Συμβουλίου Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας ν. Λούκα Παναγή Μάου, Αρ. Αγωγής: 597/2004, 6 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 597/2004 Μεταξύ: Συμβουλίου Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας Εναγόντων και Λούκα Παναγή Μάου Εναγόμενου ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26/11/2010 για ανανέωση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 29/11/2004 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Μαΐου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Βαλανίδου (για να ακούσει απόφαση η κα Λυσιώτου) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Κουμής (για να ακούσει απόφαση ο κ. Βάσιλας) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν στις 26/11/2010 διάταγμα που να επιτρέπει την ανανέωση και την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 29/11/2004. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.48 θ.1,2 και 8, και η Δ.40 θ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση για ανανέωση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Γιαννάκη Κοιτάζου, υπαλλήλου του Συμβουλίου Αποχετεύσεων, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι, στις 29/11/2004 είχε εκδοθεί απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.1.931,52 με τόκο 8% από 20/07/2004 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ.235,50 έξοδα της αγωγής με τόκο 8% ετησίως από 20/07/2004 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Λ.Κ.6,50 έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από την έκδοση της απόφασης οι Ενάγοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία δεν καρποφόρησαν. Στις 02/02/2005 εγγράφτηκε το ΜΕΜΟ 3/ΕΒ/80/2005 επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου. Στις 23/05/2005 εκδόθηκε, κατά τον ισχυρισμό του ομνύοντα, διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, εναντίον του Εναγομένου, δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.200- μηνιαίως, καταβλητέας της πρώτης δόσης την 01/07/2005, πλέον τα έξοδα της αίτησης. Παρά αυτά τα διαβήματα, δεν κατέστη δυνατή η ικανοποίηση της απόφασης και έχει παρέλθει η προθεσμία των έξι ετών από την έκδοση της απόφασης. Καταλήγει, ότι η μη εκτέλεση της απόφασης δεν οφείλεται σε κακοπιστία ή λάθη των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση, στην οποία απαρίθμησε οκτώ
(8)λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που κατέγραψε ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη γιατί υποβάλλεται μετά τη λήξη της απόφασης, χωρίς να ζητείται παράταση για την καταχώριση της αίτησης, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς χωρίς να καταγράφεται η προϋπόθεση της Δ.48 θ.8
(1), ότι δεν είναι υπόλογος ο ίδιος για το συγκεκριμένο ποσό, γιατί αφορά αποχετευτικά τέλη για κατοικίες και διαμερίσματα τα οποία έκτισε και πώλησε και τα κατέχουν οι αγοραστές, παρόλο που δεν έχουν μεταβιβαστεί, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και καταπιεστική γιατί οι Ενάγοντες-Αιτητές προχώρησαν με δύο παράλληλα μέτρα εκτέλεσης, αυτό της καταχώρησης ΜΕΜΟ και της έκδοσης διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ότι δεν αναφέρονται οι οποιεσδήποτε πληρωμές στην αίτηση, ότι στηρίζεται η αίτηση, σε λανθασμένη νομική βάση καθώς επίσης και ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ως νομικό έρεισμα της Ένστασης καταγράφηκαν η Δ.40 θ.8 , η Δ.48 θ.1,3,8
(1)(κκ), 8
(1)
(2)
(3)
(4)και
(9)και η Δ.64 θ.1-3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 53-62 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα Άρθρα 30.1, 30.2 και 30.3 του Συντάγματος και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση κ. Λουκά Παναγή Μάου, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι το ποσό των Λ.Κ.1.931,52 αφορά αποχετευτικά τέλη σε κατοικίες και διαμερίσματα τα οποία ο ίδιος έκτισε και πώλησε και κατέχονται από αγοραστές και γι' αυτό ο ίδιος δεν είναι υπόλογος να τα καταβάλει. Επιπρόσθετα, υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ότι δεν γίνεται αναφορά στο οφειλόμενο ποσό. Οι Ενάγοντες-Αιτητές ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρίσουν συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, άδεια που τους παραχωρήθηκε και η συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση καταχωρίστηκε στις 03/02/
- Ο ομνύοντας, κ. Γιαννάκης Κοιτάζος, αναφέρει ότι η εκτέλεση της εκδοθείσας, στις 29/11/2004 απόφασης, δεν έχει ανασταλεί και ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση δεν έχει καταβάλει από την έκδοση της απόφασης οποιοδήποτε ποσό, αλλά αντίθετα συνεχίζει και οφείλει Λ.Κ.1.931,52 πλέον τόκους και έξοδα από 20/07/2004 και ότι ουδέποτε αμφισβήτησε τη συγκεκριμένη εκδοθείσα απόφαση. Η συγκεκριμένη αίτηση για ανανέωση της απόφασης είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση στις 30/11/
- Όσον αφορά την ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγομένου, αυτός συνεχίζει να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, η οποία ακίνητη περιουσία βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής των Εναγόντων-Αιτητών. Στις 02/02/2005 εγγράφτηκε το ΜΕΜΟ 3/ΕΒ/80/2005, το οποίο βαραίνει την ίδια ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου, για την οποία επιβλήθηκαν τα αποχετευτικά τέλη. Στις 23/05/2005 εκδόθηκε, διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.200- μηνιαίως, καταβλητέας της πρώτης δόσης την 01/07/2005, πλέον τα έξοδα της αίτησης και του διατάγματος πλην όμως δεν κατέβαλε καμιά δόση έναντι του χρέους του. Του στάλθηκε επίσης επιστολή από τη δικηγόρο των Εναγόντων-Αιτητών, προς υπενθύμιση του χρέους του, αλλά και πάλι δεν συμμορφώθηκε. Καταλήγει δε, ότι ο Εναγόμενος είχε υποσχεθεί τους Ενάγοντες και τους ζήτησε χρόνο, τον οποίο του παραχώρησαν για να αποπληρώσει το χρέος του. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι παρά αυτά τα διαβήματα, δεν κατέστη δυνατή η ικανοποίηση της απόφασης και έχει παρέλθει η προθεσμία των έξι ετών από την έκδοση της απόφασης. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, η κα Βαλανίδου ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της περιουσίας, οπόταν και οφείλει να πληρώσει τα αποχετευτικά τέλη. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος δεν ζήτησε ακύρωση της απόφασης για την καταβολή των αποχετευτικών τελών με την καταχώρηση προσφυγής. Ο κ. Κουμής ισχυρίστηκε, με αναφορά στη Δ.48, ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να αιτηθούν μόνο άδεια για εκτέλεση της απόφασης και όχι άδεια για ανανέωσή της, γιατί έχουν παρέλθει τα έξι χρόνια και δεν έχουν κάνει οποιοδήποτε ουσιαστικό διάβημα, όπως να εκδώσουν ένταλμα εκποίησης κινητών ή να καταχωρίσουν ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση έξι ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7). Η αδελφή Δικαστής κα Μηλιώτου, στην απόφασή της στην Αγωγή Αρ.785/98 ΣΠΕ Κοντέας ν. Δημήτρη Θεοδώρου κ.α., ημερομηνίας 21/01/2011, εξέτασε με πολύ λεπτομέρεια το συγκεκριμένο θέμα και συμφωνώ απόλυτα με τα όσα έχει καταγράψει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρά το ότι η Δ.40 θ.8 δεν καθορίζει ποιά είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ.1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»». Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, η δική μας Δ.48 θ.8
(1)(kk) καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για άδεια εκτέλεσης στους Καθ' ων η αίτηση, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαδικασίας εκτέλεσης, του ποσού που εξακολουθείτε να οφείλεται, ως επίσης όλων των θεμάτων που πρέπει να αναφέρονται στη συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δίδοντάς τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει την αιτηθείσα άδεια. Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια. .................................................................................................. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19, σελ. 23, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και έλεγχο του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα που εκδίδει (βλ. Jays PVC Pipes PVT Ltd v. Intertrust Shipping Corporation
(1989)1(E) A.A.Δ. 548. .................................................................................................. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο εξ αποφάσεως πιστωτής ότι η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη και πως σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η δικαστική απόφαση εντός έξι ετών από την έκδοσή της, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη αδράνεια και να δικαιολογήσει γενικότερα τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. ................................ Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης.» Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές οι Ενάγοντες-Αιτητές, έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα έξι χρόνια. Η αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Κοιτάζου, ιδωμένη μαζί με τη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του, κάνει αναφορά στα ληφθέντα μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης, ειδικά και συγκεκριμένα, όπως φαίνονται και από το φάκελο του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές προέβησαν στη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Στις δύο Ένορκες Δηλώσεις του κ. Κοιτάζου παρατίθενται τα γεγονότα και τα στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, έξι χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέταση της αίτησης και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τρία χρόνια αδράνειας, από το 2007 που στάλθηκε η τελευταία επιστολή, μπορούν να δικαιολογηθούν με αναφορά στη θέση ότι ο Εναγόμενος είχε ζητήσει χρόνο από τους Ενάγοντες, ο οποίος του παρασχέθηκε, για να εξοφλήσει όχι μόνο τα αποχετευτικά τέλη που αφορούσαν την παρούσα αγωγή, αλλά και τα αποχετευτικά τέλη για τα οποία είχε καταχωριστεί η Αγωγή Αρ. 398/
- Αυτή η θέση των Εναγόντων δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Αδυνατώ να αντιληφθώ τη θέση του Εναγόμενου ότι δεν οφείλει ο ίδιος τα συγκεκριμένα ποσά ως αποχετευτικά, αλλά οι αγοραστές των ακινήτων. Αν αυτή ήταν η θέση εξ υπαρχής, όφειλε να την προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου σε προγενέστερο στάδιο και όχι τώρα. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του, χωρίς στη συνέχεια οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, όπως τροποποιήθηκε, η διαδικασία για την είσπραξη καθυστερημένων δόσεων μέσω της έκδοσης εντάλματος φυλάκισης, είχε καταργηθεί στις 15/06/
- Οπόταν, δεν παρείχετο η ευχέρεια στους Ενάγοντες να εισπράξουν το λαβείν τους μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας, όπως εισηγήθηκε ο κ. Κουμής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κ. Κουμή ότι θα μπορούσε να καταχωριστεί ποινική υπόθεση για καταδολίευση, ούτε αυτό ήταν εφικτό, αφού πρέπει να υπάρχει σε ισχύ δικαστική απόφαση για να καταχωριστεί ποινική υπόθεση. Καταλήγω λοιπόν, ότι ένεκα του ότι έχουν τεθεί ενώπιόν μου όλα τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής μου ευχέρειας, είμαι σε θέση να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα σε βάρος του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο