← Κύπρος

Δέσποινα Γεωργίου Ττάκκα ν. Βασίλη Χρίστου Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1237/08., 21 Ιανουαρίου, 2011

Δέσποινα Γεωργίου Ττάκκα ν. Βασίλη Χρίστου Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1237/08., 21 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 1237/

  1. Μεταξύ: Δέσποινα Γεωργίου Ττάκκα, Εναγόντων, και Βασίλη Χρίστου Αντωνίου, Χρίστου Αντωνίου ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χρίστου Αντωνίου δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου 121/05 Εναγομένων. Αίτηση ημερ. 29/10/10 για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου 21 Ιανουαρίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια -Ενάγουσα: O Α.Κουμής. Για Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενους: Ο κ. Ν.Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα/ Αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση (Α) Διατάγματος για την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας και/ή της καθ υλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων όπως δικογραφούνται στις παραγράφους 5,6,7,8,9.10 και 11 της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης παράγραφος 15 με τα στοιχεία αυτής (Α),(Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι), η δε ενάγουσα στην Απάντηση της στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση παρα.17, 17.1 και 17.2 ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και είναι ισχυρισμοί που αφορούν περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων (οι διάδικοι στην παρούσα αγωγή δεν είναι σύζυγοι) και αρμοδιότητα να εκδικάζουν τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ συζύγων είναι τα οικογενειακά Δικαστήρια που ιδρύθηκαν με το Νόμο Ν.232/91όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. (Β) Διατάγματος για τη διαγραφή των παραγράφων 5,6,7,8,9,10 και 11 της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης παράγραφος 15 με τα στοιχεία αυτής (Α) ,(Β), (Γ), (Δ), (Ε) (ΣΤ), (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι) καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων και αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια που ιδρύθηκαν με το Νόμο 232/1991 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.30,θθ.1,2 και 3, Δ.19, 26, Δ.27, θθ.1,2,3 και 4, Δ.48, θθ.1,2 και 3 και στα Άρθρα 2 και 14

(1)του Νόμου 232/1991 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και της πρακτικής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρονται τα εξής: § Ο Εναγόμενος αρ.1 ήταν πρώην σύζυγος της θυγατέρας της Ενάγουσας ο δε γάμος μεταξύ τους διαλύθηκε στις 29/1/2003 με την Αίτηση 23/2002 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. § Ο Εναγόμενος αρ,1 ήταν πρωτοφειλέτης μαζί με τη θυγατέρα της Ενάγουσας στις επίδικες Συμφωνίες και η Ενάγουσα ήταν μεταξύ των εγγυητών των. § Βάσει νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η Ενάγουσα το παρών Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων στις παραγράφους 5,6,7,8,9,10 και 11 της Υπεράσπισης και της παραγράφου 15 υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) ,(ΣΤ) (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι) της Ανταπαίτησης καθότι αφορούν περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων. § Βάσει νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει η Ενάγουσα το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου το εγείρουν οι Δικηγόροι της στις παραγράφους 17, 17.1 και 17.2 της Απάντησης στην Υπεράσπιση Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.30,θθ1,2 και 3 Δ.19,θ.26, Δ.27,θθ1,2,3 και 4, Δ.48,θθ.1,2,3 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 2 και 14
(1)του Νόμου 232/1991 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και στη νομολογία. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση καταχωρήθηκε παράτυπα και εκπρόθεσμα και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. · Το θέμα που ζητά η αιτήτρια να αποφασισθεί προδικαστικά δεν σχετίζεται με την ουσία της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και
  1. · Σύμφωνα με το Νόμο που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις συζύγων θέματα περιουσιακών διαφορών στα πλαίσια του Οικογενειακού Δικαστηρίου εγείρονται μόνο μεταξύ των συζύγων. · Η Ενάγουσα υπήρξε πεθερά του Εναγόμενου αρ,1 και δεν υπήρξε ποτέ ζήτημα περιουσιακών διαφορών μεταξύ τους. Το θέμα που ζητά η Ενάγουσα να δικαστεί προδικαστικά είναι η βάση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 καθώς και της Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1 και ως εκ τούτου θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης και αφού ακουσθούν οι σχετικές μαρτυρίες στο Δικαστήριο · Η Υπεράσπιση των Εναγομένων συνδέεται και με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 η οποία δεν μπορεί να αποφασισθεί ως προδικαστικό ζήτημα. Τα θέματα που ζητείται από την αιτήτρια να εκδικαστούν προδικαστικά είναι η ουσία και η βάση της Υπεράσπισης και θα πρέπει να κριθούν στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. · Η Αίτηση καταχωρήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, πολύ μεταγενέστερα της συμπλήρωσης των δικογράφων. · Δεν τίθεται θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου καθότι η βάση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγομένου 1 δεν εδράζεται στη βάση περιουσιακών σχέσεων συζύγων αλλά σε αξίωση του Εναγόμενου 1 από την Ενάγουσα η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε πεθερά του. · Η υπόθεση δεν θα πρέπει να εκδικαστεί και να κριθεί ξεχωριστά για τους δύο Εναγομένους. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Τόσο η αίτηση, όσο και η Ένσταση, στηρίζονται στην Διαταγή 27 θ.θ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες των Θεσμών 1 και 2 της Δ.27 έχουν ως ακολούθως: "
  2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient".
  3. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα, έχουν ξεκαθαριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Malachtos v. Armefti
(1984)1 C.L.R 548, που πραγματεύεται τη Δ.27 θθ1 και 2 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση, σημειώνεται ότι μόνο καθαρά νομικά σημεία εκδικάζονται κάτω από τη Δ.27 θ.1, ενώ υποθέσεις μικτού νομικού και πραγματικού θέματος ή μόνο πραγματικού εκδικάζονται κάτω από τη Δ.33[1]. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33[2]. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27 Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων.[3] Το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη. Κατ΄ επέκταση, η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Όπως αναφέρθηκε και στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 στην σελ 229: «...Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Η νομολογία, επίσης, υποδεικνύει ότι η έκδοση διαταγής για προεκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και να ασκείται με φειδώ. Το Δικαστήριο θα εξετάσει αν το εγειρόμενο ζήτημα είναι αμιγώς νομικό θέμα με αναφορά στα γεγονότα που καταγράφονται στην αγωγή. Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά, είναι, επίσης, παράγοντας που λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτική του ευχέρειας. Σκοπός της δικονομικής πρόνοιας της Διαταγής 27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση, ή ουσιαστικού μέρους αυτής, αχρείαστη. Κατ΄ επέκταση, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενδεικνυόμενος χρόνος για υποβολή τέτοιου αιτήματος για ορισμό του νομικού ζητήματος για ακρόαση, είναι κατά τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή, εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Οι συνήγοροι δεν είναι ορθό να περιμένουν μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού, τέτοια τακτική, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε κατάχρηση. Τούτου δεδομένου, αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, θα εγκρίνει τέτοια αίτηση και θα ορίσει το νομικό σημείο για ακρόαση, προ της ακροάσεως στην αγωγή.[4] Αναφέρονται σχετικά τα εξής στην υπόθεση The heirs of the late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and he should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.» Παρόμοια σχόλια υπάρχουν, επίσης, και στην υπόθεση Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R. 392 και, επίσης, στην υπόθεση Panikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50. Η απόφαση όμως η οποία κατά τρόπο σαφή θέτει το χρόνο υποβολής της αίτησης σαν παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη είναι η υπόθεση Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370 όπου στη σελ. 374 της απόφασης αναφέρονται τα εξής από το Δικαστή Σαββίδη: «Counsel should not wait till the case is fixed for trial and shortly before the date of hearing avail themselves of the procedure under Order 27 and thus secure an adjournment of the hearing of the case which otherwise might not have been granted. If this right is left to be exercised without any judicial control then there may be an abuse of it and parties who wish to have the proceedings protracted, may wait till the eve of the hearing to file an application and thus secure an adjournment of the case. It is for this reason that the matter is left within the discretion of the Judge to decide whether in the circumstances of a particular case it is in the interest of justice to grant such application and have the points of law set down for hearing prior to the hearing of the action.» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει από τον Εναγόμενο 1 ποσό €133,000 ως ποσό που αντιστοιχεί στο ½ που η Ενάγουσα πλήρωσε για λογαριασμό και προς όφελος του Εναγόμενου 1 για εξόφληση των χρεών του δυνάμει συμφωνιών δανείου που αναφέρονται που χρωστούσε ο Εναγόμενος 1 στην ΣΠΕ Παραλιμνίου όπου η Ενάγουσα ήταν εγγυήτρια και ο Εναγόμενος 1 πρωτοφειλέτης. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι έναντι του δανείου που συνήψε ο ίδιος με την πρώην σύζυγο του στη ΣΠΕ Παραλιμνίου κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά διάφορα χρηματικά ποσά που καθορίζει και ότι το δάνειο αυτό έγινε αποκλειστικά και αφορούσε την ανέγερση του συζυγικού τους οίκου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι τόσο το κόστος ανέγερσης της οικίας του όσο και η δαπάνη για ανακαίνιση και εξοπλισμό της οικίας έγινε μέσω καταβολής χρηματικών ποσών από τον Εναγόμενο 1 ,εκτός από το υπόλοιπο του δανείου της ΣΠΕ Παραλιμνίου, το οποίο ανέλαβε την εξόφληση του η πρώην σύζυγος του μαζί με την Ενάγουσα μετά τη διάσταση του ζεύγους οπόταν συμφωνήθηκε ο Εναγόμενος 1 να παραχωρήσει στην πρώτη σύζυγο του τη χρήση του συζυγικού οίκου για να διαμένει σε αυτό μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα τους και η πρώην σύζυγος του μαζί με την Ενάγουσα θα αναλάμβαναν την εξόφληση του υπολοίπου του δανείου της ΣΠΕ Παραλιμνίου. Ο συζυγικός οίκος ανηγέρθη εντός του ακινήτου που η Ενάγουσα υποθήκευσε στην ΣΠΕ Παραλιμνίου, όπως αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης, και το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1, υπήρχε συμφωνία και/ή υπόσχεση και/ή δέσμευση της Ενάγουσας ότι θα μεταβιβαζόταν σε μεταγενέστερο χρόνο στην πρώην σύζυγο του Εναγομένου 1 και στον Εναγόμενο, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Αργότερα, η οικία πωλήθηκε και, όπως είναι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση, από το τίμημα πώλησης που εξασφάλισε η Ενάγουσα αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος του Εναγόμενου
  1. Ο Εναγόμενος 1 ανταπαιτητικώς, μεταξύ άλλων, ζητά την έκδοση Δήλωσης ότι η Ενάγουσα κατέχει το ½ του όλου ακινήτου και/ή της οικίας που βρίσκεται σε αυτό ως καταπίστευμα (on trust) για τον Εναγόμενο 1, αξιώνει επίσης ποσό ως μέρος της επαύξησης του επίδικου ακινήτου και/ή ως συνεισφορά του και/ή ως αποζημιώσεις και, περαιτέρω, ποσό ως αποζημίωση για την αξία του οικιακού εξοπλισμού της οικίας. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ειδικότερα, καθόσον αφορά τον Εναγόμενο 1 ισχυρίζεται ότι: Ø Κανένα ποσό ο Εναγόμενος πλήρωσε για τα δάνεια που συνήψαν ο Εναγόμενος 1 με την πρώην σύζυγο του στην ΣΠΕ Παραλιμνίου. Ø Κανένα ποσό από τα δάνεια αυτά χρησιμοποιήθηκε για την οικία που ανήγειρε η Ενάγουσα σε τεμάχιο δικής της ιδιοκτησίας. Ø Η Ενάγουσα ανήγειρε την οικία με δικά της χρήματα. Ø Καμία συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο 1 και ούτε η Ενάγουσα έδωσε υπόσχεση/δέσμευση να μεταβιβάσει το τεμάχιο και την οικία της στη θυγατέρα της ή στον Εναγόμενο 1, απλώς έχει επιτρέψει στη θυγατέρα της να τη χρησιμοποιεί για διαμονή με την οικογένεια της. Ø Τα δάνεια που εξασφάλισαν από την ΣΠΕ Παραλιμνίου ο Εναγόμενος 1 και η θυγατέρα της με υποθήκευση του σπιτιού της Ενάγουσας χρησιμοποιηθηκαν εξ ολοκλήρου για κάλυψη προσωπικών υποχρεώσεων και αναγκών τους. Ø Ο Εναγόμενος 1 δεν είχε οποιαδήποτε συνεισφορά για το ακίνητο, οικία και εξοπλισμό της. Ø Η Ενάγουσα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια στο επίδικο ακίνητο μέχρι την ημερομηνία που το πώλησε και ποτέ δεν ήταν (trustee) για τον Εναγόμενο και ούτε δημιουργήθηκε καταπίστευμα για τον Εναγόμενο. Ø Αναγκάστηκε να πωλήσει την οικία με το ακίνητο της το 2008 επειδή ήταν υποθήκη για εξασφάλιση στα δάνεια του Εναγομένου 1 και της θυγατέρας της στη ΣΠΕ Παραλιμνίου για ποσό €340,
  2. Η Ενάγουσα κανένα κέρδος ή όφελος είχε από την εν λόγω πώληση τουναντίον πλήρωσε τα χρέη και τα δάνεια του Εναγομένου 1 τα οποία με την παρούσα αγωγή διεκδικά. Εχοντας αναφερθεί στους βασικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους για τους οποίους εγείρεται από πλευράς Ενάγουσας/Αιτήτριας θέμα δικαιοδοσίας αποτελούν τη βάση της Υπεράσπισης των Εναγομένων ενώ ταυτόχρονα αμφισβητούνται και απορρίπτονται παντελώς από την Ενάγουσα η οποία επιμένει στην δική της εκδοχή όπως την προώθησε στην Έκθεση Απαίτησης της και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έγερση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας Δικαστηρίου συνιστά νομικό θέμα το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να εγερθεί και αποφασισθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθούν οι δύο πλευρές για να επιχειρηματολογήσουν και το Δικαστήριο στη συνέχεια να αποφανθεί ασφαλώς θα πρέπει να είναι ξεκαθαρισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί των Εναγομένων για τους οποίους εγέρθηκε από πλευράς Ενάγουσας θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας εφόσον αμφισβητούνται στην ολότητα τους και εντελώς διαφορετική είναι η εκδοχή και η βάση της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίων των Εναγομένων το όλο εγχείρημα διακρίβωσης του εγειρόμενου θέματος μοιάζει να είναι θεωρητικό και ακαδημαικό. Λέω, δε, σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος των Εναγομένων, ότι τα θέματα που η Ενάγουσα ζητά να εκδικαστούν προδικαστικά είναι θέματα ουσίας που αφορούν πραγματικά γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να προσαχθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ ακολουθία όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η διαδικασία της Διάταξης 27 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Οσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι δικαιούνται τα έξοδα τους. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθων η Αίτηση και εναντίον της Εναγουσας/Αιτήτριας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε The heirs of the late Theodora Panagi v. The Administrator of the Estates of the late Stylianos Mandiatis
(1963)2 C.L.R 167, Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R 392 και Papamichael v. Chacholiades
(1970)C.L.R 305. [2] Δέστε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461. [3] Δέστε Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 548. [4] Δέστε Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.