Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σωτήρας ν. Βαρθολομαίου Μούτση, Αρ. Αγωγής: 508/10, 1 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 508/10 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Σωτήρας Εναγόντων και Βαρθολομαίου Μούτση Εναγόμενου ------------------------- Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 06/09/2010 εναντίον του Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Φ. Χαραλάμπους Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους ημερομηνίας 06/09/2010, ζήτησαν την εξέταση του Εναγόμενου-Καθ΄ου η Αίτηση αναφορικά με τη δυνατότητά του να πληρώνει κάποιο ποσό μηνιαίως για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του και των εξόδων που προέκυψαν από την αγωγή. Ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση δεν εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και δεν υπέβαλλε οποιαδήποτε ένσταση στην αίτηση. Επέλεξε να εξεταστεί ενόρκως από τον δικηγόρο των Εναγόντων-Αιτητών. Καταθέτοντας ενώπιόν μου, ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με την οικονομική του κατάσταση: Διαμένει στο χωριό Φρέναρος και έχει τρία παιδιά, τα δύο από αυτά είναι ενήλικες και ο τρίτος είναι στρατιώτης. Δεν εργάζεται και λαμβάνει σύνταξη από το 1992 ύψους €365-. Η σύζυγός του εργάζεται σε ξενοδοχείο έξι μήνες το χρόνο και λαμβάνει μισθό ύψους €800-€900 το μήνα. Το 2007-2008, που είχε συνάψει το δάνειο, παρόλο που δεν εργαζόταν, έκαμνε «κουτσοδούλεια» και έβγαζε κάποια λεφτά. Συντηρούνται από το μισθό της συζύγου του, η οποία πληρώνει όλους του λογαριασμούς και δίνει επίσης και χαρτζιλίκι στον στρατιώτη. Ο ίδιος δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τα έξοδα του σπιτιού ή από λογαριασμούς. Δήλωσε στο Δικαστήριο ότι κατέχει κινητό τηλέφωνο για το οποίο πληρώνει €10-€15 το μήνα. Επίσης, καταβάλλει στη Λαϊκή Τράπεζα δόση €485- για αποπληρωμή δανείου που είχε συνάψει, χωρίς όμως να υπάρχει εναντίον του διάταγμα καταβολής του συγκεκριμένου ποσού. Ήταν η θέση του ότι δεν βγαίνει έξω από το σπίτι. Παραδέχθηκε όμως ότι καπνίζει 5 τσιγάρα την μέρα και ότι μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2008 είχε αγοράσει από την Σ.Π.Ε. Σωτήρας πρώτες ύλες, ήτοι εμπορεύματα, αξίας €3.608,59 από τα οποία είχε αποπληρώσει μέρος, ήτοι το ποσό των €2.341-. Το συγκεκριμένο ποσό, κατά τον ισχυρισμό του, δεν το πλήρωσε από τη σύνταξή του, αλλά έκαμνε τα υδραυλικά του σπιτιού της κόρης του και του έδιναν λεφτά η κόρη του και ο γαμπρός του. Αρνήθηκε ότι βοηθά τον αδελφό του, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών, στις εργασίες του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι βασικές αρχές που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το εισόδημα και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές ανάγκες του χρεώστη. Δεν εκδίδεται διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του (βλ. Christoforou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 696 και Λαϊκή Τράπεζα ν. Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 556). Τα κριτήρια πάνω στα οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασίσει την απόφασή του, για προσδιορισμό της μηνιαίας δόσης για αποπληρωμή του δικαστικού χρέους, έχουν παρατεθεί στην υπόθεση Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 686 και υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και είναι τα ακόλουθα: «Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, Μέρος ΙΧ-Η διαδικασία έρευνας σχετικά με τα μέσα του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ανακριτικού χαρακτήρα- Η οικονομική ευχέρεια του οφειλέτη συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση, (στέγαση, διατροφή, ιατρική περίθαλψη, μόρφωση παιδιών, και ευχέρεια για οικονομική διακίνηση του οφειλέτη) - Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσεως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη του τα εισοδήματα του χρεώστη και τις οικογενειακές του ανάγκες, μπορεί να διατάξει την καταβολή ποσού που είναι περίσσευμα από τις απολαβές, μετά από την αφαίρεση εύλογου ποσού που είναι αναγκαίο για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Gesico Photographic v. J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134 στη σελίδα 141. Στην Μιχαήλ κ.α. v. Α/φοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1759 τονίζονται τα ακόλουθα: «Η έρευνα η οποία διεξάγεται από το δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας στοχεύει στη διαπίστωση του κατά πόσο ο συγκεκριμένος χρεώστης έχει την ικανότητα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις ανάλογα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη. Το δικαστήριο μπορεί να ακούσει μάρτυρες, των οποίων η μαρτυρία κρίνεται ως αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας. Το δικαστήριο με βάση την ολότητα της ενώπιόν του μαρτυρίας μπορεί να διατάξει τον εξ' αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη είναι το εισόδημα του χρεώστη και οι εύλογες προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίζει βασικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του». Ένας χρεώστης δεν πρέπει ν΄ αφεθεί να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις ουσιαστικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του και να τις χρησιμοποιεί για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του (βλ. ΣΠΕ Αραδίππου ν. Έλλη Ιακώβου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2032). Σχετική με το τι η νομολογία θεωρεί ως άμεσες ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του είναι η απόφαση Ρολάνδης κ.ά ν. Κούτσιου
(1970)1 C.L.R. 25, όπου λέχθηκε ότι τα έξοδα για κατανάλωση τσιγάρων ή αλκοόλ δεν αποτελούν ουσιαστικές ανάγκες. Σύμφωνα με τη νομολογία όπως έχει πρόσφατα επαναδιατυπωθεί στη Γιαννάκης Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ,
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 207, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω): «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Με αυτά θέλουμε να τονίσουμε ότι τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. ........................................................................................... Η δικηγόρος της εφεσίβλητης αναγνώρισε - και έτσι είναι - ότι μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα. Ιδίως όταν δεν υπάρχει καν δικαστική απόφαση εναντίον του χρεώστη γι΄ αυτές. Δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγησή της ότι παρά τον κανόνα αυτό, η υστερογενής σύναψη χρέους έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό. Θα εξουδετέρωνε πλήρως την υποχρέωση αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Και θα μπορούσε να προβληθεί σε κάθε περίπτωση ως δικαιολογία για αδυναμία πληρωμής.» Έχει νομολογηθεί, περαιτέρω, πως άλλα χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών, ή μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα στο εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και Κλεοβούλου v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω). Το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία, η οποία είναι ανακριτικής φύσης, έχει και το ίδιο υποχρέωση να ερευνήσει τις οικονομικές συνθήκες του χρεώστη και αν προκύψει από την ανάκριση αυτή ότι υπάρχει περίπτωση να μην πληγεί η αξιοπρεπής διαβίωσή του, τότε θα πρέπει να εκδίδεται το κατάλληλο διάταγμα. Η δυνατότητα εργοδότησης είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Το γεγονός ότι κάποιος δεν εργάζεται δεν επαρκεί από μόνο του για να οδηγήσει στη μη έκδοση διατάγματος, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο χρεώστης έχει τη δυνατότητα να εργαστεί, αλλά ότι αυτό που ελλείπει στην περίπτωση είναι η βούλησή του να εξεύρει εργασία (βλ. Παναγιώτου v. Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422). Σημειώνω εδώ ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε πιστοποιητικά για το λόγο που δεν εργάζεται εδώ και τόσα χρόνια. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, στη βάση των όσων ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση ανέφερε, το μόνο ποσό που ο ίδιος καταβάλλει είναι τα €485-, τη δόση του δανείου του στη Λαϊκή Τράπεζα. Όλα τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η σύζυγός του. Πώς μπορεί όμως και καταβάλλει ποσό ύψους €485-, αφού η σύνταξή του είναι μόνο €365-, είναι άξιο απορίας. Είναι επίσης γεγονός το οποίο τον καθιστά αναξιόπιστο στα όσα έχει αναφέρει. Ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιόν μου αναφορικά με τις οικονομικές ανάγκες για συντήρηση, διατροφή και τις δυνατότητες του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, συνυπολογίζοντας τις υποχρεώσεις του και γενικότερα μια αξιοπρεπή διαβίωση του ίδιου και των μελών της οικογενείας του, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι είναι ασφαλές και δίκαιο να εκδώσω διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση να πληρώνει το ποσό των €100 μηνιαίως, για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση να πληρώνει €100 το μήνα από 01/03/2011, πλέον έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο