ακύρωση του ο ενάγων θα υποστεί σημαντική ζημιά. Στη δική τους γραπτή αγόρευση εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενης 1 οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων δεν έχει παρουσιάσει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του σε αντίθεση με τις Εναγόμενες 1 και 2 που έχουν καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον του και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να απορρίψει την συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας.. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά". Πριν προχωρήσω στην εξέταση του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα εξετάσω τον ισχυρισμό της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ότι ο Ενάγων-Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να το ακυρώσει χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.α. v. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 όπως αναφέρονται στην ένσταση της και όπως αναπτύσσονται στην αγόρευση των συνηγόρων της παρατηρώ ότι αφορούν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 σε σχέση με ενέργειες και συμπεριφορά του Ενάγοντα που πιθανόν να αφορούν ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 όχι όμως γεγονότα που θεωρούνται ότι αποκρύβησαν από τον Ενάγοντα ώστε να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση του διατάγματος. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής δεν εξηγεί πουθενά γιατί η αίτηση του ήταν τόσο επείγουσα ώστε να δικαιολογεί ένα εξαιρετικό μέτρο όπως η μονομερής έκδοση ενός διατάγματος. Το θέμα αυτό εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος και έκρινε ότι δικαιολογείται η έκδοση του. Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα αυτό και όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση του Μηνά Ιωάννου μόλις ο Ενάγων ενημερώθηκε για τις ενέργειες της εναγόμενης 2 σε σχέση με τις μεταβιβάσεις των μετοχών της Εναγόμενης 1 και την αλλαγή στο διευθυντή της εταιρείας στις 28.9.11 προχώρησε με οδηγίες στο δικηγόρο του και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή στις 30.9.11 αφού πλέον με τις αλλαγές αυτές η Εναγόμενη 2 έχει πλήρη έλεγχο της Εναγόμενης 1. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο Αιτητής εξηγεί στην αίτηση του το κατεπείγον της (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Επανερχόμενη στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 θα ξεκινήσω από την πρώτη προϋπόθεση δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος η οποία αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης απαιτήσεως ο Ενάγων ζητεί μεταξύ άλλων Δηλωτικά Διατάγματα σε σχέση με την ιδιότητα της Εναγόμενης 2 στην Εναγόμενη 1 και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι παράνομη και/ή προϊόν δόλου και απάτης. Ζητά επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ανάληψη και/ή μεταβίβαση των 500 συνήθων μετοχών που κατείχε ο Ενάγων στην Εναγόμενη 1 από την Εναγόμενη 2 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή προϊόν δόλου και απάτης όπως επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 όπως αποδώσουν βιβλία και/ή ετήσιους οικονομικούς λογαριασμούς και/ή ελεγμένους λογαριασμούς και/ή καταστάσεις για τα κέρδη και/ή οφέλη και/ή εισοδήματα και/ή τόκους που απεκόμισαν και/ή για τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 από την 31.8.2011 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Οι ζητούμενες θεραπείες όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αποκαλύπτουν κατά τη κρίση μου σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσο αφορά την δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή διαζευκτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταμάτα εκεί που επιτρέπει την διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι η κρίση μου με βάση τα πιο πάνω αλλά και με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και ιδιαίτερα της μεταβιβάσεως των μετοχών του Ενάγοντα στο όνομα της Εναγόμενης 2 και της απομάκρυνσης του από διευθυντή χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει και χωρίς να επιθυμεί τη μεταβίβαση των μετοχών του σε οποιοδήποτε πρόσωπο όπως αναφέρει ότι ο Ενάγων έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 να είναι δηλαδή δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει τον υπολογισμό της ζημιάς και την επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 C.L.R. 1791 η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Όπως φαίνεται από τα τεκμήρια που επισυνάπτει ο Αιτητής έγινε μεταβίβαση του 50% των μετοχών της εταιρείας που κατείχε στο όνομα της Εναγόμενης 2 με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 2 να κατέχει το 100% των μετοχών της εταιρείας. Είναι ο ισχυρισμός του ότι αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του. Η Εναγόμενη 1 στην ένσταση της δεν απαντά στον ισχυρισμό αυτό αλλά προβάλλει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 για την συμπεριφορά του Ενάγοντα θέμα που παραμένει επίδικο. Ο απόλυτος έλεγχος της εταιρείας από την Εναγόμενη 2 αποστερεί ουσιαστικά από τον Ενάγοντα τη δυνατότητα να διεκδικήσει τις μετοχές της εταιρείας και στη περίπτωση που το διάταγμα ακυρωθεί θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη με το πέρας της αγωγής αφού η εταιρεία μπορεί να πωληθεί και τα αντικείμενα να αποξενωθούν. Όπως έχει αναφέρει ο Ενάγων και δεν έχει αντικρουστεί, η εταιρεία έχει ως μοναδικά περιουσιακά στοιχεία τα επίδικα και η Εναγομένη 2 καμιά περιουσία στην Κύπρο. Φαίνεται δε από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι η Εναγομένη 2 δεν έχει οικονομικούς πόρους. Ενόψει των πιο πάνω είμαι ικανοποιημένη ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Το Δικαστήριο θα πρέπει επίσης να σταθμίσει στο ισοζύγιο της ευχέρειας αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ενόψει των πιο πάνω και ιδιαίτερα των όσων έχουν αναφερθεί σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή ότι δηλαδή είναι δίκαιο και πρόσφορο το διάταγμα να γίνει απόλυτο. Σε σχέση με την παράγραφο (Δ) της αίτησης θεωρώ ότι στο στάδιο αυτό δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιου διατάγματος αφού είναι δραστικό διατακτικό διάταγμα που αφορά την ουσία της αγωγής. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν την πορεία της αίτησης και επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση τα οποία θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο