SKS DEVELOPMENT SONS LIMITED ν. LA LENIA JEWELLERY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 165/06, 13 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 165/06 Μεταξύ: S.K.S DEVELOPMENT & SONS LIMITED Εναγόντων Και LA LENIA JEWELLERY LTD
- Γιώργου Κωνσταντίνου Εναγομένων ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ LA LENIA JEWELLERY LTD Και SKS DEVELOPMENT & SONS LIMITED
- Σπύρος Σπύρου ______________ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Μαΐου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα και τους εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένους 1 και 2: κ. Χρ. Ματθαίου Για τους Εναγόμενους 1 και 2 και την εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κ. Γ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία στον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο κυρίως με την χρυσοχοεία και εμπορία χρυσού, αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2 διάφορα ποσά που ισχυρίζεται ότι είναι οφειλόμενα ως και αποζημιώσεις για απώλειες που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ένεκα παράβασης γραπτής Συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων. Οι βασικοί ισχυρισμοί των εναγόντων όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, έχουν ως εξής: Δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 8.4.1997 που έγινε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: o Όπως οι ενάγοντες μεταφέρουν την επιχείρηση χρυσοχοείου που βρισκόταν στη Λάρνακα σε κατάστημα που ενοικίαζαν οι εναγόμενοι 1 στο Παραλίμνι με ταυτόχρονη ανάθεση της εν λόγω επιχείρησης προς αμοιβαίο όφελος εναγόντων και εναγομένων 1 στους εναγόμενους 1 με όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην πιο πάνω αναφερόμενη γραπτή Συμφωνία. o Όπως οι ενάγοντες μεταφέρουν και τοποθετήσουν στο κατάστημα των εναγομένων 1 στο Παραλίμνι την επιχείρηση χρυσοχοείου που βρισκόταν και διεξαγόταν στη Λάρνακα, ήτοι επίπλωση, εξοπλισμό, εμπορεύματα, σύστημα συναγερμού και βιντεογράφησης και περαιτέρω ανέλαβαν όπως καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους εναγόμενους 1 διατηρούν εμπόρευμα (stock) της επιχείρησης σε επίπεδο ύψους που θα κυμαίνεται μεταξύ ΛΚ45.000-ΛΚ60.000 αντικαθιστώντας το εμπόρευμα που εκάστοτε θα πωλείται. o Όπως οι εναγόμενοι 1 καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες θα έχουν στην κατοχή και φύλαξη τους την πιο πάνω επιχείρηση χρυσοχοείου των εναγόντων ως θεματοφύλακες χωρίς δικαίωμα ιδιοκτησίας επ΄ αυτής και των αντικειμένων που την αποτελούν τα οποία θα παραμένουν στην απόλυτη ιδιοκτησία των εναγόντων. o Όπως οι εναγόμενοι 1 καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες θα ευθύνονται πάντοτε για κάθε απώλεια, καταστροφή, ζημιά ή κλοπή της επιχείρησης, και θα υποχρεούνται άμεσα όπως την αντικαθιστούν ή αποζημιώνουν τους ενάγοντες καταβάλλοντας προς αυτούς την αξία τους. o Όπως οι ενάγοντες μη έχουν οποιαδήποτε ανάμιξη στη διεξαγωγή της επιχείρησης του χρυσοχοείου. o Όπως οι εναγόμενοι υποχρεούνται να ενημερώνουν καθημερινά τους ενάγοντες για την πορεία των εργασιών του χρυσοχοείου και τοποθετούν τις εισπράξεις σε ειδικό λογαριασμό τους καταστήματος/επιχείρησης επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 ο οποίος όμως θα κινείται και λειτουργεί με την υπογραφή αμφοτέρων των συμβαλλομένων. o Οι συμβαλλόμενοι θα λογαριάζονται στο τέλος κάθε μήνα και από τον πιο πάνω λογαριασμό θα πληρώνονται:
(1)Οι ενάγοντες για την αξία των αγορών του εμπορεύματος που θα προμηθεύουν εκάστοτε το κατάστημα για την αντικατάσταση του εμπορεύματος που έχει πωληθεί ή για άλλες αγορές εμπορευμάτων που θα γίνονται για το κατάστημα.
(2)Όλα τα λειτουργικά έξοδα του καταστήματος.
(3)Οι εναγόμενοι 1 για το ενοίκιο του καταστήματος το οποίο συμφωνείται ότι είναι ετησίως για το 1997 ΛΚ4.800 ή 20% του ολικού ποσού που θα πληρώνουν οι εναγόμενοι 1 στην ιδιοκτήτρια του κτιρίου.
(4)Οι ενάγοντες ποσό ΛΚ5.000 ετησίως για τους τόκους του εμπορεύματος και ΛΚ1.500 ετησίως για τη χρήση του μηχανικού εξοπλισμού τους.
(5)Η ασφάλεια του καταστήματος που θα είναι στο όνομα των εναγομένων 1.
(6)Ο ΦΠΑ και άλλοι φόροι. o Η συνεργασία θα ήταν διαρκείας 2 ετών και ακολούθως θα ανανεώνετο αυτόματα με τους ίδιους όρους από έτος σε έτος αν το κέρδος που θα πραγματοποιείτο από τη λειτουργία του καταστήματος από το δεύτερο έτος και μετά και για κάθε επόμενο έτος θα ήταν τουλάχιστο ΛΚ10.000 ετησίως. o Οι εναγόμενοι 1 δεν θα δικαιούνται να ανοίξουν καθ΄ όλη τη διάρκεια της Συμφωνίας οποιοδήποτε κατάστημα χρυσοχοείου στο Παραλίμνι και περαιτέρω αναλαμβάνουν να μην προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες άμεσα ή έμμεσα ανταγωνιστικές ή τείνουσες να μειώσουν ή επηρεάσουν τις εργασίες και απόδοση της επιχείρησης. o Με συμπληρωματικό έγγραφο ημερ. 8.4.1997 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γραπτής Συμφωνίας ημερ. 8.4.1997 οι συμβαλλόμενοι προέβησαν σε απογραφή και περιγραφή επίπλωσης και εξοπλισμού εμπορευμάτων, σύστημα συναγερμού και βιντεογράφησης τους για τοποθέτηση χρυσών κοσμημάτων και άλλων αντικειμένων των εναγόντων που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία του καταστήματος στον Πρωταρά και η αξία τους συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των ΛΚ28.
- Η συνεργασία των διαδίκων διήρκησε μέχρι το 2005 και/ή την 1.6.2005 οπότε και διακόπηκε λόγω της παράβασης από μέρους των εναγομένων 1 ουσιωδών όρων της Συμφωνίας και συγκεκριμένα: (I) Κατά παράβαση των όρων 12 και 22 της Συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων προέβησαν στην μετατροπή των λογαριασμών του καταστήματος στην τράπεζα ALPHA Bank Παραλίμνι και Λαϊκή Τράπεζα Παραλιμνίου και/ή τρόπο ώστε να κινούνται και να λειτουργούν με την υπογραφή του εναγομένου 2 μόνο προσωπικά και/ή εκ μέρους των εναγομένων
- (II) Οι εναγόμενοι 1 αρνούντο και παρέλειπαν να καταβάλλουν στους ενάγοντες την αξία των αγορών του καταστήματος καθώς και άλλα οφειλόμενα. (III) Κατά παράβαση του όρου 8 της Συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 απαίτησαν από τους ενάγοντες την 1.6.2005 όπως αναλάβουν την ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή, ζημιά, κλοπή ή διάρρηξη με ασφάλιση για τη συνολική αξία των εμπορευμάτων του καταστήματος για την περίοδο από 1.6.2005 μέχρι την ημέρα που θα εξευρεθεί ασφαλιστική κάλυψη λόγω δήθεν από μέρους τους δυσκολίας στην εξεύρεση ασφαλιστικής εταιρείας που να καλύπτει τους κινδύνους κλοπής και/ή διάρρηξης του καταστήματος. (ΙV) Κατά παράβαση του όρου 19 της Συμφωνίας οι εναγόμενοι 1 προέβησαν στην υπενοικίαση άλλου καταστήματος που κατείχαν στην ίδια περιοχή πολύ πλησίον του καταστήματος για σκοπούς πώλησης και/ή εμπορίας χρυσών και ασημένιων κοσμημάτων, ρολογιών και σουβενίρ καθώς και άλλες συναφείς με το κατάστημα εργασίες. (V) Κατά τον χρόνο διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων οφειλόταν στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των ΛΚ47.643,77 που αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα των εναγομένων στο Παραλίμνι από την περίοδο 2001 και/ή 30.7.01 μέχρι 2005 και/ή 21.12.05 και τη μη εξόφληση των εκδοθέντων προς τούτο τιμολογίων καθώς και τους τόκους της αξίας των εμπορευμάτων μέχρι το 2004 και του ποσού των ΛΚ1.500 ετησίως για το έτος
- Κατά το χρόνο διακοπής της συνεργασίας των διαδίκων οφειλόταν στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των ΛΚ47.643,77 που αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα των εναγομένων στο Παραλίμνι από την περίοδο 2001 και/ή 30.7.01 μέχρι 2005 και/ή 21.12.05 και τη μη εξόφληση των εκδοθέντων προς τούτο τιμολογίων καθώς και τους τόκους της αξίας των εμπορευμάτων μέχρι το 2004 και του ποσού των ΛΚ1,500 ετησίως για το έτος
- Λόγω της μη καταβολής του ποσού των ΛΚ47.643,77 οι ενάγοντες κατέβαλαν για τις τραπεζικές οφειλές τους για την περίοδο 2004-2005 ποσό που υπερβαίνει τις ΛΚ28.000 ως τόκους και ως εκ τούτου διεκδικούν τόκο προς 11% επί των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο
(12)ανωτέρω από το χρόνο που έκαστο μέρος αυτού ήταν καταβλητέο μέχρι τελικής εξόφλησης που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ8.576 μέχρι την 21.12.
- Λόγω της μη καταβολής των οφειλομένων στους ενάγοντες οι ενάγοντες παρουσίαζαν αδυναμία στην ικανοποιητική προμήθεια με εμπορεύματα του καταστήματος με άμεσο αποτέλεσμα οι πωλήσεις του καταστήματος κατά το 2004 να μειωθούν σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενο έτη και να μην ξεπεράσουν το ποσό των ΛΚ45.000 σε σύγκριση με πωλήσεις ύψους ΛΚ93.000 το 2003 και/ή πωλήσεις που ξεπερνούσαν κατά το διπλάσιο το ποσό των ΛΚ45.000 ετησίως τα προηγούμενα έτη και τη συνεπακόλουθη απώλεια αναμενόμενου κέρδους από τους ενάγοντες ύψους ΛΚ15.
- Η παράβαση ουσιωδών όρων της Συμφωνίας από τους εναγόμενους 1 είχε ως άμεσο αποτέλεσμα της αναγκαστική πώληση κατά το 2005 από πλευράς εναγόντων μεγάλου αριθμού εμπορευμάτων που είχαν απομείνει στο κατάστημα σε χαμηλές και/ή χαμηλότερες από το κόστος τιμές με απώλεια μέχρι και 50% από την αξία του συνολικού κόστους και την συνεπακόλουθη απώλεια του αναμενόμενου κέρδους ύψους ΛΚ45.
- Αριθμός αντικειμένων που περιγράφονται στο συμπληρωματικό έγγραφο ημερ. 8.4.1997 εξακολουθούν μέχρι σήμερα να βρίσκονται αδικαιολόγητα στην κατοχή των εναγομένων 1 ενώ άλλα αντικείμενα έχουν καταστραφεί όντας στην κατοχή και φύλαξη των εναγομένων 1 με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να διεκδικούν αποζημιώσεις ύψους ΛΚ7.
- Αξιώνεται ποσό ΛΚ10.000 σύμφωνα με τον όρο 24 της Συμφωνίας λόγω διάλυσης της επιχείρησης χρυσοχοΐας που οι ενάγοντες διατηρούσαν στη Λάρνακα και της παράβασης από τους εναγόμενους1 της Συμφωνίας. Αξιώνεται ποσό ΛΚ6.000 για την περίοδο 2002-2005 σύμφωνα με τον όρο 16(ε) της Συμφωνίας που προνοεί την πληρωμή προς τους ενάγοντες ποσού ΛΚ15.000 ετησίως για τη χρήση του μηχανικού εξοπλισμού της. Αξιώνεται ποσό ΛΚ5.000 για το έτος 2005 για τους τόκους της αξίας των εμπορευμάτων των εναγόντων σύμφωνα με τον όρο 16(δ) της Συμφωνίας. Από τη μετατροπή του λογαριασμού του καταστήματος που παρατηρείτο στην Alpha Bank, οι εναγόμενοι 1 προέβησαν στην οικειοποίηση ποσού ΛΚ75.000 χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων και/ή στη μη κατάθεση του εν λόγω ποσού που αφορούσε πωλήσεις εμπορευμάτων των εναγόντων και αξιώνεται επιστροφή του ποσού αυτού καθώς και η δέσμευση του για την πληρωμή των οφειλομένων προς τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία ισχυρίζονται τα ακόλουθα: v Η Ενάγουσα είχε τη συμβατική υποχρέωση όπως προμηθεύει το χρυσοχοείο με εμπόρευμα που θα κυμαινόταν μεταξύ ΛΚ45.000 και ΛΚ60.000 και να το διατηρεί σε αυτό το επίπεδο. v Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να αγοράζει το εμπόρευμα και να παραδίδει στην Εναγομένη 1 το τιμολόγιο αγοράς του. v Η Ενάγουσα παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των εναγομένων ουδέποτε παρέδιδε τα τιμολόγια αγοράς των προϊόντων στην εναγομένη αλλά άλλη κατάσταση που ετοίμαζε η Ενάγουσα. v Η Ενάγουσα αντισυμβατικά και αυθαίρετα χρέωνε την εναγομένη ποσά μεγαλύτερα από την αξία αγοράς του εμπορεύματος. v Η Εναγομένη 1 άνοιξε αρχικά τραπεζικό λογαριασμό με τη Λαϊκή Τράπεζα ο οποίος στη συνέχεια και/ή την 12.8.1997 αντικαταστάθηκε με τρεχούμενο λογαριασμό που ανοίχθηκε στην Alpha Bank στον οποίο δικαίωμα υπογραφής είχε ο εναγόμενος 2 μόνο και εγγυητής ήταν ο εναγόμενος 2 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος
- Από αυτό τον λογαριασμό γίνονταν όλες οι συναλλαγές που αφορούσαν τη συνεργασία και η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού επί τακτικής βάσεως. v Η Εναγομένη 1 κατά τη διάρκεια της συνεργασίας κατέβαλε διάφορα ποσά στην Ενάγουσα και ουδέν ποσό οφείλει σ΄ αυτή. Μέχρι το έτος 2004 οι κατ΄ έτος πληρωμές της προς την Ενάγουσα ξεπερνούσαν τα ποσά που η Εναγομένη όφειλε δυνάμει της Συμφωνίας να καταβάλει. Τα τιμολόγια που παραδίδονταν στην Εναγομένη για πληρωμή δεν εκδίδονταν από την Ενάγουσα αλλά από άλλες νομικές οντότητες και ως εκ τούτου η Ενάγουσα κωλύεται να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό επί της βάσης των τιμολογίων. v Η Εναγομένη 1 κατέχει τέσσερα συνεχόμενα καταστήματα στο Παραλίμνι. Κατά το έτος 2002 το χρυσοχοείο μεταφέρθηκε στο μεγαλύτερο από τα τέσσερα καταστήματα και όλη η επίπλωση και εξοπλισμός παρασχέθηκαν από την Εναγομένη
- Η Ενάγουσα παρέλαβε όλο και/ή ουσιαστικά όλο τον αρχικό εξοπλισμό και επίπλωση που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της συνεργασίας. v Η Ενάγουσα κατά παράβαση της Συμφωνίας διατηρούσε εμπόρευμα πολύ μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν όριο και ως εκ τούτου η Εναγομένη ζήτησε από την Ενάγουσα όπως είτε να μειώσει την αξία του εμπορεύματος στο ανώτατο συμφωνηθέν όριο είτε αναλάβει την ασφάλιση και/ή τον κίνδυνο κλοπής κάτι που η Εναγομένη αρνήθηκε να πράξει. v Κατά τα έτη 2004 και/ή 2005 η Ενάγουσα μέσω του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 προέβαινε σε αγορές χρυσού και/ή άλλων εμπορευμάτων με λανθασμένα κριτήρια και/ή μη ικανοποιητικής ποιότητας και εμπορευσιμότητας. v Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν στην Ενάγουσα ποσό ΛΚ47.643,77 και ισχυρίζονται ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην Ενάγουσα. Εν πάση περιπτώσει η Συμφωνία δεν προέβλεπε για την καταβολή τόκου 11% ή οποιονδήποτε τόκο. v Η μείωση των πωλήσεων κατά το έτος 2004 ήταν αποτέλεσμα των κακών αγορών που προέβαινε και/ή υπερβολικών τιμών που καθόριζε η Ενάγουσα. v Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι έγιναν πωλήσεις κάτω του κόστους. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα με τη συμπεριφορά της προκάλεσε την αναγκαστική πώληση εμπορευμάτων. v Οι εναγόμενοι δεν κατέχουν και δεν κατέστρεψαν αντικείμενα που ανήκουν στην Ενάγουσα και/ή αντικείμενα η αξία των οποίων ανέρχεται σε ΛΚ7.
- v Η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην καταβολή του ποσού των ΛΚ10.000 για το λόγω ότι η Συμφωνία διεκόπη εξ΄ υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι ο όρος 13 είναι άκυρος και αποτελεί ποινική ρήτρα. v Οι εναγόμενοι ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε οικειοποίηση οποιουδήποτε ποσού. Στην Ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι, αφού ισχυρίζονται ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ενεργώντας με δόλο εξαπάτησαν την εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά και απώλεια, ζητούν Διάταγμα που να διατάσσουν τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους να τους παραδώσουν όλα τα τιμολόγια αγοράς έτσι ώστε να διαπιστωθεί το ακριβές ύψος της ζημιάς που υπέστη λόγω του ότι δεν κατέχουν τα τιμολόγια αγοράς. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία από πλευράς Εναγόντων κατέθεσαν συνολικά 4 μάρτυρες ως ακολούθως: § Σπύρος Σπύρου (Μ.Ε.1), § Σταυρούλα Καλαθά (Μ.Ε.2), § Ανδρέας Σπανάχης (Μ.Ε.3) και § Πανίκος Παναγιώτου (Μ.Ε.4). Από πλευράς των Εναγομένων κατέθεσαν συνολικά 2 μάρτυρες ως ακολούθως: § Γιώργος Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1) και § Νίκη Γεωργίου (Μ.Υ.2). Κατάθεση Σπύρου Σπύρου (ΜΕ1) Ένα μεγάλο μέρος της κύριας εξέτασης του Μ.Ε.1 αποτέλεσε η υιοθέτηση από αυτόν γραπτής δήλωσης (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) το οποίο αποτελεί, βασικά, επανάληψη και αναπαραγωγή των ισχυρισμών που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Ως εκ τούτου, δεν καθίσταται αναγκαίο να αναφερθούν εκ νέου οι σχετικοί ισχυρισμοί εφόσον ήδη αναφερθήκαμε πιο πάνω στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τον χρόνο διακοπής της συνεργασίας εναγόντων και εναγομένων 1 οφειλόταν στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των ΛΚ47.643,77 που αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και/ή προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα των εναγομένων στο Παραλίμνι για την περίοδο 2001 μέχρι 2005, καθώς και τους τόκους της αξίας του stock για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005 σύμφωνα με τον όρο 16(δ) της Συμφωνίας και του ποσού των ΛΚ1,500 ετησίως για τα έτη 2002-2005 με βάση τον όρο 6(ε) της Συμφωνίας. Ο ΜΕ1 κατέθεσε συναφώς ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 κατάσταση λογαριασμού της λειτουργίας της συνεργασίας όπως προέκυψε από τα τιμολόγια και τις αποδείξεις. Επίσης κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α συγκεντρωτική κατάσταση όπου φαίνεται κατάσταση τιμολόγησης κατά αύξοντα αριθμό τιμολογίου και αποδείξεις εισπράξεων κατά αύξοντα αριθμό, ενώ ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Β κατέθεσε τα τιμολόγια και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Γ τις αποδείξεις είσπραξης. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Δ κατέθεσε τιμολόγια (credit invoices) και αποδείξεις είσπραξης (receipts). Ο λογαριασμός λειτουργίας της συνεργασίας συμπίπτει με την κατάσταση που επισυνάπτεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 σ΄ ό,τι αφορά τα σύνολα μέχρι τη στήλη «δικηγορικά έξοδα» κάτω από τον τίτλο «λειτουργικά έξοδα» ως το έτος
- Υπάρχει δε σύμπτωση και το συνολικό ποσό των ακάθαρτων πωλήσεων ανέρχετο στο ποσό των ΛΚ624.
- Ο ΜΕ1 κατάθεσε, επίσης, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 που αποτελεί και αυτό κατάσταση της συνεργασίας και συμπίπτει με την κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 που είχε αποστείλει ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ1). Και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 το σύνολο των ακαθάρτων πωλήσεων ανερχόταν σε ΛΚ624,
- Ο ΜΕ1 κατάθεσε και άλλη κατάσταση για τη συνεργασία το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 όπου υπάρχει ανάλυση χρεώσεων (τιμολόγηση-εισπράξεις). Ο ΜΕ1 κατάθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 κατάσταση τελικών αποθεμάτων (stocks) που τους έδωσε η ίδια η εναγομένη 1 για τα έτη 1997 μέχρι 2004 όπου υπάρχει τελική απογραφή εμπορευμάτων όπου δεν φαίνονται οι πωλήσεις. Τα εμπορεύματα ήταν πολύ περισσότερα απ΄ ό,τι προβλέπετο στη Συμφωνία. Στην κατάσταση ημερ. 11.10.1997 το κόστος αποθέματος ανέρχεται σε ποσό ΛΚ47.156,48 εκτός ΦΠΑ, στην κατάσταση ημερ. 11.12.1998 σε ποσό ΛΚ94.910,09 εκτός ΦΠΑ, στην κατάσταση ημερ. 24.11.1999 σε ποσό ΛΚ111.896,77, στην κατάσταση ημερ. 16.11.2000 σε ποσό ΛΚ103.681,71 εκτός ΦΠΑ, στην κατάσταση 16.11.2001 σε ποσό ΛΚ99.229,17, στην κατάσταση ημερ. 21.11.2002 σε ποσό ΛΚ128.378,11 εκτός ΦΠΑ, στην κατάσταση ημερ. 12.11.2003 σε ποσό ΛΚ95.560,86 εκτός ΦΠΑ και στην κατάσταση ημερ. 12.11.2004 σε ποσό ΛΚ78.645,
- Τα προϊόντα των εναγόντων, σύμφωνα με τη Συμφωνία, τοποθετούνταν κατά την περίοδο 1997-2004 σε κωδικοποιήσεις με λεπτομερείς περιγραφές και εδίδοντο στους εναγόμενους χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από αυτούς, καθώς και χωρίς να υπάρχει άμεση χρέωση παρά μόνο τοποθέτηση στην οποία οι εναγόμενοι ήταν θεματοφύλακες και μόνο των εν λόγω προϊόντων των εναγόντων. Η χρέωση τους γινόταν μόνο αφού προηγείτο η πώληση τους, ενώ ουδέποτε εκδόθηκαν τιμολόγια από τρίτους σχετικά με την αγορά χρυσού και εμπορευμάτων στα πλαίσια της συνεργασίας των διαδίκων. Όλα τα τιμολόγια από τρίτους εκδίδοντο επ΄ ονόματι των εναγόντων οι οποίοι και ήσαν υπεύθυνοι για την εξόφληση τους, ενώ ουδέποτε η συνεργασία εναγόντων και εναγομένων 1 πλήρωσε οποιοδήποτε από αυτά τα τιμολόγια σε τρίτους προμηθευτές. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας καθοριζόταν το κόστος του εμπορεύματος και η τιμή πώλησης και μόνο αν πραγματοποιούντο πωλήσεις εκδίδονταν τιμολόγια. Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει προφορικά περί το 1997 ότι οι ενάγοντες θα προσέφεραν περισσότερα εμπορεύματα για να υπάρχουν περισσότερες πωλήσεις. Οι εναγόμενοι συμφώνησαν, ως εκ τούτου, όπως η συνεργασία πληρώνει τόκους κατ΄ αναλογία της αξίας των αποθεμάτων κατά την περίοδο λειτουργίας του καταστήματος όπως, επίσης, ότι η συνεργασία θα συμμετείχε σε ποσοστό 20% στις ζημιές των εναγόντων που θα προέρχονταν από απόσυρση εμπορευμάτων για να αντικατασταθούν και να κατασκευαστούν νέα εμπορεύματα. Αντεξέταση Μ.Ε.1 Σ΄ ό,τι αφορά την απαίτηση των εναγόντων για ποσό ΛΚ7.000 για αντικείμενα που ήταν στην κατοχή και φύλαξη των εναγομένων 1 και τα οποία καταστράφηκαν ενώ άλλα εξακολουθούν σήμερα αδικαιολόγητα να βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων, ο ΜΕ1 κλήθηκε εν πρώτοις να εξηγήσει την αναφορά του στην κύρια εξέταση ότι η αξία των αντικειμένων του συμπληρωματικού εγγράφου ημερ. 8.4.1997 ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ28.
- Η θέση του ήταν ότι το ποσό αυτό προκύπτει από το άθροισμα του ποσού ΛΚ23.900 και του ποσού ΛΚ4.
- Όμως στη συνέχεια προέκυψε ότι το ποσό ΛΚ4.500 αναφέρεται στην περιγραφή των σταντς για τοποθέτηση κοσμημάτων που περιέχεται στο συμπληρωματικό έγγραφο ημερ. 8.4.1997 και το οποίο στον αριθμό 4 κάτω από την περιγραφή της επίπλωσης και εξοπλισμού, συμπεριλαμβάνεται με αξία το ποσό των ΛΚ4.500 με αποτέλεσμα το ορθό συνολικό ποσό να ανέρχεται, όπως δέχτηκε ο ΜΕ1, σε ΛΚ23.900 και όχι ΛΚ28.
- Κληθείς δε, να εξηγήσει πως είχε καταλήξει να διεκδικεί ποσό ΛΚ8.000 ως αποζημιώσεις είπε ότι ήταν στη βάση της αξίας των αντικειμένων για την οποία αξία δεν θα είχαν περιθώριο απόσβεσης λόγω της διακοπής της συνεργασίας. Αν η συνεργασία συνεχιζόταν οι ενάγοντες δεν θα τα διεκδικούσαν γιατί θα αποζημιώνονταν από τις πωλήσεις που θα γίνονταν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε καταλήξει στο ποσό των ΛΚ7.000 όταν νόμιζε ότι η συνολική αξία των αντικειμένων ανερχόταν σε ΛΚ28.000 ενώ διεφάνη ότι ήταν ΛΚ23.
- Εξήγησε ότι, μετά την μετακόμιση σ΄ άλλο κατάστημα στον Πρωταρά όπου οι εναγόμενοι 1 πωλούσαν ρολόγια και σουβενίρς, τα σταντς μεταφέρθηκαν, ενώ οι βιτρίνες και η επίπλωση παραλήφθηκαν από την ΜΕ1 αλλά δεν μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν, ήταν άχρηστα. Η μετακίνηση σ΄ άλλο κατάστημα έγινε το 2001 ή 2002 κατόπιν πρότασης του ΜΥ1 για σκοπούς μειωμένων κόστων στην οποία ο ΜΕ1 αποδέχτηκε. Εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη στα λειτουργικά και σε σχέση με τον τρόπο που οι εναγόμενοι 1 ήθελαν το κατάστημα τους. Οι ενάγοντες παρέδιδαν εμπόρευμα της εταιρείας τους και απ΄ εκεί και πέρα δεν είχαν οποιεσδήποτε ευθύνες για τη λειτουργικότητα του καταστήματος. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι στη μετακόμιση μεταφέρθηκε το χρηματοκιβώτιο, τα venetian blinds δεν μπορούσαν να μεταφερθούν, το σύστημα βιντεογράφησης στο ξήλωμα τελικά χάλασε, το σύστημα συναγερμού ήταν άχρηστο όπως και το ψυγείο, αρκετά εργαλεία χάθηκαν. Τελικώς αυτά που δεν του παραδόθηκαν του ΜΕ1 είναι τα αντικείμενα υπό στοιχεία: ¾ [3] σταντς ¾ [7] χρηματοκιβώτιο ¾ [8] ψυγείο ¾ [14] διάφορα εργαλεία ¾ [11], [12], [13] Τα υπόλοιπα είτε καταστράφηκαν, είτε δεν τα πήρε. Διεκδικεί δε ΛΚ7.000 γι΄ αυτά που καταστράφηκαν και όσα είναι στην κατοχή του εναγόμενου 2 ζητά να του επιστραφούν. Όσον αφορά το [1] - επίπλωση, βιτρίνες κτλ, είχαν καταστραφεί τη δεδομένη στιγμή. Δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Ερωτηθείς να εξηγήσει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 την απόσβεση επίπλων και σκευών από το 1997-2001 ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 καθορίζετο η καταβολή ποσού ΛΚ1.500 ετησίως για τη χρήση του μηχανικού εξοπλισμού. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που δεν συνέχισαν οι ενάγοντες να χρεώνουν μετά το 2001 ήταν γιατί το κατάστημα συνέχισε να λειτουργεί με άλλα έπιπλα, αντικείμενα και εξοπλισμό. Όσον αφορά τη διαδικασία παράδοσης εμπορευμάτων ο ΜΕ1 ανάφερε ότι όλα τα εμπορεύματα καταγράφονταν από τους ίδιους σε σχέση με το βάρος, αξία κόστους, αξία πώλησης κτλ. Η Συμφωνία έλεγε ότι οι ενάγοντες παρέδιδαν στους εναγόμενους 1 τα εμπορεύματα και, αφού ελέγχοντο, τοποθετούνταν από αυτούς στο κατάστημα προς πώληση. Οι ενάγοντες είχαν την ευθύνη για αναπλήρωση του stock. Οι ενάγοντες κοστολογούσαν την αξία του εμπορεύματος. Τα εμπορεύματα αφού δίδονταν στους εναγόμενους 1 όταν γίνονταν οι πωλήσεις έδιναν στους ενάγοντες κατάσταση με τις πωλήσεις. Τιμολόγια εξέδιδαν οι ενάγοντες μόνο όταν πωλείτο το εμπόρευμα. ΄Εβγαιναν συγκεντρωτικά τιμολόγια με βάση τις σελίδες όπου καταχωρούνταν οι πωλήσεις. Οι εναγόμενοι 1 δεν αγόραζαν τα εμπορεύματα. Συνεπώς δεν εκδίδοντο από τους ενάγοντες τιμολόγια με την παράδοση αλλά με την πώληση. Οι εναγόμενοι ήσαν θεματοφύλακες των εμπορευμάτων. Αξίωση ποσού Λ.Κ.47.644,730 Ερωτηθείς ποιο ήταν το οφειλόμενο ποσό από την εναγομένη 1 στις 7/01/2005, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι την 1/01/2005 το οφειλόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.45.065,
- Ερωτηθείς πόσα είχε ζητήσει από τον Μ.Υ.1 στις 7/01/2005, λαμβάνοντας υπόψη την επιστολή του Μ.Ε.1 προς τον Μ.Υ.1 ημερομηνίας 7/01/2005 (Τεκμήριο 4) απάντησε ότι η εν λόγω επιστολή αφορούσε διακανονισμό μέχρι την 31/12/2004 για ποσό Λ.Κ.90.
- Πρόσθεσε ότι ζητούσε αυτό το ποσό γιατί υπήρχαν άλλα δεδομένα και άλλα ποσά. Ερωτηθείς εκ νέου να εξηγήσει πώς είχε καταλήξει στο ποσό των Λ.Κ.90.000, αναφέρθηκε στο Έγγραφο 1 και συγκεκριμένα στη σελίδα 8, (παράγραφοι Β και Γ). Επεσήμανε ότι η άλλη πλευρά του είχε υποσχεθεί ότι θα είχε 30% όφελος από τα κέρδη των πωλήσεων. Τα όσα δε αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους αφορά τον τρόπο που λειτουργούσαν οι δύο πλευρές σε προφορική βάση. Στον Μ.Ε.1 τέθηκαν υπόψη οι καταστάσεις Τεκμήριο 13 και Τεκμήριο 14 και του ζητήθηκε να εξηγήσει τις διαφορές που προκύπτουν. Συγκεκριμένα, του τέθηκε ότι με βάση το Τεκμήριο 13 οι χρεώσεις για την περίοδο από 6/02/02 μέχρι 31.12.02 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.56289 ενώ στο Τεκμήριο 14 οι χρεώσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.45288,
- Η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι ό,τι έχει το Τεκμήριο 13 είναι το ίδιο με τις τιμές αγοράς, τις τιμές χρέωσης και τις αποδείξεις και ότι, αν υπάρχει διαφορά, το αποδέχεται. ΄Οσον αφορά δε το έτος 2004 του τέθηκε ότι ενώ στο Τεκμήριο 14 οι χρεώσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.26078,30, στο Τεκμήριο 13 για την ίδια περίοδο οι χρεώσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.
- Τιμολόγια προμηθευτών Ενάγουσας - υπερχρεώσεις ΄Οσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείτο για την παράδοση εμπορευμάτων από την Ενάγουσα στην Εναγομένη 1, ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι με βάση τη Συμφωνία η Ενάγουσα παρέδιδε στην Εναγομένη 1 τα εμπορεύματα αφού ελέγχοντο και τοποθετούνταν απ΄ αυτούς στο κατάστημα προς πώληση. Η Ενάγουσα είχε την ευθύνη για αναπλήρωση του stock και κοστολογείτο η αξία του εμπορεύματος. Είναι η Ενάγουσα η οποία κωδικοποιούσε τα εμπορεύματα που παρέδιδαν και όταν γίνονταν οι πωλήσεις εκδίδονταν τιμολόγια. Η Εναγομένη 1 δεν αγόραζαν το εμπόρευμα, απλώς ήταν θεματοφύλακες και τιμολόγιο εκδίδετο όταν γίνονταν πωλήσεις. Η Εναγομένη 1, όποτε γινόταν συγκεκριμένη πώληση, το κατέγραφε με περιγραφή και έδιναν στην Ενάγουσα κατάσταση με τις πωλήσεις που είχαν γίνει. Στον Μ.Ε.1 του υπεβλήθη ότι τα τιμολόγια που κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 αποτελούν δική του κατασκευή, συντάχθηκαν πολύ μεταγενέστερα από τον ίδιο και ότι ουδέποτε είχαν δοθεί στην Εναγομένη
- Ο Μ.Ε.1 διαφώνησε με την εν λόγω υποβολή και διερωτήθηκε πώς από τη μια αμφισβητούνται τα τιμολόγια ενώ από την άλλη δεν αμφισβητούνται τα λεφτά που δόθηκαν ή οι εισπράξεις που εκδόθηκαν. Όταν του υπεδείχθη ότι ο Μ.Υ.1 σε επιστολή του προς τον Μ.Ε.1 του ζητούσε τα τιμολόγια αγοράς εμπορευμάτων για να συγκρίνει τιμές χρέωσης απάντησε ότι αν ήταν αυτή η τοποθέτηση του Μ.Ε.1 έπρεπε να του πει ότι συγκεκριμένο εμπόρευμα ήταν πιο ακριβά κοστολογημένο και αφ΄ ης στιγμής δεν του ανέφερε κάτι τέτοιο η Εναγομένη 1 όφειλε να τον πληρώσει. Αν υπήρχε υπερχρέωση θα έπρεπε να σταματήσει η συνεργασία. Όμως από τη στιγμή που πωλήθηκαν όλα τα εμπορεύματα και εισέπραττε τα λεφτά η Εναγομένη 1 και η Ενάγουσα δεν πήρε την αξία των εμπορευμάτων είναι εκ των υστέρων σκέψεις να ομιλεί η Εναγομένη 1 για υπερχρεώσεις. Ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε επισταμένα αναφορικά με τους προμηθευτές που είχε η Ενάγουσα και όταν ρωτήθηκε αν είχε τα τιμολόγια των προμηθευτών της Ενάγουσας για τα έτη 1997 μέχρι 2004 απάντησε ότι η Ενάγουσα δεν αγόραζε εμπορεύματα αποκλειστικά για τη συνεργασία που είχε με την Εναγομένη
- Εξήγησε ότι όταν τα προμηθεύετο τα διαχώριζε, τα ζύγιζε και έβαζε το κόστος που στοίχιζε για την Ενάγουσα και μετά χρεωνόταν η Εναγομένη 1 με δελτία αποστολής. Πρόσθεσε ότι, αν κατά την άποψη των Εναγομένων, υπήρχε διαφορά στην αξία θα μπορούσαν να ειδοποιούσαν την Ενάγουσα ή να σταματήσουν τη συνεργασία και όχι να πωληθούν όλα τα εμπορεύματα κατά τη διάρκεια των ετών 1997 μέχρι 2003 και να κρίνεται ο Μ.Ε.1 τώρα για την αξία τους. Σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι τα τιμολόγια Τεκμήριο 14Β εκδίδονταν μετά που γίνονταν οι πωλήσεις και χρεώνετο η Εναγομένη 1 η οποία πλήρωνε την Ενάγουσα βάσει των τιμολογίων. Ο Μ.Ε.1 ερωτήθηκε επίσης και σε σχέση με τα Τεκμήρια 25 και 26 τα οποία το μεν πρώτο αφορά τιμολόγιο προμηθευτή της Ενάγουσας, ενώ το δεύτερο αφορά μία κατάσταση της Ενάγουσας που είχε δοθεί στην Εναγομένη με την παράδοση συγκεκριμένων εμπορευμάτων και ειδικότερα του ζητήθηκε να πει κατά πόσο ο κωδικός συγκεκριμένου εμπορεύματος στα δύο αυτά τεκμήρια (FA380) αφορά το ίδιο εμπόρευμα. Η θέση του ήταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση και ότι ήταν καθαρά συμπτωματικό το ότι αναφέρετο ο ίδιος κωδικός. Του υπεβλήθη ότι στις 16/4/98, που εξεδόθη το Τεκμήριο 25, με συγκεκριμένο κόστος (Λ.Κ.192,20) και συγκεκριμένο κωδικό, την ίδια μέρα η Ενάγουσα απέστειλε το ίδιο εμπόρευμα στην Εναγομένη 1 με την ίδια κωδικοποίηση αλλά με διαφορά στο κόστος που ήταν μεγαλύτερο (Λ.Κ.217). Διαφώνησε ο Μ.Ε.1 με την υποβολή και πρόσθεσε ότι αν αμφισβητεί η Εναγομένη 1 το κόστος που ανέγραφε η Ενάγουσα, να επιστρέψει την αξία αυτών των εμπορευμάτων που πωλήθηκαν. Ανάλογες ερωτήσεις υπεβλήθηκαν και στον Μ.Ε.1 και σε σχέση με τα Τεκμήρια 27 και 29 αντίστοιχα. Διευκρινίζεται ότι το Τεκμήριο 27 αποτελεί τιμολόγιο προμηθευτή της Ενάγουσας, ενώ το Τεκμήριο 29 κατάσταση παράδοσης που είχε δώσει η Ενάγουσα στην εναγομένη για συγκεκριμένα εμπορεύματα που της παρέδωσε. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε να πει κατά πόσο το εμπόρευμα με τον κωδικό FA371 στο Τεκμήριο 27 το οποίο έχει τιμή Λ.Κ.655,34 είναι το ίδιο εμπόρευμα με εκείνο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 29 με τον ίδιο κωδικό και έχει τιμή Λ.Κ.
- Η απάντηση του Μ.Ε.1 ήταν αρνητική και τόνισε ότι τα τιμολόγια των προμηθευτών της Ενάγουσας ανήκουν στην Ενάγουσα, ενώ όσον αφορά την κατάσταση που η Ενάγουσα έστελλε στην Εναγομένη 1 υπάρχουν τιμολόγια για τις χρεώσεις και ότι ταυτίζονται οι αγορές με τις πωλήσεις. Πρόσθεσε, επίσης, ότι η άλλη πλευρά παίρνει αποσπασματικά τιμολόγια και τα συγκρίνει με τιμολόγια που ανήκουν στην Ενάγουσα εταιρεία. Ερωτηθείς πώς σε τέτοιες περιπτώσεις που του υπεδείχθησαν συμπίπτει η ημερομηνία και ο κωδικός απάντησε ότι πιθανόν να παραδίδονταν άλλα εμπορεύματα με το ίδιο βάρος και δεν αποδέχθηκε τη σύγκριση που έγινε από την άλλη πλευρά μεταξύ τιμολογίων προμηθευτών της Ενάγουσας και καταστάσεων που παρέδιδε η Ενάγουσα στην Εναγομένη
- Σε σειρά ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν για το ίδιο θέμα δεν δέχθηκε τις συγκρίσεις που του τέθηκαν και διαφώνησε ότι αφορούσαν τα ίδια εμπορεύματα με διαφορετικό κόστος και επανέλαβε ότι η Ενάγουσα αγόραζε εμπορεύματα από διάφορους προμηθευτές με διαφορετικές αξίες και δεδομένα και τα χρέωνε όσο ήταν το κόστος το οποίο και απέδιδε στην Εναγομένη
- Σε καμία περίπτωση, υποστήριξε, υπήρξε από πλευράς Ενάγουσας υπερχρέωση. Το κόστος προέκυπτε με βάση την κρίση της Ενάγουσας και το τι πλήρωνε. Ερωτηθείς κατά πόσο τα εμπορεύματα που η Ενάγουσα αγόραζε από τρίτους έμπαιναν αυτούσια ως είχαν στη συνεργασία απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι μόνο ένα 5% με 10% έμπαιναν αυτούσια ενώ στα υπόλοιπα γινόταν επεξεργασία. Συγκεκριμένα, μπορούσε η Ενάγουσα να παραγγείλει πέτρα και να προχωρήσει σε μετατροπές υπό τη δική της ευθύνη πληρώνοντας τρίτους, δηλαδή τεχνίτες για να έχει πιο καλό εμπόρευμα με μεγαλύτερη επικερδότητα και ποιότητα. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο τα εμπορεύματα που αναφέρονται στις καταστάσεις Τεκμήρια 26 και 29 προήλθαν από μετατροπές ή όχι απάντησε ότι ήταν αδύνατο να το αναφέρει. Ρωτήθηκε επίσης ο Μ.Ε.1 και σε σχέση με τα Τεκμήρια 30 και 31 αντίστοιχα τα οποία το μεν πρώτο αφορά δέσμη με 30 τιμολόγια προμηθευτών της Ενάγουσας, ενώ το Τεκμήριο 31 αποτελεί δέσμη από καταστάσεις παράδοσης εμπορευμάτων που ετοίμασε η Ενάγουσα και παρέδωσε στην Εναγομένη
- Συγκεκριμένα, ρωτήθηκε για την τρίτη καταχώριση της πρώτης σελίδας στο Τεκμήριο 31 με αριθμό κωδικού 5955 και στοιχεία περιγραφής εμπορεύματος IEW1955IK όπως, επίσης, για την καταχώριση στο τιμολόγιο ημερομηνίας 16.04.2002 με κωδικό εμπορεύματος IEW1955IK0000 για να πει κατά πόσο πρόκειται για το ίδιο εμπορεύματα και η απάντησή του ήταν ότι δεν υπήρχε συσχετισμός. Του τέθηκαν και άλλες τέτοιες παρόμοιες ερωτήσεις αφού έγινε αντιπαραβολή των Τεκμηρίων 30 με το Τεκμήριο 31 για να του τεθεί στο τέλος η υποβολή ότι οι κωδικοί σ΄ αυτά τα τιμολόγια και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματικοί και ότι ταυτίζονται και αφορούν τα ίδια εμπορεύματα και συγκεκριμένα ότι είναι εμπορεύματα που από τη μια η Ενάγουσα εταιρεία αγόραζε από τους προμηθευτές της και από την άλλη η Ενάγουσα τα έβαζε στη συνεργασία. Ο Μ.Ε.1 διαφώνησε και ανέφερε ότι τα τιμολόγια των προμηθευτών της Ενάγουσας αφορούν τις εργασίες της Ενάγουσας και ότι η συνεργασία ήταν μέρος των εργασιών της Ενάγουσας. Πρόσθεσε, ακόμη, ότι στην Εναγομένη 1 στέλλονταν δελτία παραλαβής με την κοστολόγηση της Ενάγουσας εταιρείας και με κωδικό και περιγραφή της Ενάγουσας. Στον Μ.Ε.1 τέθηκε, επίσης, η υποβολή ότι στα Τεκμήρια 32Α και Β που περιέχουν τιμολόγια που εξέδωσαν τρίτοι επ΄ονόματι της Ενάγουσας οι κωδικοί σε αυτά ταυτίζονται με τις καταστάσεις παράδοσης της Ενάγουσας και αφορούν τα ίδια εμπορεύματα. Διαφώνησε πάλι ο Μ.Ε.1 και με αυτή την υποβολή. Διαφώνησε, ακόμη, με τη θέση ότι οι χρεώσεις στις χειρόγραφες καταστάσεις της Ενάγουσας ήταν πέραν του κόστους αγοράς των εμπορευμάτων και πρόσθεσε ότι το κόστος των εμπορευμάτων ήταν αυτό που στοίχιζε στην Ενάγουσα εταιρεία. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει στις χειρόγραφες καταστάσεις της Ενάγουσας σε ποιες περιπτώσεις είχαν γίνει επιπρόσθετες εργασίες ή λιωσίματα για συγκεκριμένα εμπορεύματα και τα ποσά τα ανάλογα για να μπορεί ένας να καταλήξει στο κόστος απάντησε ότι ήταν παντελώς αδύνατο να καθορίσει κάτι τέτοιο για τα εμπορεύματα των χειρόγραφων καταστάσεων. Ισχυρισμός για οικειοποίηση ποσού Λ.Κ.75000 Ένα άλλο θέμα για το οποίο αντεξετάστηκε ο Μ.Ε.1 είναι ο ισχυρισμός που πρόβαλε στην παράγραφο 21 του Εγγράφου 1 σύμφωνα με τον οποίο η Εναγομένη 1 προέβη στην οικειοποίηση ποσού ύψους Λ.Κ.75.000 χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και/ή στη μη κατάθεση του εν λόγω ποσού που αφορούσε πωλήσεις εμπορευμάτων της Ενάγουσας στο λογαριασμό του καταστήματος - επιχείρησης χρυσοχοΐου στον Πρωταρά, Παραλίμνι που διατηρείτο στην Τράπεζα Alpha Bank. Ερωτηθείς να εξηγήσει αυτό τον ισχυρισμό ανέφερε ότι όταν το υπόλοιπο λογαριασμού ήταν Λ.Κ.47.644 ήταν φυσιολογικό με τα κέρδη πωλήσεων να είχε η Ενάγουσα το ποσό αυτό στο λογαριασμό. Αυτό το ποσό, πρόσθεσε, προορίζετο για πληρωμή της Ενάγουσας και τα υπόλοιπα για πληρωμή της Εναγομένης 1, βάσει δε της γραπτής Συμφωνίας έπρεπε να πληρωθούν τα τιμολόγια και ήταν απλήρωτα. Κάποιος πήρε λεφτά από το λογαριασμό αυτό ο οποίος ήταν από κοινού και ο Μ.Ε.1 είχε υπογράψει ως εγγυητής. Τόνισε ότι από τις πωλήσεις του καταστήματος τα ποσά θα έπρεπε να κατατεθούν στο λογαριασμό αυτό και, ως συνέπεια τούτου, θα έπρεπε τα λεφτά να είναι μέσα στο λογαριασμό. Όταν και εφόσον η Εναγομένη 1 πλήρωνε την Ενάγουσα δεν ενδιέφερε τον Μ.Ε.1 αν θα τα έπαιρνε ή θα τα άφηνε τα λεφτά μέσα στο λογαριασμό. Στον Μ.Ε.1 υποδείχθηκε ότι σε κάποιες περιόδους είχε πληρωθεί η Ενάγουσα περισσότερα χρήματα από τις πωλήσεις που έγιναν και δέχθηκε ότι σε κάποια χρονική περίοδο εισέπραξε περισσότερα λεφτά για διευκόλυνση της επιχείρησης της συνεργασίας, ως ένα είδος προπληρωμής. Συνέχισε λέγοντας ότι το 2004 υπήρχε οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα Λ.Κ.47.644 και δεν πληρώθηκε αυτά τα λεφτά ενώ η Ενάγουσα επιβαρύνετο τόκους και αντιμετώπιζε κινδύνους. Στο τέλος διευκρίνισε ότι δεν είναι ο ισχυρισμός του ότι οι Λ.Κ.75.000 ανήκουν στην Ενάγουσα αλλά ότι προήλθαν από τη συνεργασία και ότι θα έπρεπε να πληρωθούν οι υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα και από εκεί και πέρα η Εναγομένη 1 να κάνει ό,τι θέλει. Διεκδίκηση τόκων Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και για τον ισχυρισμό που προέβαλε στην παράγραφο 14 του Εγγράφου 1 σύμφωνα με τον οποίο λόγω της μη καταβολής προς την Ενάγουσα από την εναγομένη 1 του οφειλόμενου ποσού των Λ.Κ.47.644 οι ενάγοντες κατέβαλαν για τις τραπεζικές οφειλές τους για την περίοδο 2000 μέχρι 2005 ποσό που υπερβαίνει τις Λ.Κ.28.000 ως τόκους και γι΄ αυτό διεκδικούν από την Εναγομένη τόκο προς 11% επί του οφειλόμενου ποσού από τον χρόνο που έκαστο μέρος αυτού ήταν καταβλητέο μέχρι τελικής εξόφλησής του, που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.8.
- Ερωτηθείς να εξηγήσει τα πιο πάνω ανέφερε ότι από τη στιγμή που υπήρχαν χρεωστικά υπόλοιπα και η Ενάγουσα δεν είχε πληρωθεί, ενώ πλήρωσε τόκους σε τράπεζες, απαιτεί από την Εναγομένη 1 τον τόκο που πλήρωσε στην τράπεζα. Ερωτηθείς να εξηγήσει πώς καταλήγει στο ποσό των Λ.Κ.8576 ανέφερε ότι το ποσό προκύπτει εάν υπολογιστεί ποσοστό 9% επί των υπολοίπων ανά έτος από το 1997 μέχρι το
- Συγκεκριμένα, ανέφερε τα ακόλουθα ποσά ανά έτος: ΕΤΟΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΚΟΥ 1997 102 9,14 1998 -2178 -195,97 1999 -19832 -1784,86 2000 -1474 -132,65 2001 11302 1017,18 2002 24663 2219,63 2003 36701 3303,07 2004 -1640 -147,61 2005 -47644 -4287,92 Λ.Κ.8.576 Για το θέμα των τόκων παρέπεμψε και στο Τεκμήριο 24 που αποτελεί μία κατάσταση η οποία τιτλοφορείται «Ανάλυση Χρεώσεων (τιμολόγηση - εισπράξεις)». Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι μια τέτοια κατάσταση είναι κατασκευή εκ των υστέρων με σκοπό να στοιχειοθετήσει την απαίτησή του. Ασφάλιση καταστήματος Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και σε σχέση με τον ισχυρισμό της πλευράς της Ενάγουσας ότι υπήρχε παράβαση του όρου 8 της γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 8.04.1997 (Τεκμήριο 1) και ερωτήθηκε να υποδείξει πού στη Συμφωνία αυτή αναφέρεται ότι η Εναγομένη 1 είχε την υποχρέωση ασφάλισης. Ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε στον όρο 8 και όρο 16(στ) του Τεκμηρίου 1 και πρόσθεσε ότι την ευθύνη για όλη τη διεξαγωγή των εργασιών την είχε η Εναγομένη 1 όπως και την ευθύνη για την ασφάλιση και ότι η Ενάγουσα από τη στιγμή που παρέδιδε εμπορεύματα δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στη διεξαγωγή των εργασιών. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι υποχρέωση ασφάλισης των εμπορευμάτων δεν αφορούσε μόνο την Εναγομένη 1 και ότι δεν ήταν υποχρέωση που ανέλαβε έναντι της Ενάγουσας. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι ο Μ.Υ.1 τον είχε ειδοποιήσει ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν διατεθειμένη να ασφαλίσει το κατάστημα και ότι έπρεπε και οι δύο τους να αναζητήσουν μέθοδο και λύση του θέματος της ασφάλισης. Αρνήθηκε, ακόμη, την υποβολή ότι τόσο ο Μ.Υ.1 όσο και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 είχαν επισκεφθεί ασφαλιστικές εταιρείες χωρίς να καταστεί δυνατή η ασφάλιση των εμπορευμάτων και ότι, μετά τις αποτυχημένες προσπάθειες για εξεύρεση ασφαλιστή, του απεστάλη η επιστολή Τεκμήριο
- Μετατροπή τραπεζικού λογαριασμού Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και σε σχέση με τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 9Α της γραπτής του δήλωσης (΄Εγγραφο 1), όπου ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, προέβη στη μετατροπή των λογαριασμών του καταστήματος - επιχείρησης χρυσοχοϊου στην τράπεζα Alpha Bank στο Παραλίμνι και Λαϊκή Τράπεζα στο Παραλίμνι κατά τρόπο ώστε οι εν λόγω λογαριασμοί να κινούνται και να λειτουργούν με την υπογραφή του εναγόμενου 2 μόνο προσωπικά και/ή εκ μέρους της Εναγομένης
- Ερωτηθείς συγκεκριμένα πότε ήταν η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε ότι ο μόνος που υπέγραφε ήταν ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι το πρόβλημα φάνηκε την περίοδο 2002 - 2003 όταν έγιναν οι πωλήσεις του 2003 και δεν μπορούσε να πάρει τα λεφτά του. Με τον Εναγόμενο 2 μέχρι το 1999 - 2000 δεν είχαν ουσιαστικό πρόβλημα. Δεν ετίθετο, δηλαδή, θέμα μη πληρωμής των εμπορευμάτων τα οποία πωλούσε η Εναγομένη
- ΄Οσον αφορά το θέμα της υπογραφής των επιταγών από τον Εναγόμενο 2 εκείνο που ο Μ.Ε.1 γνώριζε ήταν ότι, βάσει της Συμφωνίας τους, πήγε και υπέγραψε σε δύο τράπεζες, δηλαδή στη Λαϊκή και στη Lombard, που μεταγενέστερα έγινε Alfa Bank, ένα έγγραφο που θα ανοιγόταν ένας λογαριασμός και θα έμπαιναν μέσα τα λεφτά τα οποία θα γίνονταν οι πωλήσεις του καταστήματος, θα πληρώνονταν τα έξοδα που είχαν ήδη συμφωνήσει και τα υπόλοιπα που θα έμεναν θα τα μοιράζονταν, όπως όριζε η Συμφωνία όταν θα γινόταν ο τελικός απολογισμός. Σε κάποια φάση πραγματικά είδε ότι υπέγραφε ο Εναγόμενος 2 μόνο και διερωτήθηκε οπόταν πήγε στην τράπεζα να το ερευνήσει και του είπαν ότι έγινε αναθεώρηση του λογαριασμού με την Εναγομένη
- Αυτός τους ανέφερε ότι αφού μόνο υπογράφουσα είναι η Εναγομένη 1 και ο ίδιος δεν έχει σχέση δεν θα έπρεπε να είναι εγγυητής του λογαριασμού και, τελικώς, αφού προηγήθηκε συζήτηση με τον Εναγόμενο 2 για τις διαφορές τους και δεν βρέθηκε σημείο επίλυσης, οι τράπεζες τον αποδέσμευσαν από εγγυητή είτε το 2006 είτε το 2007 και δεν είχε σχέση με τους λογαριασμούς αυτούς. Ερωτηθείς κατά πόσο πράγματι υπέγραψε για το άνοιγμα λογαριασμού στη Lombard και αφού του ζητήθηκε να παρουσιάσει σχετικό έγγραφο που να δείχνει ότι υπέγραφαν και οι δύο ανέφερε ότι υπάρχουν κάποιες επιταγές τις οποίες υπέγραψαν τόσο ο ίδιος όσο και ο Εναγόμενος
- Στην υποβολή ότι δεν είναι υπογραφέας στο λογαριασμό παρέπεμψε ξανά σε επιταγές όπου υπάρχουν δύο υπογραφές. Ερωτηθείς πότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραφε μόνος του για το λογαριασμό της Lombard απάντησε ότι ήταν περίπου το 2003 -
- Ερωτηθείς πόσες επιταγές πήρε από τον Εναγόμενο 2 με υπογραφή μόνο του Εναγομένου 2 από το 1997 μέχρι 2003 ή 2004 απάντησε ότι ήταν αρκετές. Ερωτηθείς γιατί δεν διερωτήθηκε πώς η τράπεζα εξαργυρώνει επιταγές του Μ.Υ.1 με μόνη τη δική του υπογραφή απάντησε ότι δεν διερωτήθηκε διότι δεν υπήρχε πρόβλημα στο λογαριασμό. Πρόσθεσε ότι διερωτήθηκε τον καιρό που υπήρχε πρόβλημα πληρωμής από την Εναγομένη
- Μαρτυρία Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.2 είναι υπάλληλος στην Alfa Bank. Aπό το 2006 είναι Προϊσταμένη Καταθέσεων στο Παραλίμνι. Η Εναγομένη 1 είναι πελάτης της τράπεζας από το 1996,
- Η Τράπεζα αρχικά είχε την ονομασία Lombard και αργότερα μετονομάσθηκε σε Alfa Bank. Σύμφωνα με τα έγγραφα στο τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγομένης 1 μόνο ο Μ.Υ.1 μπορούσε να υπογράφει τις επιταγές της εταιρείας. Της υπεδείχθηκαν συγκεκριμένες επιταγές (Τεκμήρια 36Α, Β, Γ) οι οποίες φέρουν δύο υπογραφές στη θέση του εκδότη και ανέφερε ότι εφόσον υπάρχει η υπογραφή του Γ. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1) αν υπάρχει και δεύτερη υπογραφή στην επιταγή δεν υπάρχει πρόβλημα για να εξαργυρωθεί. Ερωτηθείσα αν διαμαρτυρήθηκε ο Μ.Υ.1 για το ότι παρουσιάστηκαν επιταγές με δύο υπογραφές και εξαργυρώθηκαν απάντησε ότι δεν είχε γραπτώς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή οτιδήποτε. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνωρίζει υπό ποίες συνθήκες υπεγράφησαν οι επιταγές (Τεκμήρια 36Α, Β, Γ). Αναγνώρισε δείγμα υπογραφής του κ. Σπύρου Σπύρου και ανέφερε ότι αυτό το δείγμα υπογραφής δεν υπάρχει στο δείγμα υπογραφών της εταιρείας. Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τον χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφησαν οι επιταγές που της υπεδείχθησαν. Μαρτυρία Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 είναι υπάλληλος στην Marfin Λαϊκή Τράπεζα και έχει τη θέση του Προϊσταμένου εξυπηρέτησης πελατών. Σύμφωνα με την κατάθεση του η Εναγομένη 1 ήταν πελάτης τους και διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό όψεως χωρίς όριο ή διευκολύνσεις. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε στις 7/2/
- Την αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού την υπέβαλε ο Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας. Δικαίωμα υπογραφής είχαν ο Παύλος Κωνσταντίνου, Λένια Κωνσταντίνου και Γιώργος Κωνσταντίνου. Ένας εκ των τριών αυτών προσώπων δέσμευε με την υπογραφή του. Στον Μ.Ε.3 υπεδείχθη το Τεκμήριο 39Α, που ήταν μία επιταγή ημερ. 1/8/97 με εκδότη την εναγομένη 1 και αναγνώρισε σε αυτή την υπογραφή του Γιώργου Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1). Τη δεύτερη υπογραφή που υπήρχε στο εν λόγω Τεκμήριο δεν την αναγνώρισε. Τον Μ.Ε.1 δεν τον γνωρίζει, ούτε έχει βρει δείγμα υπογραφής του. Πάντως η εν λόγω υπογραφή δεν εμπίπτει στις υπογραφές των τριών ατόμων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και έχουν δικαίωμα υπογραφής. Όσον αφορά το Τεκμήριο 39Β που υπεδείχθη στον Μ.Ε.3 και ήταν επιταγή ημερομηνίας 21/8/97 με εκδότη την Εναγομένη 1 ανέφερε ότι υπήρχαν στην οπισθογράφηση δύο υπογραφές. Του υπεδείχθη επίσης το Τεκμήριο 17 και ανέφερε ότι το αναγνώριζε ως ένα έντυπο εγγυητηρίου. Στην αντεξέταση ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 17 ότι στα εγγυητήρια υπογράφουν πάντα μάρτυρες της τράπεζας και ότι χωρίς την ύπαρξη μαρτύρων και έλεγχο των υπογραφών αποκλείεται αυτό να προωθήθηκε και ότι δεν είχε οποιαδήποτε αξία. Διευκρίνισε ότι τα Τεκμήρια 39Α και Β τυχαία τα ήλεγξε εφόσον στην κλήση μάρτυρα υπήρχαν δύο φωτοτυπίες γι΄ αυτά και ως εκ τούτου ανέτρεξε σε αυτά και έφερε τις πρωτότυπες επιταγές ενώπιον του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Μ.Ε.4 Ο Μ.Ε.4 είναι ελεγκτής σε ελεγκτικό οίκο ενώ η Ενάγουσα εταιρεία είναι πελάτης τους από το 1996-97 μέχρι και σήμερα. Για την Ενάγουσα εταιρεία ετοιμάζουν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για κάθε έτος και υποβάλλουν τους ελεγμένους λογαριασμούς στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος και Έφορο Εταιρειών. Για τα έτη 2004, 2005 και 2006 ετοίμασαν λογαριασμούς που υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές. Η Συμφωνία που υπήρχε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 ως μέρος των ελεγκτικών εργασιών ελέγχετο και βεβαιώνετο ότι συνήδε με τις οικονομικές καταστάσεις. Κάθε χρόνο μέχρι που υπήρξε διαφωνία οι οικονομικές καταστάσεις αντικατόπτριζαν τα δεδομένα αυτής της Συμφωνίας. Ενώ επί σειρά ετών η συνεργασία Ενάγουσας και Εναγομένης 1 παρουσίαζε ένα συγκεκριμένο κύκλο εργασιών με βάση τη Συμφωνία, όταν διεκόπη η συνεργασία η Ενάγουσα άρχισε να παρουσιάζει ζημιές. Συγκριμένα το 2004 παρουσίασε ΛΚ7.815.- ζημιά πριν τη φορολογία, το 2005 ΛΚ11.612.- πριν τη φορολογία και το 2006 ΛΚ57.874.- ζημιά πριν τη φορολογία. Από τη συνεργασία Ενάγουσας-Εναγομένης 1 μέχρι τη διακοπή της στα βιβλία της Ενάγουσας υπήρχε ένα υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα που στις 31/12/05 ανερχόταν στο ποσό ΛΚ47.644.-. Με βάση όλα τα στοιχεία που είχαν έκαναν τις δέουσες έρευνες και το ποσό αυτό έχει επιβεβαιωθεί. Η Ενάγουσα πλήρωνε τόκους στην τράπεζα και επιβεβαιώθηκαν τα υπόλοιπα τραπεζών όπου παρουσιάζονται οι τόκοι που χρεώθηκαν σε κάθε λογαριασμό όπου η Ενάγουσα είχε οφειλές. Τα ποσοστά επιτοκίων ανέρχονταν στο 9% με 9,5% κατ΄ έτος για τα έτη 2004, 2005 και
- Οι Οικονομικές Καταστάσεις που ετοιμάστηκαν αντικατοπτρίζουν τη Συμφωνία μεταξύ των δύο μερών. Έχουν δε επιβεβαιώσει ως ελεγκτές τα υπόλοιπα και τα αποτελέσματα στις Οικονομικές Καταστάσεις. Για να καταλήξουν έχουν συμβουλευθεί όχι μόνο τα Βιβλία της εταιρείας αλλά εκεί όπου δεν υπάρχει επαρκής γραπτή μαρτυρία παίρνουν παραστάσεις από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Αποστέλλουν επιστολές και προσπαθούν να επικοινωνήσουν με προμηθευτές και συνεργάτες και οποιονδήποτε έχει σχέση με την εταιρεία. Απ΄ ό,τι θυμάται αυτό έγινε και στην προκειμένη περίπτωση. Η κύρια σχέση της Ενάγουσας ήταν με την Εναγομένη εταιρεία και απ' ό,τι θυμάται ο Μ.Ε.4 προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τους συμβούλους της Εναγομένης αλλά δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία. Πάντως, δεν ήταν ο ίδιος που έκανε τη διαδικασία αλλά οι υπαλλήλοι του που προσπάθησαν να επικοινωνήσουν. Αντεξεταζόμενος κατά πόσο ο έλεγχος έγινε με βάση αυτά που φαίνονται στα Βιβλία της εταιρείας και σύμφωνα με τα στοιχεία που τους έδωσε η εταιρεία απάντησε ότι έχει ετοιμάσει την αληθινή και δίκαιη εικόνα της εταιρείας αφού ακολούθησε την ενδεδειγμένη ελεγκτική διαδικασία. Ερωτηθείς αν μπήκε στη διαδικασία να ελέγξει τιμολόγια και αποδείξεις με την Εναγομένη 1 από το 1997 μέχρι 2005 απάντησε ότι ο ελεγκτής είναι «watchdog» και ότι ουδέποτε ελέγχουν το 100% των αποδείξεων αλλά ότι κάνουν δειγματοληπτικό έλεγχο και ότι, με βάση αυτόν τον έλεγχο, έχουν εξάξει τα συμπεράσματα τους. Αν υπήρχε αβεβαιότητα, πρόσθεσε, τότε θα προέβαιναν σε περαιτέρω διαδικασία. Στην υποβολή ότι η Εναγομένη δεν οφείλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό απάντησε ότι, σύμφωνα με τα δικά τους στοιχεία, δηλαδή τις ελεγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της εταιρείας, οφείλει το ποσό που ανέφερε. Πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίζουν οι πελάτες τους κάνουν τον έλεγχο και ότι προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με την Εναγομένη για να επιβεβαιώσουν μαζί τους τα υπόλοιπα που παρουσιάζονταν στα Βιβλία του πελάτη τους. Ανέφερε ότι οι ελεγκτές δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας των διαδίκων αλλά είδαν τη Συμφωνία και μερίμνησαν να συμφωνούν τα στοιχεία με τα όσα αναφέρονται στη Συμφωνία. Mαρτυρία Μ.Υ.1 Ο ΜΥ1 είναι ο Εναγόμενος 2 και ένας εκ των Διευθυντών της Εναγομένης
- Στη μαρτυρία του αρχικά αναφέρθηκε στη γνωριμία του με τον ΜΕ1 για να εξηγήσει κάτω από ποιες συνθήκες προχώρησαν στη σύναψη της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο ΜΕ1 του είχε πει ότι είχε κατάστημα χρυσοχοείο στη Λάρνακα και τον ρώτησε αν ενδιαφερόταν να συνεργαστεί μαζί του. Ο ΜΥ1 ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί νοουμένου ότι ο ΜΕ1 αναλάμβανε τη προμήθεια των εμπορευμάτων και ο ΜΥ1 να προσφέρει τη διεύθυνση του καταστήματος. Με την υπογραφή της Συμφωνίας ο ΜΥ1 παραχώρησε ένα από τα εννέα καταστήματα που τότε διαχειριζόταν εκ μέρους της Εναγομένης 1 στην παραλιακή του Πρωταρά και της Αγίας Νάπας και σε αυτό ο ΜΕ1 τοποθέτησε τα εμπορεύματα του. Εκείνο το χρονικό διάστημα η επιχείρηση του χρυσοχοείου ήταν μια από τις πολλές επιχειρήσεις που διατηρούσε ο ΜΥ1 και δεν ασχολείτο επί 24ώρου βάσεως σε αυτή. Η εμπλοκή του ουσιαστικά περιοριζόταν στις πληρωμές που έκαμνε προς τον ΜΕ1 και στην επίλυση προβλημάτων που προέκυπταν στην καθημερινή λειτουργία της συνεργασίας Από την αρχή ο ΜΥ1 είχε παρατηρήσει ότι ο ΜΕ1 δεν παρέδιδε τιμολόγια, όπως προβλέπετο στη συνεργασία, αλλά καταστάσεις παράδοσης (όπως αυτές που φαίνονται στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 32(Α) και 32(Β)). Η διαδικασία που ακολουθείτο στην πορεία της διάρκειας της συνεργασίας ήταν ως εξής: · Η κάθε σεζόν ξεκινούσε τον Απρίλιο και έκλεινε περί το τέλος Οκτωβρίου. · Τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο ο ΜΕ1 έπαιρνε τα εμπορεύματα και τα παρέδιδε εκ νέου τον επόμενο Απρίλιο. · Κατά τη διάρκεια της σεζόν ο ΜΕ1 προμήθευε τη συνεργασία με εμπορεύματα με την ακόλουθη διαδικασία: · Ο ΜΕ1 έστελλε κατάσταση παράδοσης με όλες τις λεπτομέρειες για κάθε αντικείμενο. · Περνούσαν τα εμπορεύματα οι εναγόμενοι στο λογισμικό τους σύστημα (εκτός από την ποσότητα) ανοίγοντας καρτέλα για κάθε αντικείμενο ξεχωριστά. · Παρέδιδε ο ΜΕ1 στην υπάλληλο των εναγομένων τα εμπορεύματα. · Η υπάλληλος των εναγομένων προέβαινε στον έλεγχο των εμπορευμάτων. · Μετά η υπάλληλος έκανε παραλαβή των εμπορευμάτων και των ποσοτήτων στο ηλεκτρονικό σύστημα όπου αυτόματα εξέδιδε το Direct Receiving Report (δέστε ΤΕΚΜΗΡΙΑ 32Α και 32Β). · Τέλος η υπάλληλος παρέδιδε τα εμπορεύματα στην πωλήτρια του καταστήματος η οποία έλεγχε εκ νέου την ορθότητα της κατάστασης παράδοσης. Ένα θέμα που προέκυψε αφορούσε την ποσότητα των εμπορευμάτων που η Ενάγουσα τοποθετούσε στο κατάστημα. Η συμβατική υποχρέωση της Ενάγουσας ήταν να προμηθεύει το χρυσοχοείο με εμπόρευμα που θα κυμαινόταν μεταξύ ΛΚ45.000 και ΛΚ60.000 και να το διατηρεί σε αυτό το επίπεδο. Ο ΜΕ1 θεωρούσε ότι όσο περισσότερα εμπορεύματα έβαζε στο μαγαζί τόσο μεγαλύτερο θα ήταν το κέρδος. Η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι το σημαντικότερο κριτήριο επιτυχίας δεν ήταν η ποσότητα αλλά η ποιότητα των εμπορευμάτων και η σωστή επιλογή των σχεδίων αφού οι πελάτες τους ήταν Ευρωπαίοι με πιο λεπτό γούστο και πιο ψηλές απαιτήσεις από την Κυπριακή αγορά της εποχής εκείνης. Ο ΜΥ1 επανειλημμένα είχε αναφέρει στον ΜΕ1 ότι θα είχαν πρόβλημα με την ασφάλεια του καταστήματος αφού ήξερε ότι λόγω των αυξημένων κρουσμάτων διάρρηξης οι ασφαλιστικές εταιρείες γίνονταν όλο και ποιο προσεκτικές ως προς τους κινδύνους που ασφάλιζαν. Παρά ταύτα ο ΜΕ1 συνέχιζε να τοποθετεί περισσότερα εμπορεύματα. Μέχρι και τη σαιζόν του 2002 ο ΜΥ1 πίστευε στη συνεργασία και προέβαινε σε πληρωμές στον ΜΕ1 πέραν των όσων έρπεπε να του καταβληθούν. Από το 2003 ο ΜΥ1 άρχισε να προβληματίζεται γιατί η συνεργασία, αν και προέβαινε σε πωλήσεις, δεν είχε κέρδη άξια αναφοράς, ενώ ο ΜΥ1 άρχισε να πιστεύει ότι ο ΜΕ1 ίσως να προέβαινε σε υποχρεώσεις στις αγορές που έκανε για τη συνεργασία. Κατά τη διάρκεια του 2003, αν και ο ΜΥ1 ζητούσε να του φέρει ο ΜΕ1 τα τιμολόγια αγοράς των εμπορευμάτων έτσι ώστε να εξακριβωθεί το ακριβές κόστος των εμπορευμάτων, ο ΜΕ1 απέφευγε προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Όταν έκλεισε η σαιζόν του 2003 ο ΜΥ1 έγινε ιδιαίτερα πιεστικός προς τον ΜΕ1 για να του φέρει τα τιμολόγια αγοράς των εμπορευμάτων από τους διάφορους προμηθευτές του και αντ΄ αυτού ο ΜΕ1 άρχισε να απαιτεί διάφορα ποσά τα οποία άλλαζε συνεχώς. Αυτά που ζητούσε δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα με αποτέλεσμα ο ΜΥ1 να του στείλει την επιστολή ημερ. 19.3.04 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) με την οποία του έλεγε ότι δεν συμφωνούσε και του ζητούσε ξανά τα τιμολόγια αγοράς από τους διάφορους προμηθευτές. Η συνεργασία συνεχίστηκε και το 2004 με πολλές εντάσεις εφόσον ο ΜΕ1 ερχόταν με διάφορες καταστάσεις που ετοίμαζε διεκδικώντας διάφορα ποσά όπως είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Ο ΜΥ1 του έλεγε να πάρουν όλα τα στοιχεία στους ελεγκτές για να διαπιστώσουν ακριβώς τα αποτελέσματα της συνεργασίας. Στις 24.9.04 συμφώνησαν να δοθούν όλα τα στοιχεία σε ελεγκτές αλλά πάλι ο ΜΕ1 αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία. Πλέον ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Προς μεγάλη του έκπληξη ο ΜΥ1 έλαβε τον Ιανουάριο του 2005 επιστολή ημερ. 7.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) από τον ΜΕ1 όπου ο τελευταίος έλεγε ότι ο ΜΥ1 οφείλει στην εταιρεία του ΜΕ1 πέραν των ΛΚ90.000 και του είχε προτείνει ουσιαστικά να του παραδώσει το κατάστημα του ΜΥ1 στον Πρωταρά. Ο ΜΥ1 του απάντησε με την επιστολή του ημερ. 18.3.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Για το θέμα της ασφάλειας του καταστήματος ο ΜΥ1 είχε ενημερώσει τον ΜΕ1 για την άρνηση της Λαϊκής Ασφαλιστικής να το ασφαλίσει όπως και σε άλλες δύο εταιρείες που είχε αποταθεί ο ΜΥ
- Ο ΜΥ1 δεν ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει να έχει στην κατοχή του αποθέματα που δεν ήταν ασφαλισμένα. ΄Ετσι απέστειλε στον ΜΕ1 την επιστολή ημερ. 1.6.
- Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν να έλθει την επόμενη μέρη και να πάρει όλα τα εμπορεύματα του και να φύγει. Αυτός ήταν και ο λόγος που διαλύθηκε η συνεργασία. Ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε, επίσης, και τα εξής: Ο ισχυρισμός για την μονομερή μετατροπή του τραπεζικού λογαριασμού της συνεργασίας έτσι ώστε να υπογράφει ο ΜΥ1 είναι ανυπόστατος. Η Εναγομένη 1 άνοιξε αρχικά τραπεζικό λογαριασμό με τη Λαϊκή, στη συνέχεια ανοίχθηκε δεύτερος τρεχούμενος λογαριασμός στην Alpha Bank από τον οποίο γίνονταν οι πλείστες συναλλαγές. Στη συνέχεια, κατά το έτος 2000, έγινε αύξηση του ορίου του λογαριασμού και προστέθηκε ως υπογράφων και η σύζυγος τους ΜΥ
- Από αυτό το λογαριασμό η Ενάγουσα έλαβε αρκετές επιταγές και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ότι δεν τις υπέγραφε και ουδέποτε ο εν λόγω λογαριασμός αποτελούσε λογαριασμό της συνεργασίας. Σ΄ ό,τι αφορά τις επιταγές που φέρουν διπλή υπογραφή, ο ΜΥ1 δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τέθηκε η δεύτερη υπογραφή. Όταν τις παρέδωσε ο ΜΥ1 είχαν μόνο τη δική υπογραφή αφού δεν χρειαζόταν άλλη υπογραφή. Στη Λαϊκή υπογράφοντες ήταν ο πατέρας του ΜΥ1, η μητέρα του και ο ΜΥ
- Στην Alpha Bank αρχικά μόνος υπογραφέας ήταν ο ΜΥ1 και στη συνέχεια προστέθηκε η σύζυγος του ΜΥ
- Η Ενάγουσα λάμβανε χρήματα και από άλλους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 και ουδέποτε ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για τη συνεργασία και αυτό ήταν σε γνώση του ΜΕ
- Η Εναγομένη ουδέποτε προέβηκε σε υπενοικίαση άλλου καταστήματος-επιχείρησης χρυσοχοείου κατά παράβαση της Συμφωνίας. Ο ισχυρισμός για καθυστερήσεις σε πληρωμές δεν ευσταθεί. Αντίθετα η Εναγομένη 1 έδωσε πολλές φορές σημαντικά ποσά σαν προπληρωμή προς την Ενάγουσα για να την διευκολύνει με τη ρευστότητα της με καλή πίστη και χωρίς ποτέ να απαιτήσει τόκους ή οποιαδήποτε εξασφάλιση. Η Ενάγουσα αντισυμβατικά και παράνομα χρέωνε την Εναγομένη ποσά μεγαλύτερα από την αξία αγοράς του εμπορεύματος. Από τα τιμολόγια της Ενάγουσας με τους προμηθευτές της που παραδόθηκαν ο ΜΕ1 προέβη σε υπερχρεώσεις ύψους ΛΚ50.413,
- Σύμφωνα με κατάσταση κερδοζημιών που κατάθεσε ο ΜΥ1, (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 40), με βάση τιμολόγια που παραδόθηκαν στην Εναγομένη φαίνεται ότι από τη συνεργασία η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγομένη το ποσό των ΛΚ33.
- Η απαίτηση για εξοπλισμό και εργαλεία που κατακράτησε η Εναγομένη 1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατά το έτος 2002 το χρυσοχοείο μεταφέρθηκε στο μεγαλύτερο από τα τέσσερα καταστήματα που κατέχει στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων στον Πρωταρά και όλη η επίπλωση και εξοπλισμός παρασχέθηκαν από την Εναγομένη
- Η Ενάγουσα παρέλαβε ουσιαστικά όλο τον αρχικό εξοπλισμό και επίπλωση που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της συνεργασίας περιλαμβανομένων όλων όσων αναφέρονται στο παράρτημα της Συμφωνίας. Το μόνο αντικείμενο που παρέμεινε στο κατάστημα είναι ένα χρηματοκιβώτιο το οποίο είναι αρκετά παλαιό χωρίς οποιαδήποτε αξία. Μετά τον μονομερή τερματισμό της Συμφωνίας από την Ενάγουσα στις 4.10.05 ο ΜΥ1 απέστειλε προς την Ενάγουσα την επιστολή ημερ. 4.10.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Η μείωση των πωλήσεων κατά το έτος 2004 ήταν αποτέλεσμα των κακών αγορών που προέβαινε και/ή υπερβολικών τιμών που καθόριζε η Ενάγουσα. Είναι η Ενάγουσα με τη συμπεριφορά της που προκάλεσε την αναγκαστική πώληση εμπορευμάτων αν πράγματι έγινε τέτοια πώληση. Η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην καταβολή του ποσού των ΛΚ10.000 για το λόγο ότι η Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης διεκόπη εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός ότι ο ΜΥ1 οικειοποιήθηκε το ποσό των ΛΚ75.000 είναι αποκύημα της φαντασίας της Ενάγουσας. Όσον αφορά τις αγορές προσωπικού και της οικογένειας Κωνσταντίνου, ο ΜΕ1 και η Ενάγουσα έχουν πληρωθεί πλήρως και ουδέν ποσό οφείλεται. Είναι φανταστικός ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι μόνο 5%-10% των εμπορευμάτων τοποθετούνται αυτούσια όπως τα αγόραζε από τους προμηθευτές. Αντεξέταση Μ.Υ.1 Aπό την αντεξέταση του Μ.Υ.1 προέκυψαν τα εξής: Η δουλειά του Μ.Υ.1 στη συνεργασία ήταν η διεύθυνση και η διαχείριση της επιχείρησης μέσω της Εναγομένης 1 ενώ ο ρόλος του Μ.Ε.1 η επιλογή και αγορά των σωστών προϊόντων που θα έμπαιναν στη συνεργασία ενόψει του ότι ο Μ.Ε.1 ήξερε περισσότερα από τον Μ.Υ.1 στον τομέα της χρυσοχοΐας. Συνεπώς, ο Μ.Ε.1 επέλεγε τα αντικείμενα χρυσού, τα αναπληρούσε και τα αντικαθιστούσε όντας υπεύθυνος για την τροφοδοσία του καταστήματος στο οποίο μεταφέρθηκε η επιχείρηση χρυσοχοείου από την Λάρνακα όπου βρισκόταν το κατάστημα του Μ.Ε.1 σε κατάστημα της Εναγομένης 1 που ενοικίαζε στον Πρωταρά. Ο Μ.Ε.1 ενημερώνετο για την πορεία της επιχείρησης και μάλιστα ο ίδιος είχε τη συνήθεια να παίρνει τηλέφωνο η ώρα 11.00 μ.μ. για να πληροφορηθεί για τις πωλήσεις και τις εισπράξεις που είχε η επιχείρηση. Είχε πλήρη πρόσβαση στο προσωπικό που εργαζόταν στο κατάστημα και όποτε ζήτησε οποιαδήποτε κατάσταση την είχε. Οι καταθέσεις από τις εισπράξεις δεν γίνονταν κατ΄ ανάγκη σε συγκεκριμένο λογαριασμό. Υπήρχε σκέψη και συμφωνήθηκε να ανοιχθεί ειδικός λογαριασμός όπου να κατατίθενται οι εισπράξεις του καταστήματος. Όμως αυτό δεν εφαρμόστηκε στην πράξη από την αρχή και ο τραπεζικός λογαριασμός στην Alfa Bank που είχε ανοιχθεί για την Εναγομένη 1 είχε καταθέσεις και από άλλες επιχειρήσεις της Εναγομένης και όχι αποκλειστικά για τη συνεργασία. Όσον αφορά τον όρο 12 της Συμφωνίας ο Μ.Ε.1 γνώριζε από την πρώτη μέρα ότι δεν ήταν υπογράφων στον λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγομένης 1 αλλά υπογράφων ήταν ο Μ.Υ.
- Όσον αφορά τα αντίγραφα επιταγών που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οι υπογραφές του Μ.Ε.1 μπήκαν μετά την υπογραφή του Μ.Υ.1 και ενώ ο Μ.Ε.1 γνώριζε ότι δεν ήταν αναγκαίες. Ο Μ.Υ.1 δεν είχε καμία γνώση για το θέμα των υπογραφών του Μ.Ε.
- Διαφώνησε με την υποβολή ότι ο λόγος που ο Μ.Ε.1 ήταν εγγυητής ήταν λόγω της πρόνοιας της Συμφωνίας να είναι ένας εκ των υπογράφων στο λογαριασμό της Εναγομένης και πρόσθεσε ότι, αν εφαρμοζόταν η Συμφωνία, δεν θα είχαν όριο οπόταν δεν θα χρειαζόταν εγγυητής. Οι τιμές καθορίζονταν από τον Μ.Ε.1 βάσει του κόστους και ο Μ.Υ. 1 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην τιμολόγηση. Πολλές φορές συζητούσε ο Μ.Υ.1 με τον Μ.Ε.1 για τον ανταγωνισμό και για το γεγονός ότι το κατάστημα της συνεργασίας ουδέποτε είχε φτάσει σε ψηλά επίπεδα απόδοσης. Ωστόσο ο Μ.Ε.1 με τις αδεξιότητες του μετέτρεψε το κατάστημα σε μετριότητα και από διάφορες πράξεις και παραλείψεις του που δεν ήταν κερδοφόρες για την επιχείρηση. Ο Μ.Ε.1 είχε βάλει σε πρώτη μοίρα το προσωπικό του συμφέρον αντί το συμφέρον της συνεργασίας. Τα εμπορεύματα που έφερνε δεν ήταν του επιπέδου που ζητούσε η αγορά. Ουδέποτε ο Μ.Υ.1 δεν έτυχε να μην παραλάβει εμπορεύματα που του παρέδωσε ο Μ.Ε.1 αλλά του έλεγε κατ΄ επανάληψη του Μ.Ε.1 να προσαρμόσει το εμπόρευμα στον πελάτη. Γραπτώς έθεσε αυτό το θέμα σε επιστολές το 2004-05 όταν τα πράγματα έφτασαν εκεί που έφτασαν και όχι επειδή χρωστούσε ο Μ.Υ.
- Απλώς ο Μ.Ε.1 πίεζε να λάβει λεφτά που δεν είχε να παίρνει. Όταν παραδίδονταν τα προϊόντα η υπάλληλος της Εναγομένης έκανε τον έλεγχο και καταγράφονταν στο ηλεκτρονικό σύστημα. Στο ηλεκτρονικό σύστημα εκτός από την καταχώρηση των προϊόντων καταχωρείτο και η τυχόν επιστροφή τους. Η συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι 1/6/05 με προϊόντα που προμήθευε ο Μ.Ε.
- Όσον αφορά το Τεκμήριο 1 αυτό αποτελεί κατάλογο κρατημένων προϊόντων. Κάποια από αυτά μπορεί να αγοράστηκαν και κάποια όχι. Εν πάση περιπτώσει το Τεκμήριο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη συνεργασία. Όσα δε αγοράστηκαν από αυτά έχουν χρεωθεί στο λογισμικό πρόγραμμα της Εναγομένης και πληρώθηκαν. Όλες δε οι πωλήσεις είναι καταχωρημένες στα λογιστικά βιβλία. Το Τεκμήριο 21 συνιστά είδος «τετραδίου» και δεν αποτελεί λογιστικές εγγραφές. Αρνήθηκε ότι η Εναγομένη δεν έχει παραδώσει στην Ενάγουσα τα αντικείμενα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 21 η αξία των οποίων ανέρχεται σε ΛΚ11.533 και πρόσθεσε ότι δεν κατέχει ούτε ένα προϊόν της Ενάγουσας. Οποιοδήποτε ελλείμματος ή κλοπών εμπίπτει στα λειτουργικά έξοδα και αφαιρείται από την κερδοφορία. Όσον αφορά τις αποσβέσεις σε έπιπλα και σκεύη εξήγησε ότι όταν το κατάστημα μεταφέρθηκε σε ανακαινισμένο χώρο η Ενάγουσα σταμάτησε να εισπράττει το ποσό ΛΚ1.500.- και γινόταν ανάλογη χρέωση στην Ενάγουσα για την χρήση των δικών της επίπλων και εξοπλισμού. Ο Μ.Ε.1 ήταν ενήμερος γι΄ αυτό. Όσον αφορά τη χρέωση του ποσού ΛΚ1.821 αυτό αφορούσε κόστος για εξειδικευμένες βιτρίνες. Ο Μ.Ε.1 δεν παρέδιδε τιμολόγια για τα εμπορεύματα που προμήθευε την εναγομένη και ο Μ.Υ.1 έθεσε το θέμα για πρώτη φορά γραπτώς το
- Εξηγώντας το ζήτημα αυτό είπε ότι παραλάμβανε καταστάσεις της Ενάγουσας με τα εμπορεύματα και έτσι πίστευε ο Μ.Υ.1 ότι είχε κάποια αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, μετά βρέθηκε να έχει πρόχειρα τιμολόγια που δεν ταίριαζαν με τα εμπορεύματα που η Εναγομένη είχε παραλάβει και τότε αναγκάστηκε να θέσει το θέμα γραπτώς. Τόνισε ότι ο Μ.Ε.1 θα έπρεπε από την αρχή να του παρέδιδε τα τιμολόγια των προμηθευτών του για να μπορέσει όταν έφερνε τα εμπορεύματα να τα δικαιολογήσει. Εξήγησε ότι η Ενάγουσα αγόραζε εμπορεύματα εκ μέρους της συνεργασίας και όχι για λογαριασμό της Ενάγουσας και η Εναγομένη τα πλήρωνε και τα πωλούσε εκ μέρους της συνεργασίας. Με άλλα λόγια η Εναγομένη εταιρεία λειτουργούσε ως πωλητής και η Ενάγουσα ως αγοραστής, αρνήθηκε δε τη θέση ότι η Εναγομένη ήταν θεματοφύλακας των εμπορευμάτων της Ενάγουσας. Μαρτυρία Νίκης Γεωργίου (ΜΥ2) Η ΜΥ2 εργαζόταν στην Εναγομένη 1 από το 1994 μέχρι
- Τα καθήκοντα της αφορούσαν στον έλεγχο του stock. Συγκεκριμένα καταχωρούσε η ίδια σε λογισμικό πρόγραμμα το εμπόρευμα που διατηρούσε η Εναγομένη εταιρεία σε διάφορα καταστήματα. Η διαδικασία που ακολουθείτο ήταν ότι έρχονταν οι προμηθευτές και έφερναν τα εμπορεύματα με τα τιμολόγια, η ΜΥ1 τα παραλάμβανε και εν συνεχεία τα καταχωρούσε στο λογισμικό. Αναλόγως του εμπορεύματος τα κωδικοποιούσε. Συγκεκριμένα έβαζε περιγραφή, κόστος, τιμή πώλησης του προμηθευτή και τον κωδικό του προμηθευτή που υπήρχε πάνω στο τιμολόγιο. Αυτή η διαδικασία ακολουθείτο και σε σχέση με τη συνεργασία που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων με κάποιες διαφορές. Ο κ. Σπύρου (ΜΕ1) έφερνε τα εμπορεύματα μαζί με σχετική κατάσταση στην οποία ανεγράφετο ο κωδικός, περιγραφή, κόστος, τιμή πώλησης, προμηθευτής, ποσότητα και ακολουθούσε μετά η καταχώρηση στο λογισμικό των στοιχείων της κατάστασης παράδοσης που έδινε ο ΜΕ
- Αρκετές φορές ο ΜΕ1 έστελλε την κατάσταση παράδοσης μέσω φαξ και πάλι η ΜΥ2 την καταχωρούσε στο λογισμικό. Ακολουθούσε στη συνέχεια η παράδοση των εμπορευμάτων από τον ΜΕ
- Σε αυτά είχε την τιμή πώλησης και τον κωδικό. Στο λογισμικό η ΜΥ2 καταχωρούσε την ποσότητα. Όπως κατέθεσε η ΜΥ2 έκανε το λεγόμενο "direct receiving" στο οποίο φαινόταν το σύνολο της περιγραφής του εμπορεύματος ήτοι ο κωδικός, το κόστος, η τιμή πώλησης και η ποσότητα. Ο έλεγχος που γινόταν από τον ΜΥ2 ήταν από την μια οι καταχωρήσεις και από την άλλη ελέγχοντας τα ίδια τα εμπορεύματα. Με άλλα λόγια γινόταν η σχετική αντιπαραβολή και αφού διαπίστωνε ότι ήταν εντάξει ο ΜΕ1 αναλάμβανε να τα τοποθετήσει στο κατάστημα και να ελεγχθούν ξανά με την πωλήτρια. Στο κατάστημα καθημερινά ασχολούνταν 5 με 6 πωλήτριες αναλόγως των αναγκών. Αρχικά ο αριθμός ήταν μικρότερος επειδή το κατάστημα ήταν μικρότερο, όμως, μετά την ανακαίνιση, κατέστη αναγκαίο να υπάρχει μεγαλύτερος αριθμός πωλητριών. Ο ΜΕ1 γνώριζε τις πωλήτριες και είχε επαφή μαζί τους, τόσο τηλεφωνική, όσο και προσωπική. Όταν ξεκίνησε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ο ΜΕ1 είχε φέρει διάφορα έπιπλα και εξοπλισμό. Όταν το κατάστημα ανακαινίστηκε τα πήρε όλα πίσω και έμεινε μόνο το χρηματοκιβώτιο. Ερωτηθείσα η ΜΥ2 κατά πόσο είχε έρθει στην αντίληψη της η παράδοση των τιμολογίων Τεκμήριο 14Β, Γ και Δ απάντησε ότι ποτέ ο ΜΕ1 τους παρέδωσε οποιαδήποτε τιμολόγια και ούτε τους παρέδωσε τα συγκεκριμένα που της υποδείχθηκαν. Η ΜΥ2 έκανε μία μελέτη σχετικά με τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι προμηθευτές της Ενάγουσας εταιρείας σε σχέση με το κόστος που παρουσίαζε ο ΜΕ
- Αυτά τα τιμολόγια αποτελούν τα Τεκμήρια 32Α και 32Β. Συγκεκριμένα εκείνο που έκανε ήταν να χωρίσει τα τιμολόγια σε ημερομηνίες και χρονολογίες και μετά ανάλογα με τους διάφορους προμηθευτές και στη συνέχεια πήγε στην αποθήκη της Εναγομένης εταιρείας προσπαθώντας να βρει τους φακέλους με τις παραλαβές από το 1997 μέχρι το
- Πήρε χρονολογικά τους φακέλους σε συνάρτηση με τις καταστάσεις "direct receiving" που αποτελούσε το έντυπο παράδοσης - κατάστασης που έδινε ο ΜΕ1 και συσχέτισε τα τιμολόγια ανάλογα με την περιγραφή, τους κωδικούς και το όνομα προμηθευτή. Αυτή η εργασία δεν ήταν δύσκολη να γίνει, ωστόσο, αφιέρωσε αρκετές ώρες για να τα ετοιμάσει. Ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τα εμπορεύματα των καταστάσεων που είχε βλέποντας τα τιμολόγια και το τι αντιπροσώπευαν αυτά. Δηλαδή η ΜΥ2 έχει ταυτίσει τα τιμολόγια των προμηθευτών της Ενάγουσας που της δόθηκαν από τον κ. Κωνσταντίνου (ΜΥ1) μαζί με τις καταστάσεις παράδοσης του ΜΕ1 και τις καταστάσεις "direct receiving" της Εναγομένης
- Η ταύτιση έχει γίνει αφού λήφθηκαν υπόψη τα εξής στοιχεία: · Χρόνος έκδοσης τιμολογίου · Περιγραφή · Αριθμός αντικειμένου · Προμηθευτής · Κωδικοί του προμηθευτή (αν υπήρχαν) Η ΜΥ2 αφού εξήγησε, δίδοντας σχετικά παραδείγματα, τον τρόπο που εργάστηκε ανέφερε ότι έχει ταυτοποιήσει με τη διαδικασία που εξήγησε όλα τα τιμολόγια από το 1997 μέχρι το
- Τα αποτελέσματα της μελέτης που έκανε τα έχει αποτυπώσει σε καταστάσεις που ετοίμασε. Κατέθεσε δε για το σκοπό αυτό το Τεκμήριο 42 που αποτελεί την κατάσταση ανάλυσης διαφοράς υπερχρεώσεων της Ενάγουσας προς την Εναγομένη ανά έτος και από την οποία προκύπτει ως τελικό αποτέλεσμα μια διαφορά χρέωσης για το ποσό των Λ.Κ.50.
- Εξήγησε περαιτέρω ότι όλα τα τιμολόγια που της δόθηκαν τα έχει ταυτίσει με τις καταστάσεις που ανέφερε αλλά επεσήμανε ότι υπάρχουν και τιμολόγια που απουσιάζουν, δηλαδή δεν εντόπισε τιμολόγια για να μπορεί να προχωρήσει στη διαδικασία ταυτοποίησης, ενώ περίσσεψαν οι καταστάσεις με αποτέλεσμα να προκύπτει μία διαφορά που δεν εξηγείται για το ποσό των Λ.Κ.78.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 43 συνοπτική εικόνα ανά έτος και με συμπερίληψη του ΦΠΑ. Εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 43 το ποσό των Λ.Κ.325.726 αποτελεί το κόστος των εμπορευμάτων που παραλάμβανε με βάση τα στοιχεία που παρουσίαζε ο ΜΕ1, δηλαδή τις καταστάσεις που ο κ. Σπύρου έδιδε. Στο Τεκμήριο 43 στη δεύτερη στήλη καταγράφεται η χρέωση από τον προμηθευτή αφότου ήρθαν στην κατοχή της πλευράς της Εναγομένης τα σχετικά τιμολόγια. Η τρίτη στήλη αφορά τη χρέωση που γινόταν από την Ενάγουσα σύμφωνα με τις καταστάσεις παράδοσης, ενώ η τέταρτη και τελευταία στήλη αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ των τιμολογίων του προμηθευτή και τις χρεώσεις που γίνονταν από την Ενάγουσα σύμφωνα με τις καταστάσεις παραλαβής. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.325.726 ως κόστος από τη χρέωση της Ενάγουσας και το συνολικό ποσό των Λ.Κ.191.581 ως η χρέωση από τον προμηθευτή. Κατά συνέπεια προκύπτει μεταξύ των δύο ποσών μία διαφορά για ποσό Λ.Κ.134.
- Από το οποίο ποσό έχει δικαιολογηθεί μόνο το ποσό των Λ.Κ.55.392 με βάση την μελέτη που η ΜΥ2 έχει διενεργήσει ενώ για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.78.753 συνιστά διαφορά που δεν εξηγείται γιατί τα τιμολόγια δεν έχουν αποκαλυφθεί. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι τα εμπορεύματα που έφερνε ο κ. Σπύρου τα παρέδιδε στην εναγομένη όπως τα αγόραζε από τους διάφορους προμηθευτές. Για οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις των εμπορευμάτων στέλλονταν από την εναγομένη στους προμηθευτές και όχι στον κ. Σπύρου. Ερωτηθείσα κατά πόσο της είχε λεχθεί από τον κ. Σπύρου ότι ο ίδιος έκαμνε προσθήκες σε ορισμένα εμπορεύματα απάντησε ότι δεν γνώριζε η ίδια ότι ο κ. Σπύρου κατασκεύαζε ή γενικά ότι ασχολείτο με τέτοια πράγματα. Aντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στις καταστάσεις παράδοσης που της έδιδε ο Σπύρου υπήρχαν τα ονόματα των προμηθευτών. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν να εντοπίσει κατά πόσο τα τιμολόγια προμηθευτών που ήλθαν στην κατοχή της Εναγομένης 1 συνάδουν με τις καταστάσεις παράδοσης που της έδιδε ο Σπύρου και που ήταν συνδεδεμένες με τα "Direct Receiving". H εργασία της δεν είχε σχέση με τα λογιστικά αλλά με τον έλεγχο του αποθέματος (stock control) και η κύρια της ευθύνη ήταν oι παραλαβές εμπορευμάτων και η τήρηση του λογισμικού προγράμματος αναφορικά με το απόθεμα (stock). Συμφώνησε ότι όλα τα τιμολόγια είναι στο όνομα της Ενάγουσας και όταν ρωτήθηκε αν μπορούσε να πει κατά πόσο τα αντικείμενα που αφορούν τα Τεκμήρια 32 Α και Β έχουν πωληθεί απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εκείνη τη στιγμή και πρόσθεσε ότι υπήρχε λογισμικό πρόγραμμα. Στην θέση της αντίδικης πλευράς ότι σε ορισμένα από τα εμπορεύματα που παραδίδονταν από τον κ. Σπύρου υπήρχαν διαφοροποιήσεις γιατί γινόταν κάποια δουλειά διαφώνησε και πρόσθεσε ότι δεν θα χρησιμοποιείτο σε τέτοια περίπτωση ο ίδιος κωδικός εμπορεύματος για διαφοροποιημένο εμπόρευμα. Εκείνο που υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση ήταν ότι το ίδιο εμπόρευμα είχε διαφορετική τιμή κόστους. Σε ορισμένες περιπτώσεις η Μ.Υ.2 συνομιλούσε με τον κ. Σπύρου και διερωτάτο κατά πόσο κάποια από τα εμπορεύματα ήταν κάπως ακριβά ενόψει του ότι η ίδια ήταν μέσα στο παζάρι για αρκετά χρόνια και έτσι γνώριζε τις τιμές που υπήρχαν σε άλλα καταστήματα. Ο κ. Σπύρου της έλεγε ότι η εξήγηση ήταν επειδή ο χρυσός πήγαινε πάνω. Όσον αφορά τα αντικείμενα που παρέλαβε ο κ. Σπύρου κατά την ημέρα που αυτή ήταν παρούσα όταν έγινε η ανακαίνιση του καταστήματος το 2002 είπε ότι αυτά ήταν οι βιτρίνες, το γραφείο, το βίντεο, οι κάμερες και γενικά ό,τι υπήρχε μέσα στο κατάστημα ο κ. Σπύρου το πήρε και το μόνο πράγμα που παρέμεινε στο κατάστημα ήταν το χρηματοκιβώτιο. Σε ό,τι αφορά τις βιτρίνες πρόσθεσε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να χρησιμοποιηθούν οι παλιές γιατί είχαν κάμει νέες. ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Έχοντας συνοψίσει την προσαχθείσα μαρτυρία προχωρώ να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάθε μια από τις απαιτήσεις της Ενάγουσας αξιολογώντας ταυτόχρονα την προσαχθείσα σε κάθε περίπτωση μαρτυρία. Προτού το κάνω θα ήθελα να τονίσω ότι μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1] Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. ® ΑΞΙΩΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΥΨΟΥΣ ΛΚ47.644,73 Η Ενάγουσα εταιρεία διεκδικεί ποσό ΛΚ47.643,77 που, όπως ισχυρίζεται, αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα των Εναγομένων στο Παραλίμνι κατά την περίοδο 2001 και/ή 30.7.2001 μέχρι 2005 και/ή 21.12.
- Ένα σημαντικό σημείο για τους σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 αποτελεί και το γεγονός ότι μέσα στα πλαίσια της όλης προσπάθειας του να αποδείξει ότι η Εναγομένη 1 όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ47.643,77 ως υπόλοιπο λογαριασμού από πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα της Εναγομένης 1 στο Παραλίμνι παρουσίασε διάφορες καταστάσεις που είχε ετοιμάσει ο ίδιος χωρίς, ωστόσο, να δίδει τις αναγκαίες και απαιτούμενες επεξηγήσεις επί του περιεχόμενου αυτών. Οι καταστάσεις αυτές περιέχουν διάφορες καταχωρήσεις, οι οποίες βασικά δεν έχουν επεξηγηθεί από τον Μ.Ε.1 μία προς μία, δηλαδή στο ότι η κάθε μία αντιπροσωπεύει και χωρίς να παρουσιάζεται παράλληλα το υποστηρικτικό υλικό επί του οποίου βασίζονταν οι εν λόγω καταχωρήσεις στις διάφορες καταστάσεις. Κατ΄ ουσία, εκείνο που ο Μ.Ε.1 έκανε στο στάδιο της κύριας εξέτασης του ήταν να υιοθετήσει γραπτή κατάθεση που ετοίμασε για την παρούσα υπόθεση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) που δεν διέφερε από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και βασικά αποτελούσε υιοθέτηση δικογραφημένων ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης και επανάληψη του με τη μορφή της γραπτής κατάθεσης και περαιτέρω να καταθέσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ διάφορες καταστάσεις που είχε ετοιμάσει ο ίδιος, όπως αναφέραμε ανωτέρω, χωρίς, ωστόσο, να τις αναλύει και να τις επεξηγεί. Μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης, και αφού υποβλήθηκαν στον Μ.Ε.1 αρκετές ερωτήσεις, αναγκάσθηκε ουσιαστικά να αναφερθεί στο περιεχόμενο αυτών των καταστάσεων και κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις επί αυτών. Βέβαια, να προσθέσω εδώ ότι είναι στο στάδιο της αντεξέτασης που διεφάνησαν και οι διαφορές που υπήρχαν σ΄ αυτές τις καταστάσεις στις οποίες θα αναφερθούμε πιο κάτω δίδοντας σχετικά παραδείγματα γιατί κατ΄ εκείνο το στάδιο της εξέτασης του ήταν που κλήθηκε να αναφερθεί σε συγκεκριμένες καταχωρήσεις που υπήρχαν στις εν λόγω καταστάσεις. Ο ίδιος, όπως ήδη τονίσαμε, δεν είχε μπει στη διαδικασία να τις εξηγήσει και να αναλύσει ενώ έδιδε τη μαρτυρία του στο στάδιο της κυρίας εξέτασης. Για σκοπούς απόδειξης του πιο πάνω ποσού ο Μ.Ε.1 προσκόμισε τα ακόλουθα στοιχεία: Τιμολόγια που, όπως ισχυρίστηκε, παρέδιδε στην Εναγομένη, αποδείξεις και τις καταστάσεις Τεκμήρια 13, 14Α, 15 και
- Σύγκριση ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 14Α και ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 24 με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Β (τιμολόγια) και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Γ (αποδείξεις) Από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία, τόσο προφορική όσο και γραπτή, δηλαδή αυτή που κατατέθηκε μέσω αριθμού τεκμηρίων, διαπιστώθηκαν κάποιες διαφορές αφού συγκρίθηκε το Τεκμήριο 14Α με το Τεκμήριο 24 σε συνάρτηση με τα τιμολόγια (Τεκμήριο 14Β) και τις αποδείξεις (Τεκμήριο 14Γ). Προχωρώ να αναφέρω συγκεκριμένα αυτές τις διαφορές. ® Με βάση την κατάσταση Τεκμήριο 14Α το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01771 αφορούσε ποσό ΛΚ10.000 που έλαβε η Ενάγουσα και με βάση την ίδια κατάσταση εξεδόθη η απόδειξη είσπραξης υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 14Γ, ωστόσο, η απόδειξη υπ΄ αρ. 00220 αναγράφει ότι αφορά την εξόφληση του τιμολογίου υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01771 καταβλήθηκε το ποσό των ΛΚ9.000 και ότι γι΄ αυτό εξεδόθηκε η απόδειξη είσπραξης υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00223 αναγράφει ότι αφορά την εξόφληση του τιμολογίου υπ΄ αρ.
- ® Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01772 καταβλήθηκε ποσό ΛΚ3.000 και ότι, ως προς τούτο, εξεδόθη η απόδειξη υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι εισεπράχθη ποσό ΛΚ11.000 για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01772 και ότι ως προς τούτο εξεδόθη η απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη, όμως, υπ΄ αρ. 00221 φαίνεται να αφορά την εξόφληση του τιμολογίου υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 24 η απόδειξη υπ΄ αρ. 00221 αφορά, όμως, το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- ® Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01773 λήφθηκε ποσό ΛΚ8.000 και ότι ως προς τούτο εξεδόθη η απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00222, όμως, αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- Στο δε Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01773 λήφθηκε ποσό ΛΚ12.000 και ότι ως προς τούτο εξεδόθη η απόδειξη υπ΄ αρ.
- ® Η απόδειξη υπ΄ αρ. 0222 φαίνεται να αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01774, ενώ στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- Στο δε Τεκμήριο 14Α η απόδειξη υπ΄ αρ. 00222 φαίνεται να αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- ® Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00223 φαίνεται να αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01775, ενώ στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται να αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01774 και στο Τεκμήριο 24 φαίνεται να αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- ® Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00228 φαίνεται να εξεδόθη έναντι λογαριασμού, ενώ στα τεκμήρια 14Α και 24 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- ® Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 1774 λήφθηκε από την Ενάγουσα ποσό ΛΚ9.000 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00223, όμως, αφορά εξόφληση του τιμολογίου υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01774 λήφθηκε από την Ενάγουσα ποσό ΛΚ15.000 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- ® Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01775 έλαβε η Ενάγουσα ποσό ΛΚ15.000 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Στο δε Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01775 έλαβε ποσό ΛΚ3.000 και εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη υπ΄ αρ. 00224, όμως, αναγράφει ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού. ® Στο Τεκμήριο 14Α η απόδειξη υπ΄ αρ. 00224 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01775, ενώ στο Τεκμήριο 24 η απόδειξη υπ΄ αρ. 00224 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- Στη δε απόδειξη υπ΄ αρ. 00224 αναγράφεται ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού. ® Στα τεκμήρια 14Α και 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01776 έλαβε η Ενάγουσα ποσό ΛΚ8.000 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η απόδειξη, όμως, υπ΄ αρ. 00228 αναγράφει ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού. ® Στο Τεκμήριο 24 η απόδειξη υπ΄ αρ. 00225 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01773, ενώ στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- Στη δε απόδειξη υπ΄ αρ. 00225 αναγράφεται ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού. ® Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01777 λήφθηκε από την Ενάγουσα ποσό ΛΚ12.000 και ότι εξεδόθη η απόδειξη υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01777 δεν λήφθηκε οποιοδήποτε ποσό από την Ενάγουσα. Η δε απόδειξη υπ΄ αρ. 00225 φαίνεται ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού. ® Στο Τεκμήριο 14Α η απόδειξη υπ΄ αρ. 00226 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01778, ενώ στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι αφορά το τιμολόγιο υπ΄ αρ.
- ® Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01778 έλαβε η Ενάγουσα ποσό ΛΚ15.000 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Στο Τεκμήριο 24 φαίνεται ότι για το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01778 δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό. ® Το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 01-100001 αφορά ποσό ΛΚ4.
- Στο Τεκμήριο 14Α φαίνεται ότι για το εν λόγω τιμολόγιο έλαβε η Ενάγουσα ποσό ΛΚ15.808 και ότι ως προς τούτο εξέδωσε την απόδειξη υπ΄ αρ.
- Η εν λόγω απόδειξη αναφέρει ότι εξεδόθη έναντι λογαριασμού (Τεκμήριο 14Δ). Σύγκριση ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13 με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε και σε σχέση με το περιεχόμενο των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 13 και 14Α και κλήθηκε να εξηγήσει τις διαφορές που παρουσίαζαν. Συγκεκριμένα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 για το έτος 2001 καταγράφονται συνολικές χρεώσεις για το ποσό των ΛΚ47.999,97 που αποτελεί το άθροισμα των ακόλουθων καταχωρήσεων: ΕΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α 2001 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 30/4/2001 ΛΚ10.000 30/6/2001 ΛΚ10.000 30/7/2001 ΛΚ 4.269,29 30/7/2001 ΛΚ 6.730,71 30/9/2001 ΛΚ 7.999,97 30/11/2001 ΛΚ 9.000 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ47.999,97 ΛΚ59.000 Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α για το έτος 2001 το συνολικό ποσό των χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ59.
- Περαιτέρω στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 για το έτος 2002 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ56.289 το οποίο αποτελεί το άθροισμα των ακόλουθων καταχωρήσεων: ΕΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α 2002 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 15/3/2002 ΛΚ11.000 30/5/2002 ΛΚ16.500 30/8/2002 ΛΚ15.820 1/10/2002 ΛΚ11.639 31/12/2002 ΛΚ 1.330 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ56.289,20 ΛΚ45.288,98 Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α για το έτος 2002 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ45.288,
- Ακόμη στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 για το έτος 2003 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ49.084,50 το οποίο αποτελεί το άθροισμα των ακόλουθων καταχωρήσεων: ΕΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α 2003 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 31/3/2003 ΛΚ15.690 30/6/2003 ΛΚ 7.000,05 30/9/2003 ΛΚ11.500 30/10/2003 ΛΚ14.894,45 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ49.084,50 ΛΚ59.084,52 Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α για το έτος 2003 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ59.084,
- Τέλος, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 για το έτος 2004 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ21.500 το οποίο αποτελεί το άθροισμα των ακόλουθων καταχωρήσεων: ΕΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α 2004 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 1/1/2004 ΛΚ10.000 15/7/2004 ΛΚ 4.600 1/10/2004 ΛΚ 6.900 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ21.500 ΛΚ26.078,30 Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α για το έτος 2004 το ποσό των συνολικών χρεώσεων ανέρχεται σε ΛΚ26.078,
- Όταν, λοιπόν, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 του τέθηκαν οι πιο πάνω διαφορές μεταξύ των δύο καταστάσεων ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α αντίστοιχα, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι ό,τι έχει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 είναι το ίδιο με τις τιμές αγοράς, τις τιμές χρέωσης και τις αποδείξεις, για να προσθέσει στο τέλος ότι, αν υπάρχει διαφορά, το αποδέχεται χωρίς να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση και χωρίς κατ΄ ουσία να απαντά στο ερώτημα και να εξηγά πώς γίνεται σε δύο ξεχωριστές καταστάσεις που αφορούν τις ίδιες χρονικές περιόδους να υπάρχουν τέτοιες μεγάλες διαφορές στα ποσά των χρεώσεων. Διαφορές τέθηκαν υπόψη του Μ.Ε.1 και σε σχέση με τις πιστώσεις που περιλαμβάνονται στις πι πάνω καταστάσεις ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α όπου για τα έτη 2001 μέχρι 2004 αυτές έχουν ως ακολούθως: ΕΤΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α 2001 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 26/6/2001 ΛΚ10.000 18/7/2001 ΛΚ11.000 23/8/2001 ΛΚ 8.000 9/9/2001 ΛΚ 9.000 28/11/2001 ΛΚ 8.000 ΣΥΝΟΛΟΝ ΛΚ46.000 ΛΚ49.000 2002 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 6/2/2002 ΛΚ 3.000 25/4/2001 ΛΚ12.000 12/8/2002 ΛΚ15.000 7/10/2002 ΛΚ15.000 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ45.000 ΛΚ42.000 2003 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 18/7/2003 ΛΚ 5.000 31/7/2003 ΛΚ 5.000 18/8/2003 ΛΚ 5.000 31/8/2003 ΛΚ 5.000 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ20.000 ΛΚ20.000 2004 Ημερομηνία Καταχώρησης Ποσό 23/9/2004 ΛΚ15.808 6/11/2004 ΛΚ 7.000 26/11/2004 ΛΚ 8.000 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ30.808 ΛΚ30.808 Ούτε και σε σχέση με τις διαφορές που παρουσιάζονται μεταξύ των δύο καταστάσεων σε σχέση με τις πιστώσεις για τα έτη 2001 και 2002 ήταν ο Μ.Ε.1 σε θέση να δώσει μια σαφή και πειστική εξήγηση λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι καταστάσεις προήλθαν και κατατέθηκαν από τον ίδιο στα πλαίσια της προώθησης της θέσης της Ενάγουσας για ύπαρξη οφειλόμενου από την εναγομένη προς την Ενάγουσα υπόλοιπου ανερχόμενου σε ΛΚ47.999,
- Μάλιστα, πριν ερωτηθεί για τις διαφορές που προέκυπταν μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων, δηλαδή του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13 και του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 14Α κλήθηκε να εξηγήσει αυτά τα τεκμήρια και σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α ανέφερε ότι αποτελεί πίνακα που συμπεριλαμβάνει από την μια τους αριθμούς των τιμολογίων που εκδόθηκαν και από την άλλη τους αριθμούς αποδείξεων με τις ημερομηνίες και τα ποσά που εισπράχθηκαν και, στο τέλος, προκύπτει η διαφορά η οποία, όπως τόνισε, συμφωνεί με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Όταν, όμως, ρωτήθηκε για τις διαφορές των δύο αυτών τεκμηρίων που αναφέρθηκαν ανωτέρω και που στο τέλος καταλήγουν στο ίδιο χρεωστικό υπόλοιπο έδωσε την ακόλουθη ασαφή και νεφελώδη απάντηση προσπαθώντας να διαχωρίσει τα δύο τεκμήρια. Την παραθέτω: «Το ένα πίνακας και το άλλο account. Το ένα αφαιρεί και προσθέτει ανάλογα της διαφοράς την οποία έχει και βγαίνει τελική διαφορά. Το άλλο είναι πίνακας και μπορείτε να διασταυρώσετε αν θέλετε τους αριθμούς των τιμολογίων, τους αριθμούς αποδείξεων και αν υπάρχει διαφορά με άλλο ποσό δέχομαι οποιαδήποτε κριτική». Στη συνέχεια όταν του υπεβλήθη ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 χρεώνει για το 2002 ΛΚ56.289 για την περίοδο από 6/2/2002 μέχρι 3/12/2002 δεν έδωσε στην πραγματικότητα οποιαδήποτε εξήγηση αλλά είπε τα εξής: «Ό,τι έχει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 είναι αυτεξούσιο. Είναι το ίδιο όπως είναι τα τιμολόγια αγοράς και τα τιμολόγια χρεώσεων και οι αποδείξεις εισπράξεων. Αν υπάρχει έστω και ένα πράγμα διαφορά τότε αποδέχομαι οτιδήποτε από το Δικαστήριο». Σύγκριση ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 13, ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 14 και ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16 Ένα ερώτημα που τέθηκε κατ΄ επανάληψη στον Μ.Ε.1 χωρίς, ωστόσο, να δίδει μια πειστική εξήγηση ήταν πως οι διάφορες καταστάσεις που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγουν στο ίδιο χρεωστικό υπόλοιπο αφ΄ ης στιγμής το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 ξεκινά από το έτος 1997 και καταλήγει στο 2004, ενώ στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ξεκινά από το 2001 και καταλήγει στο έτος
- Είναι και σ΄ αυτό το ερώτημα η απάντηση που έδωσε χαρακτηριστική του όλου τρόπου που απαντούσε ο Μ.Ε.1, δηλαδή αποφεύγοντας να δώσει σαφείς, απλές και ξεκάθαρες απαντήσεις. Την παραθέτω αυτολεξεί: «Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 είναι του computer. Ξεκινά από την ημερομηνία που εγκαθιδρύθηκε το computer. Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 και τα πραγματικά τιμολόγια τα οποία είναι όμως τα original τα αποκόμματα ξεκινούν από την ημερομηνία που αρχίσαμε συνεργασία. Αυτό το τιμολόγιο 1701 το σύνολο το οποίο έρχεται στο τέλος όλα τα τιμολόγια το υπόλοιπο το οποίο μένει είναι ΛΚ47.643,77 και το σύνολο το οποίο έχουν τα τιμολόγια είναι ΛΚ45.702,6 και οι αποδείξεις είσπραξης ΛΚ409.382». Σε άλλο δε στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη στιγμή του 2001 που ξεκινά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 η διαφορά των τιμολογίων από τις αποδείξεις εισπράξεων ήταν μηδέν. Το παράδοξο δε του όλου ζητήματος με τις διαφορές που εντοπίσθηκαν στα πιο πάνω τεκμήρια είναι ότι, ενώ από τη μια ήταν ο Μ.Ε.1 που τα παρουσίασε προς το σκοπό απόδειξης του οφειλόμενου ποσού, όπως ήταν η θέση του, από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα, από την άλλη, μη μπορώντας να εξηγήσει και/ή συμφιλιώσει τις διαφορές που προέκυπταν μεταξύ αυτών των τεκμηρίων και που του υπεδείχθησαν κατά την αντεξέταση κατέληξε στο να πει ότι το μόνο «τρανταχτό» στοιχείο είναι τα τιμολόγια και οι αποδείξεις που εκδόθηκαν για να βρεθεί η διαφορά και, συγκεκριμένα, το χρεωστικό υπόλοιπο. Όπως προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 η Ενάγουσα καταλήγει ότι η Εναγομένη της οφείλει ποσό ΛΚ47.644 προσθέτοντας την ανά έτος διαφορά πληρωμών ως εξής: 1997 +ΛΚ107 1998 -ΛΚ2.178 1999 -ΛΚ19.834 2000 -ΛΚ1.474 2001 +ΛΚ11.302 2002 +ΛΚ24.663 2003 +ΛΚ36.701 2004 -ΛΚ1.639 ΣΥΝΟΛΟ ΛΚ47.648 Στο ίδιο ποσό καταλήγει και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 ξεκινώντας από το έτος 2001 και καταλήγοντας στο έτος 2005 εφόσον συμπεριλαμβάνονται και δύο καταχωρήσεις εντός του έτους 2005 και συγκεκριμένα η καταχώρηση ημερομηνίας 1/1/2005 που αφορά τη χρέωση ποσού ΛΚ12.000 και η καταχώρηση ημερομηνίας 21/12/2005 που αφορά τη χρέωση ποσού ΛΚ2.578,
- Περαιτέρω, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Α καταλήγει ότι μέχρι και το έτος 2004 η Εναγομένη οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ47.644 ενώ συμπεριλαμβάνει και δύο τιμολόγια που εκδόθηκαν εντός του 2005 και συγκεκριμένα το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 100003 ημερομηνίας 1/1/2005 για ποσό ΛΚ12.000 και το τιμολόγιο υπ΄ αρ. 100004 ημερομηνίας 4/10/2005 για ποσό ΛΚ2.578,
- Εκείνο που δεν μπόρεσε ο Μ.Ε.1 να εξηγήσει ήταν γιατί να υπάρχουν αυτές οι διαφορές στις καταστάσεις που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο και οι οποίες αφορούσαν τα τιμολόγια τα οποία υποτίθεται είχε εκδώσει στην Εναγομένη εταιρεία. Επισημαίνω εδώ ότι στα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14Α και 24 καταγράφονται τα συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμοί των τιμολογίων και αποδείξεων τα οποία, ωστόσο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω εν είδη παραδειγμάτων, δεν ταυτίζονται και διαφέρουν σε πολλά σημεία. Και το λέμε αυτό γιατί στο τέλος, λόγω αδυναμίας του να εξηγήσει αυτές τις διαφορές, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο μπορεί να υπολογισθεί με βάση τα τιμολόγια και τις αποδείξεις. Ένα άλλο σημείο που επηρεάζει την αξιοπιστία του Μ.Ε.1 είναι και το ότι, ενώ με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13 την 1/1/2005 η Εναγομένη του χρωστούσε ΛΚ45.065,47, δέχθηκε ότι με επιστολή του ημερομηνίας 7/1/2005 απευθυνόμενη προς τον Εναγόμενο 2 αυτός ζητούσε γύρω στις ΛΚ90.000 για σκοπούς διακανονισμού με την Εναγομένη. Ερωτηθείς δε, να εξηγήσει για ποιο λόγο ζητούσε τέτοιο ποσό στην εν λόγω επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) απλώς απάντησε ότι υπήρχαν άλλα ποσά και άλλα δεδομένα. Χωρίς να δίδει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία όταν ξαναρωτήθηκε για να εξηγήσει γιατί ζητούσε ένα τέτοιο ποσό αφ΄ ης στιγμής το οφειλόμενο, κατά τον ίδιο, από την Εναγομένη ήταν πολύ λιγότερο απάντησε: «Ήταν για να διαλύσει η συνεργασία. Ήταν με τα ποσά που μου είχε προφορικά πει ότι συμμετείχε στις ζημιές, συμμετείχε στους τόκους τους περισσότερους που αφορά τα κεφάλαια και υπήρχαν και κάποιες αποδείξεις που δεν είχαν δηλωθεί μέσα.» Επί του θέματος αυτού, αντίθετα με τον Μ.Ε.1, ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του, τόσο στο στάδιο της κύριας εξέτασης όσο και στο στάδιο της αντεξέτασης, ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι ο Μ.Ε.1 ερχόταν κατά διαστήματα με διάφορες καταστάσεις που ετοίμαζε διεκδικώντας διάφορα ποσά με αποκορύφωμα την αποστολή προς τον Μ.Υ.1 τον Ιανουάριο του 2005 της επιστολής ημερομηνίας 7.1.2005 (Τεκμήριο 4) με την οποία βασικά ισχυριζόταν ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν στην εταιρεία του πέραν των ΛΚ90.000 και ουσιαστικά πρότεινε στον Μ.Υ.1 να του παραδώσει το κατάστημά του στον Πρωταρά. Ο Μ.Υ.1 ξεκαθάρισε ότι, εφόσον αμφισβητούσε τα όσα ο Μ.Ε.1 απαιτούσε, κατ΄ επανάληψη έλεγε στον Μ.Ε.1 να πάνε στους ελεγκτές με όλα τα στοιχεία ούτως ώστε να διαπιστώσουν ακριβώς τα αποτελέσματα της συνεργασίας χωρίς, ωστόσο, να εισακουσθεί από τον Μ.Ε.1 σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι ο Μ.Υ.1, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, μου έχει κάμει πολύ καλή εντύπωση τόσο για τη σαφήνεια των όσων κατέθετε όσο και για τη θετικότητα που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του. Ήταν απόλυτα κατατοπιστικός και διαφωτιστικός περιγράφοντας τον τρόπο που λειτούργησε η συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων και κλήθηκε να σχολιάσει μια προς μια τις διάφορες απαιτήσεις που πρόβαλλε η πλευρά της Ενάγουσας δίδοντας σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Περιορίζομαι εδώ απλώς να πω ότι σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απαντούσε χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό αλλά με αμεσότητα και θετικότητα, ενώ υπήρξε απόλυτη συνέπεια στη μαρτυρία του σε όλα τα στάδια της εξέτασης του ενώπιον του Δικαστηρίου. Χωρίς κανένα ενδοιασμό θεωρώ τη μαρτυρία του ως απόλυτα ειλικρινή και αξιόπιστη. Θα αναφερθούμε πιο συγκεκριμένα στη μαρτυρία του όταν θα εξετάζουμε ξεχωριστά τις διάφορες απαιτήσεις που ηγέρθησαν από την Ενάγουσα. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και τις σχετικές καταστάσεις που κατέθεσε είναι και το ότι, ενώ απαιτεί ποσό ΛΚ47.643,77 ως υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και/ή προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα της Εναγομένης συμπεριλαμβανομένων και των τόκων της αξίας των εμπορευμάτων μέχρι το 2004 και του ποσού των ΛΚ1500 ετησίως για το έτος 2001, εντούτοις στις καταστάσεις που κατέθεσε συμπεριέλαβε, πέραν των πιο πάνω, και άλλους παράγοντες για να καταλήξει στο συνολικά οφειλόμενο ποσό όπως: «Διανομή κερδών - SKS» Έξοδα / διορθώσεις κοσμημάτων - SKS Αλλαγές Κλοπές / ελλείμματα Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει είναι ότι αυτοί οι παράγοντες που συνυπολόγισε για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου ποσού δεν έχουν δικογραφηθεί. Η παρά.
(8)της Έκθεσης Απαίτησης στη βάση της οποίας αξιώνει η Ενάγουσα ποσό ΛΚ47.643,77 (δέστε παρά.
(20)(Α) της αξίωσης) έχει ως εξής: «8. Κατά το χρόνο της διακοπής της συνεργασίας Εναγόντων και Εναγομένων 1 οφειλόταν στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €47.643,77 που αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού από την πώληση και/ή προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα των Εναγομένων 1 στον Πρωταρά, Παραλίμνι κατά την περίοδο 2001 και/ή 30/7/2001 μέχρι 2005 και/ή 21/12/2005 και τη συναφή μη εξόφληση των εκδοθέντων προς τούτο τιμολογίων, καθώς και τους τόκους της αξίας των εμπορευμάτων (stock) μέχρι το 2004 σύμφωνα με τον όρο 16 (δ) της έγγραφης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/4/1997 και του ποσού των €1500 ετησίως για το έτος 2001 σύμφωνα με τον όρο 16 (ε) της έγγραφης Συμφωνίας ημερομηνίας 8/4/1997.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο έχει και η μαρτυρία του όπου στην παρά.
(10)της γραπτής του Δήλωσης (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) επαναλαμβάνει τα όσα καταγράφονται στην παρά.
(8)της Έκθεσης Απαίτησης. Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι, ενώ ισχυρίσθηκε ότι το συνολικό ποσό των τιμολογίων ανέρχεται σε ΛΚ457.026 έναντι των οποίων πληρώθηκε από την Εναγομένη 1 το ποσό των ΛΚ409.382 (αυτό δεν αμφισβητείται αλλά είναι παραδεκτό και από πλευράς της Εναγομένης ότι πράγματι καταβλήθηκε αυτό το ποσό προς την Ενάγουσα) και ότι το συνολικό κόστος των εμπορευμάτων που η Ενάγουσα πώλησε και χρέωσε στην Εναγομένη συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ ανήρχετο στο ποσό των ΛΚ325916 για τα έτη από 1997 μέχρι 2004, στο τέλος, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στα τιμολόγια που εκδίδονταν περιλαμβάνονταν όλα τα έξοδα λειτουργίας όπως τόκος, χρέωση για την επίπλωση, χρέωση για την επικερδότητα/διανομή κερδών, έξοδα διόρθωσης κοσμημάτων, αλλαγές κόστους, κλοπές και ελλείμματα. Με άλλα λόγια στα τιμολόγια δεν περιλαμβάνετο μόνο η χρέωση για το κόστος του συγκεκριμένου εμπορεύματος αλλά επιπλέον συμπεριλαμβάνονταν όλες οι πιο πάνω χρεώσεις. Ερωτηθείς δε, επί συγκεκριμένων τιμολογίων όπου υπήρχε π.χ. περιγραφή 15 τεμάχια δακτυλίδια (τιμολόγιο 1701) κατά πόσο σ΄ αυτά υπήρχαν τόκοι, διανομή κερδών, έξοδα διόρθωσης κοσμημάτων, αλλαγές, κλοπές, ελλείμματα, απάντησε ότι οι χρεώσεις γίνονταν ως κόστος εμπορεύματος και συμπεριελάμβαναν όλα τα έξοδα λειτουργίας. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ο Μ.Ε.1 για όλες αυτές τις χρεώσεις που, κατά τον ισχυρισμό του, συμπεριλαμβάνονταν στη χρέωση που γινόταν στα τιμολόγια και ήταν πέραν από το κόστος του εμπορεύματος, δηλαδή το τι στοίχιζε της Ενάγουσας ένα εμπόρευμα συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να τα αποδεικνύουν παρά μόνο διάφορες καταστάσεις που ο ίδιος ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ούτε μπορεί να διαπιστωθεί στα τιμολόγια που κατέθεσε (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Β) τι ποσό αντιστοιχούσε σ΄ αυτού του είδους τις χρεώσεις σε κάθε ένα τιμολόγιο ξεχωριστά εφόσον, όπως κατέθεσε, οι χρεώσεις αυτές έμπαιναν συνολικά και δεν υπάρχουν ξεχωριστές καταχωρήσεις σε κάθε ένα τιμολόγιο όπου να διαχωρίζονται αυτές οι χρεώσεις από το πραγματικό κόστος του εμπορεύματος. Πέραν των χρεώσεων που αφορούσαν τόκους ΛΚ5.000 ετησίως και το ποσό των ΛΚ1.500 ετησίως για χρήση εξοπλισμού, όπου ο Μ.Ε.1 επικαλέσθηκε τις πρόνοιες της επίδικης Συμφωνίας, για τις υπόλοιπες χρεώσεις, όπως π.χ. διανομή κερδών, έξοδα διόρθωσης κοσμημάτων, αλλαγές, κλοπές και ελλείμματα, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία και οποιαδήποτε πρωτογενή μαρτυρία πλην της κατάθεσης διαφόρων καταστάσεων που ο ίδιος ετοίμασε. Η κατάθεση μιας κατάστασης χωρίς την προσκόμιση των πρωτογενών στοιχείων που την απαρτίζουν, ασφαλώς, δεν συνιστά, ούτε αποτελεί επαρκή και ικανοποιητική απόδειξη του περιεχομένου της. Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει σε σχέση με την κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 είναι ότι, ενώ σ΄ αυτή καθορίζεται το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί στα τιμολόγια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14Β) που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 είχαν εκδοθεί και που ανέρχεται σε ΛΚ457.026, πουθενά σ΄ αυτή την κατάσταση δεν φαίνεται να συνυπολογίσθηκαν τα λειτουργικά έξοδα της Εναγομένης 1 για το κατάστημα τα οποία, με βάση την επίδικη Συμφωνία[3], θα έπρεπε να καταβληθούν από τη συνεργασία όπως ενοίκιο, μισθοί υπαλλήλων, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, χαρτική ύλη, ασφάλεια και τα οποία, σύμφωνα με την κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15, ανέρχονταν σε ΛΚ120.403 για τα έτη 1997 μέχρι
- Ανεξάρτητα, όμως, από τα πιο πάνω η μαρτυρία που προσκόμισε ο Μ.Ε.1 προς το σκοπό απόδειξης του οφειλόμενου από μέρους της Εναγομένης 1, κατά τον ισχυρισμό του, ποσού δεν ήταν καθόλου σαφής και θετική, αλλά συγκεχυμένη και αντιφάσκουσα. Ήδη επισημάναμε ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο Μ.Ε.1 παρουσίασε διάφορες καταστάσεις μαζί με τα τιμολόγια και αποδείξεις που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχαν εκδοθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο τα οποία δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, είχαν ουσιώδεις διαφορές και διαφορετικά στοιχεία, όπως προσπαθήσαμε να αποδείξουμε ανωτέρω δίδοντας συγκεκριμένα παραδείγματα. Υπενθυμίζω ότι οι καταστάσεις ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14Α και 24, ενώ υποτίθεται αναφέρονται στα εκδοθέντα τιμολόγια και αποδείξεις, τα στοιχεία που παρουσιάζονται σ΄ αυτές δεν ταιριάζουν, αλλά υπάρχουν αρκετές διαφορές και γενικά δεν συνάδουν όταν συγκριθούν αναμεταξύ τους. Ο Μ.Ε.1 όταν του υποδείχθηκαν οι σχετικές διαφορές δεν μπόρεσε να δώσει οποιεσδήποτε πειστικές εξηγήσεις παρά μόνο, αντιλαμβανόμενος το πρόβλημα που προέκυπτε, κατέφυγε στα τιμολόγια και αποδείξεις ως το αποδειχτικό υλικό που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη παραγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι όλες οι καταστάσεις που είχε ετοιμάσει και καταθέσει στο Δικαστήριο αφορούσαν και αναφέρονταν σ΄ αυτά τα ίδια τα τιμολόγια και αποδείξεις που επικαλείτο. Έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που ο Μ.Ε.1 προσέφερε τόσο προς το σκοπό απόδειξης του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου υπόλοιπου όσο και των άλλων απαιτήσεων της Ενάγουσας τις οποίες εξετάζουμε στη συνέχεια διαπιστώνω ότι αυτή συνίστατο σε γενικές, αυθαίρετες και ατεκμηρίωτες αναφορές με τις οποίες ο Μ.Ε.1 αξίωνε διάφορα ποσά από την Εναγομένη στηριζόμενος σε πληθώρα καταστάσεων και πινάκων που κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς, όμως, να προσκομίζει οποιαδήποτε πρωτογενή στοιχεία και αποδείξεις που να υποστηρίζουν και να τεκμηριώνουν τέτοιας απαιτήσεις. Ακόμα και τα ίδια τα τιμολόγια και αποδείξεις που κατέθεσε προς το σκοπό απόδειξης του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου υπόλοιπου δεν ήταν συμβατά, ούτε ταίριαζαν με τα όσα περιείχαν οι διάφορες καταστάσεις που έχει ετοιμάσει και οι οποίες αναφέρονταν σ΄ αυτά. Και παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις όλες αυτές οι καταστάσεις του Μ.Ε.1 κατά ένα παράδοξο τρόπο που δεν μπόρεσε ο ίδιος να εξηγήσει με πειστικό τρόπο κατέληγαν στο ίδιο οφειλόμενο, από την Εναγομένη 1, ποσό. Για το θέμα των τιμολογίων ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14Β και 14Γ ο Μ.Υ.1 ήταν κατηγορηματικός στη μαρτυρία του ότι ο Μ.Ε.1 ουδέποτε στη διάρκεια της συνεργασίας των συμβαλλομένων του είχε παρουσιάσει τιμολόγια για τα εμπορεύματα που προμήθευε τη συνεργασία. Αντεξεταζόμενος για το ζήτημα αυτό και ερωτηθείς γιατί ήγειρε θέμα μόλις το 2004 για το θέμα μη παρουσίασης τιμολογίων, ο Μ.Υ.1 απάντησε ότι, εφόσον παραλάμβανε καταστάσεις του Μ.Ε.1 με τα εμπορεύματα, θεωρούσε ότι είχε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά μετά, όταν διεπίστωσε ότι είχε κάποια πρόχειρα τιμολόγια που δεν ταίριαζαν με τα πραγματικά εμπορεύματα που είχε παραλάβει, τότε αναγκάστηκε να εγείρει το θέμα. Ήταν κατηγορηματικός ότι για πρώτη φορά ο Μ.Ε.1 παρουσίασε τιμολόγια στο Δικαστήριο, τα οποία, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ήταν «ουρανοκατέβατα». Βεβαίως, επισημαίνω εδώ ότι στην κύρια του εξέταση ο Μ.Υ.1 είχε διευκρινίσει από την αρχή ότι δεν επέμενε να του δίνονται από τον Μ.Ε.1 τιμολόγια για τα εμπορεύματα που η Ενάγουσα προμήθευε τη συνεργασία και ότι ο λόγος ήταν για να μη δείξει έλλειψη εμπιστοσύνης σε αυτόν. Έχω την άποψη ότι ο Μ.Υ.1 έδωσε ειλικρινείς και πειστικές απαντήσεις για το υπό εξέταση θέμα. Η εκδοχή του επί του ζητήματος αυτού ήταν σε όλα τα στάδια της εξέτασής του σταθερή και συνεπής και επιβεβαιώνεται, περαιτέρω, από τη μαρτυρία της Μ.Υ.2, η οποία είχε και αυτή δηλώσει απερίφραστα ότι ποτέ ο Μ.Ε.1 τους παρέδωσε οποιαδήποτε τιμολόγια και μάλιστα, όταν της υποδείχθηκαν τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 14Β και 14Γ, ήταν ξεκάθαρη ότι ουδέποτε τους είχε παραδώσει τα εν λόγω τιμολόγια. Σημειώνω εδώ ότι η Μ.Υ.2 εργαζόταν στην Εναγομένη από το 1994 μέχρι 2004 και ήταν αυτή η οποία καταχωρούσε σε λογισμικό πρόγραμμα το εμπόρευμα που διατηρούσε η Εναγομένη εταιρεία σε διάφορα καταστήματα και είχε επαφή με τον Μ.Ε.1 όταν ο τελευταίος παρέδιδε τα εμπορεύματα στην Εναγομένη
- Πιστεύω ότι και η Μ.Υ.2 ήταν μια ειλικρινής και αξιόπιστη μάρτυρας και καθ΄ όσον αφορά το υπό εξέταση θέμα αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα που κατέθεσε θα αναφερθώ στη συνέχεια και θα προβώ σε περαιτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Πριν ολοκληρώσουμε πάνω σε αυτή την Απαίτηση θα ήθελα να πω δύο λόγια σε σχέση με τη μαρτυρία του ελεγκτή της Ενάγουσας (Μ.Ε.4), ο οποίος αναφέρθηκε στις Οικονομικές Καταστάσεις που ετοιμάστηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα και πιο συγκεκριμένα το οφειλόμενο υπόλοιπο από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα στις 31.12.2005 για το οποίο ο Μ.Ε.4 έκανε αναφορά, θεωρώ ότι δεν μπορεί με αυτό τον τρόπο να αποδειχθεί η ύπαρξη του οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου ή και του συγκεκριμένου ποσού που αναφέρθηκε στη μαρτυρία. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, για να καταλήξουν στο ποσό που αναφέρθηκε έχουν βασικά στηριχθεί στα στοιχεία και βιβλία που δόθηκαν στους ελεγκτές από την Ενάγουσα εταιρεία, χωρίς το ποσό αυτό να επιβεβαιωθεί από την Εναγομένη
- Ο ίδιος ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι έγινε προσπάθεια να επικοινωνήσουν με την Εναγομένη 1 για να επιβεβαιώσουν μαζί τους τα υπόλοιπα που παρουσιάζονταν στα βιβλία του πελάτη τους, δηλαδή της Ενάγουσας, αλλά δεν κατέστη δυνατή η επικοινωνία. Επομένως, εκείνο που παραμένει ως γεγονός είναι ότι το αναφερόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα δεν έχει επιβεβαιωθεί από την πλευρά της Εναγομένης
- Εξάλλου, όπως ο ίδιος ο Μ.Ε.4 ανέφερε στη μαρτυρία του για να καταλήξουν σε υπόλοιπα στις Οικονομικές Καταστάσεις η διαδικασία που ακολουθείται είναι να μην στηρίζονται μόνο στα βιβλία της εταιρείας, αλλά να προσπαθούν να επικοινωνούν με προμηθευτές και συνεργάτες και οποιονδήποτε έχει σχέση με την εταιρεία. Ένα άλλο ζήτημα που προέκυψε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 είναι ότι δεν ήταν ο ίδιος που στην προκειμένη περίπτωση έκανε την προβλεπόμενη διαδικασία, αλλά οι υπαλλήλοι του και αυτό το ανέφερε όταν εξηγούσε ότι δεν είχε καταστεί δυνατή η επικοινωνία με τους συμβούλους της Εναγομένης
- Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.4 δεν μπορεί να βοηθήσει την πλευρά της Ενάγουσας και ειδικότερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία που να αποδεικνύει το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 καταλήγω ότι η πλευρά της Ενάγουσας απέτυχε να αποδείξει το αξιούμενο ποσό των ΛΚ47.644 ως το οφειλόμενο υπόλοιπο από την πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα της Εναγομένης
- ® ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΓΙΑ ΠΟΣΟ ΛΚ7.000 ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΚΑΙ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑΝ ΚΑΙ/Η ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ Και σε σχέση με αυτή την απαίτηση της Ενάγουσας για ποσό ΛΚ7.000 ο Μ.Ε.1 δεν ήταν διόλου σαφής και ξεκάθαρος. Εν πρώτοις, να πούμε ότι παραδέχθηκε και ο ίδιος, όταν αντεξετάσθηκε σχετικά, ότι η αναφορά του στην κύρια εξέταση ότι η αξία των αντικειμένων του συμπληρωματικού εγγράφου ημερομηνίας 8/4/1997 ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ28.400 ήταν λανθασμένη εφόσον στο εν λόγω ποσό είχε συμπεριλάβει δύο φορές την αξία των σταντς που καθορίζετο σε ΛΚ4.500 και η οποία περιλαμβάνετο στο συνολικό ποσό των ΛΚ23.900 με αποτέλεσμα το ορθό ποσό να διαφοροποιείται από ΛΚ28.400 σε ΛΚ23.
- Έπειτα σε κανένα σημείο δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξία των αντικειμένων που, κατά τον ισχυρισμό του, δεν του παρεδόθηκαν και/ή γι΄ αυτά που καταστράφηκαν. Ούτε μπόρεσε, τελικώς, να διευκρινίσει κατά πόσο η απαίτηση του για ΛΚ7.000 ως αποζημιώσεις αφορά και τα αντικείμενα που, κατά τον ισχυρισμό του, είναι στην κατοχή της Εναγομένης 1 και δεν του επεστράφησαν εφόσον στο τέλος ανέφερε ότι διεκδικεί ΛΚ7.000 γι΄ αυτά που καταστράφηκαν ενώ για όσα είναι στην κατοχή της Εναγομένης 2 ζητά να του επιστραφούν. Επισημαίνω εδώ ότι η απαίτηση της Ενάγουσας σε σχέση με αυτό το θέμα περιορίσθηκε σε αξίωση για αποζημιώσεις και όχι την έκδοση διατάγματος επιστροφής αντικειμένων. Εκείνο, όμως, που είναι σίγουρο είναι ότι ο Μ.Ε.1 σε καμμιά περίπτωση και σε κανένα στάδιο της εξέτασης του δεν έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με το κάθε αντικείμενο για το οποίο αξιώνει αποζημιώσεις και την αντίστοιχη του αξία αλλά μιλούσε καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης γενικά και αόριστα χωρίς να δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες και στοιχεία. Κατ΄ επανάληψη στην ερώτηση πώς είχε καταλήξει στο ποσό των ΛΚ7.000 απαντούσε ότι αυτό έγινε καθ΄ υπολογισμό με βάση την αξία των αντικειμένων χωρίς να δίδει, όπως ήδη αναφέραμε πριν, οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία και λεπτομέρειες. Μάλιστα δε, σε κάποιο στάδιο στην προσπάθειά του να υποστηρίξει την διεκδίκηση του ποσού των ΛΚ7.000 ανέφερε ότι, αφού δεν θα έπαιρναν πλέον οτιδήποτε από τις πωλήσεις μετά τη διακοπή της συνεργασίας γι αυτό ζητά κάποιο μέρος ως αποζημιώσεις, δείχνοντας μ΄ αυτή του την αναφορά πόσο αυθαίρετος και πρόχειρος ήταν ο υπολογισμός του ποσού των ΛΚ7.000 χωρίς την ύπαρξη και παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων που να το αποδεικνύουν. Και για το θέμα αυτό ο Μ.Υ.1, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, ήταν σαφής και θετικός. Ξεκαθάρισε ότι κατά το έτος 2002 το χρυσοχοείο μεταφέρθηκε στο μεγαλύτερο από τα τέσσερα καταστήματα που κατείχε στη Λεωφόρο Ξενοδοχείων στον Πρωταρά και ότι όλη η επίπλωση και εξοπλισμός παρασχέθηκαν από την Εναγομένη
- Εξήγησε δε, ότι η Ενάγουσα παρέλαβε ουσιαστικά όλο τον αρχικό εξοπλισμό και επίπλωση που χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της συνεργασίας περιλαμβανομένων όλων όσων αναφέρονται στο παράρτημα της Συμφωνίας. Το μόνο αντικείμενο που παρέμεινε, όπως διευκρίνισε, στο κατάστημα ήταν ένα χρηματοκιβώτιο το οποίο ήταν αρκετά παλαιό χωρίς οποιαδήποτε αξία. Ερωτήθηκε για το θέμα αυτό και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης όπου παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη θέση ότι όλα τα αντικείμενα που ανήκαν στην Ενάγουσα τα είχε παραλάβει ο Μ.Ε.1 κατά τη διάρκεια του ξηλώματος του καταστήματος το 2002 και μάλιστα στην παρουσία του ιδίου του Μ.Υ.
- Επανέλαβε ότι αυτά που αναφέρονταν στη Συμφωνία στο σχετικό παράρτημα και ήταν της Ενάγουσας, ο Μ.Ε.1 τα είχε παραλάβει πλην του χρηματοκιβωτίου και απέρριψε, με κατηγορηματικό τρόπο, τις υποβολές που του τέθηκαν και που αφορούσαν τη θέση ότι τα αντικείμενα του παραρτήματος, συμπληρωματικού εγγράφου, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 με αριθμούς [3], [7], [11], [12], [13] και [14] βρίσκονταν στην κατοχή της Εναγομένης
- Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης απορρίπτεται η εκδοχή του Μ.Ε.1 και γίνεται αποδεκτή η εκδοχή που προώθησε ο Μ.Υ.
- Συνεπακόλουθα, απορρίπτεται η πιο πάνω απαίτηση. ® ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΟΣΟΥ ΛΚ75.000 Ο Μ.Ε.1 και σε σχέση με αυτό το ζήτημα φάνηκε η ευκολία του να προβάλλει αβασάνιστα διάφορους ισχυρισμούς στην προσπάθεια του για να διεκδικήσει από την Εναγομένη 1 διάφορα ποσά χωρίς στο τέλος, ωστόσο, να είναι σε θέση να τους τεκμηριώνει. Η απαίτηση του δε, για ποσό ΛΚ75.000 ισχυριζόμενος οικειοποίηση του από μέρους της Εναγομένης 1 αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της όλης στάσης και συμπεριφοράς του ως μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση. Ενώ προσπάθησε στην αρχή να δώσει μια εικόνα ότι η Εναγομένη 1 από τη μετατροπή του λογαριασμού του καταστήματος-επιχείρησης χρυσοχοϊου στον Πρωταρά που διατηρείτο στην Alpha Bank προέβη στην οικειοποίηση ποσό ΛΚ75.000 που προορίζετο να καλύψει και πληρωμές της Ενάγουσας, στο τέλος παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός αυτός δεν ανήκε στην Ενάγουσα αλλά στην Εναγομένη 1 και ενώ στην αρχή είχε ισχυρισθεί ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν από κοινού. Για να καταλήξει δε, στο τέλος, να πει ότι δεν ισχυρίζεται ότι το ποσό των ΛΚ75.000 ανήκει στην Ενάγουσα. Είναι ξεκάθαρο στη βάση των όσων τελικά προέκυψαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 ότι ο ισχυρισμός του περί οικειοποίησης από την Εναγομένη 1 ποσού ΛΚ75.000 ήταν και αβάσιμος και αυθαίρετος και στην ουσία στο τέλος αναιρέθηκε από τα ίδια τα λεγόμενα του Μ.Ε.
- Συνεπακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης η πιο πάνω απαίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. ® ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΚΟΥ ΛΟΓΩ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΠΟΣΟΥ Στην παρά.
(9)της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα διεκδικεί ποσό ΛΚ8.576 ως τόκους λόγω της μη καταβολής του ποσού ΛΚ47.643,77 από το χρόνο που έκαστο μέρος αυτού ήταν καταβλητέο μέχρι τελικής εξόφλησης του. Στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 στην κύρια εξέταση κατάθεσε τα πιο κάτω που αποτελούν επανάληψη των ισχυρισμών που καταγράφονται στην παρά.
(9)της Έκθεσης Απαίτησης. Τα παραθέτουμε: «
- Λόγω της μη καταβολής προς αυτούς από τους Εναγόμενους 1 του συνολικού οφειλόμενου ποσού των ΛΚ47.643,77 (€81.404,21-), οι Ενάγοντες κατέβαλαν για τις τραπεζικές οφειλές τους για την περίοδο 2000-2005 ποσό που υπερβαίνει τις ΛΚ28.000 (€47.840,86-) ως τόκους και ως εκ τούτου διεκδικούν από τους Ενάγοντες τόκο προς 11% επί του οφειλόμενου ποσού από το χρόνο που έκαστο μέρος αυτού ήταν καταβλητέο μέχρι τελικής εξόφλησης του, που συνολικά ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ8.576 (€14.652,97-) μέχρι την 31/12/2005» Κατά την κύρια εξέταση του ο Μ.Ε.1 κληθείς να εξηγήσει πώς καταλήγει στο ποσό των ΛΚ8.576 ανέφερε ότι ζητά τόκους βάσει αυτών που η Ενάγουσα πλήρωσε στην Τράπεζα ως τόκους και για το οποίο κατατέθηκε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23 που αποτελεί πίνακα χρεώσεων τόκων τραπεζών και ΣΠΕ για την Ενάγουσα για τα έτη 2001 μέχρι και 2005 και που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ΛΚ33.546,
- Διευκρίνισε δε, ότι η αναφορά του στην γραπτή του δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) αφορούσε το ποσό των ΛΚ28.000 και όχι το ποσό των ΛΚ33.000 γιατί το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23 συμπεριελάμβανε και τόκους της Ενάγουσας για άλλες εργασίες. Στην κύρια εξέταση κατ΄ επανάληψη ο Μ.Ε.1 κλήθηκε να εξηγήσει πώς κατέληξε στην αξίωση του ποσού των ΛΚ8.576 ως τόκοι λόγω της μη καταβολής οφειλόμενου από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα ποσού και δεν έδιδε μια άμεση και σαφή απάντηση αλλά προέβαινε σε γενικές και αόριστες αναφορές του τύπου ότι επειδή η Ενάγουσα κατέβαλε τόκους για συνολικό ποσό ΛΚ33.000 με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 23 διεκδικεί βάσει των οφειλομένων από την Εναγομένη 1 ποσό ΛΚ8.
- Σ΄ άλλη απάντηση του όταν του ζητήθηκε εκ νέου να εξηγήσει το πώς υπολόγισε το ποσό των ΛΚ8.576 ανέφερε ότι υπάρχει Τεκμήριο που αφορά τη συνεργασία της Ενάγουσας με την Εναγομένη 1 για την ταμειακή ροή που έπαιρνε η εταιρεία στην περίοδο των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 όπου καταδεικνύονται τα ποσά που έπρεπε να πληρωθούν από την Εναγομένη 1 (τα αρνητικά) και ότι μπορεί να αποδείξει βάσει χρεώσεων της τράπεζας τους τόκους που χρεώθηκε η Ενάγουσα από την Τράπεζα και αναφέρθηκε στο ποσοστό του 9% επί του οφειλόμενου ποσού. Στην αντεξέταση ρωτήθηκε για το θέμα των τόκων και αυτή τη φορά, αφού αναφέρθηκε στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 στη στήλη «συσσωρευμένη διαφορά» για τα έτη από 1997 μέχρι 2004, ανέφερε ότι το ποσό των ΛΚ8.576 προκύπτει από τον υπολογισμό τόκου 9% συν/πλην επί των χρεωστικών και πιστωτικών υπολοίπων. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι δεν έχει εξηγήσει το πώς καταλήγει σε επιτόκιο ύψους 9% ενώ στην γραπτή του δήλωση αναφερόταν σε επιτόκιο ύψους 11% και χωρίς να προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία για το ύψος επιτοκίου που βαρύνονταν οι λογαριασμοί της Ενάγουσας με τόκο στις Τράπεζες και άλλους χρηματοδοτικούς οργανισμούς. Ούτε προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία για άλλες οφειλές και υποχρεώσεις της Ενάγουσας σε χρηματοδοτικούς οργανισμούς και το ύψος αυτών και οι οποίες ήσαν ανεξάρτητες από τις οφειλές που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπήρχαν από μέρους της Εναγομένης 1 προς αυτήν. Με βάση όλα όσα κατέθεσε ο Μ.Ε.1 και, ελλείψει συγκεκριμένης μαρτυρίας, ο υπολογισμός του ποσού των ΛΚ8.576 υπήρξε, κατά την άποψη μου, εντελώς αυθαίρετος και χωρίς την απαραίτητη τεκμηρίωση. Όλα τα πιο πάνω έχουν να κάνουν με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
- Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Υπάρχει και η νομική πτυχή του θέματος που χρήζει εξέτασης. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να συνοψίσω τις νομικές αρχές που διέπουν απαιτήσεις για διεκδίκηση τόκου λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή. Εγείρεται συγκεκριμένα το ερώτημα κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται να απαιτεί τόκο για καθυστέρηση στην πληρωμή των συμφωνηθέντων ποσών καθ' ην στιγμήν κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται στη Συμφωνία της με την Εναγομένη. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1671 σύμφωνα με το Κοινοδίκαιο, με βάση τις αρχές του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να επιδικάσει τόκο με βάση το Α.29
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τόκος είναι πληρωτέος μόνο: όπου υπάρχει ρητή Συμφωνία για πληρωμή τόκου, όπου η Συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και · σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση Συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στο αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Στην απόφαση Wadsworth v. Lydall
(1981)1 W.L.R.598 η οποία επικροτήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση President of India v. La Pintada Compania Navegadon S.A.
(1985)A.C.104 αναγνωρίστηκε σαν επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου σαν ειδική ζημιά όπου σαν αποτέλεσμα της παράλειψης του Εναγομένου να πληρώσει, όταν έπρεπε, ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Εντούτοις αυτή η εξαίρεση ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας στην υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex.341 ο οποίος κωδικοποιείται στο Α.73
(1)του Κεφ.149 και διαλαμβάνει ότι καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Στην υπόθεση Telemedia Information Ltd. v. Α.ΤΗ.Κ. (Αρ. Αγωγής 2439/95, ημερ.22/6/98) τονίσθηκε ότι είναι αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι, εκτός αν υπάρχει ρητή πρόνοια στη μεταξύ των μερών Συμφωνία για πληρωμή τόκου, δεν υπάρχει υποχρέωση για καταβολή τόκου. Εξαίρεση σε κάτι τέτοιο δυνατόν να προβλέπεται από πρόνοιες ειδικού νομοθετήματος ή όπου κάτι τέτοιο εξυπακούεται από τη φύση της συναλλαγής. Περαιτέρω στην υπόθεση Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.881 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ..Μ..Πικής ανέφερε ότι, σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου, ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από τη διάρρηξη Συμφωνίας, εκτός αν αυτό προβλέπεται στη σύμβαση ή εξυπακούεται από τη φύση της υποχρέωσης όπως στην περίπτωση συναλλαγματικών. Περαιτέρω, στην υπόθεση Τσιαρτζιάζη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 627 λέχθηκε εκ νέου ότι, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο Νόμο ή στη μεταξύ των μερών Συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει. Επίσης, αναφέρθηκε ότι ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία ανακύπτει από την διάρρηξη Συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ΄ αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από μια ανάγνωση της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1), καταβολή τόκου δεν προβλέπετο, ούτε διαλαμβάνετο στην επίδικη Συμφωνία, ούτε εξυπακουόταν. Επιπλέον και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, η πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει παρουσιάσει κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για να αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ένεκα της καθυστέρησης στην πληρωμή των οφειλομένων, με βάση τους ισχυρισμούς της, ποσών και βεβαίως υπό την αίρεση ότι υπήρξε καθυστέρηση στην πληρωμή οφειλόμενων ποσών ζήτημα που ήδη εξετάσαμε σ΄ άλλο μέρος της Απόφασης. Η από την Εναγομένη 1, απλή κατάθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 23 σε σχέση με τόκους που η Ενάγουσα κατέβαλε σε διάφορους χρηματοδοτικούς οργανισμούς για τα έτη 2001 - 2005 και η αναφορά στα χρεωστικά υπόλοιπα της συνεργασίας των διαδίκων κατά τα έτη 1997 μέχρι 2004 με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 δεν αποτελεί, σε καμιά περίπτωση, απόδειξη και/ή επαρκή μαρτυρία του ποσού που διεκδικείται από την Ενάγουσα για τόκους. Να πω και κάτι τελευταίο. Με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 που κατέθεσε ο Μ.Ε.1 και με βάση τα όσα παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος μέχρι το 2000 η Ενάγουσα ήταν εκείνη η οποία όφειλε στην Εναγομένη 1 λεφτά (Δέστε έτη 1998, 1999 και 2000) γεγονός που, προφανώς, ο Μ.Ε.1 δεν έλαβε υπόψη του και/ή σκόπιμα αγνόησε όταν αναφερόταν στην απαίτηση του για τόκους. Εν πάση περιπτώσει και αυτό το γεγονός φαίνεται να διαψεύδει την οποιαδήποτε πρακτική καταβολής τόκου είτε από την μια πλευρά είτε από την άλλη. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η απαίτηση για τόκους απορρίπτεται. ® ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ ΛΟΓΩ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΜΕ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ Στην παρά.
(10)της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι λόγω της μη καταβολής των οφειλομένων σ΄ αυτή παρουσίαζε αδυναμία στην ικανοποιητική προμήθεια με εμπορεύματα του καταστήματος - επιχείρησης χρυσοχοείου στον Πρωταρά με άμεσο αποτέλεσμα οι πωλήσεις κατά το 2004 να μειωθούν σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και να υπάρξει συνεπακόλουθη απώλεια αναμενόμενου και λογικού κέρδους από την Ενάγουσα συνολικού ύψους ΛΚ15.000. Στη γραπτή του δήλωση (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) ο Μ.Ε.1 στην παρά.
(15)ανέφερε τα εξής που και εδώ αποτελούν πιστή επανάληψη των όσων καταγράφονται στην παρά.
(10)της Έκθεσης Απαίτησης. Τα παραθέτουμε: «
- Περαιτέρω λόγω της μη καταβολής των οφειλομένων στους Ενάγοντες, υπαιτιότητι των Εναγομένων 1, οι Ενάγοντες παρουσίαζαν δυσκολία και/ή αδυναμία στην ικανοποιητική προμήθεια με εμπορεύματα του καταστήματος - επιχείρησης χρυσοχοείου στον Πρωταρά, Παραλίμνι με άμεσο αποτέλεσμα οι πωλήσεις του καταστήματος - επιχείρησης χρυσοχοείου κατά το 2004 να μειωθούν σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και να μην ξεπεράσουν το ποσό των ΛΚ45.000 (€76.887,06) σε σύγκριση με πωλήσεις ύψους ΛΚ93.000 (€158.899,93) το 2003 και/ή πωλήσεις που ξεπερνούσαν κατά το διπλάσιο το ποσό των ΛΚ45.000 (€76.887,06) ετησίως τα προηγούμενα έτη και την συνεπακόλουθη απώλεια αναμενόμενου και λογικού κέρδους από τους Ενάγοντες συνολικού ύψους ΛΚ15.000 (€25.629), ποσό το οποίο αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1». Πρέπει να πούμε ευθύς εξαρχής ότι ο Μ.Ε.1 δεν παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία για σκοπούς υπολογισμού του ποσού των ΛΚ15.
- Το γεγονός δε, ότι κατατέθηκε ως μια από τις πολλές καταστάσεις της συνεργασίας των διαδίκων το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 το οποίο ετοιμάστηκε από το Μ.Ε.1 δεν αλλάζει την προηγούμενη μας διαπίστωση εφόσον δεν τέθηκαν, ούτε εξηγήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα στοιχεία και δεδομένα που οδήγησαν τον Μ.Ε.1 να καταλήξει ότι η Ενάγουσα έχει απωλέσει υπό μορφή αναμενόμενου και λογικού κέρδους ποσό ΛΚ15.
- Πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία υπήρξε αναφορικά με τις ποσότητες των εμπορευμάτων και η μόνη αναφορά που έγινε ήταν σε μειωμένες πωλήσεις. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία αναφορικά με το απόθεμα που υπήρχε για παράδειγμα το έτος 2003 και το απόθεμα που υπήρχε το 2004 και κατά πόσο υπήρξε μείωση αποθέματος (stock). Εφόσον δε, η θέση του Μ.Ε.1 ήταν ότι η Ενάγουσα παρουσίασε αδυναμία στην ικανοποιητική προμήθεια του καταστήματος με εμπορεύματα του λόγω της μη καταβολής των οφειλομένων, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, από την Εναγομένη 1 θα έπρεπε να δοθούν συγκεκριμένα και απτά στοιχεία που ακριβώς να δείχνουν αυτή την ισχυριζόμενη μείωση του αποθέματος. Η αναφορά μόνο σε μειωμένες πωλήσεις δεν αποδεικνύει, από μόνη της, ότι αυτό το γεγονός οφείλετο στο ότι υπήρξε μειωμένη προμήθεια εμπορευμάτων στο κατάστημα της συνεργασίας. Η μείωση των πωλήσεων μπορεί να οφείλετο σε διάφορους άλλους παράγοντες που δεν είχαν σχέση με τις ποσότητες των εμπορευμάτων. Η πιο πάνω απαίτηση του Μ.Ε.1 εκ μέρους της Ενάγουσας αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα του είδους και της ποιότητας της μαρτυρίας που προσκόμισε στο Δικαστήριο και της όλης του προσπάθειας με γενικές, αυθαίρετες και ατεκμηρίωτες αναφορές να αξιώνει διάφορα ποσά στηριζόμενος σε πληθώρα καταστάσεων και πινάκων που κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε πρωτογενή στοιχεία και αποδείξεις που να υποστηρίζουν και να τεκμηριώνουν τέτοιες απαιτήσεις. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η πιο πάνω απαίτηση απορρίπτεται. ® ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ Στην Έκθεση Απαίτησης της η