← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Επί τοις αφορώσι Αλέξη Χριστάκη Ιακώβου κ.α., Γενική Αίτηση 89/10, 6 Απριλίου 2011

Επί τοις αφορώσι τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Επί τοις αφορώσι Αλέξη Χριστάκη Ιακώβου κ.α., Γενική Αίτηση 89/10, 6 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 89/10 Επί τοις αφορώσι τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 άρθρα 52 και 53 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών 142/87 Θεσμός 79 -και- Επί τοις αφορώσι τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας, εξ Αγίας Νάπας -και- Επί τοις αφορώσι

  1. Αλέξη Χριστάκη Ιακώβου, από την Αγία Νάπα, 2.΄Ελενα Χριστάκη Ιακώβου, από τη Λάρνακα,
  2. Κωνσταντία Αντώνη Μιχαήλ, από την Αγία Νάπα, Καθ΄ ων η αίτηση Αίτηση ημερ. 16/9/10 για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κα Ελένη Λουκά. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κ. Χριστάκης Χριστάκη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22.02.2010 υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση ως εκτελείται η απόφαση Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στο ΄Αρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στα Άρθρα 52 και 53 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και 68/87, στους Θεσμούς Περί Συνεργατικών Εταιρειών, στη Δ.47 και Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Αθηνάς Καλλένου, υπαλλήλου των Αιτητών, στην οποία αναφέρει τα εξής: · Στις 22.02.2010 εξεδόθη διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 αναφορικά με γραμμάτιο υπ΄ αριθμό 7212456/7 για ποσό €316.885,45 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων μία φορά τον χρόνο και συγκεκριμένα την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 22.02.2010 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Με την ίδια απόφαση διετάχθη η εκποίηση της υποθήκης Υ1143/2008 και η πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού, το δε προϊόν της πώλησης αυτής να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της πιο πάνω απαιτήσεως της Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας και των εξόδων και οποιοδήποτε υπόλοιπο να επιστραφεί στην ενυπόθηκο οφειλέτιδα Κωνσταντία Αντώνη Μιχαήλ. Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταδικάστηκαν επίσης όπως καταβάλουν ποσό €90,- τα οποία θα πληρωθούν αλληλεγγύως από τους καθ΄ ων η αίτηση ως έξοδα διαιτητικής απόφασης ημερ. 22.02.2010 ως έχουν υπολογιστεί από τον διορισθέντα διαιτητή κ. Γεώργιο ΄Ελληνα εκ Λευκωσίας. (Αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22.02.2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α) · Ο Καθ΄ ου αίτηση αρ. 1 παρουσιάστηκε κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας και αναγνώρισε το χρέος. Στις 22.02.2010 η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον καθ΄ ου η αίτηση αρ.
  3. (Σχετικό έντυπο «Τύπος αρ. 44» επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β) · Η διαιτητική απόφαση ημερ. 22.02.2010 επεδόθη νομίμως στις Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 στις 24.02.
  4. (Σχετικές Ένορκες Δηλώσεις επίδοσης της διαιτητικής απόφασης στις Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ) · Οι Καθ΄ ων η αίτηση ουδέν ποσό έχουν πληρώσει έναντι του εκ της διαιτητικής απόφασης χρέους τους και οφείλουν το ποσό των €317.845,14 πλέον τόκοι από 25.02.2010 επί του ποσού αυτού. (Κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ) ΕΝΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία στηρίζεται στη Δ.42, Δ.48,θθ.1-4,8 και 9,Δ.9 θθ.1-13, Δ.39 θθ.18-20 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 16, 22, 23, 28 του Κεφ. 6, στα Άρθρα 31, 32 και 37 του Νόμου 14/60, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 22/85 και 68/87, στο Άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, στον περί Τόκων Νόμο 2/87 και 39(Ι)/01, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: · Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή άτυπη και ή κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του νόμου και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων και/ή παραλείπει τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία. · Η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση δεν αποκαλύπτει την υπαλληλική της ιδιότητα στην Αιτήτρια ή τη θέση στην οποία υπηρετεί ούτε και τη σχέση της με το επίδικο γραμμάτιο, είναι δε πρόδηλο ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. · Τα τεκμήρια που συνοδεύουν την Αίτηση δεν είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39, θ.21 και, ως τέτοια, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. · Η παραπομπή σε διαιτησία δεν έγινε όπως προνοεί ο Νόμος υπό του Εφόρου αλλά από την Αιτήτρια εταιρεία, κατά παράβαση των εδαφίων

(1)και
(2)του ΄Αρθρου 52 του Ν.22/
  1. · Η παραπομπή σε διαιτησία δεν έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 μέχρι
  2. · Οι καθ΄ ων η αίτηση στερήθηκαν της δυνατότητας να έχουν την δυνάμει του ΄Αρθρου 52 κρίση του Εφόρου ώστε να μπορούν δυνάμει του ΄Αρθρου 56 του Ν.22/85 να αμφισβητήσουν την ορθότητα αυτής είτε στο Επαρχιακό Δικαστήριο, είτε στον Υπουργό. · Ο διαιτητής δεν αποκαλύπτει τα προσόντα του, ούτε τις γνώσεις του, ούτε την πείρα του για να επιληφθεί της επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. · Η Αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. · Τα στοιχεία και γεγονότα στην Αίτηση και ένορκη δήλωση είναι ελλειπή. Δεν παρουσιάζονται τα στοιχεία που αποτελούν το βάθρο της διαιτητικής απόφασης, ούτε οποιεσδήποτε αποδείξεις και έγγραφα που να επιβεβαιώνουν την Αίτηση, ούτε παρουσιάστηκε η ισχυριζόμενη ειδοποίηση του διαιτητή ημερ. 26.01.2010 προς τους καθ΄ ων η αίτηση με την οποία θα έπρεπε να τους καλούσε να παρευρεθούν στη διαιτησία. · Η επίδικη διαιτησία είναι άνευ εννόμου αποτελέσματος καθότι η συμφωνία δανείου μεταξύ των πρωτοφειλετών και της Αιτήτριας δεν έχει τερματιστεί. · Η απόφαση του διαιτητή εξεδόθη παράτυπα και χωρίς τη γνώση των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 οι οποίοι ουδέποτε κλήθηκαν να παραστούν στη διαιτησία γιατί τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν προσωπικά σ΄ αυτούς και/ή η επίδοση σ΄ αυτούς δεν ήταν νόμιμη με συνέπεια να στερηθούν του δικαιώματος να ακουστούν. · Το ποσό της διαιτητικής απόφασης και/ή το ποσό του επίδικου γραμματίου δεν συνάδει με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Δ στην Αίτηση). · Η επίδικη Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι τόσο η διαιτητική απόφαση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Αίτηση όσο και η ίδια η Αίτηση αφορούν και κάποια Κωνσταντία Αντώνη Μιχαήλ, ενώ, σύμφωνα με το Τεκμήριο Δ στην Αίτηση, ως τρίτος πρωτοφειλέτης είναι η Κωνσταντία Ιακώβου. Η ένσταση υποστηρίζεται από δύο ενόρκους δηλώσεις, η μία από μέρους του Αλέξη Χριστάκη Ιακώβου (Καθ΄ ου η αίτηση 1) και η άλλη από την ΄Ελενα Χριστάκη Ιακώβου (Καθ΄ ης η αίτηση 2). Ένορκη Δήλωση Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 Στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 αναφέρονται, βασικά, τα ακόλουθα: § Στις 26.01.2010 επιδόθηκε σ΄ αυτόν ένα έγγραφο με το οποίο καλείτο να παρουσιαστεί σε κάποια διαιτησία που θα λάμβανε χώρα στις 22.02.
  3. Παρευρέθηκε σ΄ αυτή, όμως, για άγνωστους στον ίδιο λόγους, δεν παρευρέθηκαν οι άλλοι δύο πρωτοφειλέτες που είναι η καθ΄ ης η αίτηση 2 και η καθ΄ ης η αίτηση
  4. Παρευρέθηκε στην εν λόγω διαιτησία χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων το αντικείμενό της για να προετοιμαστεί κατάλληλα. § Την ίδια μέρα του επιδόθηκε η απόφαση του διαιτητή ημερ. 22.02.2010, Τεκμήριο Α στην Αίτηση. § Στις 24.02.2010 ιδιώτης επιδότης τον επισκέφθηκε στην οικία του και του έδωσε δύο αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22.02.2010 για να τα δώσει στις Καθ΄ ων η αίτηση 2 και
  5. Τον πληροφόρησε ότι δεν διαμένει μαζί με αυτές και ότι δεν μπορούσε να τους τα δώσει αλλά εκείνος επέμενε όπως τα παραλάβει. Παρέλαβε τα δύο αντίγραφα αλλά δεν τα έδωσε στις Καθ΄ ων η αίτηση 2 και
  6. Στην ένορκη δήλωσή του στη συνέχεια ο Καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης που καταγράφηκαν ανωτέρω. Ένορκη Δήλωση Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 Στην Ένορκη Δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 αναφέρονται, βασικά, τα ακόλουθα: ¾ Στις 19/10/10 πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από το δικηγόρο της ότι στις 22/2/10 εξεδόθη διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 σε σχέση με το γραμμάτιο υπ΄ αρ. 7212456/
  7. Την ίδια μέρα πληροφορήθηκε επίσης ότι εκδόθηκε διαιτητική απόφαση και για ένα άλλο γραμμάτιο με αρ. 4001454-4, οποία απόφαση αποτελεί αντικείμενο της Γενικής Αίτησης με αρ. 90/
  8. ¾ Πριν την πιο πάνω ενημέρωση η ενόρκως δηλούσα δεν γνώριζε για τη διεξαγωγή οποιασδήποτε διαιτησίας ούτε και έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από οποιονδήποτε για να παρευρεθεί σε μία τέτοια διαιτησία κατά την οποία θα εξετάζετο και αποφασίζετο η επίδικη διαφορά μεταξύ της ΣΠΕ Αγίας Νάπας και των Καθ΄ ων η Αίτηση. ¾ Αν γνώριζε για τη διεξαγωγή μιας τέτοιας διαιτησίας θα συμβουλευόταν δικηγόρο και λογιστή και θα τους ζητούσε όπως την εκπροσωπήσουν στη διαιτησία και υποστηρίξουν κατάλληλα τόσο την ίδια όσο και τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 3 καθότι τυχόν έκδοση απόφασης εναντίον τους θα την επηρέαζε και την ίδια προσωπικά ως μία από τους πρωτοφειλέτες. Αν γνώριζε έγκαιρα έστω για την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης θα συμβουλευόταν δικηγόρο και θα του ανέθετε όπως την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο για το λόγο ότι ουδέποτε ακούστηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
  9. Όταν όμως προκύψει διαφορά μεταξύ της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με εργασίες Συνεργατικής Εταιρείας εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85) ως έχει τροποποιηθεί σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, ως έχει τροποποιηθεί. Παραθέτω στο σημείο αυτό το εδάφιο
(1)του Άρθρου 52 που περιλαμβάνει τα εξής: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου που αναφέρθηκε ανωτέρω και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομερείας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Ειδικότερα στο Άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί Διαιτησίας. Πaρομοίως, με βάση τον Κανονισμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών προβλέπεται η δυνατότητα παραπομπής μιας διαφοράς προς επίλυση της σε διαιτησία. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της αποφάσεως.[1] Σε περίπτωση, όμως, που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου.[2] Στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια το Δικαστήριο εξετάζοντας μια τέτοια αίτηση, όπως είναι η υπό κρίση αίτηση, δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Παραπέμπω σχετικά στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου στη σελ.831 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. " Eπίσης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Η δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης παρέχεται με βάση το εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Ν.22/85 που αναφέρθηκε ανωτέρω και, περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 56 του ιδίου Νόμου παρέχεται η δυνατότητα σε κάποιο που θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και, συνεπώς, και των διατάξεων που του παρέχουν εξουσία για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία, να προσβάλει τη σχετική απόφαση με ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Στην περίπτωση δε που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο.[3] Παραθέτω πιο κάτω τις πρόνοιες του Άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85) που έχουν ως ακολούθως: «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.» Περαιτέρω, παραθέτω πιο κάτω και τις πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
(1)Οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκτός εάν αυτή αφορά ή σχετίζεται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων ή της εξουσίας του που προβλέπεται στα Μέρη VIA και VIB, δύναται εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτηση του, στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν. ...........................................
(5)Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον
(1)προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρισιν προσφυγής, η απόφασις του Εφόρου δεν καθίσταται εκτελεστή.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε αιτήσεις του είδους που εξετάζουμε για να μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: I. Να έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση. II. Η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί/γνωστοποιηθεί στους διαδίκους έτσι ώστε να λάβουν γνώση γι΄ αυτή και το περιεχόμενο της. III. Να έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών - που καθορίζεται από τα εδάφια
(4)και
(5)του Άρθρου 52 του Ν.22/85 - από της γνωστοποιήσεως στους διαδίκους της διαιτητικής απόφασης και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, ενώ αν έχει καταχωρηθεί έφεση, αυτή να έχει αποτύχει και IV. Η αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης να γίνει δια κλήσεως.[4] ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Ένα από τα ζητήματα που ήγειρε ο συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ότι η διαιτητική απόφαση δεν έχει γνωστοποιηθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 οι οποίοι ουδέποτε κλήθηκαν να παραστούν στη διαιτησία με αποτέλεσμα να στερηθούν του δικαιώματος να ακουστούν. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ που αποτελεί ένορκη δήλωση του επιδότη η διαιτητική απόφαση επεδόθη στην Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 στις 24/2/10 έναντι της υπογραφής του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 ο οποίος, με βάση την εν λόγω ένορκη δήλωση, είναι αδελφός ενήλικας και συγκατοικεί με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2. Από το ίδιο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ προκύπτει, επίσης, ότι η διαιτητική απόφαση επεδόθη στην Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3 στις 24/2/10 έναντι της υπογραφής του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, ο οποίος, με βάσει την ένορκη δήλωση του επιδότη, είναι γιος ενήλικας και συγκατοικεί με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3. Στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 που συνοδεύει την ένσταση και, συγκεκριμένα, στην παρά.
(5)αυτής προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στις 24/2/10 ιδιώτης επιδότης τον επισκέφθηκε στην οικία του στην οδό Αρχ. Μακαρίου 7 στην Αγία Νάπα και του έδωσε δύο αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22/2/10 για να τα δώσει στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 και ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 πληροφόρησε τον ιδιώτη ότι δεν διέμενε με τις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 και ότι δεν μπορούσε να τους τα δώσει αλλά ότι ο επιδότης επέμενε όπως ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 τα παραλάβει λέγοντας του ότι αυτή είναι η διαδικασία και ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 τα παρέλαβε αλλά δεν τα έδωσε στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3. Για να συμπληρώσω την εικόνα όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αναφέρομαι στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 η οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε για τη διεξαγωγή της διαιτησίας και ότι ούτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από οποιονδήποτε για να παρευρεθεί σε μια τέτοια διαιτησία. Ούτε, επίσης, όπως ισχυρίζεται, γνώριζε έγκαιρα για την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης για την οποία πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά, στις 19/10/10 από το δικηγόρο της. Στην υπό εξέταση Αίτηση, όπως προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, η επίδοση της διαιτητικής απόφασης στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 δεν έγινε προσωπικά. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση να επισημάνω ότι η γνωστοποίηση μιας διαιτητικής απόφασης μπορεί να γίνει όχι μόνο και αποκλειστικά με προσωπική επίδοση. Εξάλλου το θέμα αυτό ρυθμίζεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς που εφαρμόζονται για το ζήτημα αυτό. Στη Δ.5, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπεται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (i) with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or ...................................» Και σε μετάφραση: «Η επίδοση όποτε αυτό είναι πρακτικά δυνατό θα γίνεται αφήνοντας αντίγραφο στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί× αλλά εάν αυτό δεν ευρίσκεται στην οικία του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι γίνεται εφόσον το αντίγραφο αφήνεται - (ι) με οποιονδήποτε μέλος της οικογένειας του που προφανώς είναι 16 ετών και άνω το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ευρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό του ή εντός της περιοχής του . . . .» Έχοντας υπόψη τη διατύπωση της Δ.5, θ.2 αλλά και τη σχετική νομολογία στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση το μέλος της οικογένειας του προσώπου που αφορά το έγγραφο προς επίδοση να συγκατοικεί με αυτό. Είναι αρκετό να φαίνεται ότι είναι άνω των 16 ετών και να βρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό ή εντός της περιοχής του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.ά. v. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305 σκοπός του νομοθέτη μέσα από τον πιο πάνω αναφερόμενο θεσμό της Πολιτικής Δικονομίας «ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση» μέσω των προϋποθέσεων που ο συγκεκριμένος δικονομικός θεσμός καθορίζει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ) η επίδοση των σχετικών εντύπων με τις οποίες γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 δεν έγινε προσωπικά, αλλά μέσω συγγενικού τους προσώπου και έναντι της υπογραφής του τελευταίου ως αυτό καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, όπου δηλώνεται ότι το εν λόγω πρόσωπο συγκατοικεί τόσο με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 όσο και με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3 και ότι σε σχέση με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2 είναι αδελφός της, ενώ σε σχέση με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3 είναι γιος της. Στο σημείο εδώ να επισημάνω ότι η ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης διεξήχθη στη βάση των αγορεύσεων των δύο πλευρών χωρίς την προσκόμιση οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας ή την αντεξέταση οποιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αφενός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2, μέσω της ένορκης δήλωσης της, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και ότι, για πρώτη φορά, πληροφορήθηκε σχετικά με αυτή στις 19/10/10 από το δικηγόρο της και αφετέρου ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, μέσω της δικής του ένορκης δήλωσης, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν συγκατοικούσε ούτε με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2, ούτε με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3 και το ότι δεν έδωσε τα αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22/2/2010 σ΄ αυτές, θα ανέμενε κανείς από την πλευρά που έχει το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι η διαιτητική απόφαση ημερ. 22/2/2010 γνωστοποιήθηκε στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 να αποσείσει αυτό το βάρος είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής με το ζήτημα αυτό μαρτυρίας, είτε μέσω της αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 1 και Καθ΄ ης η Αίτηση αρ.
  1. Δεδομένου του ισχυρισμού του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωσή του, ότι δεν συγκατοικεί ούτε με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 2, ούτε με την Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3, ο οποίος ισχυρισμός, επαναλαμβάνω, δεν έχει τύχει αμφισβήτησης από πλευράς των Αιτητών και δεδομένου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, που είναι συγγενικό πρόσωπο και/ή μέλος της οικογένειας των Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 και στον οποίο, αφέθησαν τα δύο αντίγραφα της διαιτητικής απόφασης ημερ. 22/2/2010, για να δοθούν στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3, βρίσκεται στην πόλη ή στο χωριό ή εντός της περιοχής των Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3, καταλήγω ότι δεν έχει αποσεισθεί το βάρος που οι Αιτητές είχαν στους ώμους τους να αποδείξουν την επίδοση της διαιτητικής απόφασης στις Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και
  2. Όσον αφορά τον Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, αυτός παρουσιάσθηκε κατά την ακρόαση της διαιτησίας και αναγνώρισε το χρέος. Περαιτέρω, με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α που, επίσης, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, στις 22/2/2010 η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον Καθ΄ ου η Αίτηση. Έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με το νομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται σε αιτήσεις του είδους που εξετάζουμε, αλλά και ειδικότερα του εύρους της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, πρέπει να υπογραμμίσω ότι οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν στην υπό κρίση Αίτηση και έχουν σχέση με την απόφαση του Εφόρου για παραπομπή σε διαιτησία, τον διορισμό του διαιτητή, ως, επίσης, και ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ίδιο το περιεχόμενο και την ουσία ή ορθότητα της διαιτητικής απόφασης αποτελούν ζητήματα που εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και, συνεπώς, δεν μπορούν να εξετασθούν. Ήδη έχουμε αναφερθεί στις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες απ΄ όπου προκύπτει ότι τέτοια ζητήματα μπορούν να προβληθούν με τα ανάλογα διαβήματα και διαδικασίες προσβολής της απόφασης του διαιτητή στη βάση του Άρθρου 52
(4)του Ν.22/
  1. Περαιτέρω, στη βάση του Άρθρου 56 του ιδίου Νόμου μπορούν να προσβληθούν αποφάσεις του Εφόρου με ιεραρχική προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό. Προχωρώ να εξετάσω συνοπτικά κάποια άλλα ζητήματα που ηγέρθηκαν στους λόγους ένστασης και για τα οποία έχει αγορεύσει ο συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση κατά την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η ενόρκως δηλούσα στην Αίτηση δεν αποκάλυψε τη θέση της και την πηγή της γνώσης της και ότι, ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση της δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην ένορκη δήλωσή της η κα Αθηνά Καλλένου αναφέρει ότι είναι υπάλληλος στη ΣΠΕ Αγίας Νάπας, ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Επισημαίνω δε, ότι αυτά δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση, μέσω αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας. Συγκεκριμένα, τόσο η ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας ως υπαλλήλου της ΣΠΕ Αγίας Νάπας, όσο και η ίδια η γνώση της ενόρκως δηλούσας για τα γεγονότα, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση μέσω αντεξέτασης της, ενώ τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1 σχετικά με το ζήτημα αυτό αποτελούν εικασίες και υποθέσεις αναφορικά με τη γνώση της ενόρκως δηλούσας για τα γεγονότα της υπόθεσης. Άλλος λόγος ένστασης αποτελεί και το ότι τα στοιχεία και γεγονότα που παρουσιάζονται στην Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση της Αθηνάς Καλλένου είναι ελλειπή και ότι δεν παρουσιάζονται τα στοιχεία που αποτελούν το βάθρο της διαιτητικής απόφασης, ούτε οποιεσδήποτε αποδείξεις και έγγραφα που επιβεβαιώνουν την Αίτηση. Πρέπει εδώ να τονισθεί και να επισημανθεί ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως αντικείμενο την εγγραφή ή όχι της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης και όχι την εκδίκαση αυτής καθ΄ αυτής της διαφοράς των διαδίκων. Εκείνο που απαιτείται να καταδειχθεί είναι η εκδίκαση από διαιτητή και η έκδοση σχετικής διαιτητικής απόφασης. Δεν αναμένεται, ούτε απαιτείται να προσκομισθεί στο στάδιο της διαδικασίας εγγραφής το μαρτυρικό υλικό που οι Αιτητές παρουσίασαν κατά τη διαιτητική διαδικασία. Ένα άλλο ζήτημα που θίγεται από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ που συνοδεύει την Αίτηση και αναφέρεται σε κατάσταση λογαριασμού, παρουσιάζεται ως τρίτος πρωτοφειλέτης η Κωνσταντία Ιακώβου, ενώ η διαιτητική απόφαση αφορά τους Αλέξη Χριστάκη Ιακώβου, Έλενα Χριστάκη Ιακώβου και κάποια ονόματι Κωνσταντία Αντώνη Μιχαήλ. Για το ζήτημα αυτό δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3, ήτοι από πλευράς της Κωνσταντίας Αντώνη Μιχαήλ, όπου να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για άλλο πρόσωπο από την Κωνσταντία Ιακώβου. Το όλο ζήτημα ηγέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και συζητήθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων επί τη βάσει των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην Αίτηση. Δεν υπήρξε, ωστόσο, ουσιαστική αμφισβήτηση από το άτομο από το οποίο λογικά θα αναμένετο να το πράξει ως προς την ταυτότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση αρ. 3 και έτσι έχω την άποψη ότι το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω σε επίπεδο ισχυρισμών ή εισηγήσεων που υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αγόρευσης από τον συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση χωρίς να υποστηρίζεται από οποιανδήποτε σχετική προς τούτο μαρτυρία. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι το ποσό της διαιτητικής απόφασης και/ή το ποσό του επίδικου γραμματίου δεν συνάδει με την κατάσταση λογαριασμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ στην Αίτηση) επισημαίνω ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως αντικείμενο την εγγραφή της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης και όχι την εκδίκαση της διαφοράς που προκύπτει από το επίδικο γραμμάτιο και την επισύναψη της σχετικής με το γραμμάτιο κατάστασης λογαριασμού. Η διαφορά αυτή έχει ήδη επιλυθεί με διαιτησία, σύμφωνα με το Νόμο, και δεν απαιτείται τίποτε άλλο πέραν της εκδοθείσας από το διαιτητή απόφασης η οποία και έχει επισυναφθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην Αίτηση. Ούτε μπορεί σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εξετασθεί οτιδήποτε έχει να κάνει με το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Σ΄ ότι αφορά το λόγο ένστασης τους βασίζεται στη Δ.39, θ.21 επισημαίνω ότι η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της ένστασης γιατί απλούστατα δεν έχει συμπεριληφθεί σ΄ αυτή. Περαιτέρω, και ανεξάρτητα απ΄ αυτό, επισημαίνω ότι τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Αίτηση έχουν σημειωθεί ως τεκμήρια και φαίνεται να έχουν μονογραφηθεί από τον υπάλληλο ενώπιον του οποίου έγινε ο όρκος, έστω και αν δεν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.39,θ.
  2. Τούτου δοθέντος δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι τα εν λόγω τεκμήρια δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ήδη έχουμε επισημάνει ανωτέρω ότι, όσον αφορά τους λόγους ένστασης που σχετίζονται με ζητήματα αναφορικά με την παραπομπή σε διαιτησία και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τους σκοπούς της παραπομπής σε διαιτησία, με βάση και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που έχουμε επικαλεστεί, τέτοιοι λόγοι ένστασης εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και, συνεπώς, δεν μπορούν να εξετασθούν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι καθόσον αφορά τις Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 δεν έχει αποδειχθεί η επίδοση και/ή γνωστοποίηση σ΄ αυτές της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22/2/2010, αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης, και, κατά συνέπεια, η Αίτηση σε σχέση με αυτές απορρίπτεται. Όσον αφορά τον Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για να μην προχωρήσει το Δικαστήριο υπέρ της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης σε βάρος του. Συνακόλουθα, η παρούσα Αίτηση εγκρίνεται σε σχέση με τον Καθ΄ ου η Αίτηση αρ.
  3. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 και εναντίον των Αιτητών. Σε σχέση με τον Καθ΄ ου η Αίτηση αρ. 1, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του και υπέρ των Αιτητών, όπως αυτά, επίσης, θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, ΑΕΔ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Δέστε εδάφιο
(4)του Άρθρου 52 του Ν.22/85. [2] Δέστε εδάφιο
(5)του Άρθρου 52 του Ν.22/85. [3] Δέστε εδάφιο
(5)του Άρθρου 56 του Ν.22/85. [4] Δέστε Αίτηση Αλέκου Αλεξάνδρου, αρ. 14/08,
(2008)1 Α.Α.Δ. 313 και Αίτηση Βασούλα Τάσου(Κακουρή) αρ.152/99
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.