← Κύπρος

Simon George Penney κ.α. ν. F K S (Varosia) Properties Ltd, Αρ. Αγωγής: 46/07, 29/6/2011

Simon George Penney κ.α. ν. F K S (Varosia) Properties Ltd, Αρ. Αγωγής: 46/07, 29/6/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 46/07

  1. Simon George Penney
  2. Jennifer Anne Penney Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση και F. K. & S. (Varosia) Properties Ltd Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 20.12.10 Ημερομηνία: 29/6/2011 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Θεριστή (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ν. Γεωργίου.) Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κουκούνης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Φ. Φανής.) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, με απόφαση του ημερ. 22/9/2010, επιδίκασε προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων το ποσό των €100.000 πλέον τόκους και έξοδα. Απέρριψε παράλληλα ανταπαίτηση των εναγομένων που οι τελευταίοι προώθησαν στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Την πιο άνω απόφαση εφεσίβαλε η πλευρά των εναγομένων. Με την παρούσα αίτηση επιζητείται από τους εναγομένους - αιτητές η αναστολή της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, τόσο όσο αφορά το ποσό που επιδικάστηκε με την απόφαση όσο και των εξόδων, μέχρι την εκδίκαση και τελεία αποπεράτωση της έφεσης. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 θθ. 1 -17, 18, 19, 20, 23-32 και Δ.48 θθ.1-3 και 8

(1)(ee), στα άρθρα 31 και 32 (1, 2 και 3) του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 1, 2, 3, 4
(1)-
(3), 5
(1)-
(5), 7, 9
(1)και
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στις αρχές της επιείκειας, τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζεται η αίτηση τίθεται με την ένορκη δήλωση του Παντελάκη Κυριακίδη, διευθυντή των εναγομένων-αιτητών, ημερ. 20/12/2010, η οποία και τη συνοδεύει. Στην εν λόγω δήλωση του, ο Κυριακίδης, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση κατάγονται από τη Βρετανία όπου και διαμένουν, στερούμενοι περιουσιακών δικαιωμάτων ή στοιχείων ή άλλων δικαιωμάτων στην Κύπρο και είναι βέβαιο ή πολύ πιθανό ότι θα μεταφέρουν οποιαδήποτε επιδικασθέντα ποσά τους καταβληθούν εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Προβάλλοντας τη θέση ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι έφεσης με πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, υποδεικνύει ότι στην περίπτωση που καταβληθούν στους καθ΄ ων η αίτηση τα επιδικασθέντα με την πρωτόδικη απόφαση ποσά, σοβαρό είναι το ενδεχόμενο να μην είναι δυνατή η επιστροφή τους στους αιτητές σε περίπτωση που οι τελευταίοι επιτύχουν στην έφεση και/ή οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση να μην βρίσκονται στην Κύπρο, με αποτέλεσμα οι αιτητές-εφεσείοντες να μην μπορέσουν να δικαιωθούν και ως εκ τούτου δεν θα είναι δυνατή η αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Εξάλλου, υποδεικνύει, από το ίδιο το κείμενο της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, στο οποίο παραπέμπει, καταδεικνύεται ότι η οικονομική κατάσταση των εναγόντων δεν είναι πολύ καλή. Υποστηρίζεται επίσης ότι στην περίπτωση που οι ενάγοντες μεταφέρουν εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων οποιαδήποτε ποσά που θα εισπράξουν, πολύ πιθανόν τα πράγματα να μην μπορούν να επαναφερθούν στην προτεραία κατάσταση, αφού παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατοικούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι δυσχερής η εκτέλεση στο εξωτερικό ενδεχόμενης απόφασης υπέρ των εναγομένων-εφεσειόντων, με δεδομένο ότι πρόκειται για πολυδάπανη και χρονοβόρα διαδικασία που προϋποθέτει σειρά δικαστικών διαβημάτων. Περαιτέρω, υποστηρίζει, στη βάση σχετικών προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου επιδόθηκε στους ενάγοντες ειδοποίηση για προώθηση αίτησης διάλυσης τους με αποτέλεσμα τυχόν μη ικανοποίηση του αιτήματος αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης θα οδηγήσει την αιτήτρια εταιρεία σε κατάσταση διάλυσης, με καταστρεπτικές συνέπειες για την ίδια, ενώ ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει την σημασία της. Η διαδικασία διάλυσης μόνο με την έκδοση διατάγματος αναστολής θα μπορούσε να παγοποιηθεί, υποστηρίζει, ως εκ τούτου η έκδοση του αιτούμενος διατάγματος πρέπει να θεωρείται επείγουσα ενώ υπογραμμίζει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει παγοποίηση της αίτησης διάλυσης, θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό οι πιστωτικές διευκολύνσεις που οι αιτητές λαμβάνουν από τραπεζικά ιδρύματα ενώ θα πληγεί το κύρος του ονόματος τους αναφορικά με τη φερεγγυότητα και το αξιόχρεο τους. Προβάλλοντας τη θέση ότι οι αιτητές είναι φερέγγυοι και αξιόχρεοι, υποδεικνύει ότι είναι διατεθειμένοι να παράσχουν εγγυήσεις για τα ποσά που έχουν πρωτόδικα επιδικαστεί κατά τρόπο που στην περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση επικυρωθεί κατ' έφεση, οι ενάγοντες δεν θα αποστερηθούν των δικαιωμάτων τους. Είναι ορθό και δίκαιο καταλήγει, η αναστολή της εκτέλεσης να περιλάβει και τη σχετική διαταγή για τα δικηγορικά έξοδα. Οι ενάγοντες, καθ' ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χαρούλας Καϊλή από τη Λάρνακα, ημερ. 16/3/
  1. Η νομική βάση της ένστασης στηρίζεται επίσης στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-4, 7, 8, 9, Δ.35 θθ.1-17, 18, 19-32, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/1960, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οκτώ συνολικά είναι οι λόγοι της ένστασης, όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης της πλευράς των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία. Ειδικότερα: "
  2. Η νομική βάση της αίτησης για αναστολή εκτέλεσης ημερομηνίας 20/12/2010 της αιτήτριας - εναγόμενης εταιρείας είναι ελλιπής και ανεπαρκής και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αόριστη, αβάσιμη και παράτυπη.
  3. Η έφεση η οποία έχει καταχωρηθεί από την αιτήτρια - εναγόμενη εταιρεία εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 22/9/2010 δεν συγκεντρώνει καθόλου πιθανότητες επιτυχίας και είναι καταδικασμένη σε αποτυχία καθότι έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, ημερομηνίας 22/9/2010, καθ΄ ότι μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την αποτυχία της έφεσης σύμφωνα και με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου μια και η ρηθείσα έφεση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα στις 6/12/
  4. Η αιτήτρια - εναγόμενη εταιρεία δεν αναφέρεται συγκεκριμένα και δεν τεκμηριώνει στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/12/2012 του κου Παντελάκη Κυριακίδη που συνοδεύει την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης ημερομηνίας 20/12/2010 τους λόγους που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η έφεση της έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας.
  5. Η έγερση της Απαίτησης των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων ημερομηνίας 15/11/2010, στη βάση του άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου εναντίον της αιτήτριας - εναγόμενης εταιρείας και οι ισχυρισμοί ότι η αιτήτρια - εναγόμενη εταιρεία θα υποστεί καταστρεπτικές συνέπειες επειδή θα οδηγηθεί σε κατάσταση διάλυσης από την προώθηση αίτησης διάλυσης εναντίον της ή θα επηρεαστεί η φήμη της στον κλάδο ανάπτυξης και πώλησης ακινήτων, αν δεν εγκριθεί το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης απόφασης: (α) είναι άσχετοι με την παρούσα διαδικασία, δεν αποτελούν βάσιμους λόγους για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 22/9/2010 καθότι οι οικονομικές δυσχέρειες εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. (β) είναι αντιφατικοί με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας - ενάγουσας εταιρείας στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20/12/2012 του κου Παντελάκη Κυριακίδη που συνοδεύει την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης ημερομηνίας 20/12/2010 ότι η αιτήτρια-εναγόμενη εταιρεία είναι φερέγγυα και αξιόχρεα.
  6. Η αιτήτρια - εναγόμενη εταιρεία παρουσιάζει αναληθείς, γενικούς, παραπλανητικούς ισχυρισμούς και αποκρύπτει γεγονότα ώστε να επιτύχει στην αίτηση της για αναστολή εκτέλεσης ημερομηνίας 20/12/2010 αφού οι καθ΄ ων η αίτηση - ενάγοντες είναι φερέγγυοι και αξιόχρεοι και κατέχουν δε περιουσία ώστε και στο ενδεχόμενο επιτυχίας της έφεσης η αιτήτρια - εναγόμενη εταιρεία να είναι σε θέση να ανακτήσει το εξ΄ αποφάσεως οφειλόμενο ποσό που θα έχει καταβάλει στους καθ΄ ων η αίτηση - ενάγοντες.
  7. Η θέση της αιτήριας - εναγόμενης εταιρείας ότι θα είναι δυσχερής η εκτέλεση στο εξωτερικό τυχόν απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης είναι ανεδαφική αφού με τη θέσπιση και εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις έχει διευκολυνθεί και επιταχυνθεί η διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 22/9/2010 και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί ασκηθεί προς όφελος της αιτήτριας - εναγόμενης εταιρείας αφού δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εξαιρετικές περιστάσεις.
  9. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και σύμφωνα με την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 22/9/2010 και ως προς το μέρος που αφορά στα επιδικασθέντα έξοδα μέχρι την τελεία εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε στις 6/12/2010." Η Χαρούλα Καϊλή με την ως άνω δήλωση της ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης, παραθέτοντας λεπτομέρειες και στοιχεία προς υποστήριξη τους, παραπέμποντας ταυτόχρονα στο σώμα της απόφασης του Δικαστηρίου. Αποτελεί καταληκτική θέση της ότι δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, αφού δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται προς τούτο. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών δεν προέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Ούτε έκαναν χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς για αντεξέταση των δύο ενόρκως δηλούντων. Περιορίστηκαν σε εκτενείς αγορεύσεις τις οποίες φρόντισαν να ετοιμάσουν γραπτώς, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα διαδικασία. Σημειώνεται σε κάθε περίπτωση η τοποθέτηση της συνηγόρου των αιτητών ότι εγκαταλείπεται από την πλευρά τους το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης όσον αφορά τα έξοδα, περιορίζοντας τούτο μόνο στο επιδικασθέν ποσό προς τους ενάγοντες, παρόλο που στην καταληκτική τοποθέτηση της, φαίνεται να επιδιώκεται δήλωση - δέσμευση του δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση, στον Πρωτοκολλητή, ότι θα επιστρέψει τα έξοδα που θα τους καταβληθούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Τόσο τα επιχειρήματα όσο και οι νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν εμφαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας και ασφαλώς λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο. Ειδικότερη αναφορά σε αυτά γίνεται στην περίπτωση που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο "Stay of execution pending appeal" γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: "Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal." Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: ". . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness." Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική ( Annual practice) του 1958, στη σελίδα 1697: "It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require." Σε σχέση με την αναστολή της εκτέλεσης αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί η θέση η οποία προβάλλεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 272, παράγραφος 455, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: "As a rule, a stay of execution as to costs pending an appeal is not granted when the respondent's solicitor undertakes to repay the cost paid to him if the applicant is successful on the appeal, but this practice is not invariable." Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων και της δυνατότητας αναστολής εκκρεμούσης της έφεσης, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελίδα 1698, στην παράγραφο υπό τον τίτλο "Terms on which a stay is ordered" εντοπίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful." Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ΄ άλλο τρόπο ικανοποίηση της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory) (βλ. Wilson - v - Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd - v - Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.). Ακόμα το γεγονός ότι τυχόν αφερεγγυότητα του επιτυχόντα πρωτοδίκως διαδίκου θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ως επίσης το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου -v- Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 και Πραξιτέλης Βογαζιανού -ν- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ, σελίδα 591). Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης, έχουν τεθεί σε ευάριθμο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd - v - Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων από το σεβαστό πρώην πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δικαστής όπως ήταν τότε) κ. Στυλιανίδη ότι: "Η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:
  1. Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
  2. Το ένδικο μέσο της έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων Gruno - v - Ship "Algazera"
(1980)1 CLR 595, Essex Overseas - v - Legent Shipping
(1981)1 CLR 263, Phoenix - v - Al Khalaf Exhibition
(1981)1 CLR 673, Mavrochanna and Another - v - Michael
(1984)1 CLR 760, Charalambous - v - Nicolaides & Neophytou
(1985)1 CLR 737, Μέγας Χ"Ευαγγέλου - ν - Dorami Marine Limited και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου - ν - Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Το Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου - ν - Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, ο σεβαστός πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, (δικαστής όπως ήταν τότε) πραγματευόμενος το ζήτημα και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις καλά καθιερωμένες αρχές που το διέπουν ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others - v - Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο." Σε κάθε περίπτωση στόχος του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου επιβάλλεται η στάθμιση του κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και την ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών (βλ. Ιωσηφάκης - ν - Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394). Ο καθορισμός του νομικού βάθρου σε ενδιάμεσες αιτήσεις, με ακριβή αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί κατ΄ εφαρμογή της Δ.48 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Παράλειψη καθορισμού του νομικού βάθρου καθιστά άκυρη της αίτηση. (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 965, Αθανασιάδου ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 και Γιαννάκης Έλληνας κ.α. ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 485). Ως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting
(2001)1 AAΔ.1078, στα πλαίσια της οποίας εξετάστηκε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, νομική βάση της αίτησης για αναστολή αποτελεί η Δ.35 θ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που το τελευταίο αποφασίζει ή όχι την αναστολή, ασκείται στο πλαίσιο της Δ.35 θ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (Βλ. επίσης Χριστοφή ν. Island Beach Development Ltd Πολ. Έφεση αρ. 189/2009 ημερ. 12/7/2010). Ως έχει νομολογηθεί, (βλ. Merck & Co Inc v. Medochemie Ltd
(1998)1 (Δ) AAΔ 2184) το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιδιωχθεί και να στοιχειοθετηθεί κατ΄ επίκληση του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (Ν.14/1960). Είναι γεγονός ότι το ως άνω άρθρο του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης. Ωστόσο, ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, αυτή στηρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, και στη Δ.35 θ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα δηλαδή δεν είναι ξένο και ασύνδετο με τη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται, αφού η Δ.35 θ.18, από μόνη της, φαίνεται να στοιχειοθετεί και να δικαιολογεί τούτο. Με δεδομένη την αναφορά και επίκληση στη νομική βάση της αίτησης εκ μέρους των αιτητών της Δ.35 θ.18 το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν και το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)δεν επιτρέπει κατά την αντίληψη μου την υιοθέτηση της θέσης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και ανεπαρκής με αποτέλεσμα ολόκληρη η αίτηση, κατ΄ εφαρμογή των ως άνω καλά καθιερωμένων νομολογιακών αρχών, να οδηγείται σε απόρριψη ως αόριστη, αβάσιμη και παράτυπη. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου σκόπιμο κρίνεται να σημειωθεί και τούτο. Ακόμα και στην περίπτωση που κρινόταν απαραίτητη η επίκληση στη νομική βάση της αίτησης, πέραν της Δ.35 θ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), έχοντας κατά νου ότι στη νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης αναφέρεται ήδη η Δ.35 θ.18, με δεδομένο ότι δεν εντοπίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο οποιοσδήποτε επηρεασμός των συμφερόντων της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης, ενώ σε κάθε περίπτωση οι λόγοι της αίτησης φαίνεται να περιλαμβάνονται, να αποκαλύπτονται και να εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει κατά τρόπο αρκετά σαφή και ικανοποιητικό, το Δικαστήριο, κατ΄ εφαρμογή της Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, θα ήταν διατεθειμένο, ενόψει της μορφής και φύσης της παράλειψης, αυτεπάγγελτα να παρέμβει εκδίδοντας προς τούτο σχετικό διάταγμα απαλλαγής από την ως άνω παρατυπία. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε υπερβολική "τυπολατρία", πέραν και έξω όχι μόνο από το πνεύμα αλλά και το γράμμα της Δ.64. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, πλην όμως στις πλείστες των περιπτώσεων οριακής σημασίας. Αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος. Ως λόγο για την αποτυχία της έφεσης, η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση προβάλλει το γεγονός ότι αυτή έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Τούτο γιατί ως εξηγούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους, τα διατάγματα με τα οποία παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρησης της έφεσης εξεδόθηκαν στα πλαίσια μονομερών αιτήσεων, πρακτική αντίθετη με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως αυτή εκφράστηκε στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 1083. Πλείστα όσα ζητήματα παρεμβάλλονται κατά την αντίληψη μου, τα οποία δεν επιτρέπουν κατά τρόπο ξεκάθαρο και με βεβαιότητα την πρόγνωση ως προς την αποτυχία της έφεσης σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Διατηρώ, καταρχήν, σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσο το ζήτημα της μονομερούς έκδοσης των διαταγμάτων παράτασης χρόνου καταχώρησης της έφεσης, με δεδομένο ότι δεν αφορούν αυτή καθ' αυτή την προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση και τους λόγους για τους οποίους προσβάλλεται η ορθότητα της, είναι δυνατό να εξεταστεί από το παρόν, πρωτόδικο Δικαστήριο. Αξίζει παράλληλα να σημειωθεί ότι οι εν λόγω αποφάσεις/διατάγματα του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν αφορούν λόγους έφεσης που άπτονται της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ αφού δεν έχουν ανατραπεί από αρμόδιο προς τούτο Δικαστήριο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί ασφαλώς να λειτουργήσει ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ελέγχοντας ουσιαστικά την ορθότητα δικών του αποφάσεων και διαταγμάτων. Έχοντας εξάλλου ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι σε σχέση με το ζήτημα της εξασφάλισης μονομερώς των διαταγμάτων παράτασης χρόνου καταχώρησης της έφεσης έχουν ήδη ληφθεί συγκεκριμένα δικονομικά διαβήματα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θεωρώ ότι τυχόν ενασχόληση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το ζήτημα, προτρέχοντας ουσιαστικά του ελέγχου και της τοποθέτησης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για το ζήτημα, θα αποτελούσε ενέργεια πέραν από ανεπίτρεπτη και ανεπιθύμητη. Ακόμη όμως και αν το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να εξετάσει, πέραν και ανεξάρτητα από την πλευρά της ουσιαστικής διάστασης την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της έφεσης, και το ζήτημα του σύννομου των διαταγμάτων παράτασης του χρόνου καταχώρησης της έφεσης στην δικονομική του διάσταση ως τούτο προτάσσεται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, έχοντας πάντα κατά νου τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση Παπαϊωάννου (ανωτέρω), αντιπαραβάλλοντας τα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ειδικότερα σε σχέση με τον χρόνο που ζητήθηκαν και εκδόθηκαν τα διατάγματα παράτασης του χρόνου στην υπό συζήτηση περίπτωση (πριν την εκπνοή της εκ του νόμου ταχθείσας προθεσμίας), αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, εκ των προτέρων και με τη βεβαιότητα που απαιτείται προς τούτο, να αποφανθεί χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος για την επιτυχία ή την αποτυχία της έφεσης. Ούτε η εισήγηση της πλευράς των ενιστάμενων στην υπό εξέταση αίτηση, πως δεν τεκμηριώνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η θέση πως η έφεση έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας μπορεί να υιοθετηθεί. Η τύχη της έφεσης θα κριθεί ενώπιον του Εφετείου. Στο φάκελο της διαδικασίας βρίσκεται η ίδια η ειδοποίηση της έφεσης, στα πλαίσια της οποίας καταγράφεται και εξηγείται αριθμός λόγων έφεσης, παρατήρηση των οποίων δεν φαίνεται εκ των προτέρων να αποκλείει, με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε αυτές τις περιπτώσεις, την επιτυχία τους. Αποτελεί επιχείρημα της πλευράς των αιτητών πως τυχόν μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη συνέχιση της διαδικασίας διάλυσης της εναγομένης - αιτήτριας εταιρείας που φαίνεται να δρομολογήθηκε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση με την επίδοση σχετικής ειδοποίησης στη βάση του άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου, με καταστρεπτικές όπως εισηγούνται συνέπειες για τους αιτητές. Είναι καλά καθιερωμένο ότι οι οικονομικές δυσχέρειες ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορούν να προβάλλονται ως λόγος για τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων για το ζήτημα στην υπόθεση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής, τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα για μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Οι καθ' ων η αίτηση στην υπό συζήτηση περίπτωση καθ' όλα δικαιωματικά φαίνεται να διεκδικούν την ικανοποίηση της προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης, μετερχόμενοι σύννομους τρόπους, όπως η επίδοση της σχετικής ειδοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 212 του περί Εταιρειών Νόμου. Είναι ζήτημα που αφορά τους εξ' αποφάσεως χρεώστες, φερέγγυους και αξιόχρεους ως οι ίδιοι διατείνονται, πως θα αντιδράσουν σε αυτό το κάλεσμα. Είναι άλλωστε αρκετό στα πλαίσια της παρούσας και στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει, να σημειωθεί ότι ο περί Εταιρειών Νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί, φαίνεται να παρέχουν τη δυνατότητα, στις περιπτώσεις που δικαιολογείται τούτο, διεκδίκησης σχετικής προστασίας για τα ζητήματα που απασχολούν τους αιτητές στην περίπτωση που προωθηθεί τελικά εκ μέρους των εξ αποφάσεως δανειστών αίτηση διάλυσης τους. Πράγματι, η νομολογία μας αναγνωρίζει πως το γεγονός ότι ένας διάδικος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά το στάδιο της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας καθ' ον χρόνο εξετάζεται αίτημα ως το υπό συζήτηση. Ο παράγοντας όμως αυτός, όπως ταυτόχρονα σημειώνεται, θα πρέπει πάντα να εντάσσεται στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση είναι Ευρωπαίοι πολίτες με καταγωγή από την Μεγάλη Βρετανία, με δεδομένο δε ότι ένας εξ αυτών διατηρούσε δεσμούς με την Κύπρο, για μακρύ χρονικό διάστημα διέμεναν στην Δημοκρατία ενώ στόχος και σκοπός τους, όπως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, είναι η μετακόμιση και η μόνιμη εγκατάσταση τους στην Κύπρο. Στα πλαίσια όπως γίνεται αντιληπτό της λεγόμενης "Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης" ένα ευρύτατο πλέγμα ευρωπαϊκής νομοθεσίας, (οδηγίες και σχετικοί κανονισμοί) φαίνεται πλέον όχι μόνο να ρυθμίζει αλλά και ουσιαστικά να διευκολύνει ζητήματα επίδοσης, αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών εγγράφων και αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τρόπο που αναπόδραστα κατά την αντίληψη μου, οδηγεί στη μείωση αν όχι στην υποβάθμιση της σημασίας του συγκεκριμένου παράγοντα σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, σε σχέση με διαδίκους που αποτελούν πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι, όπως οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της υπό εξέταση περίπτωσης, διαμένουν σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ευρισκόμενο ήδη σε ισχύ ως άνω πλέγμα της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας για τα πιο πάνω ζητήματα, φαίνεται πραγματικά να διασκεδάζει την οποιαδήποτε ανησυχία των αιτητών στην υπό συζήτηση περίπτωση ότι τυχόν επιτυχία της έφεσης τους, σε περίπτωση που καταβληθούν τα ποσά στους καθ' ων η αίτηση, θα οδηγούσε σε μία πολυδάπανη και χρονοβόρα διαδικασία επανάκτησης τους αφού θα ήταν δυσχερής η εκτέλεση μιας ενδεχόμενης απόφασης προς όφελος τους. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση «στερούνται περιουσιακών δικαιωμάτων ή στοιχείων ή άλλων δικαιωμάτων στην Κύπρο», θεωρώντας οι τελευταίοι βέβαιο ή πολύ πιθανόν ότι θα μεταφέρουν οποιαδήποτε επιδικασθέντα ποσά τους καταβληθούν εκτός δικαιοδοσίας, με σοβαρό ενδεχόμενο να μην είναι δυνατή η επιστροφή τους στους αιτητές στην περίπτωση που οι τελευταίοι επιτύχουν στην έφεση. Αντίθετα, η πλευρά των καθ' ων η αίτηση υποδεικνύει ότι είναι φερέγγυοι και αξιόπιστοι, κατέχοντας περιουσία, κατά τρόπο που και στο ενδεχόμενο επιτυχίας της έφεσης η αιτήτρια εταιρεία θα είναι σε θέση να επανακτήσει το εξ αποφάσεως οφειλόμενο ποσό που θα έχει καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση. Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα της φερεγγυότητας των καθ' ων η αίτηση, με την έννοα που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, αφού στην περίπτωση που αυτή δεν υπάρχει, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, με αποτέλεσμα το ένδικο μέσο της έφεσης να αποστερείται ουσιαστικά της αποτελεσματικότητας του. Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι η γενική και αόριστη αναφορά των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι ενώ η οικονομική τους κατάσταση δεν φαίνεται να είναι καλή, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Ο πυρήνας των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και αφορούν την τύχη της παρούσας αίτησης τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, χωρίς να αμφισβητηθούν από τους αιτητές. Σύμφωνα με αυτά, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, οι ενάγοντες-εξ' αποφάσεως δανειστές αγόρασαν από την εναγόμενη εταιρεία-εξ'αποφάσεως χρεώστη, κατοικία στο Παραλίμνι, οι κακοτεχνίες της οποίας, ανάμεσα σε άλλα, φαίνεται να αποτέλεσαν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Οι φερόμενοι ως αφερέγγυοι αγοραστές-εξ'αποφάσεως δανειστές κατέβαλαν ήδη στους πωλητές- εξ' αποφάσεως χρεώστες στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας αγοράς σημαντικά χρηματικά ποσά. Η εκτιμημένη αξία της συγκεκριμένης κατοικίας, ως επίσης τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, κυμαίνεται γύρω στις €150.000-€160.000 (ΕΥΡΩ), ενώ έχει οικοδομηθεί και βρίσκεται σε τεμάχια γης που εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγομένης εταιρείας. Ουσιαστικά, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, οι αιτητές-εξ' αποφάσεως χρεώστες, ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να κατέχουν την κατοικία που οι ενάγοντες-εξ' αποφάσεως δανειστές αγόρασαν από αυτούς στη Δημοκρατία δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, η αξία της οποίας ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, φαίνεται κατά πολύ να υπερβαίνει το ποσό της απόφασης. Αν και οι καθ' ων η αίτηση παρά την εκφρασθείσα πρόθεση τους να μετακομίσουν και να εγκατασταθούν στην Κύπρο, διαμένουν αυτή την περίοδο στο εξωτερικό, για λόγους μάλιστα που ως διατείνονται που δεν είναι άσχετοι με την στάση και συμπεριφορά των αιτητών απέναντι τους, είναι φανερό ότι κατέχουν και είναι δικαιούχοι περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων τα οποία μπορούν με άνεση να αξιοποιηθούν από την πλευρά των αιτητών για σκοπούς ικανοποίησης της απόφασης σε περίπτωση που οι τελευταίοι επιτύχουν στην έφεση τους. Υπό τις ως άνω περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, τυχόν επιτυχία της έφεσης δεν φαίνεται να οδηγείται σε αναποτελεσματικότητα. Ακόμα και η μεταβίβαση τελικά του ακινήτου στους καθ' ων η αίτηση, σε κάποιο μελλοντικό και πάντως απροσδιόριστο χρόνο, στα πλαίσια της δυνατότητας που παρέχεται για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου, όπως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την πλευρά των αιτητών, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Αν και όταν επισυμβεί τούτο, οι καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά δεν θα είναι πλέον απλοί δικαιούχοι ακίνητης περιουσίας η οποία ευρίσκεται στην κατοχή και «έλεγχο» των αιτητών αλλά πλέον θα είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, η οποία ασφαλώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση που τούτο κρινόταν αναγκαίο για την ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί στα πλαίσια της έφεσης και θα δικαιώνει την πλευρά των αιτητών-εφεσειόντων. Δεν παραβλέπω ασφαλώς την εισήγηση της πλευράς των αιτητών ότι η πλευρά τους είναι πρόθυμη και έτοιμη να παράσχει τραπεζικές εγγυήσεις προς εξασφάλιση των καθ' ων η αίτηση σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια, στην προσπάθειά τους να εξισορροπήσουν τα συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των δύο πλευρών, εξασφαλίζοντας ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ τους, σε πλείστες των περιπτώσεων προσεγγίζουν ζητήματα ως το υπό συζήτηση ως η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών. Η κατάληξη όμως αυτή προϋποθέτει ότι πράγματι έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που του επιτρέπουν να διαβλέψει πως αν δεν παρέμβει, η έφεση στην περίπτωση που επιτύχει, θα αποστερηθεί της αποτελεσματικότητας της. Στην υπό εξέταση περίπτωση, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και σε αυτό τουλάχιστο το στάδιο, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα. Υπό το φώς των πιο πάνω, έχοντας υπόψη τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, σε συνδυασμό θεωρούμενη με όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, αναπόδραστα η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.