NOVA OPTA ESTATES LTD ν. Γεώργιος Ττοφινή Μελέκκη κ.α., Αρ. Αγ. 852/2005, 21.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 852/2005 Μεταξύ: NOVA OPTA ESTATES LTD Εναγόντων -και-
- Γεώργιος Ττοφινή Μελέκκη
- Χρίστος Παναγιώτη Ττοφινή, προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή Μελέκκη Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.11.
- Μεταξύ: NOVA OPTA ESTATES LTD Εναγόντων -και-
- Γεώργιος Ττοφινή Μελέκκη
- Χρίστος Παναγιώτη Ττοφινή, προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή Μελέκκη 3.Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, φ/δι Νομικής Υπηρεσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 21.4.
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Κ. Χ¨Ιωάννου με κ. Στ. Δριμιώτη Για τους εναγομένους 1,2: Ο κ. Γ. Πιττάτζης. Για τον εναγόμενο 3: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με την αγορά και την ανάπτυξη γης. Όταν το 2005 κίνησαν την παρούσα αγωγή αυτή αρχικά στρεφόταν μόνον εναντίον των εναγομένων 1 και
- Ας σημειωθεί ότι ο τελευταίος ενάγεται με διπλή ιδιότητα: προσωπικά και ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του Παναγιώτη Ττοφινή Μελέκκη. Η βασική αξίωση των εναγόντων σε σχέση με αυτούς είναι για ειδική εκτέλεση μιας συμφωνίας που αφορά στην αγοραπωλησία δύο τεμαχίων γης, εβρισκομένων στην περιοχή Αγίας Νάπας, η οποία συνήφθη το
- Όμως, σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η αξίωση τους αυτή, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον τους, διαζευκτικά, αποζημιώσεις για παραβίαση της εν λόγω συμφωνίας. Συμβαλλόμενοι σ΄ αυτή είναι από τη μια πλευρά οι ενάγοντες ως οι αγοραστές και από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος 1 και ο αποβιώσας αδελφός του Παναγιώτης Ττοφινή, πατέρας του εναγομένου 2, ως οι πωλητές των εν λόγω δύο τεμαχίων. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας οι τελευταίοι εμφανίζονταν ως οι ιδιοκτήτες σ΄ αυτά κατ΄ εξ αδιαιρέτου ιδανικάς μερίδας δικαιούμενοι, προφανώς, σε ένα δεύτερο μερίδιο ο καθ΄ένας. Το πιο πάνω ιδιοκτησιακό καθεστώς άλλαξε στην πορεία του χρόνου, εν αγνοία των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι η πωλητήρια συμφωνία είχε κατατεθεί δεόντως στο οικείο κτηματολογικό γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της. Όταν αυτοί πληροφορήθηκαν κατά το 2008 για το λόγο που αυτό είχε συμβεί, η αγωγή είχεν ήδη καταχωριστεί. Τότε επεδίωξαν και προσετέθη ως εναγόμενος 3 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Με ανάλογη τροποποίηση την οποία επέφεραν στην έκθεση απαιτήσεως επικαλούνται εναντίον του αμέλεια. Αυτή φέρεται να συνίσταται στην αποδοχή από τον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό δήλωσης μεταβίβασης του μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή στα εν λόγω δύο τεμάχια, ενόσω αυτός βρισκόταν ακόμα στη ζωή, με δικαιούχο τον υιό του, εναγόμενο 2, παραβλέποντας το γεγονός της κατάθεσης της προαναφερθείσας πωλητήριας συμφωνίας, δυνάμει του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Με τη ξεχωριστή υπεράσπιση του ο κάθε εναγόμενος απορρίπτει την υποχρέωση ή και την ευθύνη που του καταλογίζεται με την αγωγή και ζητά απόρριψη των θεραπειών τις οποίες οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του. Συγχρόνως, ο καθ΄ ένας προβάλλει και κάποιους ισχυρισμούς στην προσπάθεια του να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ειδικά ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν εγνώριζε για την επίδικη συμφωνία και ότι έλαβε το 1/3 μερίδιο στα εν λόγω δύο τεμάχια δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του στο πλαίσιο διανομής που διενήργησε ο τελευταίος της ακίνητης περιουσίας του στα πέντε παιδιά του. Όταν θα άρχιζε η ακρόαση προμηνύετο ότι αυτή θα διεξάγετο επί όλων των θεμάτων που εγείρονται στα δικόγραφα. Όμως, η σύνεση και η υπευθυνότητα την οποία επέδειξαν οι συνήγοροι όλων των πλευρών οδήγησε, κατ΄ αρχάς, στο συμβιβασμό της υπόθεσης για τον εναγόμενο
- Ενώ για τους εναπομείναντες εναγομένους σταδιακά τα επίδικα θέματα περιορίστηκαν στα πλέον σημαντικά, καθορίζοντας έτσι συγκεκριμένα τις βασικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Αυτές θα φανούν στη συνέχεια αφού παρατεθούν πρώτα τα γεγονότα πλείστα των οποίων, λόγω της θετικής στάσης, ανωτέρω, των μερών αναδείχθησαν ως κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθησαν. Αποτελούν δε ευρήματα επί γεγονότων, στη βάση των οποίων θα ασκηθεί η τελική κρίση για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Τα παραθέτω με τη χρονολογική σειρά που αυτά έχουν συμβεί. Στις 17.5.1982 τα συμβαλλόμενα μέρη που αναφέρονται προηγουμένως συνήψαν μεταξύ τους συμφωνία και υπέγραψαν σχετικό έγγραφο, τεκμήριο 1, για την αγορά από τους ενάγοντες των δύο όμορων τεμαχίων αρ. 50 και 51, φύλλο/σχέδιο 42/15, τα οποία βρίσκονται στην περιοχή Μουράτη της Αγίας Νάπας. Σήμερα αναγνωρίζονται ως τεμάχια 332 και 335, με αριθμούς εγγραφής 726 και 727, αντίστοιχα, επί του φύλλου/σχεδίου 2-293-
- Στις 30.6.1982 το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με στοιχεία ΠΩΕ 60/1982 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου. Η αίτηση και η απόδειξη κατάθεσης του, τεκμήρια 2 και 27 αντίστοιχα, είναι σχετικά. Η συμφωνία προέβλεπε ως τίμημα, το οποίο θα κατέβαλλαν οι αγοραστές προς τους πωλητές, το ποσό των £100.000 το οποίο θα πληρώνετο με δόσεις. Συγκεκριμένα, η πρώτη δόση εκ ποσού £6.000 θα πληρώνετο την 1.6.
- Ακολούθως, έξι μηνιαίες δόσεις από £3.000 η κάθε μια θα πληρώνοντο από την 1.7.1982 έως την 1.12.
- Και τέλος, το υπόλοιπο ποσό των £76.000 θα πληρώνετο σε τριανταέξι
(36)ίσες μηνιαίες δόσεις, από £2.000 η κάθε μια, αρχίζοντας από την 1.1.
- Το εκάστοτε υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 6% ετησίως και θα εξοφλείτο μαζί με την πληρωμή της τελευταίας δόσης. Με βάση απλό υπολογισμό αυτό θα έπρεπε να συμβεί το Δεκέμβριο του
- Όμως, με μια πρόσθετη συμφωνία η οποία συνήφθη την 27.8.1984 μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 μόνο, τεκμήριο 3, μετατέθηκε η εξόφληση του τιμήματος και των τόκων που αναλογούσαν στον εν λόγω εναγόμενο για να πραγματοποιηθεί την 1.8.
- Όσον αφορά τη μεταβίβαση των αγορασθέντων τεμαχίων στο όνομα των αγοραστών, η αρχική συμφωνία, τεκμήριο 1, προέβλεπε ότι θα γινόταν «άμα τη πλήρη και τελεία εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος και των τόκων». Δηλαδή, οι δύο αυτές αντίστοιχες υποχρεώσεις θα έπρεπε να εκπληρωθούν συγχρόνως, κατά το Δεκέμβριο του
- Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούντο ότι το τίμημα πώλησης είχεν εξοφληθεί. Όμως, στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος τους δήλωσε ευθαρσώς, εκφράζοντας με σαφήνεια τη θέση επί του προκειμένου των πελατών του, ότι είναι αποδεκτός ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι έχουν εξοφλήσει το τίμημα για την αγορά των επίδικων τεμαχίων. Μάλιστα, δικαιολόγησε τη δήλωση αυτή παραπέμποντας στο ειδικό πληρεξούσιο, τεκμήριο 5, το οποίο οι πωλητές είχαν παραχωρήσει στο δικηγόρο των εναγόντων κ. Στέλιο Δρυμιώτη στις 9.4.
- Με αυτό τον εξουσιοδοτούσαν να προβεί, μεταξύ άλλων, στη μεταβίβαση των επίδικων τεμαχίων σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χωρίς να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς το χρόνο που θα έπρεπε να ενεργήσει για υλοποίηση του σκοπού αυτού. Θα μπορούσε, δηλαδή, να το είχε πράξει και αμέσως. Ενώ ο συνήγορος επεσήμανε, συγχρόνως, ότι η παραχώρηση του εν λόγω ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, ως ανωτέρω, ήταν το λογικό επακόλουθο της εξόφλησης του τιμήματος, για το οποίο θέμα θεωρεί πως υπήρξε και αναντίλεκτη μαρτυρία. Συμφωνώ πλήρως με την τοποθέτηση ανωτέρω του συνηγόρου. Κατ΄ αρχάς, υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων κ. Παναγιώτη Σωτηρίου, ο οποίος ως ο λογιστής τους από το 1986 κατάθεσε ότι αυτοί έχουν εξοφλήσει το τίμημα για την αγορά των δύο επίδικων ακινήτων. Ένας ισολογισμός με ημερομηνία 21.10.1988, τον οποίο κατέθεσε και σημειώθηκε τεκμήριο 23, δείχνει τα ακίνητα που κατείχαν οι ενάγοντες την 31.12.1986 και το ποσό που δαπανήθηκε για την απόκτηση καθ΄ενός από αυτά. Στον ισολογισμό αυτό αναφέρονται και τα επίδικα τεμάχια τα οποία φέρεται να αποκτήθηκαν έναντι συνολικού ποσού £115.157,
- Δεν αναφέρεται να υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία και άρα θεωρείτο ότι αυτά είχαν εξοφληθεί. Πρόσθετα, επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού μπορεί οπωσδήποτε και με ασφάλεια να θεωρηθεί ότι παρέχει και το γεγονός της παραχώρησης από τους πωλητές προς το δικηγόρο των εναγόντων του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, τεκμήριο 5, το οποίο παρείχε τη δυνατότητα για μεταβίβαση στους τελευταίους των δύο αγορασθέντων τεμαχίων. Φέρει ημερομηνία 9.4.1987 και προφανώς είναι γι΄ αυτό το λόγο που στην έκθεση απαιτήσεως (παράγραφος 4) αναφέρεται ότι το τίμημα πώλησης μαζί με τους τόκους εξοφλήθηκαν κατά ή περί το
- Επομένως, πέραν της πιο πάνω βοηθητικής οπωσδήποτε τοποθέτησης του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2, είναι και η μαρτυρία η οποία αναφέρεται πιο πάνω και γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, αποδεικνύουσα ως γεγονός την εξόφληση από τους ενάγοντες του τιμήματος αγοράς των επίδικων τεμαχίων και όλων των προκυψάντων τόκων μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η τελευταία πληρωμή. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκε η εξόφληση του τιμήματος και των τόκων. Η μαρτυρία, ανωτέρω, η οποία έγινε αποδεκτή και συνάδει σε γενικές γραμμές και με την προαναφερθείσα δικογραφημένη θέση των εναγόντων, τοποθετεί το γεγονός αυτό μέσα στο
- Ενώ αν τελικώς τηρήθηκε και η ξεχωριστή συμφωνία, τεκμήριο 3, με τον εναγόμενο 1, τότε αυτό θα πρέπει να συνέβηκε την 1.8.
- Εν πάση περιπτώσει, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν είναι σημαντικό να διαπιστωθεί η ακριβής ημερομηνία εξόφλησης του τιμήματος κατά το έτος 1986 ή και οποτεδήποτε άλλοτε πριν ή μετά το έτος αυτό. Παρά το γεγονός ότι το τίμημα εξοφλήθηκε και επίσης παραχωρήθηκε το ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο των εναγόντων προς διευκόλυνση της μεταβίβασης, εντούτοις ο χρόνος περνούσε χωρίς τα επίδικα τεμάχια να μεταβιβαστούν στους ενάγοντες. Όμως, και οι τελευταίοι ουδέποτε παραιτήθηκαν της αξίωσης τους σ΄ αυτά. Όταν αποφάσισαν ότι δε θα επιδείκνυαν πλέον άλλη ανοχή στην καθυστέρηση των εναγομένων 1 και 2 για ολοκλήρωση της συναλλαγής, τους απέστειλαν στις 16.11.2004, μέσω του δικηγόρου τους, από μια επιστολή ίδιου περιεχομένου, τεκμήρια 14 και
- Με αυτήν τους καλούσαν, τον εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή, να διευθετήσουν ώστε εντός τριάντα ημερών να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση προς αυτούς των επίδικων τεμαχίων, σύμφωνα με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 17.5.1982, δηλαδή του τεκμηρίου
- Όταν οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να ανταποκριθούν, στις 21.1.2005 τους απέστειλαν και δεύτερη επιστολή, τεκμήριο 16, με την οποία τους καλούσαν να παρευρεθούν στις 24.2.2005 η ώρα 9.00 το πρωί στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των εν λόγω τεμαχίων το τίμημα για τα οποία, όπως τους πληροφορούσαν, είχεν εξοφληθεί. Αφού ούτε και τότε υπήρξε ανταπόκριση οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 21.9.2005 εναντίον των εναγομένων 1 και 2 την παρούσα αγωγή. Να σημειωθεί ότι, όπως βεβαιώνεται γραπτώς από τον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό με τη βεβαίωση τεκμήριο 17, κατά την πιο πάνω ημερομηνία αντιπρόσωποι των εναγόντων μετέβησαν στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου και, όπως δήλωσαν, ήσαν έτοιμοι για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής οι ενάγοντες αποτάθηκαν γραπτώς στις 19.3.2008, τεκμήριο 32, στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου για να προμηθευτούν πιστό αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είχε κατατεθεί στις 30.6.1982 με στοιχεία ΠΩΕ 60/
- Τότε διαπιστώθηκε ότι από λάθος το γεγονός αυτό δε σημειώθηκε έναντι των επηρεαζομένων εγγραφών στο Μητρώο Φόρων και στο Μητρώο Εγγραφής. Σημειώθηκε την επομένη ημέρα επιβαρύνοντας μόνο τα 2/3 μερίδια στα επίδικα τεμάχια, για τα οποία ο εναγόμενος 1 εμφανιζόταν τότε ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Συγκεκριμένα, στο μεταξύ και ως αποτέλεσμα του προαναφερθέντος λάθους είχαν σημειωθεί δύο διαφοροποιήσεις στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των δύο τεμαχίων. Οι ενάγοντες φαίνεται ότι πληροφορήθηκαν γι΄ αυτές στις 24.2.2005, (και όχι στις 25.2.2005 που αναφέρεται, προφανώς, εκ παραδρομής), όταν μετέβησαν στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου για να πραγματοποιείτο τότε η μεταβίβαση των επίδικων τεμαχίων, έχοντας καλέσει και τους εναγόμενους 1 και 2 για το σκοπό αυτό. Η πιο πάνω αναφορά έχει προέλθει από τον κ. Κίκη Κωνσταντίνου, διευθυντή των εναγόντων (παρα. 22 της γραπτής δήλωσης του, έγγραφο 1) και δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τον Ιανουάριο του 1994, κατόπιν σχετικής δήλωσης, ενεγράφησαν ο μεν εναγόμενος 1 ως ιδιοκτήτης κατά 2/3 μερίδια ο δε Παναγιώτης Ττοφινή ως ιδιοκτήτης κατά 1/3 μερίδιο στα επίδικα τεμάχια. Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα πιστοποιητικά έρευνας, τεκμήρια 26Α και 26Β. Ακολούθως, κατά το Σεπτέμβριο του 1995 ο Παναγιώτης Ττοφινή ενεργώντας μέσω της συζύγου και πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, μεταβίβασε το εν λόγω μερίδιο του στα δύο τεμάχια στον υιό του Χρίστο Παναγιώτη Τοφινή, εναγόμενο 2, δυνάμει δωρεάς. Σχετικά με την πιο πάνω πράξη είναι τα τεκμήρια 18, 28, 29, 30 και
- Τα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, τεκμήρια 24 και 25, δείχνουν ότι ο εναγόμενος 2 είναι από τις 28.09.1995 και μέχρι σήμερα, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του 1/3 μεριδίου σε κάθε ένα από τα εν λόγω δύο τεμάχια. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 31.10.1995, ο Παναγιώτης Ττοφινή απεβίωσε μετά από μακρά ανίατη ασθένεια. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το διάταγμα διαχείρισης, τεκμήριο 12, με το οποίο παραχωρήθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του στον υιό του Χριστάκη Π. Ττοφινή, δηλαδή τον εναγόμενο
- Ενώ στη δήλωση διανομής, τεκμήριο 13, η οποία κατεχωρήθη στις 30.5.2003 στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντος, δεν αναφέρονται τα επίδικα τεμάχια. Στη συνέχεια, και αφού διαπιστώθηκε το Μάρτιο του 2008 το προαναφερθέν λάθος του οικείου κτηματολογικού γραφείου υποβλήθηκε αίτηση τροποποίησης και προσετέθη ως νέος εναγόμενος στην αγωγή ο Γενικός Εισαγγελέας εκπροσωπώντας την Κυπριακή Δημοκρατία, στη βάση ότι λειτουργοί της υπήρξαν αμελείς. Ενώ προηγουμένως ο δικηγόρος των εναγόντων με επιστολή του ημερομηνίας 20.3.2008, τεκμήριο 33, προς τον Επαρχιακό Λειτουργό του κτηματολογικού γραφείου Αμμοχώστου, ζητούσε πληροφόρηση για τις ενέργειες που θα εγίνονταν προς επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση. Τα ανωτέρω έχουν αναφερθεί, και παρέμειναν αναντίλεκτα, από το μάρτυρα υπεράσπισης κ. Γεώργιο Πετεινάρη, βοηθό κτηματολογικό λειτουργό στο εν λόγω κτηματολογικό γραφείο, όπως επίσης και ότι έχει ανοιχτεί ο φάκελος ΑΔΛ 2/2008 με σκοπό την προώθηση διαδικασίας διόρθωσης του εν λόγω λάθους. Όταν κατέθεσε ο μάρτυρας τα πιο πάνω γεγονότα δεν ανάφερε αν υπήρξε αποτέλεσμα ως τότε στην εν λόγω διαδικασία. Με το παρακλητικό μέρος της έκθεσης απαιτήσεως οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων διάφορες θεραπείες. Όμως, όπως διαφαίνεται από την αγόρευση του συνηγόρου των, οι βασικές είναι μόνο δύο, για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας και διαζευκτικά αποζημιώσεις λόγω παράβασης της. Αφορούν στο μέρος της συμφωνίας που δεν έχει εκπληρωθεί ακόμα και είναι αυτό που αναφέρεται στην υποχρέωση του Παναγιώτη Ττοφινή για μεταβίβαση στους ενάγοντες του 1/3 μεριδίου, όπως καθορίστηκε τελικώς η ιδιοκτησία του και στα δύο τεμάχια κατά τον Ιανουάριο του
- Να σημειωθεί πως αυτή η διαφοροποίηση μάλλον έχει αποβεί προς όφελος των εναγόντων αφού για τα 2/3 μερίδια, του εναγομένου 1, έχει εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα για την ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 1, το οποίο, όπως δηλώθηκε, έχει ήδη υλοποιηθεί. Συγκεκριμένα, μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι ενάγοντες κατέστησαν πλέον συνιδιοκτήτες στα επίδικα τεμάχια με τον εναγόμενο
- Αυτοί κατέχουν τα 2/3 μερίδια και ο εναγόμενος 2 το 1/
- Τα δικαιώματα τους σ΄ αυτά διέπονται από το άρθρο 21 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί. Δικαιούνται να τα νέμονται κατ' αναλογία του μεριδίου τους· σαφώς δεν είναι οι απόλυτοι δικαιούχοι σ΄ αυτά (βλ. επίσης Μηνά ν. Χειμωνίδου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 405). Γι΄ αυτό με την παρούσα αγωγή επιδιώκουν να αποκτήσουν και το άλλο 1/3 μερίδιο για το οποίο ο εναγόμενος 2 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης από τις 28.9.
- Η επιδίωξη αυτή των εναγομένων εδράζεται στο γεγονός ότι είχαν αγοράσει το εν λόγω μερίδιο από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, αποβιώσαντα Παναγιώτη Ττοφινή, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 17.5.1982, τεκμήριο
- Συνεπώς, είναι δυνάμει αυτής της συμφωνίας που οι ενάγοντες, βασικά, επιδιώκουν να αποκτήσουν την κυριότητα του προαναφερθέντος 1/3 μεριδίου. Έχουν δε κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή αλλά και προσωπικά χωρίς να διευκρινίζεται δικογραφικά πάνω σε ποια βάση. Ως πρώτο μέτρο επίτευξης του πιο πάνω σκοπού οι ενάγοντες αξιώνουν ειδική εκτέλεση της συμφωνίας στην έκταση, ανωτέρω, που δεν έχει ακόμα εκπληρωθεί. Η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης είναι ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθεί στους ενάγοντες η συγκεκριμένη θεραπεία που αναφέρεται πιο πάνω. Εισηγούνται ότι έχει παρέλθει ο χρόνος των έξι μηνών εντός του οποίου θα έπρεπε να κινηθεί η αγωγή, από την ημερομηνία η οποία ορίζετο στη συμφωνία προς το σκοπό εκπλήρωσης της. Εν ολίγοις, δεν πληρείται η χρονική προϋπόθεση, για έγερση αγωγής από τον αγοραστή, την οποία θέτει το άρθρο 2(δ) του Νόμου, Κεφ. 232, και ειδικά αυτή στην πρώτη επιφύλαξη του που είναι σχετική με τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Ο συνήγορος των εναγόντων διαφώνησε πλήρως. Εισηγήθηκε ότι ο χρόνος για ολοκλήρωση που προέβλεπε η συμφωνία παρατάθηκε λόγω της κοινής στάσης σχετικά με το θέμα αυτό των συμβαλλομένων. Κατέστη δε ουσιώδης με την επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς τους εναγομένους, τεκμήριο
- Υπενθυμίζεται ότι με αυτή εκαλούντο οι εναγόμενοι να παρευρεθούν στις 24.2.2005 στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου για να πραγματοποιείτο κατά την ημερομηνία εκείνη η μεταβίβαση των επίδικων τεμαχίων. Η παράλειψη των τελευταίων να συμμορφωθούν συνιστά, κατά την περαιτέρω εισήγηση του, παραβίαση της συμφωνίας η οποία επεσυνέβη στις 24.2.2005 και εξακολουθεί να υφίσταται όσον αφορά τον εναγόμενο
- Γίνεται δε αντιληπτό, σύμφωνα με την πιο πάνω εισήγηση, ότι είναι από την ημερομηνία αυτή που θα πρέπει κανονικά να υπολογιστεί η περίοδος των έξι μηνών για έγερση αγωγής, την οποία προβλέπει η νομοθετική πρόνοια που έχει προηγουμένως αναφερθεί. Οι βασικές πρόνοιες του άρθρου 2, περιλαμβανομένης αυτής στην πρώτη επιφύλαξη της παραγράφου (δ), είναι σημαντικές για τη συζήτηση που ακολουθεί, και τις παραθέτω: «
- Τηρουμένων των διατάξεων που περιέχονται πιο κάτω, κάθε σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν είναι έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με το νόμο και αν έχουν τηρηθεί οι ακόλουθοι όροι σε σχέση με αυτή, δηλαδή- (α) αν είναι γραπτή· (β) αν ο αγοραστής εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Επαρχίας εντός της οποίας βρίσκεται η ιδιοκτησία αντίγραφο της σύμβασης· .................................... (γ) αν ο αγοραστής έχει καλέσει πριν από την έγερση αγωγής για εξαναγκασμό ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης τον πωλητή να εμφανιστεί ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού και να δηλώσει ότι συμφώνησε να πωλήσει την ιδιοκτησία που αναφέρεται στη σύμβαση· (δ) αν εγέρθηκε αγωγή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συνάφθηκε η σύμβαση για εξαναγκασμό της ειδικής εκτέλεσης αυτής: Νοείται ότι, όταν στη σύμβαση προβλέπεται ή εξυπακούεται κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία για τη δήλωση μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται σε αυτήν ή για την καταβολή της αντιπαροχής ή για την καταβολή της τελευταίας δόσης της αντιπαροχής που συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με δόσεις (περιλαμβανομένης και της περίπτωσης της σύμβασης ενοικιαγοράς), η εξάμηνη προθεσμία που προβλέπεται από την παράγραφο αυτή αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση η οποία είναι μεταγενέστερη αυτής.» Οι πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 2 του Νόμου είναι σαφείς. Από αυτές προκύπτει ότι η γραπτή σύμβαση πώλησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η οποία έχει δεόντως κατατεθεί στο οικείο κτηματολογικό γραφείο, είναι στο επίκεντρο τους. Ειδικά όσον αφορά την παράγραφο (δ), είναι ξεκάθαρο πως είναι με βάση ό,τι προβλέπεται στη σύμβαση και μόνο, και είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα, που πρέπει να διαπιστώνεται ο συμφωνηθείς χρόνος μεταβίβασης της πωληθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας ή η καταβολή του τιμήματος για πλήρη εξόφληση, προς το σκοπό υπολογισμού του χρόνου των έξι μηνών εντός του οποίου θα πρέπει να εγείρεται η αγωγή για ειδική εκτέλεση της. Και υπάρχει τέτοια πρόνοια στην επίδικη συμφωνία, όσον αφορά το χρόνο ολοκλήρωσης της, όπως έχει προηγουμένως διαπιστωθεί. Στην πιο πάνω διαπίστωση, αναφορικά με την εφαρμογή της παραγράφου (δ), παρέχεται πιστεύω υποστήριξη από την παρατήρηση του Κωνσταντινίδη, Δ., στην υπόθεση Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 1159, στη σελίδα 1165, ότι «Το Κεφ. 232 είναι εντελώς ασύνδετο στα όσα αφορούν στην επιβίωση σύμβασης κατά τις αρχές του δικαίου των Συμβάσεων, υπό την οποία τελεί η λειτουργία των προνοιών για την ειδική εκτέλεση». Περαιτέρω και σε συνέχεια των ανωτέρω, συμμερίζομαι την άποψη του συνηγόρου για τη Δημοκρατία ότι μια μεταγενέστερη τροποποιητική συμφωνία με την οποία παρατείνεται ο χρόνος ολοκλήρωσης της αρχικής, δεν αναγνωρίζεται ποσώς από τις πρόνοιες του Νόμου, Κεφ.
- Η παρατήρηση αυτή είναι σε σχέση με την τροποποιητική συμφωνία, τεκμήριο
- Έγινε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου 1 μόνο και μετέθετε το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος που αναλογούσε στον τελευταίο για την 1.8.
- Όχι βέβαια πως θα μπορούσε να διαδραματίσει το γεγονός αυτό οποιαδήποτε διαφορά ως προς τον υπολογισμό του χρόνου των έξι μηνών, αφού ούτως ή άλλως η αγωγή ηγέρθη δεκαεννέα και πλέον χρόνια μετά. Επίσης η πιο πάνω παρατήρηση, απαντά και απορρίπτει, συγχρόνως, την εισήγηση εκ μέρους των εναγόντων ότι ο χρόνος ολοκλήρωσης της συμφωνίας παρατάθηκε, για τους λόγους που αναφέρονται προηγουμένως, και κατέστη ουσιώδης με την επιστολή προς τους εναγομένους 1 και 2, τεκμήριο
- Δεδομένων λοιπόν των προνοιών, ανωτέρω, του Νόμου, Κεφ. 232 και ειδικά αυτών στην πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 2(δ), η περίοδος των έξι μηνών θα πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να υπολογιστεί από το Δεκέμβριο του
- Μέχρι τότε θα έπρεπε, με βάση τη συμφωνία, να είχεν εξοφληθεί το τίμημα για την αγορά των επίδικων τεμαχίων και να πραγματοποιείτο συγχρόνως η μεταβίβαση τους στους ενάγοντες. Όμως, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η αγωγή κινήθηκε πολύ αργότερα. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δε δικαιούνται σε διάταγμα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας για το 1/3 μερίδιο του Παναγιώτη Ττοφινή, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και αν ενάγουν τον εναγόμενο
- Επομένως, ούτε και η ακύρωση της εγγραφής του εν λόγω μεριδίου στον εναγόμενο 2 που έγινε δυνάμει δωρεάς, και την οποία αξιώνουν οι ενάγοντες ως παρεμφερή θεραπεία, θα ήταν επωφελής αφού η συμφωνία δεν είναι δεκτική της εν λόγω πρωταρχικής θεραπείας. Τέλος, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμα και αν ο χρόνος από τον οποίο θα έπρεπε να υπολογιστούν οι έξι μήνες για έγερση της αγωγής ήταν η 24.2.2005 που εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγόντων και πάλιν η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης δε θα ήταν εφικτή. Απλούστατα για το λόγο ότι η αγωγή κατεχωρήθη στις 21.9.2005, δηλαδή εκτός της περιόδου των έξι μηνών από το χρόνο που είχε οριστεί από τους ενάγοντες με την επιστολή τους προς τους εναγομένους, τεκμήριο 16, για να πραγματοποιείτο η μεταβίβαση των επίδικων τεμαχίων. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή ο χρόνος αυτός ήταν η 24.2.
- Βέβαια, δεν είναι γι΄ αυτό το λόγο που θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί η εν λόγω θεραπεία αλλά για το λόγο που είχε ήδη αναφερθεί προηγουμένως, έχοντας καταλήξει στην κρίση ότι δεν μπορεί να υπάρξει διαφυγή από τις πρόνοιες του Νόμου, Κεφ. 232, και δη από τους όρους που ρητώς προβλέπει για τη νομιμοποίηση ενός αγοραστή ακίνητης ιδιοκτησίας να επιδιώξει ειδική εκτέλεση πωλητήριας συμφωνίας. Η πιο πάνω διαπίστωση οδηγεί, επίσης, και σε ένα άλλο συμπέρασμα σχετιζόμενο με την αιτία αγωγής για αμέλεια η οποία στρέφεται εναντίον της Δημοκρατίας. Υπενθυμίζεται ότι η αιτία αυτή αναφέρεται σε παράλειψη κτηματολογικού λειτουργού του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Αμμοχώστου να επιβαρύνει τα επίδικα τεμάχια με τη συμφωνία πώλησης, τεκμήριο 1, η οποία είχε κατατεθεί δεόντως για το σκοπό αυτό. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράλειψης επιτεύχθηκε το Σεπτέμβριο του 1995 η αποξένωση του 1/3 μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή στα επίδικα τεμάχια προς όφελος του υιού του, εναγομένου
- Κατά το δίκαιο της αμέλειας η απώλεια την οποία έχει υποστεί ένα ζημιωθέν μέρος θα πρέπει να αποτελεί απόρροια της αμελούς πράξης ή παράλειψης του υπαίτιου μέρους η οποία, υπό τις περιστάσεις, ήταν εύλογα προβλεπτή. Ως απώλεια δε, θα μπορούσε να θεωρηθεί στην προκειμένη περίπτωση το ότι κατέστη ανέφικτη η ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας ως εκ του γεγονότος της μη επιβάρυνσης, εκ λάθους, του 1/3 μεριδίου του πωλητή Παναγιώτη Ττοφινή και της συνακόλουθης αποξένωσης του προς όφελος του εναγομένου
- Όμως, όπως έχει προηγουμένως διαπιστωθεί, ο λόγος που δεν είναι δυνατό να αποδοθεί στους ενάγοντες η πιο πάνω θεραπεία είναι άλλος. Ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ο όρος στην πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 2(δ) του Νόμου, Κεφ.
- Ενώ, ομολογουμένως, αν εξέλειπε ο λόγος αυτός και η συμφωνία ήταν άλλως πως δεκτική ειδικής εκτέλεσης, το γεγονός της εγγραφής του εν λόγω μεριδίου στον εναγόμενο 2 αφού έγινε δυνάμει δωρεάς, δε θα αποτελούσε μάλλον εμπόδιο στην απόδοση της εν λόγω θεραπείας στους ενάγοντες. Είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν αγοραστής έναντι ανταλλάγματος. Αυτό δε από μόνο του θα ήταν αρκετός λόγος για να ακυρώνετο η συγκεκριμένη εγγραφή. Δε θα χρειάζετο καν να εξεταστεί αν ο εναγόμενος 2 είχεν αποκτήσει το εν λόγω μερίδιο εν γνώσει του για την ύπαρξη της προηγούμενης συναλλαγής πώλησης του στους ενάγοντες. Το θέμα πραγματεύεται η υπόθεση Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1155 στη σελίδα 1188. Όμως, η αρχή που αναγνωρίστηκε εκεί δεν παρίσταται ανάγκη, υπό τις περιστάσεις ανωτέρω, να τύχει εδώ εφαρμογής. Ενώ για τον ίδιο λόγο, ανωτέρω, δε χρειάζεται να εξεταστεί αν θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου, Κεφ. 232, δυνάμει του οποίου οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα πωλητή ακίνητης ιδιοκτησίας υπόκεινται στις θεραπείες τις οποίες προβλέπει ο εν λόγω Νόμος εφόσον πληρούνται και όλες οι άλλες πρόνοιες του. Αν και δεν ήταν σε οποιοδήποτε στάδιο προηγουμένως εμφανές, στην αγόρευση του ο συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε διαζευκτικά ότι η ιδιοκτησία του 1/3 μεριδίου στα επίδικα τεμάχια μπορεί να αποδοθεί στους ενάγοντες δυνάμει του δόγματος του proprietary estoppel, κατά το δίκαιο της επιείκειας. Μάλλον πρόκειται για εισήγηση της τελευταίας στιγμής· δεν έγινε αναφορά σε οποιαδήποτε νομολογία. Βέβαια, το εν λόγω δόγμα αναγνωρίζεται και αποτελεί μέρος του κυπριακού δικαίου (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542). Εφαρμόζεται οποτεδήποτε κρίνεται πως θα ήταν άδικο να επιτραπεί σε κάποιον να υπαναχωρήσει όταν έχοντας προβεί σε σαφείς παραστάσεις προς κάποιον άλλον σε σχέση με συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία, ο άλλος ενεργώντας στη βάση των παραστάσεων αυτών και θεωρώντας εύλογα ότι έχει έτσι αποκτήσει ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί της εν λόγω περιουσίας μεταβάλλει την οικονομική του κατάσταση σε σχέση με αυτή. Αυτό βέβαια θα πρέπει να συμβαίνει εκτός οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης η οποία εφόσον υπάρχει τότε διέπει αποκλειστικά τη συναλλαγή των μερών. (βλ. Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1250). Στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 17.5.1982, τεκμήριο 1, διέπει τις σχέσεις των διαδίκων οι οποίες εκπηγάζουν από αυτήν και επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του προαναφερθέντος δόγματος της επιείκειας. Ακόμα και η ανάληψη κατοχής των επίδικων τεμαχίων από τους ενάγοντες και οι διαβεβαιώσεις που τους εδίδοντο από τους πωλητές, και ειδικά τον Παναγιώτη Ττοφινή, για ολοκλήρωση, ήσαν στο πλαίσιο αυτό· διαβεβαίωναν ότι θα τηρούσαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Όμως, κατά την άποψη μου, το εν λόγω δόγμα δε θα μπορούσε να εφαρμοστεί ακόμα και αν δεν ήταν τέτοια η περίπτωση και οι ενάγοντες είχαν αναλάβει κατοχή των δύο τεμαχίων με την αντίληψη ότι αυτά θα τους παραχωρούντο χαριστικώς από τους ιδιοκτήτες. Η εισήγηση, ανωτέρω, του συνηγόρου των εναγόντων προφανώς δε βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα. Εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία ως έχει, ο διευθυντής των εναγόντων κ. Κωνσταντίνου αναφέρθηκε σε δαπάνες ύψους £20.000,- για την ανόρυξη φρεάτων στο τεμάχιο 51 και σε άλλα γειτονικά τεμάχια των τελευταίων με σκοπό την ενιαία ανάπτυξη τους. Και, επίσης, σε δαπάνη £10.000,- για την ετοιμασία των σχετικών προς τούτο σχεδίων. Θα διαχωρίζοντο σε αγροτεμάχια. Οι δαπάνες αυτές φαίνεται να έγιναν μεταξύ των ετών 1982 και
- Αυτό προκύπτει από τρεις άδειες για ανόρυξη φρέατος οι οποίες κατατέθηκαν και σημειώθηκαν τεκμήρια 6, 7 και 8, αντίστοιχα, ένα τοπογραφικό σχέδιο, τεκμήριο 9, που δείχνει τον τρόπο διαχωρισμού των εν λόγω τεμαχίων και της επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 9.2.1988, τεκμήριο 10, προς το αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας ανάφερε ότι κατά το 1990 έγινε προσπάθεια για ανάπτυξη των ίδιων τεμαχίων με την ανέγερση σ΄ αυτών τουριστικών καταλυμάτων σε συνάρτηση με τη δημιουργία γηπέδων γκολφ σε γειτνιάζουσα κρατική γη. Η μελέτη, τεκμήριο 11, για την ανάπτυξη αυτή φέρεται να στοίχισε περί τις £20.000,-. Τελικώς τα εν λόγω έργα δεν πραγματοποιήθηκαν, τουλάχιστο μέχρι στιγμής, και δεν αναφέρθηκε στη μαρτυρία ποιος είναι ο λόγος γι΄ αυτό. Πάντως δεν έχει αποδοθεί σε οποιαδήποτε υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων 1 και
- Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι ιδιοκτήτες των επίδικων τεμαχίων γνώριζαν για τις προθέσεις των εναγόντων να τα εντάξουν σε μια πολύ πιο εκτεταμένη ανάπτυξη που θα περιλάμβανε και άλλα δικά τους τεμάχια στην ίδια περιοχή καθώς επίσης ότι γνώριζαν για τις δαπάνες στις οποίες οι ενάγοντες προέβαιναν σχετικά με την εν λόγω ανάπτυξη. Η μαρτυρία, και συγκεκριμένα το τεκμήριο 6, καταδεικνύει ότι εξασφαλίστηκε στις 12.10.1982 άδεια για ανόρυξη φρέατος στο τεμάχιο 51, το δε νερό που θα αντλείτο από αυτό, σύμφωνα με σχετικό όρο στην εν λόγω άδεια, θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για γεωργικούς σκοπούς. Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πέραν αυτής της μαρτυρίας, ενώ δεν είναι και γνωστό τι ποσό δαπανήθηκε για την υλοποίηση της προαναφερθείσας άδειας. Επομένως, και αν είχε γίνει κάποια δαπάνη και έχουν έτσι επιβαρυνθεί οι ενάγοντες λόγω των παραστάσεων του εναγομένου 1 και του Παναγιώτη Ττοφινή, διότι όταν γίνονταν αυτά ο τελευταίος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, σαφώς πρόκειται για μια νεφελώδη κατάσταση από την οποία δεν αποκαλύπτεται, τελικώς, πως επηρεάστηκαν οικονομικά οι ενάγοντες και σε ποιο βαθμό. Ούτε μαρτυρία υπάρχει ότι ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων δαπανών έχουν επωφεληθεί οι πωλητές και ειδικά ο εναγόμενος
- Ας σημειωθεί δε ότι δεν κατέστη και γνωστό τι απέγινε τελικώς με τη χρήση του εν λόγω φρέατος δεδομένου ότι έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε. Καταλήγω, λοιπόν, ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το δόγμα του proprietary estoppel. Επομένως, παραμένει η θεραπεία των αποζημιώσεων για παράβαση της επίδικης συμφωνίας τις οποίες οι ενάγοντες επίσης αξιώνουν διαζευκτικά της θεραπείας για ειδική εκτέλεση. Όμως, εν όψει των όσων έχουν προηγουμένως διαπιστωθεί σαφώς δεν είναι ως εκ της απόρριψης της αξίωσης για ειδική εκτέλεση που έχει αναφυεί η ανάγκη να πρέπει να εξεταστεί η θεραπεία των αποζημιώσεων. Δεν είναι, δηλαδή, συνεπεία της άσκησης από το δικαστήριο της διακριτικής εξουσίας που του παρέχεται από το άρθρο 8 του Νόμου, Κεφ. 232, ήτοι να αποδώσει αποζημιώσεις αν το κρίνει αυτό σκόπιμο, αντί να διατάξει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Παρόμοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Saab v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, (βλ. σελίδα 522). Όπως έχει προηγουμένως καταδειχθεί, η θεραπεία αυτή έπαυσε προ πολλού να ήταν εφικτή στους ενάγοντες και συγκεκριμένα έξι μήνες μετά το Δεκέμβριο του 1985. Θα έπρεπε κατά το χρόνο εκείνο, με βάση ρητές πρόνοιες που υπήρχαν στην επίδικη συμφωνία, να κατεβάλλετο το τίμημα και να πραγματοποιείτο συγχρόνως η μεταβίβαση των αγορασθέντων τεμαχίων. Αφού αυτά δε συνέβησαν κατά το χρόνο που αναφέρεται πιο πάνω, με την παρέλευση έξι μηνών από τον εν λόγω χρόνο οι ενάγοντες απώλεσαν το δικαίωμα να αξιώσουν ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν τον όρο που τίθεται με την πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 2(δ), ανωτέρω. Η μοναδική άλλη θεραπεία που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν δικαστικώς, μετά την πάροδο των έξι μηνών, είναι αυτή για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εφόσον διαπιστώνετο παράβαση της συμφωνίας. Όπως αποκαλύπτεται στα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω και έχει επίσης επεξηγηθεί από τη σχετική νομολογία, οι πρόνοιες της συμφωνίας για καταβολή του τιμήματος και πραγματοποίησης συγχρόνως της μεταβίβασης των αγορασθέντων τεμαχίων, συνιστούσαν αμοιβαίες υποχρεώσεις εντός της έννοιας του άρθρου 51 του Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. Σπύρου ν. Aristo Developers, ανωτέρω). Βάρυναν δε, αντίστοιχα, τους ενάγοντες, ως τους αγοραστές, και τον εναγόμενο 1 μαζί με τον Παναγιώτη Ττοφινή, ως τους πωλητές, των επίδικων τεμαχίων. Όταν αυτοί δεν ενήργησαν στο χρόνο που προέβλεπε η συμφωνία, προς εκπλήρωση από τον καθ΄ ένα της δικής του υποχρέωσης, ήσαν και οι δύο πλευρές σε παράβαση. Ενώ όταν οι ενάγοντες κατά το 1986 εξόφλησαν το τίμημα, ο εναγόμενος 1 και ο Παναγιώτης Ττοφινή συνέχισαν να παραβαίνουν τη συμφωνία αφού δεν εκπλήρωναν τη δική τους υποχρέωση για μεταβίβαση των τεμαχίων. Και αυτό ανεξάρτητα αν οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο να προβούν άμεσα στον τερματισμό της διότι ο χρόνος προς τούτο είτε έπαυσε να είναι είτε δεν ήταν ποτέ ουσιώδης. Δεν χρειάζεται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να εξεταστεί περαιτέρω το τελευταίο αυτό θέμα. Η πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων, ήτοι με τους πωλητές να μη μεταβιβάζουν τα επίδικα τεμάχια στους ενάγοντες, συνέχισε για πολλά χρόνια ακόμα. Ενώ από την πλευρά τους οι ενάγοντες επεδείκνυαν ανοχή και δεν ελάμβαναν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον τους για διεκδίκηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων. Βέβαια, είτε το εγνώριζαν αυτό είτε όχι δεν ήταν πλέον εφικτός ο εξαναγκασμός των πωλητών σε ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Όμως, ανεξάρτητα, εδικαιούντο να επιμένουν και είχαν τις διαβεβαιώσεις προς τούτο των πωλητών, ότι θα τους μεταβίβαζαν τα δύο τεμάχια αφού διευθετούντο πρώτα κάποια φορολογικά προβλήματα που είχε ειδικά ο Παναγιώτης Ττοφινή. Υπάρχει μαρτυρία για το θέμα αυτό, προερχόμενη από το διευθυντή των εναγόντων κ. Κωνσταντίνου, ότι οι πωλητές κατά καιρούς το διαβεβαίωναν ότι θα τηρούσαν τη συμφωνία. Η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή ως αποκαλυπτική της αλήθειας, ήτοι των διαβεβαιώσεων που ελάμβανε τότε ο μάρτυρας σχετικά από τους πωλητές και ειδικά από τον Παναγιώτη Ττοφινή. Άλλωστε είναι και κοινώς παραδεκτό ότι μέχρι το 1995 ο τελευταίος είχε διαφορές με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων που τον εμπόδιζαν να προβεί στη μεταβίβαση οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας του σε τρίτους. Όπως προκύπτει από τη γραπτή δήλωση του αρμόδιου λειτουργού του προαναφερθέντος Τμήματος, τεκμήριο 35, οι διαφορές αυτές διευθετήθηκαν στις 8.9.1995. Η μαρτυρία αυτή κατατέθηκε εκ συμφώνου και επιβεβαιώνει τη μαρτυρία, ανωτέρω, του κ. Κωνσταντίνου. Όμως, θα πρέπει να σημειωθεί πως η πληρωμή στις 8.9.1995 των φόρων που όφειλε ο Παναγιώτης Ττοφινή και η συνολική διευθέτηση των διαφορών του με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων δεν ήταν τυχαία. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία υποβλήθηκαν στο οικείο κτηματολογικό γραφείο και οι δηλώσεις μεταβίβασης για παραχώρηση δυνάμει δωρεάς του 1/3 μεριδίου του στα επίδικα τεμάχια στον υιό του, εναγόμενο 2. Οι δηλώσεις μεταβίβασης ακινήτου φέρουσες την πιο πάνω ημερομηνία, τεκμήρια 28, 29, 30 και 31, είναι σχετικές. Η εγγραφή του στο όνομα του εναγομένου 2 ολοκληρώθηκε στις 28.9.1995 όπως φαίνεται στα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, τεκμήρια 24 και 25. Η εξέλιξη αυτή προφανώς δεν ήταν σε γνώση των εναγόντων. Όμως αποτελούσε συμπεριφορά, προερχόμενη από τον πωλητή Παναγιώτη Ττοφινή, η οποία συνιστούσε μονομερή πράξη αποκήρυξης της συμφωνίας και επέφερε, μάλιστα κατά τρόπο μη αναστρέψιμο, τον τερματισμό της, στην έκταση βέβαια που τον αφορούσε. Συγκεκριμένα, ο Παναγιώτης Ττοφινή με την πιο πάνω ενέργεια του είχε εκ των πραγμάτων καταστήσει εαυτόν ανίκανον να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση για μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου του στα επίδικα τεμάχια στους ενάγοντες. Και αυτό συνέβηκε το Σεπτέμβριο του 1995. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή επισημαίνονται και τα ακόλουθα: Ότι μια τέτοια πράξη του πωλητή, ήτοι αποξένωση πωληθέντος ακινήτου σε τρίτο, επιφέρει τον οριστικό τερματισμό της πωλητήριας συμφωνίας διαπιστώνεται στην υπόθεση Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867, στις σελίδες 876 έως 877 στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε. Είχε παρατηρήσει τα εξής: «Η παράλειψη του εφεσείοντα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, συναρτάται άμεσα με τη διάθεση, στο ενδιάμεσο, του διαμερίσματος σε τρίτους και την αδυναμία του να το μεταβιβάσει. Αυτή τούτη η πώληση του διαμερίσματος σε τρίτους και η παρεμβολή εμπράγματου βάρους, που καθιστούσε αδύνατη τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να υποστηριχθεί ότι δικαιολογούσε τον τερματισμό της συμφωνίας. Οι πράξεις του εφεσείοντα ήταν ασυμβίβαστες με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτειναν να πλήξουν το θεμέλιο της σύμβασης.» Παρόμοια παρατήρηση είχε γίνει και στην υπόθεση Alfred C. Toepher International v. Itex Itagrani Exports
(1993)1 Lloyd's Rep. 360 στη σελίδα
- Έχει ως εξής: «The fact that that party has entered into inconsistent obligations does not in itself necessarily establish such inability, unless those obligations are of such a nature or have such an effect that it can truly be said that the party in question has put it out of his power to perform his obligations.» Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση επεσυνέβη κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 1995 μια τέτοια μη αναστρέψιμη πράξη παραβίασης της επίδικης συμφωνίας. Και συγκεκριμένα στις 8.9.1995 ημερομηνία κατά την οποία είχαν υποβληθεί οι δηλώσεις μεταβίβασης, δυνάμει των οποίων επιτεύχθηκε στις 28.9.1995 η εγγραφή του 1/3 μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή στα επίδικα τεμάχια στον εναγόμενο 2 προσωπικά. Υπό αυτή του την ιδιότητα ο εναγόμενος 2 ασφαλώς είναι ξένος προς την επίδικη συμφωνία. Επομένως, δε θα μπορούσε, υπό την ιδιότητα του αυτή, να εξαναγκαστεί να προβεί στην εφαρμογή της, εκτός βέβαια υπό τις περιστάσεις που έχουν προαναφερθεί. Όμως και πάλι η δυνατότητα αυτή, ήτοι για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας αφού θα ακυρώνετο η δωρεάν παραχώρηση του εν λόγω μεριδίου προς τον εναγόμενο 2, εξέλειπε προ πολλού. Συγκεκριμένα, όταν παρήλθε η περίοδος των έξι μηνών για έγερση αγωγής από τη συμφωνηθείσα εξόφληση του τιμήματος αγοράς κατά το τέλος του 1985, όπως προβλέπει το άρθρο 2(δ) του Νόμου, Κεφ.
- Το θέμα που εγείρεται προς εξέταση μετά τη διαπίστωση, ανωτέρω, της θεμελιακής διάρρηξης της συμφωνίας από τον Παναγιώτη Ττοφινή, είναι αυτό των αποζημιώσεων. Γενικά ειδωμένο το θέμα, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι στην περίπτωση που ο πωλητής ακίνητης ιδιοκτησίας είτε με λόγια είτε με πράξεις οριστικά αποκηρύσσει μια συμφωνία πώλησης, η οποία για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης, τότε θεωρείται πως αυτή έχει τερματιστεί. Σε τέτοια περίπτωση ο αγοραστής δικαιούται σε αποζημιώσεις νοουμένου ότι η θεραπεία αυτή αποτελεί διαζευκτική επιδίωξη του· η άλλη θεραπεία θα ήταν αυτή για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας η οποία είναι πλέον ανέφικτη (βλέπε, μεταξύ άλλων, Saab v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Καλησπέρας ν. Δρυάδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867 και Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1026). Στην τελευταία υπόθεση οι αρχές δικαίου οι οποίες διέπουν το θέμα των αποζημιώσεων έχουν συνοψιστεί από τον Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 1037, ως εξής: «Η βασική αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι εκείνη της αποκατάστασης η οποία επιβάλλει την αποκατάσταση του αθώου μέρους στη θέση την οποία θα απελάμβανε εάν δεν επεσυνέβαινε η διάρρηξη της συμφωνίας. Ο καθορισμός της αποζημίωσης κατά το χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας αποτελεί τον κανόνα εφόσον οριστικοποιείται η σχέση των μερών και η ζημιά του ενάγοντος αποκρυσταλλώνεται δηλαδή υφίστανται όλα τα στοιχεία για τον καθορισμό της. Όταν όμως συντρέχουν βάσιμοι λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την προσδοκία ότι η σύμβαση θα εκτελεσθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και η σημειωθείσα διάρρηξη δεν υποδηλώνει οριστική αποκήρυξη της συμφωνίας από τον εναγόμενο, ο χρόνος καθορισμού της αποζημίωσης μπορεί να μετατοπισθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, σε χρόνο κατά τον οποίο οριστικοποιείται η πρόθεση του συμβαλλόμενου για διάρρηξη της συμφωνίας.» Οι συνήγοροι των δύο πλευρών συμφωνούν ως προς το επόμενο αυτό στάδιο και εκλαμβάνουν ως δεδομένο ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικαστούν στη βάση ότι η συμφωνία έχει τερματιστεί εφόσον κριθεί ότι δεν είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Μάλιστα, με υπαιτιότητα του εναγομένου 2 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Παναγιώτη Ττοφινή. Βέβαια, έχει ήδη διαπιστωθεί πως είναι λανθασμένη η θέση των εναγόντων ότι αυτό έχει συμβεί στις 24.2.
- Υπενθυμίζεται ότι αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι είχαν κληθεί από τους ενάγοντες να εμφανιστούν στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Αμμοχώστου για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των επίδικων τεμαχίων, πλην όμως παρέλειψαν να το πράξουν. Ενώ έχει, επίσης, καταδειχθεί ότι ο τερματισμός της συμφωνίας υπό τις δοσμένες περιστάσεις επήλθε οριστικά κατά το Σεπτέμβριο του 1995 με την αποξένωση του 1/3 μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή προς όφελος του υιού του, εναγομένου
- Στο σημείο αυτό παρατηρείται σε σχέση με την κατάληξη ανωτέρω ότι η μη διαπίστωση από τους ενάγοντες πιο νωρίς και ειδικά πριν το τέλος του 1995 της αλλαγής η οποία είχε προηγουμένως κατά το έτος εκείνο επέλθει στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου 1/3 μεριδίου οφείλετο αποκλειστικά σε αμελή παράλειψη των ιδίων. Οι ενάγοντες όφειλαν, ως συνετοί επιχειρηματίες, να είχαν προβεί στην δέουσα έρευνα για να βεβαιώνονταν ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή θα ήταν σε θέση να εφαρμόσει την επίδικη συμφωνία. Δεν το έπραξαν όμως. Η πιο πάνω διαπίστωση προκύπτει αβίαστα από τη σχετική μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ο κ. Κωνσταντίνου είχεν αρχικά αναφέρει στη γραπτή δήλωση του, έγγραφο 1, ότι εκτός από τον Παναγιώτη Ττοφινή μετά το θάνατο του και ο υιός του εναγόμενος 2 ως διαχειριστής της περιουσίας του, έλεγε στον ίδιο προσωπικά ότι αφού διευθετούντο οι διαφορές που υπήρχαν με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων αλλά και μεταξύ των συνιδιοκτητών ή των κληρονόμων, δεν είναι ξεκάθαρο μεταξύ ποιων ήσαν οι διαφορές, θα μεταβιβάζοντο τα επίδικα τεμάχια στους ενάγοντες. Μάλιστα, όπως είπε, τον διαβεβαίωνε ως προς τούτο. Όμως, κατά την αντεξέταση του ο κ. Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε επίσης ότι για το θέμα του διορισμού διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή και τις επαφές με τους κληρονόμους του, είχε ενδιαφερθεί και ασχολείτο αποκλειστικά ο δικηγόρος των εναγόντων. Όπως δήλωσε, ο ίδιος προσωπικά δεν πραγματοποίησε οποιαδήποτε συνάντηση με τους κληρονόμους. Για να συμπληρώσει ότι τόσο ο Παναγιώτης Ττοφινή όσο και οι κληρονόμοι του ουδέποτε του είπαν ότι δε θα μεταβίβαζαν στους ενάγοντες τα επίδικα τεμάχια. Οι πιο πάνω αναφορές του κ. Κωνσταντίνου κατά την αντεξέταση του, πιστεύω βρίσκονται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Η οποία πραγματικότητα είναι πως δε διεξήχθη κατά το 1995, και συγκεκριμένα μετά το θάνατο του Παναγιώτη Ττοφινή και μέχρι το 2004, οποιαδήποτε αντικειμενική έρευνα σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 1/3 μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή. Ότι ήταν άλλος ο ιδιοκτήτης του από κάποιο χρόνο πριν το θάνατο του τελευταίου θα διαπιστώνετο αμέσως ενώ αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από τη δήλωση διανομής, τεκμήριο 13, του
- Την ίδια κατάσταση ενδεχόμενα να αποκάλυπτε και η απογραφή η οποία θα πρέπει να είχε καταχωριστεί πιο νωρίς στα πλαίσια της διαχείρισης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις συνάδουν και με τη μαρτυρία του εναγομένου 2 ότι ο ίδιος ουδέποτε συναντήθηκε με τον κ. Κωνσταντίνου σε σχέση με την επίδικη διαφορά και ούτε γνώριζε για την ύπαρξη της επίδικης συμφωνίας. Ως εκ τούτου η θέση του αυτή γίνεται αποδεκτή ως αντιπροσωπευτική της αλήθειας. Επομένως, οι ενάγοντες θα έπρεπε να εγνώριζαν από το τέλος του 1995 την πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων, όπως επίσης ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει αναστροφή της πράξης τερματισμού της επίδικης συμφωνίας η οποία επήλθε με τον τρόπο που έχει προηγουμένως διαπιστωθεί, χωρίς τη συγκατάθεση και του νέου ιδιοκτήτη του 1/3 μεριδίου στα επίδικα τεμάχια. Η γνώση τους δε αυτή οπωσδήποτε δε θα τους έδιδε οποιοδήποτε δικαίωμα επιλογής για τερματισμό ή μη της συμφωνίας. Και αν, βεβαίως, δεν εξευρίσκετο τότε οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση στο πρόβλημα το οποίο είχεν αναφυεί σε σχέση με την ολοκλήρωση της συμφωνίας το μόνο άλλο μέτρο που είχαν στη διάθεση τους οι ενάγοντες ήταν να κινηθούν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 δικαστικώς. Εν ολίγοις, η παρούσα διαφορά θα έπρεπε λογικά να είχεν αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τότε. Όμως, υπήρξε όλη αυτή η καθυστέρηση στη διαπίστωση και διεκδίκηση από τους ενάγοντες των δικαιωμάτων τους κάτω από την επίδικη συμφωνία. Επομένως, σύμφωνα με το γενικό κανόνα, ανωτέρω, είναι τότε, δηλαδή περί το τέλος Σεπτεμβρίου του 1995, που αποκρυσταλλώθηκε και η ζημιά των εναγόντων για την οποία δικαιούνται σε αποζημίωση. Δεδομένου ότι με αυτή θα πρέπει να αποκαθίστανται οι ενάγοντες στην κατάσταση που θα ήσαν αν υλοποιείτο η συμφωνία, η τέτοια αποζημίωση συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος αγοράς των επίδικων τεμαχίων και την αξία τους στην ελεύθερη αγορά κατά το χρόνο της διάρρηξης της, δηλαδή το Σεπτέμβρη του
- Με τη διαπίστωση, ανωτέρω, είναι σύμφωνη ειδικά η πλευρά του εναγομένου 2, ο συνήγορος του οποίου διατύπωσε την εισήγηση ότι η συμφωνία τερματίστηκε οριστικά κατά τον Σεπτέμβριο του 1995 συνεπεία της διάρρηξης της από τον Παναγιώτη Ττοφινή, με τον τρόπο που έχει προηγουμένως περιγραφεί. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ήσαν ιδιαίτερα βοηθητικοί και όσον αφορά το θέμα του υπολογισμού των αποζημιώσεων. Παρ΄ όλον ότι σε κάποιο στάδιο κατά την ακρόαση είχε προσφερθεί η μαρτυρία σχετικά ειδικών εκτιμητών ακινήτων, τελικώς αποφασίστηκε όπως αυτή μη ληφθεί υπόψη και κατέληξαν σε συμφωνία με βάση την οποία δήλωσαν την αγοραία αξία του 1/3 μεριδίου των επίδικων τεμαχίων σε διάφορες ημερομηνίες. Κατ΄ αρχάς, δήλωσαν ότι η αξία του εν λόγω μεριδίου κατά τον Ιούνιο του 1983, σε ευρώ, αντιστοιχούσε στο ποσό των €57.180,-. Όμως είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι για την αγορά και των δύο τεμαχίων οι ενάγοντες πλήρωσαν στους πωλητές συνολικό ποσό £115.
- Άρα για το 1/3 μερίδιο πλήρωσαν £38.386 που μεταφράζεται σε €65.
- Το ποσό αυτό θα πρέπει να επιστραφεί στους ενάγοντες αφού το αντάλλαγμα για το οποίο το κατέβαλαν, ήτοι την απόκτηση του 1/3 μεριδίου του Παναγιώτη Ττοφινή στα επίδικα τεμάχια, απέτυχε πλήρως (βλ. Καλησπέρας ν. Δρυάδη, ανωτέρω). Επίσης, δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι το ποσοστό αύξησης της αγοραίας αξίας του προαναφερθέντος μεριδίου κατ΄ έτος για την περίοδο 1982 μέχρι 2010 ήταν 8,60%. Στη βάση αυτή δηλώθηκε στη συνέχεια η αξία του εν λόγω μεριδίου σε διάφορες ημερομηνίες που έκριναν οι συνήγοροι πως θα ήταν βοηθητικό να τεθούν συγκεκριμένα ενώπιον του δικαστηρίου. Σύμφωνα με ό,τι δηλώθηκε, η αγοραία αξία του τον Ιούνιο του 1994 ήταν €154.753, τον Ιούνιο του 2000 ήταν €254.319, το Φεβρουάριο του 2005 ήταν €388.594 και το Φεβρουάριο του 2010 ήταν €588.
- Δεν ανέφεραν ποια ήταν η αγοραία αξία του επίδικου μεριδίου κατά τον Σεπτέμβριο του
- Όμως, υπολογίζοντας με βάση το ποσοστό ετήσιας αύξησης 8,60% θα πρέπει να ανήρχετο στο ποσό των €168.
- Ένα τελευταίο θέμα αφορά αυτό των αποζημιώσεων τις οποίες οι ενάγοντες αξιώνουν σε σχέση με δαπάνες στις οποίες, όπως ισχυρίστηκαν, προέβησαν και οι οποίες έχουν απωλεσθεί ως εκ της παράβασης της συμφωνίας από τον αποβιώσαντα Παναγιώτη Ττοφινή. Αξιώνονται στη βάση ότι η συμφωνία όσον αφορά το 1/3 μερίδιο του τελευταίου έχει τερματιστεί. Σε τι αφορούσαν οι δαπάνες αυτές έχει αναφερθεί προηγουμένως, όπως επίσης και τα ποσά που σχετίζονται με την κάθε μια από αυτές. Κάνοντας αποδεκτή ως ορθή τη μαρτυρία σχετικά του κ. Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι όντως έχει ανορυχθεί ένα φρέαρ στο τεμάχιο
- Όμως, δεν είναι γνωστό το ακριβές ποσό το οποίο δαπανήθηκε για το έργο αυτό αφού ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δαπανήθηκε ποσό £20.000 για την ανόρυξη αριθμού φρεάτων, όμως σε άλλα γειτονικά τεμάχια. Όσον αφορά τις άλλες δαπάνες, των £10.000 και £20.000, για την ανάπτυξη αριθμού τεμαχίων των εναγόντων στην οποία ανάπτυξη περιλήφθηκαν και τα επίδικα, όπως και για τη δαπάνη για την ανόρυξη άλλων φρεάτων σε άλλα τεμάχια, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι πωλητές των επίδικων τεμαχίων γνώριζαν κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ότι η απώλεια αυτών των δαπανών θα ήταν ενδεχόμενη σε περίπτωση παράβασης της συμφωνίας. Όμως, πρόσθετα, πιστεύω ότι υπάρχει και πρόβλημα απόδειξης των εν λόγω δαπανών. Συγκεκριμένα, ενώ έχει αμφισβητηθεί ότι αυτές έχουν γίνει, εν τούτοις δεν έχει προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία για την απόδειξη τους. Ο κ. Κωνσταντίνου, ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία για την πληρωμή των χρημάτων στα οποία αφορούσαν οι συγκεκριμένες δαπάνες. Ενώ ο λογιστής των εναγόντων δεν αναφέρθηκε καθόλου στο θέμα αυτό, όπως θα αναμένετο ως εκ της θέσης του. Τέλος, σε σχέση με το ποσό των £20.000 το οποίο, όπως ελέχθη, δαπανήθηκε από τον κ. Κωνσταντίνου για την ετοιμασία σχεδίων τα οποία θα χρησιμοποιούντο για την ανέγερση της κατοικίας του σε ένα από τα επίδικα τεμάχια, το υπ΄ αριθμόν 51, ούτε λόγος μπορεί να γίνεται ότι δικαιούνται οι ενάγοντες να διεκδικούν το ποσό αυτό ως αποζημίωση για την παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Η δαπάνη αυτή έγινε από τον κ. Κωνσταντίνου προσωπικά και όχι από τους ενάγοντες ή για οποιονδήποτε σκοπό τους και δη στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας. Κατά συνέπεια δεν έχει οποιαδήποτε σχέση η εν λόγω δαπάνη με αυτή. Επομένως, η αξίωση για την εν λόγω δαπάνη καθώς και για όλες τις προαναφερθείσες δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Όμως, με βάση ό,τι έχει προηγουμένως αναφερθεί, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον του εναγομένου 2 ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα, για το ποσό των €65.586 το οποίο αποτελεί επιστροφή καταβληθέντος ανταλλάγματος για την αγορά του 1/3 μεριδίου και επίσης για ποσό €168.082 ως αποζημίωση σε σχέση με τη διάρρηξη της συμφωνίας για το ίδιο εν λόγω μερίδιο. Σύνολο €233.
- Το ποσό αυτό θα φέρει τόκο κατά το εκάστοτε προβλεπόμενο από το νόμο επιτόκιο από την ημέρα έγερσης της αγωγής στις 21.9.
- Επομένως, εκδίδεται απόφαση ως ανωτέρω. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2 προσωπικά και τον εναγόμενο 3 η αγωγή απορρίπτεται. Επίσης, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2 ως διαχειριστή, δηλαδή εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα Παναγιώτη Ττοφινή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όμως, υπό το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται πιο πάνω δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα σε σχέση με τον εναγόμενο 2 προσωπικά. Τέλος, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του εναγομένου 3 από το χρόνο συμπερίληψης του ως διάδικου στην αγωγή και εναντίον των εναγόντων. Να υπολογιστούν και τα έξοδα αυτά από την Πρωτοκολλητή και επίσης να τύχουν της έγκρισης του Δικαστηρίου. (Υπ)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο