← Κύπρος

PARESH RAMESH PITHIYA κ.α. ν. ΚΑRMA ESTATES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 169/10, 19 Iανουαρίου 2011

PARESH RAMESH PITHIYA κ.α. ν. ΚΑRMA ESTATES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 169/10, 19 Iανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A1 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 169/10 Μεταξύ: 1.PARESH RAMESH PITHIYA

  1. RAKHEE PITHIYA Εναγόντων -και-
  2. ΚΑRMA ESTATES LIMITED
  3. ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΑ,
  4. ΑΡΙΣΤΟΥ ΚΑΡΑ,
  5. ΕΛΕΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 27.10.2010 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 19 Iανουαρίου
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Εναγόμενους 2, 3, 4: Ο κ. Σκορδής. Για Καθ΄ων η αίτηση/Ενάγοντες: Ο κ. Διομήδους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι-αιτητές 2, 3 και 4 ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση ημερ. 30.06.2010 που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 2, 3 και
  7. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚEΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.26 θθ.14-15, Δ.48 θθ1-11, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα ΄Αρθρα 29-32 και 43 του Ν.14/60, στο ΄Αρθρο 30 του Συντάγματος και στο ΄Αρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ενορκη δήλωση Εναγομένου
  8. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: v Στις 31.08.2010 ο εναγόμενος 3 έλαβε ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου που αφορούσε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της μητέρας του, εναγόμενης 2, για το ποσό των €109.948,49 πλέον έξοδα, τόκους και Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 1). Αφού έλαβε γνώση αυτού, άμεσα και δη την επόμενη μέρα, ενημέρωσε τους δικηγόρους του οι οποίοι προέβηκαν σε έλεγχο στο φάκελο του Δικαστηρίου και, όπως του ανέφεραν, εξεδόθη απόφαση ημερ. 30.06.2010 εναντίον των εναγομένων λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. v Από την έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου υπεδείχθη στον εναγόμενο 3 η κατ΄ ισχυρισμό επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, την οποία ουδέποτε έλαβε και απ΄ ό,τι καλύτερα γνωρίζει δεν υπέγραψε. Όπως δε πληροφορείται από τη σύζυγό του ουδέποτε αυτή παρέλαβε εκ μέρους του το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ως ορκίζεται ο ιδιώτης επιδότης. v Όπως πληροφορείται από την εναγόμενη 2, μητέρα του, η οποία δεν διαμένει μαζί του, περί τον Μάρτιο του 2010 την επισκέφθηκε ιδιώτης επιδότης και της ανέφερε ότι πρέπει να υπογράψει κάποια έγγραφα που αφορούσαν την εναγόμενη 1 εταιρεία. v Τα ίδια του ανέφερε και η εναγόμενη 4, θεία του, ότι, δηλαδή, κατά την ίδια μέρα την επισκέφθηκε ιδιώτης επιδότης και της ανέφερε ότι πρέπει να υπογράψει κάποια έγγραφα τα οποία αφορούσαν την εναγόμενη 1 εταιρεία. v Η εναγόμενη 2 είναι ηλικίας 67 ετών και η εναγόμενη 4 64 χρονών ενώ και οι δύο είναι χωρίς κανένα επίπεδο μόρφωσης και πλήρη άγνοια των δικαστικών διαδικασιών. Λόγω δε του προχωρημένου της ηλικίας τους δεν αντελήφθησαν το είδος των εγγράφων τα οποία παρέλαβαν και δεν ενημέρωσαν τον εναγόμενο 3 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο της οικογένειάς τους. v Συνεπώς ο εναγόμενος 3 δεν είχε γνώση γιατί δεν έλαβε ποτέ την επίδοση του κλητηρίου, ενώ οι εναγόμενες 2 και 4 δεν είχαν ουσιαστική γνώση για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Ουσιαστική γνώση της αγωγής έλαβαν στις 31.08.2010 οπόταν και επιδόθηκε στη μητέρα του εναγόμενου 3, εναγομένη 2, ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου που αφορούσε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της μητέρας του. v ΄Αμεσα και, αφού ο εναγόμενος 3 έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής, επισκέφθηκαν οι εναγόμενοι τους δικηγόρους τους όπου και τους πληροφόρησαν τα γεγονότα για την υπεράσπισή τους. v Αναφορικά με την υπεράσπιση των εναγομένων επί της ουσίας ο εναγόμενος 3 αναφέρει τα εξής: i. Σχετικά με τη Συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας ημερ. 7.11.2007 (Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ημερ. 18.06.2010 που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου). Ουδεμία συμβατική σχέση είχαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 με τους ενάγοντες οι οποίοι ουδέν αγώγιμο δικαίωμα διατηρούν έναντι τους. ii. Ουδέποτε υπέγραψε ο εναγόμενος 3 και οι εναγόμενες 2 και 4 πληρεξούσιο έγγραφο στην εναγόμενη εταιρεία αρ. 1 για να ενεργεί εκ μέρους ή να τους αντιπροσωπεύει ως επικαλούνται οι ενάγοντες. iii. Η όλη αλληλογραφία μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 πουθενά αναφέρει τους εναγόμενους 2, 3 και 4 γεγονός που δείχνει ότι ουδεμία σχέση είχαν με τους ενάγοντες και την εναγόμενη 1 και τις οποιεσδήποτε μεταξύ τους διαφορές. iv. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε ποσό από τους ενάγοντες και ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε γνώση ή ενημέρωση για τη μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 συμφωνίας. v. Η μοναδική σχέση που είχαν με την εναγόμενη 1 είναι η ιδιοκτησία γης την οποία οι εναγόμενοι αντάλλαξαν με την εναγομένη εταιρεία αρ.
  9. (Σχετική δέσμη εγγράφων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2) v Η οποιαδήποτε υπό τις περιστάσεις καθυστέρηση που παρουσιάστηκε εκ μέρους των εναγομένων όσον αφορά την καταχώριση της παρούσας αίτησης είναι απόλυτα δικαιολογημένη, σε καμία περίπτωση οφείλεται σε ασέβεια προς το Δικαστήριο και στις δικαστικές διαδικασίες, ενώ δόθηκαν άμεσα οδηγίες στους δικηγόρους των εναγομένων να προβούν στα απαραίτητα μέτρα μόλις οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Οι εναγόμενοι, πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, κατεχώρησαν και προγενέστερα, στις 23/9/10, αίτηση παραμερισμού. Ενορκη δήλωση Στέφανου Σκορδή δικηγόρου των Εναγομένων 2, 3,
  10. Ενορκο δήλωση καταχώρησε και ο δικηγόρος των Εναγομένων 2, 3 και
  11. Σ΄ αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ü Στις 21/10/10 και ώρα 8.30 π.μ. ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου η δια κλήσεως αίτηση των Εναγομένων ημερ. 23/9/10 η οποία αφορούσε στον παραμερισμό της υπό του Δικαστηρίου εκδοθείσας απόφασης εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ημερ. 30/6/
  12. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε, μετά από σχετική μονομερή αίτηση, προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της προς παραμερισμό απόφασης το οποίο κατέστη απόλυτο στις 30/9/
  13. ü Την προηγούμενη μέρα, δηλαδή 20/10/10, ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε τηλεφωνικά με το δικηγόρο των εναγόντων κ. Διομήδη Καλλή με τον οποίο συνεννοήθηκε ότι την επομένη μέρα θα εμφανιζόταν στο Δικαστήριο για να ζητήσουν χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση παραμερισμού και τον ενημέρωσε ότι εκ μέρους των εναγόντων θα εμφανιζόταν η δικηγόρος του εν Λάρνακα γραφείου επιδόσεως τους κα Μαρία Σουρουλλά. ü Ο ενόρκως δηλών ειδοποίησε δια τηλεομοιότυπου και τηλεφωνικώς για τα πιο πάνω το δικηγόρο του γραφείου επιδόσεως τους κ. Νίκο Γεωργίου ο οποίος του ανέφερε ότι θα εμφανιζόταν εκ μέρους του γραφείου των δικηγόρων των εναγομένων. ü Στις 11.00 π.μ. στις 21/10/10 ο ενόρκως δηλών έλαβε τηλεφώνημα από το συνάδελφο του Νίκο Γεωργίου ο οποίος τον πληροφόρησε ότι η αίτηση παραμερισμού απερρίφθη, κατόπιν αιτήσεως της δικηγόρου κας Σουρουλλά, γιατί ο ίδιος άργησε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. ü Εξ όσων πληροφορήθηκε ο ενόρκως δηλών από το συνάδελφο του Ν.Γεωργίου ο λόγος της μη έγκαιρης εμφάνισης του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ποινική υπόθεση η οποία προέκυψε εκτάκτως όπου και απασχολήθηκε για περισσότερο χρόνο από ό,τι ανέμενε. ü Αμέσως ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με τον κ. Καλλή ο οποίος του ανέφερε ότι η πλευρά τους εκ παραδρομής ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και ότι ουδεμία ένσταση είχε στην επαναφορά της. ü Στις 22/10/10 καταχωρήθηκε αίτηση επαναφοράς της αίτησης παραμερισμού ημερ. 23/9/10 η οποία, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ορίστηκε για τις 25/10/
  14. Παρά την εκπεφρασμένη πρόθεση των δικηγόρων των Εναγόντων να αποδεχτούν την αίτηση επαναφοράς, εντούτοις αυτή ορίστηκε στις 27/10/10, ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι την απέσυραν λόγω δικονομικού κωλύματος. Συνεπεία των ως άνω οι εναγόμενοι προχώρησαν άμεσα στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. ü Είναι ξεκάθαρο ότι οι αιτητές ουδεμία περιφρόνηση επέδειξαν για τη δικαστική διαδικασία αλλά τα όσα έγιναν στις 21/10/10 οφείλονταν σε παραδρομή και σε έκτακτα συμβάντα και ως αποτέλεσμα η όποια περίοδος παρήλθε από τις 23/9/10 μέχρι σήμερα είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εναγόμενου 3 Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ο εναγόμενος 3 αναφέρει σε σχέση με το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι αυτό επεδόθη στον ίδιο από τον ιδιώτη επιδότη με την άφεσή του στη σύζυγό του, τα εξής: § Από μια απλή αντιπαραβολή των πρώτων σελίδων των κλητηρίων ενταλμάτων που συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση) διαφαίνεται ότι η υπογραφή της εναγομένης 2 στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα είναι η ίδια με την υπογραφή που φέρει το κλητήριο ένταλμα που κατ΄ ισχυρισμό επιδόθηκε για τον ίδιο στη σύζυγό του. § Είναι γεγονός, όμως, ότι η εναγόμενη 2 δεν είναι η σύζυγός του, αλλά η μητέρα του, η οποία δεν είναι συγκάτοικος και δεν μπορούσε να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους του εναγόμενου
  15. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση με την ίδια νομική βάση περίπου ως η αίτηση. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: § Οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. § Οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα στους εναγόμενους. § Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι δε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι ατεκμηρίωτοι και αόριστοι. § Οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. § Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες παρεμποδίζοντάς τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελός τους νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Διομήδη Καλλή, ενός εκ των δικηγόρων των Εναγόντων/Καθ΄ων η αίτηση. Σ΄ αυτή, αφού αναφέρεται στο ιστορικό που προηγήθηκε της έκδοσης απόφασης κατόπιν απόδειξης της υπόθεσης και αφού δεν κατεχωρήθη σημείωμα εμφάνισης από τους εναγόμενους 2, 3, 4 παρά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις εναγόμενες 2 και 4 προσωπικά στις 9.03.2010 και στον εναγόμενο 3 με την αφεση του κλητηρίου την ίδια ημερομηνία στη σύζυγό του, προχωρεί και αναφέρει τα ακόλουθα: - Από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 της ένορκης δήλωσής του φαίνεται ότι η εναγόμενη 2 έχει την απαιτούμενη μόρφωση, αντίληψη και ικανότητα για να κατανοήσει και υπογράψει τη Συμφωνία Ανταλλαγής Ακινήτου ημερ. 28.04.2004 και τη Συμφωνία για Διαχωρισμό Συνιδιοκτητών Ακινήτου ημερ. 29.10.1993 και δύο συμπληρωματικές συμφωνίες ημερ. 12.11.1993 και 9.03.
  16. - Επίσης στη Συμφωνία ημερ. 7.11.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην ένορκη δήλωση του Δ. Καλλή) μεταξύ των εναγόντων και όλων των εναγομένων φαίνεται ότι οι εναγόμενες 2 και 4 διόρισαν την εναγόμενη 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους και μάλιστα επί της Συμφωνίας εμφαίνονται και οι αριθμοί των πληρεξουσίων εγγράφων που αυτό σημαίνει ότι τα πληρεξούσια έγγραφα κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο και έλαβαν αριθμό. - Περαιτέρω, όπως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, οι εναγόμενοι 2 και 4 είχαν και την απαιτούμενη μόρφωση και νοητική ικανότητα να υπογράψουν ότι παρέλαβαν το κλητήριο ένταλμα. - Από την παρα.

(8)της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 3 προκύπτει ότι η εναγόμενη 2 είχε την απαιτούμενη μόρφωση και νοητική ικανότητα να κατανοήσει το περιεχόμενο της ειδοποίησης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης), αφού αναφέρεται στην ένορκη του εναγόμενου 3 ότι η ειδοποίηση αυτή επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 και αυτή με τη σειρά της είχε την ικανότητα και αντίληψη να ειδοποιήσει σχετικά τον εναγόμενο 3 και εναγόμενη
  1. - Εντός του φακέλου υπάρχει διοριστήριο Δικηγόρου από τους εναγόμενους 2, 3 και 4 που εξουσιοδοτούσαν τον Γ.Φ. Πιττάτζιη ΔΕΠΕ να εμφανισθεί εκ μέρους τους στην παρούσα αγωγή. Επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 στην ένορκη δήλωση της ένστασης τα σχετικά διοριστήρια. - ΄Οσον αφορά την εναγόμενη 4, όπως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 3, ήταν και αυτή συμβαλλόμενη με την εναγόμενη 2 στις Συμφωνίες Διαχωρισμού ημερ. 29.10.1993 και στις συμπληρωματικές συμφωνίες ημερ. 12.11.1993 και 9.03.
  2. Επίσης είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο προς την εναγόμενη 1 όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 της ένορκης δήλωσης της ένστασης. - Οι Συμφωνίες του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 3 είναι εξειδικευμένες συμφωνίες που δεν μπορεί οποιοσδήποτε να τις υπογράψει αν δεν έχει την πνευματική ικανότητα εκτός αν υπάρχει απάτη και/ή παρανομία για την οποία δεν γίνεται επίκληση. - Ακόμα και στην περίπτωση που οι εναγόμενες 2 και 4 πράγματι δεν αντιλήφθηκαν το είδος των εγγράφων τα οποία παρέλαβαν, αυτές επέδειξαν σοβαρή αμέλεια στη λήψη μέτρων για να εξακριβώσουν την ακριβή φύση των εγγράφων που τους επιδόθηκαν ως όφειλαν να πράξουν. - Ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι οι εναγόμενες 2-4 απέκτησαν ουσιαστική γνώση της αγωγής στις 31.08.2010 και πάλι είναι ένοχοι αδικαιολόγητης καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης αφού η πρώτη αίτηση τους για παραμερισμό καταχωρήθηκε στις 23.09.2010, δηλαδή με καθυστέρηση 23 ημερών. - Οι εναγόμενοι 2-4 στην ουσία δεν έχουν υπεράσπιση: Ø (α) Το ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Πώλησης ημερ. 7.11.2007 ήταν και οι εναγόμενοι 2-4 φαίνεται ξεκάθαρα από το ίδιο το κείμενο της εν λόγω Συμφωνίας. Ø (β) Ως φαίνεται στην 6η σελίδα της Συμφωνίας αυτής τη συμφωνία εκ μέρους των εναγόμενων 2-4 υπογράφει η εναγόμενη 1 δυνάμει των πληρεξούσιων εγγράφων με αριθμούς 692/07, 690/07 και 696/07 αντίστοιχα τα οποία πληρεξούσια είναι κατατεθειμένα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Ø (γ) Ο εναγόμενος 3 δεν επεξηγά στο Δικαστήριο πώς η εναγόμενη 1 έχει στην κατοχή της πληρεξούσια από τους εναγόμενους 2-4 και ποιες ενέργειες έχει κάνει εναντίον της εναγόμενης 1 για να ανακαλέσει και/ή ακυρώσει τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα. Ø (δ) Οι πληρωμές του τμήματος πώλησης έγιναν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο πωλητήριο έγγραφο, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης. Ø (ε) Οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν αν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων ενημέρωσε ή όχι αυτούς σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει αν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγόμενων 2-4 ενήργησε κατά παράβαση των καθηκόντων του και/ή καθ΄ υπέρβαση εξουσίας είναι κάτι που αφορά τους εναγόμενους 2-4 και την εναγόμενη 1 και όχι τους ενάγοντες. - Οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν αν οι εναγόμενοι 2-4 αντάλλαξαν ή όχι ιδιοκτησία γης με την εναγόμενη
  3. - Αυτό που αφορά τους ενάγοντες είναι: i. Οι εναγόμενοι 1-4 δια της γραπτής Συμφωνίας ημερ. 7.11.2007, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης, παρουσιάστηκαν σε αυτούς ως συνιδιοκτήτες του ακινήτου επί του οποίου οι εναγόμενοι 1-4 θα ανήγειραν το οικιστικό έργο «SPORADES» φάση Β και πράγματι ήταν συνιδιοκτήτες του πιο πάνω ακινήτου ως φαίνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας που επισυνάφθηκαν στη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  4. i. Στη Συμφωνία ημερ. 7.11.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 στην ένορκη δήλωση της ένστασης) οι εναγόμενοι 1-4 καλούνται από κοινού «οι πωλητές» και από κοινού πωλούν στους ενάγοντες το διαμέρισμα με αρ. 15 μπλοκ B/C, SPORADES, Φάση Β στην περιοχή Πυθαρκά, Κάππαρης. ii. Ως εκ των ανωτέρω οι ισχυρισμοί των εναγόμενων 2-4 ότι πλην της Συμφωνίας, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, δεν είχαν άλλη σχέση με την εναγόμενη 1 και ότι δεν έχουν σχέση με τους ενάγοντες είναι ψευδείς και εκ των υστέρων σκέψεις. iii. Οι εναγόμενοι 1-4, «Πωλητές» παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των εναγόντων και δεν παρέδωσαν το διαμέρισμα σε αυτούς στις 30.04.2009 ή μετά το πέρας της περιόδου χάριτος των 60 ημερών ως προνοούσαν οι όροι 6 και 7 της Συμφωνίας και, ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι, με βάση τις πρόνοιες του όρου 7 της Συμφωνίας, οφείλουν να επιστρέψουν στους ενάγοντες τα χρήματα τα οποία καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες ως αντάλλαγμα για το διαμέρισμα με 7% τόκο αρχομένου από την ημερομηνία εκάστης πληρωμής. iv. Ως εκ των ανωτέρω οι ισχυρισμοί των εναγόμενων 2-4 περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και καθόλα ανυπόστατοι. - Η καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης παραμερισμού ημερ. 23.09.2010 είναι έκδηλη. Συγκεκριμένα, αυτή καταχωρήθηκε 6 μήνες μετά την επίδοση της αγωγής και 4 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. - Οι εναγόμενοι 2-4 όχι μόνο απέτυχαν να αποδείξουν οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο για τη μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης αλλά και δεν αναφέρθηκαν πειστικοί λόγοι για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[5]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[6]. Οι Αιτητές οφείλουν εδώ να παραθέσουν τα γεγονότα που, κατά τη θέση τους, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλούνται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών[7]. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 εκείνο που αναμένεται να πράξει, και το έχει πράξει, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον τους απόφαση, ως και το ότι επεδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Προχωρώ τώρα να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχω σκιαγραφήσει πιο πάνω. Γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Καθίσταται, επομένως, αναγκαίο να εξετάσουμε το ιστορικό που προηγήθηκε της καταχώρισης της υπό κρίσιν αίτησης με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 2.03.2010 και στις 24.03.2010 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας αρ. 1. Υπεράσπιση εκ μέρους της εναγόμενης 1 κατεχωρήθη στις 6.04.2010 Οσον αφορά τους υπόλοιπους εναγόμενους, δηλαδή εναγόμενους 2, 3 και 4, κατεχωρήθη στις 29.03.2010 αίτηση για απόφαση εναντίον τους λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και η αίτηση αυτή ορίστηκε αρχικά στις 13.04.10, εν συνεχεία στις 20.05.2010 και τελικά στις 24.06.2010. Να επισημανθεί ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις επίδοσης από τον ιδιώτη επιδότη Γ. Τζιούρρου συμφώνως των οποίων είχε επιδώσει το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στους εναγόμενους 2, 3 και 4 στις 9.03.2010. Στις 30.06.2010 εξεδόθη από το Δικαστήριο κατόπιν διαδικασίας απόδειξης απόφαση εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως η παράγραφος 19(Ι) της Εκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Στις 23.09.2010 κατεχωρήθη εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 30.06.2010 η οποία ορίστηκε στις 21.10.2010. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού κατεχωρήθη και μονομερής αίτηση για την έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης μέχρι της τελικής εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού και εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο στις 30.09.2010 οπόταν και κατέστη απόλυτο. Στις 21.10.2010 η αίτηση παραμερισμού ημερ. 23.09.2010 λόγω παράλειψης προώθησής της απερρίφθη. Καταχωρήθηκε εκ νέου αίτηση για επαναφορά της αίτησης παραμερισμού ημερ. 23.09.2010 στις 22.10.2010 η οποία, τελικώς, στις 27.10.2010 απερρίφθη και καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα νέα αίτηση παραμερισμού της απόφασης ημερ. 30.06.2010 η οποία είναι και η υπό εξέταση αίτηση. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Προχωρώ να εξετάσω εν πρώτοις το κατά πόσο οι αιτητές-εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης μετά που τους επεδόθη το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Σ΄ ό,τι αφορά τον εναγόμενο 3 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτός ουδέποτε έλαβε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και, περαιτέρω, ότι, όπως πληροφορείται από τη σύζυγό του, ουδέποτε αυτή παρέλαβε εκ μέρους του το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής. Ανοίγουμε εδώ μια παρένθεση για να επισημάνουμε ότι η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση κλητηρίου εντάλματος είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τη Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η κακή επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μη ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και, ως εκ τούτου, όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος διέπεται από τη Δ.5-θ.2 η οποία προνοεί ως ακολούθως: «The service shall whenever it is practical, be effected by leaving the copy with the person to be served ; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left - (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof ; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case ) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (form 5).» Το έντυπο 5 είναι η ένορκη δήλωση που θα πρέπει να γίνεται και να καταχωρείται στο δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης από τον δικαστικό επιδότη. Σ'αυτό το έντυπο πρέπει να αναφερθεί σε ποιον επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, η σχέση αυτού του προσώπου με τον Εναγόμενο, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει κατορθωτή προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Εναγόμενο ότι ο δικαστικός επιδότης τον αναζήτησε στο σπίτι του και στην εργασία του και δεν τον βρήκε εκεί. Στην περίπτωση του εναγόμενου 3, ενώ στην αρχική ένορκη του δήλωση διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι η σύζυγός του ουδέποτε παρέλαβε εκ μέρους του το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, ως ορκίζεται ο ιδιώτης επιδότης, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του στην παράγραφο 4 και 5 αναφέρει ότι «μια απλή αντιπαραβολή των πρώτων σελίδων των κλητηρίων ενταλμάτων που συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη» δείχνει ότι η υπογραφή της εναγομένης 2 στην οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα είναι η ίδια με την υπογραφή που φέρει το κλητήριο ένταλμα που κατ΄ ισχυρισμό επιδόθηκε στη σύζυγο του εναγόμενου 3 για λογαριασμό του. Η αναφορά αυτή υπέχει περισσότερο θέση υπόθεσης και εικασίας παρά παράθεση πραγματικών γεγονότων για τα οποία καταθέτει ο εναγόμενος 3. Μάλιστα δε με αυτή την αναφορά και χωρίς, επισημαίνω, να ζητηθεί η αντεξέταση του ιδιώτη επιδότη που στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τον όρκο του, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο 3 παραδίδοντας αντίγραφο αυτού, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, στη σύζυγο και συγκάτοικο του εναγόμενου 3, καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες χωρίς την ύπαρξη και την κατάθεση συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων. Με άλλα λόγια καλείται το Δικαστήριο να διεξέλθει την πρώτη σελίδα των κλητηρίων ενταλμάτων που παραδόθηκαν από τον ιδιώτη επιδότη στην εναγόμενη 2 και στη σύζυγο του εναγομένου 3 και να αποφανθεί κατά πόσο οι υπογραφές που συμπεριλαμβάνονται σε αυτά είναι οι ίδιες ή όχι, δηλαδή, με άλλα λόγια, κατά πόσο αυτές οι υπογραφές τέθηκαν από το ίδιο άτομο, πράγμα το οποίο, ασφαλώς, στην απουσία συγκεκριμένης μαρτυρίας δεν μπορεί να γίνει. Επειτα, ενώ αρχικά προβάλλεται η απλή θέση και ο ισχυρισμός ότι η σύζυγος του εναγόμενου 3 δεν παρέλαβε εκ μέρους του εναγόμενου 3 το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, στη συνέχεια, μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αφήνεται να νοηθεί ότι το άτομο που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα εκ μέρους του εναγομένου 3 είναι η μητέρα του, εναγόμενη 2, λόγω της ομοιότητας της υπογραφής χωρίς, ωστόσο, να προβάλλεται ξεκάθαρα ένας τέτοιος ισχυρισμός. Θεωρώ ότι με βάση όλα τα πιο πάνω ο εναγόμενος 3 δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε, ενόψει της ένορκης δήλωσης του επιδότη, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η επίδοση στην περίπτωσή του έπασχε. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Lοuis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ. 1
(1992)Α.Α.Δ. 1454, 1463 η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.48. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της ένστασης αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48-θ.4.» Στην υπόθεση Λευκίδου,
(1999)1 Α.Α.Δ. 528 υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν το λόγο μη εμφάνισης του Εναγόμενου θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον Αιτητή. «Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης, ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48-θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του .......... Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48-θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται... Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R.646, 656 η οποία αναφέρει ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής και της έκδοσης της απόφασης είναι φανερό ότι το ζήτημα της κακής επίδοσης που έχει εγερθεί από τον Αιτητή θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τους ισχυρισμούς όσον αφορά γεγονότα της κάθε πλευράς που προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Οσον αφορά το θέμα της επίδοσης στις εναγόμενες 2 και 4 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι και οι δύο είναι «αγράμματες, χωρίς κανένα επίπεδο μόρφωσης και πλήρη άγνοια των δικαστικών διαδικασιών» και, επίσης, ότι βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία. Λόγω δε αυτών των παραγόντων προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι δεν αντελήφθησαν το είδος των εγγράφων τα οποία παρέλαβαν και δεν ενημέρωσαν τον εναγόμενο 3 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο της οικογένειάς τους. Βεβαίως πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι δεν εξηγείται στη συνέχεια πώς όταν επιδόθηκε στην εναγόμενη 2 μεταγενέστερα στις 31.08.2010 ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου που αφορούσε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της η εναγόμενη 2, προφανώς, για να λάβει γνώση στη συνέχεια ο εναγόμενος 3 του γεγονότος αυτού, όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 της αρχικής ένορκης του δήλωσης, θα προηγήθηκε ενημέρωση για το έγγραφο αυτό από την ίδια την εναγομένη
  1. Ανεξάρτητα από αυτό το γεγονός, σε συμφωνία με τα όσα επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, θεωρώ ότι η παντελής παραγνώριση των εγγράφων και η παράλειψη των εναγομένων 2 και 4 να εξακριβώσουν το περιεχόμενό τους θεωρείται αδικαιολόγητη. Ούτε ο ισχυρισμός του εναγόμενου 3 ότι οι εναγόμενες 2 και 4 είναι αγράμματες φαίνεται να ευσταθεί εφόσον από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένστασης και συγκεκριμένα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 οι εναγόμενες φαίνεται να υπέγραψαν την πρώτη σελίδα του κλητηρίου εντάλματος, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχαν την αναγκαία μόρφωση να υπογράψουν ότι παρέλαβαν το κλητήριο ένταλμα. Κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί καλή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι αιτητές -εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν αποκαλύψει καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση όπως ο όρος αυτός έχει επεξηγηθεί στη σχετική νομολογία που παραθέσαμε ανωτέρω. Τι επικαλούνται λοιπόν οι αιτητές στην υπό εξέταση αίτηση σ΄ ό,τι αφορά την ύπαρξη «εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3 ισχυρίζονται ότι δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας ημερ. 7.11.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 της ένορκης δήλωσης του Δ. Καλλή που συνοδεύει την ένσταση) και ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ουδεμία συμβατική σχέση είχαν με τους ενάγοντες. Απλή ανάγνωση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 1 καταδεικνύει ότι στην πλευρά των πωλητών, που είναι το ένα συμβαλλόμενο μέρος στην εν λόγω Συμφωνία, συμπεριλαμβάνονται και οι τρεις εναγόμενοι. Αυτό προκύπτει τόσο στην πρώτη σελίδα της Συμφωνίας όσο και στην τελευταία σελίδα αυτής όπου υπογράφουν τα συμβαλλόμενα μέρη, από τη μια οι πωλητές (Vendors), και από την άλλη οι αγοραστές. Οσον αφορά τον ισχυρισμό που προβάλλεται ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο στην εναγομένη εταιρεία αρ. 1 για να ενεργεί εκ μέρους ή να τους αντιπροσωπεύει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 προκύπτει ότι τη Συμφωνία εκ μέρους των εναγομένων 2, 3 και 4 υπογράφει η εναγόμενη 1 δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο ίδιο το έγγραφο. Το κατά πόσο ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων ενημέρωσε ή όχι αυτούς σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία δεν είναι θέμα που αφορά τους ενάγοντες αλλά τους εναγόμενους 2, 3, 4 και την εναγομένη εταιρεία αρ.
  2. Ως εκ των ανωτέρω οι ισχυρισμοί των εναγομένων 2, 3 και 4 ότι η μοναδική σχέση που είχαν με την εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτησία γης την οποία οι εναγόμενοι αντάλλαξαν με την εναγόμενη εταιρεία αρ. 1, ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τους ενάγοντες δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τα έγγραφα τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης της ένστασης και στα οποία έχουμε ήδη κάμει συγκεκριμένη αναφορά. Ουδεμία εξήγηση δίδεται από τους εναγομένους 2, 3 και 4 του γεγονότος της συμπερίληψης των ονομάτων τους στη Συμφωνία ημερ. 7.11.2007 στο μέρος που αφορά το συμβαλλόμενο μέρος των πωλητών, ούτε, επίσης, του γεγονότος της συμπερίληψης των ονομάτων τους στο σημείο όπου τα δύο συμβαλλόμενα μέρη υπογράφουν την αναφερόμενη Συμφωνία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν κατ΄ αρχή έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2124: «Ενέχει δυνητικά τα στοιχεία της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Οπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην προκειμένη περίπτωση η αδυναμία των αιτητών-εναγομένων 2, 3 και 4 έγκειται στο γεγονός ότι επί της ουσίας της υπόθεσης έχουν προβληθεί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν φαίνεται να συνάδουν εκ πρώτης όψεως και/ή έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας επί της οποίας οι ενάγοντες βασίζουν την απαίτησή τους και στην οποία, όπως εξηγήσαμε ανωτέρω, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εμφαίνονται ως συμβαλλόμενα μέρη. Μάλιστα θα προχωρούσα να πω ότι ουδεμία προσπάθεια γίνεται από πλευράς των εναγομένων να δώσουν οποιαδήποτε εξήγηση για όσα προκύπτουν από μια απλή ανάγνωση της επίδικης συμφωνίας και, συγκεκριμένα, του γεγονότος της συμπερίληψης των ονομάτων των εναγομένων 2 , 3 και 4 σε αυτή. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι οι αιτητές-εναγόμενοι 2, 3 και 4 απέτυχαν στην προκειμένη περίπτωση να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα και ενόψει της ανυπαρξίας μαρτυρίας για απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης από μέρους των αιτητών-εναγομένων αλλά ταυτόχρονα και του γεγονότος ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για τη μη καταχώριση εμφάνισης από μέρους των εναγομένων στην παρούσα αγωγή, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών-εναγομένων 2, 3 και 4 και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. /ΜΧΚ. [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4] Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.ΑΔ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528. [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.