Janet Moore ν. Frixos Evagorou Water Sports Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 560/07, 7.6.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 560/07 Janet Moore Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση Και
- Frixos Evagorou Water Sports Limited
- Φρίξος Ευαγόρου
- Χρυσόστομος Χρυσοστόμου Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 3.5.2011 Ημερομηνία: 7.6.2011 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χατζηκωνσταντή. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Τριλλίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Παναγή). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκε στις 12.7.
- Στα πλαίσια της, η ενάγουσα διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές τις οποίες διατείνεται ότι υπέστη κατά τη διάρκεια συμμετοχής της σε θαλάσσιο άθλημα στην περιοχή του Πρωταρά, την πρόκληση του οποίου αποδίδει σε αμέλεια και έλλειψη της δέουσας φροντίδας και προσοχής των εναγομένων κατά παράβαση καθηκόντων τους. Επτά περίπου μήνες μετά, στις 15.2.2008, καταχωρήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας η έκθεση απαίτησης της. Στις 3.4.2008, η πλευρά των εναγομένων 1 και 2, σε βάρος των οποίων μόνο προωθείται πλέον η αγωγή, καταχώρησε την υπεράσπιση της, ενώ η απάντηση της ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 20.5.
- Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μεσολάβησαν τόσο ενδιάμεσες διαδικασίες όσο και εκατέρωθεν αιτήματα αναβολής, με αποτέλεσμα η ακρόαση της αγωγής να γίνει κατορθωτό να ξεκινήσει στις 18/2/
- Βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη. Πριν από τη δήλωση για την πλευρά του ενάγοντα ότι τελικά δεν προτίθεται να παρουσιάσει ως μάρτυρα την ίδια την ενάγουσα ή οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα, δήλωση που έγινε στις 4.5.2011, ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη για σκοπούς συνέχισης της παρουσίασης της υπόθεσης της ενάγουσας στα πλαίσια της συνεχιζόμενης ακρόασης, η πλευρά των εναγομένων καταχώρησε, στις 3.5.2011, την υπό συζήτηση αίτηση μέσω της οποίας επιζητεί: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία στην υπό άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση μέχρι η ενάγουσα να εξεταστεί για τα τραύματα της από γιατρό ή και γιατρούς των εναγομένων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την εναγόμενη όπως προσέλθει εντός 10 ημερών από την έκδοση του στο γιατρό ή και γιατρούς που θα της υποδείξουν οι εναγόμενοι για να εξεταστεί για τα τραύματα της. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή απόφαση κρίνει εύλογη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα." Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 2 και 9, τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο Κοινό Δίκαιο, ενώ το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση τίθεται με την ένορκη δήλωση του Φρίξου Ευαγόρου, εναγόμενου 2 στη διαδικασία, ημερ. επίσης 3.5.
- Ήδη από τις 19.2.2009, αναφέρει στην ως άνω δήλωση του ο Ευαγόρου, η πλευρά των εναγομένων με επιστολή της προς τους δικηγόρους της ενάγουσας, αιτήθηκαν όπως η τελευταία προσέλθει στην Κύπρο έγκαιρα, προκειμένου να εξεταστεί από ιατρούς των εναγόμενων οι οποίοι θα ετοίμαζαν σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Το ως άνω αίτημα της πλευράς των εναγομένων, υποδεικνύει, αποδέχθηκαν ως δίκαιο οι δικηγόροι της ενάγουσας και συμφώνησαν όπως η τελευταία εξεταστεί από ιατρούς των εναγομένων. Νέα επιστολή με το ίδιο αντικείμενο, ημερ. 19.4.2011, απεστάλη στους δικηγόρους της ενάγουσας και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι στην περίπτωση που δεν δοθεί η ευκαιρία σε γιατρούς των εναγομένων να εξετάσουν την ενάγουσα η πλευρά των εναγομένων θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, αφού δεν θα έχουν τα επιστημονικά ευρήματα για να μπορέσουν οι δικηγόροι τους να αντεξετάσουν την ενάγουσα και να εργαστούν για την απονομή της δικαιοσύνης. Δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης της διαδικασίας υποδεικνύει, αφού η πλευρά της ενάγουσας γνώριζε έγκαιρα την πρόθεση να εξεταστεί από ιατρούς της πλευράς των εναγομένων, ζήτημα για το οποίο ήταν και σύμφωνη. Για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, συνεχίζει ο ως άνω ομνύον, θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αφού η πλευρά των εναγομένων δεν έχει ακόμα ενημερωθεί για την ημερομηνία έλευσης της ενάγουσας στην Κύπρο, προκειμένου να διευθετηθεί έγκαιρα το ραντεβού για σκοπούς εξέτασης της από τους ιατρούς και να δοθεί παράλληλα εύλογος χρόνος ετοιμασίας των σχετικών ιατρικών πιστοποιητικών. Η πλευρά της ενάγουσας προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στο ως άνω αίτημα των εναγομένων. Αυτή στηρίζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-9 και Δ.39, στις αρχές της επιείκειας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως:
- Η αίτηση γίνεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή σε ακατάλληλο στάδιο και/ή εκ του πονηρού.
- Ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στους εναγόμενους από τη μη εξέταση της ενάγουσας.
- Η δικαιολογητική βάση της αίτησης όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, εξέλιπε την 4.5.
- Η ενάγουσα δεν είναι Κύπρια υπήκοος και βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων.
- Η ενάγουσα δεν έδωσε μαρτυρία στα πλαίσια προώθησης της αξίωσής της και ούτε πρόκειται να δώσει καθότι η πλευρά της έχει κλείσει την 4.5.2011 την υπόθεσή της.
- Τυχόν αναστολή της διαδικασίας παραβιάζει το δικαίωμα της ενάγουσας για διάγνωση των αστικών της δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου.
- Δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την έγκριση του αιτήματος σε αυτό το όψιμο στάδιο.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος ουσιαστικά επιφέρει το τέλος της αγωγής." Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Αντιγόνης Φακοντή, ημερ. 20.5.2011, συνεργαζόμενης δικηγόρου με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Ως η κα Φακοντή υποδεικνύει, ήταν η τελευταία και τελική μάρτυρας της πλευράς της ενάγουσας, αφού την 4.5.2011 ημερομηνία που ήταν προγραμματισμένη για σκοπούς συνέχισης η ακρόαση της αγωγής, η πλευρά της ενάγουσας έκλεισε την υπόθεση της. Η ενάγουσα, προτάσσει η μάρτυρας, δεν ήρθε στην Κύπρο και ούτε πρόκειται, δεδομένου δε ότι η υπόθεση της έχει κλείσει ήδη από τις 4.5.2011 δεν πρόκειται να δώσει μαρτυρία και συνακόλουθα δεν πρόκειται ποτέ να αντεξεταστεί. Το γεγονός τούτο, υποστηρίζει, από μόνο του είναι δυνατό να καταρρίψει ως αδικαιολόγητο το αίτημα των εναγομένων και να οδηγήσει την αίτηση σε απόρριψη. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, προβαίνοντας σε αναφορά και ανάλυση γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση και παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι νομικές αυθεντίες τις οποίες αναφέρθηκαν εμφαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας και ασφαλώς λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Δεδομένη είναι η εξουσία των Δικαστηρίων να αναστέλλουν μια δικαστική διαδικασία, στις περιπτώσεις βέβαια που οι περιστάσεις που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση διαδικασία επιτρέπουν μία τέτοια εξέλιξη. Όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Halsbury΄s Laws of England 4th Edition (reissue) Vol. 37 par. 926 υπό τον τίτλο In General: "The Court's power to stay proceedings may be exercised under particulars statutory provisions, or under the Civil Procedure Rules or under the court΄s inherent jurisdiction, or under one or all of these powers, since they are cumulative, not exclusive, in their operation." Διάφοροι είναι οι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν στην αναστολή μιας δικαστικής διαδικασίας βλ. Halsbury΄s Laws of England 4th Edition (reissue) Vol. 37, σελ. 290 κ.ε. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας, στην υπόθεση Demosthenous ν. Antoniou
(1975)1 CLR 1, αναγνώρισε την εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να αναστέλλουν μια δικαστική διαδικασία και σε περιπτώσεις που ο ενάγων αρνείται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, πάντα βέβαια όπου οι συνθήκες δικαιολογούν τούτο. Στην ίδια υπόθεση, όπου υιοθετήθηκε ο λόγος της Αγγλικής απόφασης Edmeades v. Thames Board Mills Ltd
(1969)2 All E.R. 127 για το ζήτημα, αφού αναφέρθηκε πως η συγκεκριμένη εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτικής φύσεως, υπεδείχθη πως θα πρέπει να ασκείται με βάση τις αρχές που αναλύονται στην Αγγλική νομολογία. Σε κάθε περίπτωση πάντως ένα διάταγμα αναστολής είναι δυνατό να προβλέπει ότι μια συγκεκριμένη ενέργεια ή ένας όρος θα πρέπει να εκτελεστεί ή ικανοποιηθεί εντός συγκεκριμένου χρόνου, διαφορετικά είτε η αγωγή θα απορρίπτεται στο σύνολο της, είτε ένας ενάγοντας θα μπορεί απρόσκοπτα να προωθήσει στην έκδοση απόφασης εντός συγκεκριμένου χρόνου βλ. Halsbury΄s Laws of England 4th Edition (reissue) Vol. 37, par. 927, υπό τον τίτλο "Effect of stay of proceedings". Σειρά αποφάσεων, τόσο Αγγλικών όσο και Κυπριακών προέβηκαν σε ανάλυση και αποσαφήνιση των αρχών που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα. Βλέπε Lane v. Willis
(1972)1 All ER 430, Prescott v. Buldok Tools Ltd
(1981)3 All E.R. 869, Kyriakou a.o. ν. Stylianou
(1982)1 CLR 524, Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 ΑΑΔ 112, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036 και Χατζησάββα ν. Διονυσίου
(2006)1(Β) ΑΑΔ
- Ουσιαστικά το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης μεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στον πυρήνα της άσκησης αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Διακριτική ευχέρεια που θα πρέπει να ασκείται με φειδώ ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόμου με το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση των δύο θα πρέπει να ξεκινά από τη βάση ότι τόσο η ελευθερία όσο και η δικαιοσύνη είναι εξίσου σημαντικές αρχές και έννοιες που υπηρετούν τον πολίτη αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Η ιατρική εξέταση δεν επιβάλλεται με διαταγή του Δικαστηρίου, εξέλιξη που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου, αλλά έμμεσα με την αναστολή της δίκης μέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Σε αιτήσεις αυτού του είδους ο αιτητής φέρει το βάρος να αποκαλύψει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα του ενώ παράλληλα η πλευρά του ενάγοντα θα πρέπει να αποκαλύψει τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζει την άρνηση του να αποδεχτεί τούτο. Σε κάθε περίπτωση το βάρος που φέρει ο αιτητής που επιζητεί δεύτερη ή άλλη μεταγενέστερη εξέταση, γίνεται μεγαλύτερο με κάθε νέα αίτηση. Παράλληλα, σημαντικός παράγοντας είναι το δικαίωμα του διαδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, ως επίσης το δικαίωμα ενός διαδίκου να ενημερώνεται για τη θέση του αντιδίκου του, ώστε με βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά μέσα και τη μαρτυρία που είναι αναγκαία για την παρουσίαση και την απόδειξη της δικής του υπόθεσης. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης, αποτελεί επίσης παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Αιτήματα ως το υπό συζήτηση θα πρέπει να υποβάλλονται κατά κανόνα πριν από την έναρξη της δίκης. Κάθε αίτηση η οποία λόγω καθυστερημένης προώθησης οδηγεί στην ανατροπή του προγραμματισμού της δίκης αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό ενώ κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της πρέπει να δικαιολογείται. Μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να εγκριθεί η αναστολή της διαδικασίας για να υποβληθεί ο ενάγων σε ιατρική εξέταση. Βλέπε Πετάση (ανωτέρω). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Χατζησάββα, (ανωτέρω) σε σχέση με τη δυνατότητα ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα και του χρόνου καταχώρησης σχετικής προς τούτο αίτησης: "Η ιατρική εξέταση του ενάγοντος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν συνιστά ανεξάρτητο δικαίωμα του εναγόμενου. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, αιτήσεις για την ιατρική εξέταση του ενάγοντος θα πρέπει να καταχωρούνται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Κάθε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης πρέπει να αιτιολογείται και όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος των λόγων που υποστηρίζουν την αίτηση." Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση απασχολεί κατά προτεραιότητα η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης πως με δεδομένη την δήλωση ότι η ενάγουσα δεν θα προσέλθει για να καταθέσει ενώπιων του Δικαστηρίου και συνακόλουθα να αντεξεταστεί, η δικαιολογητική βάση του αιτήματος, όπως ο συνήγορος της ενάγουσας υπέδειξε ότι προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, δηλαδή η διευκόλυνση της αντεξέτασης της ενάγουσας, εξέλιπε. Εν πρώτοις, προσεκτική θεώρηση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, καταδεικνύει ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η ιατρική εξέταση της ενάγουσας είναι διττός. Αφενός για να διευκολυνθεί η αντεξέταση της ενάγουσας και αφετέρου, για να μπορέσουν οι δικηγόροι των εναγομένων, στα πλαίσια του λειτουργήματος τους ως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο, να εργαστούν για την απονομή της δικαιοσύνης. Ούτε η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας πως με δεδομένο ότι η τελευταία, έχοντας ήδη επιλέξει να μην προσέλθει για να καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο, συνεπάγεται εκ των πραγμάτων ότι δεν θα μπορέσει και να αντεξεταστεί, άνευ άλλου τινός, μπορεί να υιοθετηθεί και από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι η πλευρά της ενάγουσας επικαλούμενη τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως νόμου, (Κεφ. 9), έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, ως εξ' ακοής μαρτυρία, θέσεις, δηλώσεις, και αναφορές της τελευταίας για πλείστα όσα ζητήματα που αφορά η παρούσα αγωγή, στη βάση πάντα των διατάξεων του ως άνω νόμου και των προϋποθέσεων που αυτές θέτουν προς τούτο, δεν μπορεί με βεβαιότητα να προεξοφληθεί ότι η ενάγουσα δεν θα κληθεί για σκοπούς αντεξέτασης. Σημειώνεται ότι η πλευρά των εναγομένων έχει ήδη προωθήσει γραπτή αίτηση προς τούτο, με την οποία ασφαλώς το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, όχι μόνο δεν προτίθεται αλλά ούτε και επιτρέπεται να ασχοληθεί. Εντοπίζεται απλά και μόνο, πέραν και ανεξάρτητα από την επιτυχία ή αποτυχία τέτοιου αιτήματος, για να υπογραμμιστεί ως δυνατότητα και πιθανότητα που προβλέπεται από τον ίδιο τον νόμο. Ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, κατά την διάρκεια της παρουσίασης της υπόθεσης για την ενάγουσα, η πλευρά της τελευταίας επιδίωξε και πέτυχε, παρά την ένσταση της πλευράς των εναγομένων προς τούτο, να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, υπό μορφή εξ ακοής μαρτυρίας, ικανό μαρτυρικό υλικό και στοιχεία σε σχέση όχι μόνο με τον τρόπο που επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα αλλά και με την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και πως αυτή στο μεσοδιάστημα έχει εξελιχθεί και σήμερα παρουσιάζεται, προς υποστήριξη βεβαίως πάντα των δικογραφημένων θέσεων της. Με τούτο σαν δεδομένο είναι φανερό πως και αν ακόμη η ενάγουσα δεν προσέλθει για να προσφέρει, αντεξεταζόμενη έστω τη μαρτυρία της, τυχόν ιατρική εξέταση της από τους ιατρούς των εναγομένων, θα δώσει τουλάχιστον την ευκαιρία στη πλευρά των τελευταίων να παρουσιάσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο, χωρίς ουσιαστικά η ως άνω για πλείστα όσα ζητήματα μαρτυρία η οποία έχει ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της ενάγουσας να παραμένει αναντίλεκτη, εξασφαλίζοντας στους διαδίκους την ισότητα των όπλων στο πλαίσιο της αντιδικίας τους, επιτρέποντας στη πλευρά των εναγομένων να παρουσιάσουν και την δική τους εκδοχή και θέση σε σχέση με αυτά χωρίς να τίθενται σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την υπεράσπιση τους. Σπεύδω να υπογραμμίσω το αυτονόητο, ότι δηλαδή το ζήτημα της όποιας βαρύτητας της ως άνω εξ' ακοής μαρτυρίας της ενάγουσας, μεταξύ άλλων και για τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη αλλά και γενικότερα την κατάσταση της υγείας της, δεν αποτελεί ζήτημα που το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να επιληφθεί σε αυτό το στάδιο. Πολύ περισσότερο να προκαταλάβει την όποια κατάληξη του για το ζήτημα. Δεδομένο παραμένει ότι η ενάγουσα, καθ' όλα δικαιωματικά και κάνοντας χρήση των προνοιών του δικαίου της απόδειξης, έθεσε κατά τρόπο αποδεκτό υπόψη του Δικαστηρίου εξ' ακοής μαρτυρία τόσο της ενάγουσας αλλά και άλλων, καθ' όλα σχετική με τους τραυματισμούς που ως ισχυρίζεται υπέστη, τη μετεξέλιξη τους και τις δραματικές επιπτώσεις που έχουν στο άτομο της και στον τρόπο ζωής της, δυνάμενη ως οι πρόνοιες του σχετικού νόμου και της νομολογίας να αξιοποιηθεί από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είναι Κύπρια υπήκοος και βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεν φαίνεται επίσης από μόνο του να μπορεί να αποτελεί ανάχωμα και ανυπέρβλητο εμπόδιο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ίδια η ενάγουσα επέλεξε να προωθήσει την απαίτηση της ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ούτε βεβαίως εξηγείται στην ένσταση της πλευράς της ενάγουσας, καθ' οιονδήποτε τρόπο, γιατί τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιφέρει το τέλος της αγωγής. Ελείψη οποιασδήποτε αναφοράς, επεξήγησης και δικαιολογίας προς τούτο, δυνάμενης ασφαλώς να υιοθετηθεί και από το δικαστήριο, η ως άνω γενική και αόριστη θέση παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη χωρίς ασφαλώς να μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Χρήσιμο είναι παράλληλα να σημειωθεί πως ουσιαστικά η πλευρά της ενάγουσας κανένα απολύτως λόγο δεν πρόταξε που να δικαιολογεί την άρνηση της να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από την πλευρά των εναγομένων. Αντίθετα, όπως υποδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και ως έχει ήδη αναφερθεί παρέμεινε αναντίλεκτο, η πλευρά της ενάγουσας κατ' επανάληψη φαίνεται να διαβεβαίωνε τους εναγομένους ότι ήταν διατεθειμένη προς τούτο και ότι θα προέβαινε σε αναγκαίες διευθετήσεις ούτως ώστε κατά τρόπο απρόσκοπτο να γίνουν οι ιατρικές εξετάσεις και να συνεχιστεί η παρουσίαση της υπόθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αίτηση όπως η υπό συζήτηση πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια του δικαιώματος του ενάγοντος για τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ωστόσο, η κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται και να κρίνεται ασύνδετα με τα γεγονότα και τις ιδιαίτερες περιστάσεις που την περιβάλλουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έχει ήδη διαρρεύσει ικανό διάστημα χρόνου. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, διάφοροι παράγοντες συνέδραμαν προς τούτο, όπως η δρομολόγηση και ολοκλήρωση ενδιάμεσων διαδικασιών με την έκδοση σχετικών διαταγμάτων ενώ και η στάση της ίδιας της ενάγουσας δεν ήταν άσχετη προς τούτο, αφού κατ' επανάληψη, επικαλούμενη διάφορους λόγους ζήτησε και πέτυχε την αναβολή της υπόθεσης ενώ παράλληλα δεν μπορεί παρά να σημειωθεί και η καθυστέρηση της καταχώρησης από την πλευρά της των δικογραφημένων θέσεων της. Με δεδομένο ότι η παρουσίαση της υπόθεσης σε ακροαματικό επίπεδο άρχισε και συνεχίζεται, δεν θεωρώ ότι από μόνη της, μία μικρή σχετικά και πάντα ελεγχόμενη αναστολή της διαδικασίας, θα ήταν ικανή να πλήξη το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ενάγουσας κατά τρόπο που από μόνη της θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές αλλά και όσα μπορούν να διαπιστωθούν από το φάκελο της δικογραφίας, εύκολα γίνεται διακριτή η καθυστέρηση στην προώθηση της υπό συζήτησης αίτησης. Το γεγονός τούτο, ως έχει ήδη αναφερθεί, παρά το ότι καθιστά πιο δύσκολη την επιτυχία αίτησης ως η υπό συζήτηση, επιφορτίζοντας με μεγαλύτερο βάρος την πλευρά που την προωθεί, δεν προεξοφλά από μόνο του την αποτυχία του αιτήματος. Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα του καθυστερημένου χρόνου προώθησης της αίτησης. Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά από το Δικαστήριο για σκοπούς "προδικασίας", στις 26.6.
- Την εν λόγω ημερομηνία, στην απουσία του δικηγόρου των εναγομένων ο οποίος εμφανίστηκε σε προγενέστερο στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση μετά από αίτημα της πλευράς της ενάγουσας ορίστηκε για ακρόαση στις 5.11.2008, ημερομηνία κατά την οποία μετά από αίτημα της πλευράς της ενάγουσας αναβλήθηκε εκ νέου για σκοπούς ακρόασης στις 24.2.
- Πριν από την ως άνω ορισθείσα ημερομηνία, ειδικότερα στις 10.2.2009, καταχωρήθηκε αίτηση από την πλευρά των εναγομένων με την οποία επιζητείτο ανάμεσα σε άλλα η αναστολή της υπόθεσης μέχρις ότου η ενάγουσα εξεταστεί από ιατρό των εναγομένων. Στη βάση μάλιστα επιστολής που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση ημερ. 10.2.2009, η οποία απευθυνόταν στο δικηγόρο της ενάγουσας από τον δικηγόρο των εναγομένων, καταδεικνύεται η ήδη εκφρασθείσα, σε προγενέστερο στάδιο, βούληση της πλευράς των εναγομένων για εξέταση της ενάγουσας από ιατρούς της πλευράς των τελευταίων. Η ως άνω αίτηση για αναστολή της διαδικασίας εν αναμονή της ιατρικής εξέτασης της ενάγουσας, αποσύρθηκε στις 18.2.2009 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγομένων να επανέλθουν για το ζήτημα. Την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι στις 19.2.2009 αποστέλλεται επιστολή από τους δικηγόρους των εναγομένων προς τον δικηγόρο της ενάγουσας, με την οποία ουσιαστικά υπενθυμίζεται ο τελευταίος για την επιθυμία των εναγομένων όπως η ενάγουσα εξεταστεί από δικούς τους γιατρούς, ενώ προτείνεται συγκεκριμένη διευθέτηση για να γίνει τούτο. (Επιστολή Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του Φρίξου Ευαγόρου που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση). Ως έχει τεθεί επίσης υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, οι δικηγόροι της ενάγουσας αποδέχθηκαν ως δίκαιο το αίτημα της πλευράς των εναγομένων και συμφώνησαν όπως η ενάγουσα υποβληθεί σε εξετάσεις από ιατρούς της πλευράς των εναγομένων. Ουσιαστικά η πλευρά των εναγομένων στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις της πλευράς της ενάγουσας και στη συγκατάνευση της όπως υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις εκ μέρους των ιατρών των εναγομένων, απέσυρε με επιφύλαξη την πρώτη της αίτηση για το ζήτημα, φροντίζοντας όμως οι δικηγόροι τους με επιστολή τους την αμέσως επόμενη μέρα, να υπενθυμίσουν το ζήτημα στο συνάδελφο τους, ο οποίος στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, δήλωνε έκτοτε τη σύμφωνη θέση του σε αυτήν την εξέλιξη. Η πλευρά των εναγομένων αναγκάστηκε να επανέλθει με νέα αίτηση, σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, όταν προφανώς αντιλήφθηκε μία μόλις ημέρα πριν την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για σκοπούς συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας με την παρουσίαση της ενάγουσας ως μάρτυρα, ότι τελικά δεν ενημερώθηκαν, όπως το θέτει ο ομνύων Ευαγόρου στη δήλωση του ημερ. 3/5/2011 που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση: "για την ημερομηνία έλευσης της στην Κύπρο προκειμένου να διευθετήσουμε έγκαιρα το ραντεβού και να εξεταστεί από τους γιατρούς μας". Σε σχέση με το ειδικότερο ζήτημα της καθυστέρησης που απασχολεί σε αυτό το στάδιο της παρούσας, είναι σημαντικό επίσης να εντοπιστεί πως το γεγονός ότι η ενάγουσα θα υποβαλλόταν σε ιατρικές εξετάσεις από την πλευρά των εναγομένων, αποτέλεσε ουσιαστικά κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών και εξέλιξη για την οποία υπήρχε συναντίληψη, όχι μόνο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά και κατά το στάδιο που άρχισε ήδη η ακροαματική διαδικασία, αφού όταν η υπόθεση προγραμματιζόταν εκ μέρους του Δικαστηρίου για σκοπούς συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ως παράγοντας που θα έπρεπε να λάβει υπόψη του για τον περαιτέρω προγραμματισμό της υπόθεσης, παραχωρώντας το ανάλογο χρονικό περιθώριο προς τούτο. Την αρχική αντίληψη σε σχέση με την ομολογουμένως ικανή καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, διασκεδάζουν σε κάθε περίπτωση το ως άνω πλέγμα γεγονότων και η εξέλιξη τους στην συγκεκριμένη περίπτωση, επιτρέποντας κατά την αντίληψη μου στο Δικαστήριο την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η παρούσα εμπίπτει στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που δικαιολογούν τη μη απόρριψη της εξαιτίας αυτού και μόνο του λόγου. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω τα οποία συνολικά θεωρούμενα φαίνεται ικανοποιητικά να υποστυλώνουν το αίτημα που αφορά η υπό κρίση αίτηση, σε συνδυασμό με το γεγονός πως παρά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή του αιτήματος δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε διάθεση κατάχρησης εκ μέρους των εναγομένων της δυνατότητας που παρέχεται η ενάγουσα να εξεταστεί από ιατρούς της πλευράς τους, αισθάνομαι ότι το αίτημα θα πρέπει να τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης. Ως εκ τούτου και αφού έλαβα υπόψη ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας, εκτός εάν εντός είκοσι μίας
(21)ημερών από σήμερα η ενάγουσα υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από ιατρό της επιλογής των εναγομένων σε σχέση με τους τραυματισμούς που ως ισχυρίζεται υπέστη συνεπεία του ατυχήματος που αφορά η παρούσα αγωγή και ο οποίος θα βρίσκεται εντός των ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η γνωστοποίηση του ονόματος του ως άνω ιατρού και η διεύθυνση του θα πρέπει να γίνει με επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων προς τον δικηγόρο της ενάγουσας εντός πέντε
(5)ημερών από σήμερα. Εκπνοή της ως άνω προθεσμίας εντός της οποίας η ενάγουσα θα πρέπει να προσέλθει για ιατρικές εξετάσεις ως πιο πάνω αναφέρεται, χωρίς η ενάγουσα να πράξει τούτο, θα οδηγεί αυτόματα σε απόρριψη της αγωγής με έξοδα προς όφελος των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να αποκλίνω από το βασικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´ s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ. 795 και 796 και Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 ΑΑΔ σελ. 12). Ως εκ τούτου τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα επιβαρυνθεί η πλευρά της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........................... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο