← Κύπρος

S G KATODRITIS (TRADING) CO LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 158/06, 14 Ιουλίου, 2011

S G KATODRITIS (TRADING) CO LIMITED ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 158/06, 14 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 158/06 Μεταξύ: S. G. KATODRITIS (TRADING) CO LIMITED εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία KATRACO Ενάγουσα και

  1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ) ΛΤΔ
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
  3. ΕΛΕΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγομένων _____________ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Ιουλίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Ε. Τσολάκκη. Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Κ. Ευσταθίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από την Εναγόμενη εταιρεία ποσό ΛΚ91,420.83 (€156.201,76) ως οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκο και έξοδα, για εμπορεύματα και συγκεκριμένα πρώτες ύλες ζωοτροφών που παρέδωσαν στην Εναγόμενη εταιρεία μαζί με τιμολόγια σχετικά με την αξία τους. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται δυνάμει σύμβασης εγγύησης ημερ. 17.7.01 σύμφωνα με την οποία ανέλαβαν την αποπληρωμή ποσού ή υπολοίπου μέχρι του ποσού των ΛΚ 100,000 το οποίο ήθελε μείνει απλήρωτο αναφορικά με προμήθειες εμπορευμάτων προς την Εναγόμενη από την Ενάγουσα. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Έκθεση Απαίτησης Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας η Εναγόμενη 1 σε διάφορες ημερομηνίες παρήγγειλαν από την Ενάγουσα εμπορεύματα και αυτή της παρέδωσε τα εμπορεύματα μαζί με τα τιμολόγια που εξειδικεύονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Aπαίτησης για το συνολικό ποσό των ΛΚ91,420.
  5. Όπως είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ο Εναγόμενος 2 εξέδωσε προς αυτή τις μεταχρονολογημένες επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ΄Αχνας Λτδ για το συνολικό ποσό των ΛΚ79,557 οι οποίες όμως όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 προκάλεσε τη μη εξόφληση τους. Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Στην Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, αφού παραδέχονται την ύπαρξη συνεργασίας και τη διατήρηση λογαριασμού μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας, ισχυρίζονται ότι σε σύντομα χρονικά διαστήματα η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε στην Ενάγουσα διάφορα ποσά έναντι του λογαριασμού. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι κατά τη διάρκεια του 2005 ο ανεξάρτητος ελεγκτής της Εναγόμενης 1 ζήτησε από την Ενάγουσα τα υπόλοιπα των λογαριασμών της εναγομένης για τα έτη 2002-2003 και 2003-2004 και ότι η Ενάγουσα επιβεβαίωσε υπόλοιπο του χρεωστικού λογαριασμού κατά την 31.12.2002 ποσό ΛΚ33,031.37, κατά την 31.12.2003 ποσό ΛΚ76,900.232 και κατά την 31.12.2004 ποσό ΛΚ45,854.
  6. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εδόθη η κατάσταση λογαριασμού από την Ενάγουσα προς την εναγομένη και ότι λόγω του ότι δεν συμφωνούσαν τα υπόλοιπα του λογαριασμού όπως αναφέρονται ανωτέρω με τον λογαριασμό που διατηρούσε ο λογιστής της Εναγόμενης 1 πλην της βεβαίωσης για το υπόλοιπο κατά την 31.12.
  7. Ισχυρίζονται, εν συνεχεία, ότι όταν στις 31.8.2005 περιήλθε στην κατοχή του εναγόμενου 2 κατάσταση του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 με βάση της εκτιμήσεις της Ενάγουσας, διαπιστώθηκε ότι συνολικά 15 επιταγές οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ 19.1.2003 και 31.7.2003 από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα συνολικού ποσού ΛΚ51,900 και οι οποίες πληρώθηκαν και εξοφλήθηκαν δεν εμφανίζονταν στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα. Πρόκειται για τις επιταγές που εξειδικεύονται στην παράγραφο 5(στ) της Υπεράσπισης. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός στην παράγραφο 5(η) της Υπεράσπισης ότι ποσό ΛΚ22,200 που αφορούσε τέσσερις επιταγές που προσδιορίζονται στην εν λόγω παράγραφο και οι οποίες ακυρώθηκαν και εξοφλήθηκαν σε μετρητά από τον Εναγόμενο 2 δεν φαίνονται στους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, όταν διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα παρέλειπε και/ή αρνείτο να πιστώσει τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με τα ποσό ΛΚ51,900 και ΛΚ22.200, ο Εναγόμενος 2 έδωσε οδηγίες προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο ΄Αχνας όπως μη εξοφλήσει τις εν λόγω επιταγές καθώς η Εναγόμενη 1 δεν όφειλε το ποσό των ΛΚ79,557 στην Ενάγουσα. Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 ότι οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ22,433.
  8. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν και Ανταπαίτηση αξιώνοντας αποζημιώσεις για ποσό ΛΚ 112,170.77 λόγω προμήθειας ακατάλληλων προϊόντων από την Ενάγουσα που χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη 1 για την παραγωγή ζωοτροφών και διατέθηκε σε πελάτες της προκαλώντας της ζημιές. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη κατέθεσαν από μέρους της Ενάγουσας τέσσερις συνολικά μάρτυρες ως εξής: · Γιώργος Κατωδρύτης (ΜΕ1) · Δημήτρης Βαρναβίδης (ΜΕ2) · Γιώργος Καλοπετρίδης (ΜΕ3) · Πανίκος Αντωνιάδης (ΜΕ4) Από μέρους των Εναγομένων κατέθεσαν επίσης τέσσερις συνολικά μάρτυρες ως εξής: · Παναγιώτης Ελευθερίου (ΜΥ1) · Κλεάνθης Χρίστου (ΜΥ2) · Σάββας Γιάλλουρος (ΜΥ3) · Γιάννης Κυριακίδης (ΜΥ4) ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Μαρτυρία Μ.Ε.1 Ο ΜΕ1 είναι διευθυντής της Ενάγουσας η οποία ασχολείται με την εισαγωγή και εμπορία πρώτων υλών ζωοτροφών. Η Εναγόμενη 1 η οποία διατηρούσε υποστατικά στην επαρχία Αμμοχώστου και ασχολείτο με την παραγωγή ζωοτροφών ήταν για πολλά χρόνια πελάτες της Ενάγουσας. Στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, Εναγόμενος 2, παράγγελλε από την Ενάγουσα πρώτες ύλες ζωοτροφών και η Ενάγουσα της παρέδιδε μέσω των υπαλλήλων της στην Εναγόμενη στον μύλο που διατηρεί τα εμπορεύματα μαζί με τα τιμολόγια και ο Εναγόμενος 2 τα υπέγραφε με την παραλαβή τους ή υπέγραφε τα δελτία αποστολής που εξέδιδε η Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος 2 μαζί με τη σύζυγο του Εναγόμενη 3 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης ημερ. 17.7.01 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) σύμφωνα με την οποία αναλάμβαναν μαζί με την Εναγόμενη 1 την αποπληρωμή ποσού μέχρι ΛΚ100,000 που τυχόν έμενε απλήρωτο σχετικά με εμπορεύματα που προμήθευε η Ενάγουσα την Εναγομένη
  9. Με βάση τη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία ο Εναγόμενος 2 παρέδιδε στον εισπράκτορα των Εναγόντων (ΜΕ2), ο οποίος μετέβαινε στα υποστατικά της Εναγόμενης 1 μεταχρονολογημένες επιταγές και λάμβανε από τον ΜΕ2 αποδείξεις είσπραξης για τις επιταγές που του παρέδιδε. Για όσες επιταγές τύχαινε να μην πληρωθούν λόγω έλλειψης κεφαλαίων και οι οποίες ως εκ τούτου επιστρέφονταν από την Ενάγουσα μέσω του ΜΕ2 στον Εναγόμενο 2, ο Εναγόμενος 2 εξέδιδε άλλες επιταγές και τις παρέδιδε στον ΜΕ2 προς αντικατάσταση. Γι΄ αυτές τις επιταγές δεν εκδίδονταν αποδείξεις είσπραξης καθότι ίσχυε η απόδειξη είσπραξης που είχε εκδοθεί για τις επιταγές που αντικαταστάθηκαν. Στο πλαίσιο της συνεργασίας των διαδίκων ο Εναγόμενος 2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1 παρήγγειλε σε διάφορες ημερομηνίες εμπορεύματα από την Ενάγουσα που του παρέδωσε μαζί με τιμολόγια για την αξία τους για το συνολικό ποσό ΛΚ91,420.83 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε στον ΜΕ2 μεταχρονολογημένες επιταγές του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ΄Αχνας Λτδ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) έναντι του οφειλόμενου ποσού των τιμολογίων, δηλαδή για το συνολικό ποσό των ΛΚ79,557 οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω πρόκλησης μη εξόφλησης από τον εναγόμενο 2 όπως φαίνεται στο (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Για τις επιταγές αυτές (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) η Ενάγουσα εξέδωσε αποδείξεις είσπραξης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Λόγω της πρόκλησης της μη εξόφλησης των εν λόγω επιταγών από τον Εναγόμενο 2 παραμείνει οφειλόμενο το ποσό των ΛΚ91,420.
  10. Ο ΜΕ2 αφού αναφέρεται σε σχετική αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των διαδίκων αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 ότι το ποσό ΛΚ51,900 δεν έχει πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 δεν είναι σωστή και αντίθετα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό είναι πιστωμένο. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ο Εναγόμενος 2 κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου ποσού το ποσό των €38,500.39 με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €117,701.
  11. Σ΄ ό,τι αφορά την Ανταπαίτηση των Εναγομένων ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τα εξής: Σ΄ ένα φορτίο τριφύλλι από την Ιταλία υπήρχε ποσότητα ουρίας που μπορεί να καταστήσει το προϊόν ακατάλληλο για μερικά ζώα. Το Υπουργείο Γεωργίας έκρινε ότι δεν έπρεπε να πωληθεί το υπόλοιπο και ότι έπρεπε να γίνει ανάκληση. Εν συνεχεία οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τους πελάτες τους και έγινε απ΄ όλους ανάκληση. Μετά έγινε επανεξαγωγή στη χώρα απ΄ όπου προήλθε και το φορτίο αντικαταστάθηκε με νέο φορτίο. Δεν ήρθε στη γνώση των Εναγόντων ότι υπήρξε σε οποιοδήποτε πελάτη οποιοδήποτε πρόβλημα. ΄Οσον αφορά δε τους Εναγόμενους ενώ η συνεργασία μεταξύ τους και των Εναγόντων συνεχίστηκε απρόσκοπτα οι Ενάγοντες για πρώτη φορά έμαθαν για τις απαιτήσεις τους στην παρούσα Ανταπαίτηση όταν προέκυψε το θέμα των επιταγών που σταμάτησε η πληρωμή τους. Ο Εναγόμενος 2 δεν είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες ότι θα σταματούσε τις επιταγές είτε λόγω διαφοράς στις καταστάσεις λογαριασμού, είτε λόγω ύπαρξης απαίτησης. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ένα μέρος του φορτίου που είχε πρόβλημα, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους. Ποτέ δεν τέθηκε από τους Εναγόμενους θέμα σε σχέση με την ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε από το εν λόγω φορτίο και ούτε υποσχέθηκαν οι Ενάγοντες να μη χρεώσουν τους Εναγόμενους για την ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε. Ούτε έγινε οποιοδήποτε παράπονο από τους Εναγόμενους. Αν γινόταν οποιοδήποτε παράπονο οι Ενάγοντες θα μπορούσαν κάλλιστα να βοηθήσουν τους Εναγόμενους μέσω της ασφάλειας που είχαν. Πάντως ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα για ζημιές σε βάρος των Εναγομένων ένεκα αυτού του φορτίου. Ως αποτέλεσμα τούτου μεταξύ των διαδίκων δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία γιατί ποτέ οι εναγόμενοι δεν τους κοινοποίησαν την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος. Ερωτηθείς ο Μ.Ε.1 πότε για πρώτη φορά οι Ενάγοντες παρέδωσαν κατάσταση λογαριασμού στους εναγόμενους εξήγησε ότι το ελεγκτικό γραφείο Καλοπετρίτη δειγματοληπτικά για τους μεγάλους πελάτες πριν κλείσουν τα βιβλία των Εναγόντων κάθε χρόνο αποστέλλει ένα έντυπο όπου αναγράφεται το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο ο πελάτης μπορεί να ελέγξει και αν επιθυμεί να επικοινωνήσει με τους λογιστές. Ερωτηθείς σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 εξήγησε ότι με την επιστολή των ελεγκτών των Εναγόντων προς τον λογιστή του Εναγομένου 2 αποστάληκε κατάσταση λογαριασμού λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 είχε ζητήσει από τους ενάγοντες να έρθουν σε επαφή με τον λογιστή του γιατί κατά τον ισχυρισμό του στις καταστάσεις λογαριασμού κάποια ποσά που είχαν πληρώσει οι Εναγόμενοι δεν φαίνονταν να είχαν πιστωθεί στον λογαριασμό. Για το θέμα αυτό και μετά από εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων επιλέχθηκε ο ελεγκτικός οίκος KPMG οι οποίοι στη συνέχεια ετοίμασαν ένα πόρισμα το οποίο δείχνει ξεκάθαρα ότι τα ποσά ήταν όλα πιστωμένα. Εξήγησε ότι όταν οι Ενάγοντες πληρώνονταν από τους εναγομένους με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδιδόταν απόδειξη είσπραξης με βάση την ημερομηνία παραλαβής της επιταγής. Πολλές φορές επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες και στη συνέχεια οι Εναγόμενοι τις άλλαζαν με περισσότερες επιταγές για μικρότερα ποσά οπόταν, σε τέτοια περίπτωση, οι Ενάγοντες βασίζονταν στην αρχική απόδειξη. Αρνήθηκε ότι αυτή η πρακτική που περιέγραψε είναι άγνωστη στον χώρο των συναλλαγών και τόνισε ότι όλο το παζάρι έτσι δουλεύει. Στην επανεξέταση ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν του είχε ζητήσει να του πιστωθεί το ποσό που αφορούσε την ποσότητα που χρησιμοποίησαν οι Εναγόμενοι από το ελαττωματικό φορτίο. Μαρτυρία Μ.Ε.2 Ο ΜΕ 2 εργάζεται στην Ενάγουσα από το 1992 και τα καθήκοντα του είναι οι εισπράξεις και οι πωλήσεις. Με βάση την πρακτική της Ενάγουσας, αυτή παρέδιδε στους πελάτες της τα προϊόντα που της παρήγγειλλαν μαζί με δελτία παραλαβής τα οποία υπέγραφαν οι πελάτες και στη συνέχεια ο διευθυντής της Ενάγουσας εξέδιδε τιμολόγια για τα προϊόντα αυτά τα οποία ο ΜΕ2 παρέδιδε στους πελάτες, εκείνοι των πλήρωναν και ο ΜΕ2 τους εξέδιδε απόδειξη είσπραξης. Ο Εναγόμενος 2 διευθυντής της Εναγόμενης που ήταν πελάτης της Ενάγουσας παρέδιδε στον ΜΕ2 μεταχρονολογημένες επιταγές έναντι ή προς εξόφληση των τιμολογίων που η Ενάγουσα εξέδιδε για τα προϊόντα που παρέδιδε στην Εναγόμενη. Με την παραλαβή των επιταγών ο ΜΕ2 εξέδιδε και παρέδιδε στον εναγόμενο 2 απόδειξη είσπραξης για τις επιταγές που του παρέδιδε. Στις περιπτώσεις όπου κάποιες επιταγές του Εναγόμενου 2 δεν πληρώνονταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων ο Εναγόμενος 2 κατόπιν συνεννόησης με τον διευθυντή της Ενάγουσας έδιδε στον ΜΕ2 άλλες επιταγές προς αντικατάσταση αυτών που δεν είχαν πληρωθεί και επιστρέφονταν μέσω του ΜΕ2 οι απλήρωτες επιταγές. Για τις επιταγές που εδίδονταν προς αντικατάσταση δεν εξέδιδε ο ΜΕ2 αποδείξεις είσπραξης καθότι ίσχυαν οι αποδείξεις είσπραξης για τις επιταγές που αντικαθίσταντο. Περί τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2005 η Εναγόμενη 1 παρήγγειλε μέσω του εναγόμενου 2 στην Ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα προϊόντα και η Ενάγουσα του παρέδωσε εμπορεύματα αξίας ΛΚ91,420.
  12. Από τον εναγόμενο 2 έλαβε ο ΜΕ2 μεταχρονολογημένες επιταγές για το συνολικό ποσό των ΛΚ79,557 αναφορικά με τιμολόγια που ο ΜΕ2 του έδωσε για προϊόντα που παρήγγειλε. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2). Για τις επιταγές αυτές ο ΜΕ2 έκδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 αποδείξεις είσπραξης. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Εξ όσων δε πληροφορείται ο Μ.Ε.2 από τον Μ.Ε.1 οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν καθότι ο Εναγόμενος 2 σταμάτησε την πληρωμή τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν έναντι των τιμολογίων που εξέδιδε η εταιρεία και έναντι του συνολικού λογαριασμού. Αρκετές φορές στις αποδείξεις είσπραξης γινόταν αναφορά στην εξόφληση συγκεκριμένων τιμολογίων ή έναντι του λογαριασμού. Όταν δεν υπήρχε εξόφληση τιμολογίου ο Μ.Ε.2 έγραφε έναντι του τάδε τιμολογίου το συγκεκριμένο ποσό. ΄Ο,τι έπαιρναν αναγράφετο στο ποσό απόδειξης προς εξόφληση. Εξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθείτο ανέφερε ότι εκδίδετο ένα δελτίο αποστολής στον πελάτη και ένα για το γραφείο. Η χρέωση γινόταν με βάση την έκδοση δελτίου αποστολής το οποίο στηρίζετο σε παραγγελία. Συνήθως αποστέλλετο το εμπόρευμα στον πελάτη και μετά γινόταν η χρέωση. Ο λογαριασμός δεν χρεώνετο με την τηλεφωνική παραγγελία αλλά με την έκδοση δελτίου αποστολής. Τιμολόγια δεν εκδίδονταν με την παραγγελία αλλά αφού εκδίδονταν πρώτα δελτία αποστολής και στη συνέχεια τα τιμολόγια. Ο Μ.Ε.2 έπρεπε να εισπράξει με βάση τα τιμολόγια ο δε Ενάγοντας 2 έλεγχε τον λογαριασμό του Εναγόμενου
  13. Υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις που επιταγές των Εναγομένων δεν πληρώνονταν για αρκετό χρόνο και κάποιες επιστρέφονταν. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Ενάγοντας 2 πληροφορούσε τον Μ.Ε.2 ότι κατόπιν συνεννόησης που είχε με τον Εναγόμενο 2 ο τελευταίος θα αντικαθιστούσε τις απλήρωτες επιταγές με άλλες. Η συνέχεια ήταν ο Μ.Ε.2 να πάρει τις απλήρωτες επιταγές από τον ενάγοντα 2 και να τις δώσει στον Εναγόμενο 2 προς αντικατάσταση. Με άλλα λόγια, ό,τι συμφωνείτο μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή μεταξύ του κ. Κατωδρύτη και του κ. Ελευθερίου, ο Μ.Ε.2 έπαιρνε τις επιταγές προς αντικατάσταση. Ο Ενάγοντας 2 κρατούσε φωτοτυπία της επιταγής που δεν είχε πληρωθεί μέχρι να γίνει αντικατάσταση αυτής. Όταν γινόταν δε αντικατάσταση επιταγής η φωτοτυπία της επιταγής καταστρέφετο. Με λίγα λόγια, ο Ενάγοντας 2 επέστρεφε στον Εναγόμενο 2 απλήρωτες επιταγές και ο Εναγόμενος 2 του εξέδιδε άλλες προς αντικατάσταση. Το ποσό συμφωνείτο πάντοτε με την αντικατάσταση των επιταγών. Ο Μ.Ε.2 έπαιρνε στον Εναγόμενο 2 τις επιταγές που επιστράφηκαν και λάμβανε το αντίστοιχο ποσό. Το ποσό της απόδειξης θα ήταν το ίδιο ποσό που αναγράφετο στην αρχική απόδειξη που εκδόθηκε. Δεν έτυχε ο Μ.Ε.2 να πάρει από τον Εναγόμενο 2 μετρητά γιατί σε τέτοια περίπτωση θα έβγαζε απόδειξη για το ποσό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι πολλές φορές ο Εναγόμενος 2 είχε δώσει μετρητά προς αντικατάσταση επιταγών. Μαρτυρία Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3 είναι εγκεκριμένος λογιστής και από το 1994 είναι εξωτερικός ελεγκτής της Ενάγουσας εταιρείας. Κλήθηκε από τον Γιώργο Κατωδρύτη μετά από επιστολή του Γ. Κυριακίδη ημερ. 24.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) να ελέγξει την κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 για να διαπιστώσει κατά πόσο ήταν πιστωμένο το συνολικό ποσό των Λ.Κ.51.900 το οποίο ο κ. Κυριακίδης ισχυρίζετο ότι δεν είχε πιστωθεί στον λογαριασμό της εναγομένης
  14. Από έρευνα που ο Μ.Ε.3 έκαμε και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Κατωδρύτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ποσό των Λ.Κ.51.900 είναι πιστωμένο στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 και για το σκοπό αυτό έστειλε κατ΄ εντολή των πελατών του την επιστολή ημερ. 8.11.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) με την οποία απαντούσε στους ισχυρισμούς του κ. Κυριακίδη και του απεδείκνυε ότι το ποσό των Λ.Κ.51.900 ήταν πιστωμένο. Συνοπτικά τα γεγονότα ήταν ως εξής: Η Εναγόμενη 1 παρέδωσε στους ενάγοντες έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου της τις ακόλουθες επιταγές: ® 1123616 ημερ. 25.11.2002 για ποσό Λ.Κ.6.200 ® 1123617 ημερ. 29.11.2002 για ποσό Λ.Κ.6.000 ® 1123690 ημερ.18.01.2002 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123693 ημερ. 28.01.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123695 ημερ. 18.02.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123696 ημερ. 30.01.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ: Λ.Κ.32.200 Οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 1 και αντικαταστάθηκαν με τις ακόλουθες επιταγές: § 1123744 ημερ. 9.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123745 ημερ. 10.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123746 ημερ. 13.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123747 ημερ. 14.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123748 ημερ. 15.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123749 ημερ. 16.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.200 § 1123804 ημερ. 11.03.2003 για ποσό Λ.Κ.2.500 § 1123803 ημερ. 7.05.2003 για ποσό Λ.Κ.2.500 § 1152834 ημερ. 27.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 § 1152835 ημερ. 29.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 § 1152836 ημερ. 31.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ Λ.Κ.32.200 Οι επιταγές με αριθμούς 1123616 και 1123617 που αναφέρονται ανωτέρω φαίνονται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7407 ενώ οι επιταγές με αριθμούς 1123690, 1123693, 1123695 και 1123696 φαίνονται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) Όταν έγινε η αντικατάσταση των επιταγών όπως αναφέρεται ανωτέρω στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 παρέμειναν τα στοιχεία των επιταγών οι οποίες επεστράφησαν και φαίνονται στις ημερομηνίες στις οποίες έπρεπε να είχε γίνει η πληρωμή τους όπου αναφέρονται οι αριθμοί των αποδείξεων είσπραξης που αναφέρθηκαν ανωτέρω καθώς και το ποσό της κάθε επιταγής και ως εκ τούτου το συνολικό ποσό των Λ.Κ.32.200 πιστώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης 1 και φαίνεται ξεκάθαρα η πίστωση του εν λόγω ποσού στην κατάσταση λογαριασμού ως ακολούθως: ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123616 φαίνεται στη σελίδα 6 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  15. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123617 φαίνεται στη σελίδα 6 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  16. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123690 φαίνεται στη σελίδα 1 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  17. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123693 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  18. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123695 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  19. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123696 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  20. Τη διαπίστωση ότι οι επιταγές που αφορούν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.32.200 που αντικαταστάθηκαν με άλλες την έκανε ο Μ.Ε.3 μετά από έλεγχο που διενήργησε στις καταστάσεις λογαριασμού που στέλλει η τράπεζα στους πελάτες τους και φαινόταν ότι αυτές οι επιταγές είχαν κατατεθεί αλλά δεν είχαν πληρωθεί. Μετά που έστειλε ο Μ.Ε.3 την επιστολή του ημερ. 8.11.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8) ο κ. Κατωδρύτης εξασφάλισε επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου ΄Αχνας Λτδ. προς την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ. ημερ. 21.11.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) στην οποία βεβαιώνεται ότι όντως αυτές οι επιταγές δεν πληρώθηκαν ποτέ στους ενάγοντες. £ Η επιταγή με αριθμό 1123691 ημερ. 21.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  21. £ Η επιταγή με αριθμό 1123692 ημερ. 24.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  22. £ Η επιταγή με αριθμό 1123694 ημερ. 31.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  23. £ Η επιταγή με αριθμό 1123710 ημερ. 25.02.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7543 και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  24. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές που παρέδιδε ο Εναγόμενος 2 στους ενάγοντες καταχωρούνταν από τους ενάγοντες στην κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης 1 με την ημερομηνία πληρωμής τους και όχι με την ημερομηνία έκδοσής τους και αν κάποιες από αυτές δεν πληρώνονταν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων επιστρέφονταν από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 2 ο οποίος τους εξέδιδε άλλη ή άλλες επιταγές για το συνολικό ποσό της επιταγής ή των επιταγών που δεν πληρώνονταν. Στην κατάσταση λογαριασμού δεν γινόταν διόρθωση εφόσον το ποσό των νέων επιταγών συμφωνούσε με το ποσό των επιταγών που αντικαθιστούσε. Aντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 και ερωτηθείς τι έρευνα έκανε πέραν από το να λάβει πληροφορίες από τον κ. Κατωδρύτη απάντησε ότι λήφθηκαν ακόμη οι αποδείξεις που εκδόθηκαν και οι επιταγές που λήφθηκαν κατά πόσο συμφωνούσαν με τις αποδείξεις και αν οι αποδείξεις έχουν καταχωρηθεί και εκδοθεί σωστά και αν τα ποσά αυτά πιστώθηκαν στο λογαριασμό του πελάτη για να αφαιρεθεί από το χρέος του. Εξηγώντας από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 το Παράρτημα 1 ανέφερε ότι οι πρώτες τέσσερεις καταχωρήσεις αφορούν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες καταχωρούνταν με την ημερομηνία πληρωμής και όχι με την ημερομηνία παραλαβής. Ανέφερε ότι στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 που είναι κατάθεση λογαριασμού δεν έγινε καμία διόρθωση εφόσον τα ποσά των νέων επιταγών συμφωνούσαν με αυτά των επιταγών που αντικατέστησαν. Η δική του αρμοδιότητα ήταν να ελέγξει κατά πόσο το ποσό των ΛΚ51900 είχε πιστωθεί. Έλεγξε αν οι επιταγές και οι αποδείξεις που αναφέρονται στις επιταγές έχουν σωστά πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης
  25. Το λογιστήριο έλεγχε ότι οι επιταγές που επιστρέφονται πίσω δεν είχαν ξεκαθαρίσει (δεν είχαν πληρωθεί) κάτι που είδε και ο ΜΕ
  26. Άρα ήταν καθαρό ότι αυτές οι επιταγές δεν είχαν πληρωθεί και είχαν επιστραφεί και αυτό φαίνεται με την αντικατάσταση των νέων επιταγών που συμφωνούν με το ποσό που είχε πιστωθεί στην αρχική είσπραξη των επιταγών. Μετέπειτα για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτές οι δεύτερες επιταγές είχαν ξεκαθαρίσει ή όχι δηλαδή οι επιταγές προς αντικατάσταση έχουν ανατρέξει σε «third party evidence» δηλαδή στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας Λτδ (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) από όπου προκύπτει ότι αυτές οι επιταγές δεν έχουν ποτέ εξαργυρωθεί. Κατά συνέπεια το ποσό των ΛΚ32200, που συζητήθηκε ανωτέρω, έχει καταχωρηθεί στην πίστωση του πελάτη δηλαδή της Εναγομένης 1 αλλά δεν έχει εισπραχθεί ποτέ. Ερωτηθείς κατά πόσο ξέρει αν όλες αυτές οι επιταγές που λέει ότι έχουν δοθεί προς αντικατάσταση αυτών των συγκεκριμένων που δεν πληρώθηκαν ή αν απλώς έχει τη θέση των Εναγόντων ότι αυτές οι επιταγές επει8δή δεν ξοφλήθηκαν μας έδωσαν άλλες απάντησε ότι οι πρώτες επιταγές έχουν καταχωρηθεί με αποδείξεις και εν συνεχεία το ποσό που αντικατέστησε τις πρώτες ισούται με το ποσό εκείνο. Κατά συνέπεια, πρόσθεσε, η αντικατάσταση αυτή είναι σωστή και αφού πιστώθηκαν οι πρώτες επιταγές δεν μπορούσαν να πιστωθούν ξανά δεύτερη φορά. Διευκρίνισε ότι οι καταχωρήσεις ή ο τρόπος τήρησης του λογιστικού συστήματος των Εναγόντων δεν ήταν δική του υπόθεση. Η δική του εντολή ήταν να ελέγξει κατά πόσο τα ποσά των επιταγών που ισχυρίζετο ο συνάδελφος του λογιστής πιστώθηκαν στο λογαριασμό της Εναγομένης
  27. Σημασία για τον ίδιον δεν ήταν ο τρόπος καταχώρησης κάθε λογιστικής πράξης αλλά το κατά πόσο είχαν καταχωρηθεί. Μαρτυρία Μ.Ε.
  28. Ο ΜΕ4 είναι εγκεκριμένος λογιστής στον ελεγκτικό οίκο Κ.Ρ.Μ.G. Στις 3/8/06 η δικηγόρος των Εναγόντων έστειλε με φαξ επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20) στα γραφεία της ΚΡΜG στη Λεμεσό με την οποία τους ενημέρωνε ότι είχε προκύψει λογιστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων και ζητούσαν όπως επιλύσει ο οίκος ΚΡΜG τη διαφορά αυτή ως ανεξάρτητοι ελεγκτές. Τελικώς ανέλαβε την υπόθεση ο ΜΕ4 και της πρότεινε συνάντηση των διαδίκων στις 5/9/06 στα γραφεία της ΚΡΜG στη Λάρνακα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 21). Η συνάντηση αυτή ανεβλήθη λόγω απόσυρσης των τότε δικηγόρων της Εναγομένης
  29. Μετά το διορισμό νέου δικηγόρου aκολούθησαν τηλεφωνικές επικοινωνίες και αλληλογραφία προκειμένου να διευθετηθεί νέα συνάντηση η οποία τελικά διευθετήθηκε στις 4/6/07 στα γραφεία της ΚΡΜG στη Λάρνακα. Μετά από παράκληση του κ. Ευσταθίου δικηγόρου των Εναγομένων αναβλήθηκε η συνάντηση στις 4/6/07 και τα δύο μέρη είχαν συμφωνήσει όπως ο ΜΕ4 μελετήσει την αλληλογραφία που αφορά την υπόθεση και τα δικόγραφα και να ετοιμάσει το πόρισμα του. Αφού ο ΜΕ4 μελέτησε τα διάφορα έγγραφα που είχε στην κατοχή του σχετικά με την υπόθεση κατέληξε στο πόρισμα του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25) το οποίο κοινοποίησε στους δικηγόρους των διαδίκων στις 3/7/
  30. Στις 8/4/08 ο ΜΕ4 εξήγησε σε συνάντηση που έγινε με τους δικηγόρους των διαδίκων το πόρισμα του. Το πόρισμα του το οποίο και υιοθέτησε έχει εν συνόψει ως εξής: § Κατόπιν παραδοχής των Εναγομένων οι επιταγές ύψους ΛΚ79557 αφορούσαν το υπόλοιπο ΛΚ91420.83 § Η διαφορά προκύπτει στο έτος 2003 και ανέρχεται στο ποσό ΛΚ
  31. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών έχουν γίνει πληρωμές από τους Εναγομένους με επιταγές οι οποίες για διάφορους λόγους δεν είχαν τιμηθεί και οι οποίες αντικαταστάθηκαν με άλλες. Στις περιπτώσεις αυτές οι αποδείξεις είσπραξης που εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες δεν ακυρώθηκαν και δεν εκδόθηκαν νέες με τα στοιχεία των επιταγών που αντικαθιστούσαν τις μη τιμηθείσες. § Από το ποσό των ΛΚ51900, ΛΚ19700 έχει κατατεθεί και τιμηθεί με τις επιταγές: 1123691 1123692 1123694 1123710 § Για το ποσό αυτό δεν υπάρχει διαφωνία και παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού των Εναγόντων καθώς επίσης και στις αποδείξεις είσπραξης με αρ. 7533 και
  32. § Για τις υπόλοιπες ΛΚ32200 εκδόθηκαν επιταγές ύψους ΛΚ32200 και για τις οποίες εκδόθηκαν από τους ενάγοντες αποδείξεις με αρ. 7533 και
  33. Οι επιταγές αυτές δεν τιμήθηκαν. Υπάρχει προς τούτο επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας. § Στη συνέχεια οι επιταγές αυτές αντικαταστάθηκαν από άλλες χωρίς ωστόσο να εκδοθούν νέες αποδείξεις είσπραξης από τους Ενάγοντες και να ακυρωθούν οι προηγούμενες ως όφειλε, θεωρώντας ότι για τις νέες επιταγές ισχύουν οι αποδείξεις που εκδόθηκαν οι μη τιμηθείσες. Παρόλα αυτά αριθμητικά οι ΛΚ32200 παρουσιάζονται ως διευθετηθείσες στην κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσαν οι ενάγοντες. § Συνοπτικά το ποσό των ΛΚ51900 φαίνεται να έχει καταχωρηθεί στην κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσαν οι ενάγοντες σε πίστη της εναγομένης
  34. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 και κληθείς να εξηγήσει την αναφορά του στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25 ότι τα στοιχεία που έχουν τεθεί στη διάθεση τους δεν έχουν υποβληθεί σε οποιοδήποτε έλεγχο από το ελεγκτικό του οίκο απάντησε ότι η εργασία που έκανε ήταν ελεγκτική και όχι λογιστική επί τη βάση του σεναρίου ότι οι αναφορές για ύπαρξη επιταγών προς αντικατάσταση επιταγών που δεν πληρώθηκαν οι οποίες εκδόθηκαν και αφορούσαν άλλη ημερομηνία πληρωμής ήταν αλήθεια. Όσον αφορά την αναφορά του στο σημείο 4 του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25 και ερωτηθείς κατά πόσο ο ίδιος θεώρησε εκ προοιμίου με βάση τα όσα του λέχθηκαν ότι οι συγκεκριμένες επιταγές δεν τιμήθηκαν απάντησε ότι οι επιταγές περιλαμβάνονται σε μία κατάσταση που εξέδωσε ο τραπεζικός οργανισμός με τον οποίο υπήρχε συνεργασία και είναι καταγεγραμμένες. Στην επανεξέταση όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο δικηγόρος των Εναγομένων αμφισβήτησε τα στοιχεία διευκρίνισε ότι δεν θυμόταν να υπήρξε αμφισβήτηση ή εκτενής αναφορά στις λεπτομέρειες του πορίσματος του. Διευκρίνισε τέλος ότι ο συνήγορος των Εναγομένων δεν του έστειλε οποιαδήποτε στοιχεία. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Μαρτυρία Μ.Υ.1 Ο ΜΥ1 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 η οποία διατηρεί μύλο, δηλαδή μονάδα μεταποίησης και παρασκευής ζωοτροφών. Η προμήθεια των πρώτων υλών γίνεται από εισαγωγείς μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα. Η συνεργασία με την Ενάγουσα άρχισε από το 1997 ενώ η γνωριμία με τον διευθυντή της Ενάγουσας από το
  35. Η συνεργασία συνίστατο στην αγορά και προμήθεια των πρώτων υλών από την Ενάγουσα και χρεοπίστωση λογαριασμού που η Εναγόμενη 1 διατηρούσε με αυτή. Η πρακτική ήταν η έκδοση και χορήγηση εκ μέρους της Εναγόμενης μεταχρονολογημένων επιταγών μετά την παράδοση εμπορευμάτων που εγίνονταν πάντα στους μύλους της Εναγόμενης και μετά την έκδοση σχετικού δελτίου αποστολής το οποίο παραδίδετο στο μεταφορέα με το φόρτωση και το οποίο παραδίδετο με την παράδοση του φορτίου από τον τελευταίο. Μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και την παραλαβή από την Εναγόμενη του σχετικού δελτίου αποστολής ακολουθούσε μετά παρέλευση κάποιων ημερών η έκδοση και παράδοση τιμολογίου από τον εισπράκτορα της Ενάγουσας ο οποίος παραλάμβανε τις μεταχρονολογημένες επιταγές έναντι υπολοίπου λογαριασμού οφειλής. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές είχαν τον χαρακτήρα εξασφάλισης της εξόφλησης του λογαριασμού και δεν ήταν το αντάλλαγμα που η Εναγόμενη πλήρωνε για τις ζωοτροφές αφού για την προμήθεια αυτών των πρώτων υλών είχε συμφωνηθεί να διατηρείται ο λογαριασμός. Σε περίπτωση όπου κάποιες επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες ακολουθούσε η εξόφληση τους από την εναγομένη σε μετρητά και ουδέποτε με έκδοση νέων επιταγών πλην της περίπτωσης τριών επιταγών που αναφέρει ο ΜΕ
  36. Μετά από έλεγχο που έγινε από τους ελεγκτές της Εναγόμενης προσπάθησε να εντοπίσει πως και για ποιο λόγο, ενώ καταβάλλονταν μεγάλα ποσά έναντι του λογαριασμού της στην Ενάγουσα και ενώ ανέμενε ο συγκεκριμένος λογαριασμός να είναι χαμηλότερος, παρουσίαζε υψηλότερο υπόλοιπο. Παράλληλα είχε διαπιστωθεί ότι ποσό ΛΚ51,900 το οποίο είχε εξοφληθεί και καταβληθεί δεν εμφανίζετο στην κατάσταση λογαριασμού την οποία είχαν αποστείλει οι ελεγκτές της Ενάγουσας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Με βάση τον έλεγχο η Εναγόμενη 1 διαπίστωση ότι το υπόλοιπο το οποίο πραγματικά οφειλόταν περιορίζετο στο ποσό των ΛΚ22,433.07 το οποίο τελικώς εξοφλήθηκε μεταγενέστερα έτσι ώστε να μην οφείλεται σήμερα οποιοδήποτε ποσό. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η Ενάγουσα προμήθευσε την εναγομένη έναντι τιμολογίου ημερ. 1.4.2002 100,810 κιλά τριφύλλι για τα οποία τη χρέωση ΛΚ 10,645.54 και το οποίο η Εναγόμενη θα χρησιμοποιούσε για την παραγωγή ζωοτροφών και κυρίως ζωοτροφής προοριζόμενης για κουνέλια. Λόγω παραπόνων πελατών της εναγομένης έγινε έλεγχος από υπαλλήλους του Συμβουλίου Ζωοτροφών της κυβέρνηση που είχαν παραχθεί με βάση το τριφύλλι αυτό και στις 9.4.2002 ο ΜΥ1 πληροφορήθηκε από υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας ότι οι πιο πάνω ποσότητες τριφυλλιού ήταν παντελώς ακατάλληλες και επικίνδυνες και επιβαλλόταν άμεσα η απόσυρση τους. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη αναγκάστηκε να αποσύρει τις πιο πάνω ακατάλληλες ζωοτροφές για τις οποίες δεν πληρώθηκε. Ανταπαιτεί δε η Εναγόμενη από την Ενάγουσα τα ακόλουθα ποσά: ü Ποσό ΛΚ2,420.77 που αφορούσε 20,175 κιλά τριφύλλι που χρησιμοποιήθηκε για κατασκευή ζωοτροφών. ü Αξία πρώτων υλών για Παρασκευή ζωοτροφής εκτός από τριφύλλι για ποσό ΛΚ 3,
  37. ü Εργατικά και μεταφορικά έξοδα για την παρασκευή των ζωοτροφών αλλά και για την απομάκρυνση τους για ποσό ΛΚ1,
  38. ü Ζημιές ύψους ΛΚ75,000 λόγω ολοκληρωτικής καταστροφής του τμήματος κουνελιών της εναγομένης. ü Ζημιές ύψους ΛΚ20,000 σε άλλα τμήματα ζωοτροφών της Εναγόμενης. ü Ζημιές ύψους ΛΚ10,000 από ποσά που χρωστούσαν πελάτες της Εναγόμενης. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όταν ερχόταν ο εισπράκτορας της εταιρείας των Εναγόντων Βαρναβίδης συνάθροιζε το ποσό των τιμολογίων ο ΜΥ1 και έβγαζε ανάλογες επιταγές όχι για κάθε τιμολόγιο. Η εναγομένη 1 είχε πάντα μετρητά στη διάθεση της γιατί από τους πελάτες της, οι βοσκοί, τους πλήρωναν σε μετρητά. Το Τμήμα κανελιών της Εναγομένης 1 παρουσίαζε μια σταθερή και συνεχή αύξηση του κύκλου εργασιών και του κέρδους. Κατάθεσε δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28 κατάσταση για τις πωλήσεις των κουνελιών όπου φαίνεται ότι για το έτος 1999 οι συνολικές πωλήσεις ανέρχονταν σε 79172,65 και το 2000 σε 991232,
  39. Μέχρι δε το 2001 οι συνολικές πωλήσεις ανέρχονταν για την χρονιά εκείνη σε 108199, ενώ από το 2002 υπήρξε μείωση σε 61175,85 και ακολούθησε μια καθοδική πορεία ένεκα της δυσφήμισης που υπέστη η εναγομένη 1 λόγω της παράδοσης ελαττωματικών προϊόντων εκ μέρους των Εναγόντων. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι μετά την παράδοση των waybills από τον εισπράκτορα των Εναγόντων κ. Βαρναβίδη εκδίδονταν τιμολόγια και αποδείξεις για μεταχρονολογημένες επιταγές που έδιναν οι εναγόμενοι. Ερωτηθείς αν οι εν λόγω αποδείξεις περιλάμβαναν τον αριθμό του τιμολογίου που οι εναγόμενοι ήθελαν να εξοφλήσουν, τα στοιχεία της επιταγής που διδόταν όπως η ημερομηνία πληρωμής και το ποσό απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι έτυχε σε 2-3 περιπτώσεις που ο κ. Βαρναβίδης δεν είχε μπλοκ αποδείξεων είσπραξης και ο Εναγόμενος 2 του είχε δώσει κάποιες επιταγές οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στην κατάσταση λογαριασμού. Ενώ ο εισπράκτορας που είχε πει ότι θα έφερνε αργότερα τις αποδείξεις αυτό δεν έγινε και είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο ΜΥ1 ζητούσε από τους ενάγοντες να του δώσουν κατάσταση λογαριασμού. Τοποθέτησε χρονικά το θέμα περί τα τέλη του 2002 αρχές
  40. Οι διαφορές που προέκυψαν αφορούσαν το ποσό των ΛΚ51900, όπως αναφέρεται στην επιστολή του κ. Κυριακίδη (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) και επίσης η διαφορά για το ποσό ΛΚ22200 που αποτελούσε περίπτωση αντικατάστασης κάποιων επιταγών με καταβολή από τους εναγομένους μετρητών. Η πρακτική που ακολουθείτο ήταν οι εναγόμενοι να εξοφλούν με μετρητά και συγκεκριμένα έδιναν μετρητά και οι ενάγοντες τους επέστρεφαν τις επιταγές, δεν έπαιρναν απόδειξη γιατί δεν είχε το σύστημα των Εναγόντων δυνατότητα έκδοσης απόδειξης για επιταγές που επιστρέφονταν δηλαδή απόδειξης ότι αυτές αντικαταστάθηκαν με μετρητά. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι ο λόγος που οι εναγόμενοι δεν έπαιρναν απόδειξη από τους ενάγοντες ήταν επειδή είχε ήδη εκδοθεί απόδειξη είσπραξης για τις επιταγές που δεν είχαν τιμηθεί. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι όταν οι επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες οι εναγόμενοι έδιναν άλλες επιταγές προς αντικατάσταση για το συνολικό ποσό εκείνων των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί και επανέλαβε ότι η αντικατάσταση γινόταν με την καταβολή μετρητών και λαμβάνονταν πίσω οι επιταγές που δεν είχαν τιμηθεί. Στην υποβολή ότι ένας που δίνει μετρητά ζητά να λάβει μια απόδειξη είσπραξης ο ΜΥ1 απάντησε ότι οι ενάγοντες τους παρέδιδαν την επιταγή που δεν μπορούσε να κατατεθεί και οι εναγόμενοι με την σειρά τους έδιναν μετρητά. Μόνο σε τρεις περιπτώσεις που ο ΜΥ1 προσδιόρισε είχε δώσει στους Ενάγοντες άλλες επιταγές. Ερωτηθείς να αναφέρει το λόγο που οι εναγόμενοι, εφόσον είχαν μετρητά στη διάθεση τους δεν πλήρωναν από την αρχή με μετρητά και εξέδιδαν επιταγές που υπήρχε ο κίνδυνος να επιστραφούν απάντησε ότι είχαν συμφωνήσει πίστωση για 90 ημέρες για ποσά μέχρι ΛΚ100,
  41. Τις μεταχρονολογημένες επιταγές οι ενάγοντες τις χρησιμοποιούσαν προς χρηματοδότηση τους μέσω του συστήματος Factoring. Στην υποβολή ότι οι Εναγόμενοι αν είχαν τη δυνατότητα να εξοφλούν οποιοδήποτε ποσό τιμολογίων σε μετρητά δεν θα προέβαιναν σε συμφωνία για πίστωση απάντησε ότι ήταν το σύστημα των Εναγόντων που δούλευε με μεταχρονολογημένες επιταγές. Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρξε περίπτωση να ζητήσουν οι εναγόμενοι να κατατεθεί μια επιταγή τους και τρίτη φορά απάντησε καταφατικά και στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε γιατί τότε δεν έδιναν οι εναγόμενοι μετρητά απάντησε ότι τύχαινε να μην έχουν μετρητά αλλά επιταγές από πελάτες τους. Στην υποβολή ότι οι επιταγές που φαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 και οι οποίες δεν είχαν πληρωθεί είναι πιστωμένες στο λογαριασμό των εναγόμενων απάντησε ότι αυτές έχουν αντικατασταθεί με μετρητά. Η συνήγορος παρέπεμψε τον ΜΥ1 στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 υποβάλλοντας του συγχρόνως ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 φαίνονται στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των ΛΚ51900.- του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 7 να έχει πιστωθεί στο λογαριασμό των εναγόμενων. Η απάντηση του ΜΥ1 στην εν λόγω υποβολή ήταν αρνητική. Ερωτηθείς για ποιο λόγο οι εναγόμενοι είχαν εκδώσει τις επιταγές με αριθμούς 1123691, 1123692, 1123694 και 1123710 εφόσον η θέση τους ήταν ότι δεν ήταν προς αντικατάσταση, απάντησε ότι δόθηκαν για πληρωμή κάποιων τιμολογίων ενώ ο εισπράκτορας κατ΄ εκείνη τη στιγμή δεν είχε μαζί του μπλοκ αποδείξεων είσπραξης. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης ο ΜΥ1 είπε ότι είχε ζητήσει από τον κ. Βαρναβίδη κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων από το 2003 και τους δόθηκε στις 30/8/05 δηλαδή μετά από 2½ χρόνια. Όταν λοιπόν έλαβαν την κατάσταση και έγινε έλεγχος τον Οκτώβριο του 2005 οι εναγόμενοι προκάλεσαν τη μη πληρωμή των επιταγών. Ερωτηθείς γιατί, εφόσον είχε διαπιστώσει από το 2003 ότι υπήρχε πρόβλημα δεν ήλθε ο ΜΥ1 από τότε να ζητήσει από τους ενάγοντες εξηγήσεις ή να διακόψει συνεργασία μαζί με τους ενάγοντες, ενώ αντίθετα συνέχιζε, απάντησε ότι χρειαζόταν κατάσταση λογαριασμού για να διεκδικήσει αυτό που νόμιζε και για το σκοπό αυτό τηλεφωνούσε καθημερινά η υπάλληλος του στο γραφείο των Εναγόντων. Ερωτηθείς γιατί δεν επικοινώνησε ο ίδιος απευθείας με τον κ. Κατωδρύτη απάντησε ότι ο ίδιος είχε άμεση σχέση με τον κ. Βαρναβίδη. Ερωτηθείς κατά πόσο πριν προχωρήσει σε εντολή μη πληρωμής επιταγών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) είχε επικοινωνήσει με τον κ. Κατωδρύτη ή αντιπρόσωπο των Εναγόντων για να συζητήσουν τις διαφορές τους απάντησε αρνητικά, δεχόμενος ωστόσο ότι η συνεργασία των Εναγομένων με τους ενάγοντες από το 1997 και με τον κ. Κατωδρύτη τον οποίο γνώριζε από το 1995 δεν υπήρχε άλλη διαφορά μεταξύ τους. Δέχθηκε ότι η πρώτη φορά που τέθηκε στους ενάγοντες αμφισβήτηση ήταν με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 ημερομηνίας 24/10/
  42. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που από το 2002 που διαπίστωσε κάποιο πρόβλημα και δεν επιχείρησε να μιλήσει με τον κ. Κατωδρύτη ήταν επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει τις επίδικες επιταγές που έκανε «stop payment» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) και όχι λόγω οικονομικής διαφοράς. Αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 για το «stop payment» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) των επίδικων επιταγών είναι δικαιολογίες για σκοπούς αποφυγής και καθυστέρησης της πληρωμής τους. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι οι Ενάγοντες ήταν πάντα πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί τους για επίλυση προβλημάτων που προέκυπταν στη συνεργασία και ότι αυτό αποδείχθηκε από την άμεση απάντηση των ελεγκτών των Εναγόντων με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  43. Eρωτηθείς να εξηγήσει την αναφορά του ότι οι εναγόμενοι πλήρωναν μετρητά για το λόγο ότι η έκδοση επιταγών θα οδηγούσε σε παραβίαση της συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 εξήγησε ότι η επιταγή προς αντικατάσταση μπορούσε να ξεπεράσει τις 90 ημέρες πίστωσης. Όταν ρωτήθηκε γιατί να μην υπάρχει παραβίαση της συμφωνίας από το γεγονός ότι στις 90 ημέρες που παρουσιάζονταν οι επιταγές δεν πληρώνονταν απάντησε ότι ουδέποτε ξεπερνούσαν οι εναγόμενοι τις 90 ημέρες γιατί τις έβαζαν στις 40-65 μέρες, με μέγιστο χρόνο τις
  44. Αρνήθηκε ότι έτσι και αλλιώς οι εναγόμενοι με τις μεταχρονολογημένες τους επιταγές που δεν πληρώνονταν ξεπερνούσαν τις 90 μέρες πίστωσης και πρόσθεσε ότι αυτές διευθετούνταν με μετρητά. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του που καταγράφονται στην παράγραφο 10 του εγγράφου 5 εξήγησε ότι για να προσδιοριστεί το ακριβές μέγεθος της ζημιάς που είχαν υποστεί από τα ακατάλληλα προϊόντα των Εναγόντων χρειαζόταν χρόνος. Δεν υπέβαλαν οι εναγόμενοι γραπτό αίτημα για τη ζημιά που υπέστησαν λόγω του ότι ο κ. Βαρναβίδης τους διαβεβαίωνε ότι οι ενάγοντες θα τους αποζημίωναν αφού προηγουμένως θα έπαιρναν τους Ιταλούς προμηθευτές τους στο Δικαστήριο για αποζημιώσεις, αλλά ποτέ δεν έγινε οτιδήποτε. Ερωτηθείς γιατί από τον Απρίλιο του 2002 που υπήρξε το θέμα με το ελαττωματικό φορτίο ή ένα χρόνο μετά δεν προχώρησαν οι εναγόμενοι δικαστικώς ή με γραπτή απαίτηση στους ενάγοντες για ζημιές και ήλθαν μόλις το 2007 να εγείρουν Ανταπαίτηση απάντησε ότι ώσπου υπήρχε συνεργασία και υποσχέσεις για αποζημιώσεις δεν προχωρούσαν με αυτόν τον τρόπο. Ερωτηθείς γιατί οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ2420,77 για την ποσότητα που δεν επέστρεψαν και υπήρχε πρόβλημα απάντησε ότι οι Ενάγοντες τους είχαν ζητήσει να πληρώσουν και παράλληλα τους είχαν υποσχεθεί ότι θα τους αποζημίωναν όταν θα έπαιρναν και αυτοί αποζημίωση από το εργοστάσιο στην Ιταλία. Αρνήθηκε ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε επειδή οι εναγόμενοι κράτησαν την ποσότητα τριφυλλιού που αντιστοιχεί χωρίς να πάθουν οποιαδήποτε ζημιά. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση του και συγκεκριμένα για την αναφορά στην παράγραφο 13(α) ανέφερε ότι το ποσό που δόθηκε στους ενάγοντες ήταν κατόπιν υπόσχεσης τους για αποζημιώσεις. Όσον αφορά την παράγραφο 13(β) όταν του ζητήθηκε απόδειξη πληρωμής των πρώτων υλών για παρασκευή της ζωοτροφής απάντησε «να σας παρουσιάσω τα σιτηρέσια των κουνελιών;». Σε σχέση με την παράγραφο 13(γ) ερωτηθείς αν είχε απόδειξη των εργατικών και μεταφορικών εξόδων απάντησε αρνητικά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι και πρόβλημα να υπήρξε στις πρώτες ύλες των ζωοτροφών των Εναγομένων δεν υπήρχε λόγος επηρεασμού του ονόματος των Εναγομένων αφ΄ ης στιγμής οι πελάτες τους γνώριζαν ότι οι πρώτες ύλες εξασφαλίζονταν από τρίτους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν αδύνατο από τις 26 μέχρι 28/3/02 οι εναγόμενοι να είχαν παρασκευάσει και διοχετεύσει στην αγορά ποσότητα ζωοτροφών ώστε να προκληθεί η ζημιά που ζητούν. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι η όποια μείωση στον κύκλο εργασιών των Εναγομένων αν υπήρξε δεν οφείλετο στους ενάγοντες. Δεν αποδέχθηκε ούτε την υποβολή ότι ο λόγος που ήταν μειωμένος ο κύκλος εργασιών των Εναγομένων δεν ήταν λόγω ευθύνης των Εναγόντων αλλά λόγω της αναβάθμισης υφιστάμενων πρεσών και δημιουργία νέων για κουνέλια με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο ανταγωνισμός και να μειωθεί η πελατεία των Εναγομένων. Μαρτυρία ΜΥ2 Ο ΜΥ2 είναι Λειτουργός Γεωργίας Α στο Επαρχιακό Γεωργικό Γραφείο Λεμεσού και ήταν επιθεωρητής Ζωοτροφών στο Συμβούλιο Ζωοτροφών. Γνωρίζει τον Εναγόμενο
  45. Επισκέφθηκε πολλές φορές το μύλο του. Επισκέφθηκε το μύλο του και τους μήνες Μάρτη και Απρίλη του
  46. Μετά από υποψίες για την ποιότητα ζωοτροφής με την ονομασία μηδικάλευρο στις 28/3/02 έλαβε οδηγίες για να διενεργήσει δειγματοληψία από το μύλο του Εναγομένου 2 σε 3 φορτία. Αφού διενήργησε τη δειγματοληψία πήρε αυθημερόν τα δείγματα στο Χημείο. Κατάθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 31 τα αποτελέσματα των τεσσάρων χημικών αναλύσεων των δειγμάτων που έλαβε στις 28/3/02 όπου αναφέρεται ότι η αναφερομένη ζωοτροφή δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις των Κανονισμών διότι μεταξύ άλλων περιείχε ουρία η οποία δεν δηλώθηκε. Δηλαδή και στα 4 δείγματα που αναλύθηκαν βρέθηκε ουρία. Μαρτυρία ΜΥ3 Ο ΜΥ3 είναι κτηνίατρος και ασχολείται με την κτηνιατρική περίθαλψη των παραγωγικών ζώων. Σ' αυτά εμπίπτουν τα μηρυκαστικά, μονογαστρικά, όπως άλογα, χοίροι, κουνέλια. Η ουρία συνιστά ουσία αζωτούχο που χρησιμοποιείται για ενίσχυση της παραγωγής στα μηρυκαστικά με μεγάλη επιφύλαξη γιατί είναι τοξική για τα μονογαστρικά. Προκαλεί τοξίνωση, επηρεάζοντας νεφρά και συκώτι και μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στο πεπτικό σύστημα. Μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο θάνατο και στην περίπτωση των μηρυκαστικών π.χ. αγελάδων. Στα μονογαστρικά όπως είναι τα κουνέλια η επιτρεπόμενη παρουσία της ουρίας είναι μηδέν ενώ στα μηρυκαστικά με επιφύλαξη. Το κουνέλι ως το πιο ευαίσθητο ζώο αν πάθει τοξίνωση θα οδηγηθεί στο θάνατο. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς για τις συνέπειες από την ύπαρξη ποσοστά ουρίας 0,5% απάντησε ότι δεν πρέπει να υπάρχει στο σιτηρέσιο των κουνελιών ουρία και ότι πιστεύει ότι θα προκαλέσει τοξίνωση. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν είναι ειδικός στη διατροφή, απλώς γνωρίζει ότι η ουρία είναι τοξική τροφή για τα κουνέλια. Ερωτηθείς κατά πόσο συμφωνούσε με σχετική μελέτη που του υπεδείχθη ότι ουρία στο ποσοστό του 0,5% μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα στα κουνέλια όταν χορηγείται για πολύ καιρό απάντησε δεν την είχε υπόψη του. Συμφώνησε, ωστόσο, με τη θέση ότι όταν παρέχεται στα κουνέλια τροφή που περιέχει 0,5% ουρία για μεγάλο διάστημα θα επιδράσει στα εσωτερικά όργανα του κουνελιού. Δεν πιστεύει ότι αυτό μπορεί να συμβεί σε 2-3 μέρες όταν πρόκειται για μικρές ποσότητες ουρίας στην τροφή των κουνελιών. Κληθείς να πει κατά πόσο στα ποσοστά της τάξης του 0,5% ουρίας είναι μικρή ή μεγάλη ποσότητα ή αν είναι ίχνη ουρίας ένα τέτοιο ποσοστό ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και ότι ο ίδιος δεν έχει ασχοληθεί με τη διατροφή των ζώων αλλά ότι ασχολείται με την περίθαλψη των άρρωστων ζώων. Όταν του υπεβλήθη ότι για να προκληθούν τα προβλήματα που είπε στα κουνέλια η ουρία στην τροφή τους στο ποσοστό του 0,5% θα πρέπει να λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα απάντησε ότι δεν είναι ειδικός στο θέμα. Μαρτυρία ΜΥ4 Ο ΜΥ4 είναι ελεγκτής και στον ελεγκτικό οίκο που διατηρεί τυγχάνουν πελάτες του από το 1994 τόσο ο Εναγόμενος 2 όσο και η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ένας από τους βασικούς προμηθευτές της Εναγόμενης είναι η Ενάγουσα εταιρεία. Επομένως κατά τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων της Εναγομένης ο έλεγχος επεκτείνεται απαραίτητα και στις καταχωρήσεις που αφορούν την Ενάγουσα ως σημαντικού προμηθευτή της Εναγόμενης εταιρείας. Κατά το έτος 2003 απαιτήθηκε προσεκτικός έλεγχος του λογαριασμού που διατηρούσε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα γιατί πέραν του ότι η Ενάγουσα ήταν προμηθευτής της Εναγόμενης και μάλιστα από τους βασικότερους ο Εναγόμενος 2 είχε διατυπώσει κάποιες ανησυχίες για μη κανονική διεκπεραίωση ή ενημέρωση του πιο πάνω λογαριασμού καθότι όπως είχε αναφέρει στον ΜΥ4 ενώ κατέβαλλε, κατά την άποψη του, ποσά μεγαλύτερα έναντι του λογαριασμού εντούτοις τα υπόλοιπα, όπως τουλάχιστον τον ενημέρωνε η Ενάγουσα παρέμεναν ιδιαιτέρως υψηλά εις βάρος του. Επομένως ο ΜΥ4 καθηκόντως ενήργησε λεπτομερή έλεγχο και ακολούθησε την πιο κάτω διαδικασία: £ Πληροφορήθηκε από τον πελάτη για την ύπαρξη των διαφορών και επεχείρησε να εξασφαλίσει σταθερή βάση ελέγχου, δηλαδή μέσω της βεβαίωσης από τον προμηθευτή των υπολοίπων του λογαριασμού για τα έτη 2002, 2003 και
  47. Για το σκοπό αυτό απέστειλε προς τον υπεύθυνο λογιστηρίου της Ενάγουσας έντυπο με τίτλο βεβαίωση υπολοίπου και τόκων λογαριασμού έτη 2002 και 2003 το οποίο και συμπληρώθηκε από τον ίδιο και φέρει ημερομηνία 7.2.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32α). Με βάση αυτό το υπόλοιπο το οποίο οφείλεται στις 31.12.02 ανερχόταν σε Λ.Κ.33.031,77 ενώ το υπόλοιπο στις 31.12.03 ανερχόταν στο ποσό Λ.Κ.76.
  48. Το ίδιο υπόλοιπο για το έτος 2003 φαίνεται και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32β το οποίο συμπληρώθηκε από τον υπεύθυνο λογιστηρίου της Ενάγουσας στις 7.9..05, ενώ για το έτος 2004 το υπόλοιπο ήταν το ποσό των Λ.Κ.45.854,
  49. £ Έχοντας υπόψη το ασφαλές αυτό υπόβαθρο κάλεσε την Εναγόμενη να παραλάβει από την Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού η οποία μέχρι τότε δεν είχε αποσταλεί σε αυτούς. Πράγματι μερικές μέρες μετά την 31.8.2005 του απεστάλη η κατάσταση λογαριασμού του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 33 με βάση την οποία ο ΜΥ4 ξεκίνησε τον έλεγχο πάνω σε πιο συστηματική βάση. Ο έλεγχος του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 33 έδειξε την ύπαρξη επιταγών οι οποίες αν και είχαν εξοφληθεί - πληρωθεί εντούτοις δεν είχαν πιστωθεί στον λογαριασμό. £ Ο ΜΥ4 ζήτησε και εξασφάλισε βεβαίωση από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Άχνας από το οποίο εκδόθηκαν οι πιο πάνω επιταγές, οι οποίες δεν είχαν πιστωθεί, ότι όντως οι συγκεκριμένες επιταγές είχαν εξαργυρωθεί. £ Μετά την πιο πάνω εργασία επιβεβαίωσης των ανωτέρω ο ΜΥ4 απέστειλε στο λογιστήριο της Ενάγουσας την επιστολή του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 7 στην οποία επεσύναψε αντίγραφα των επιταγών που είχε διαπιστώσει ότι δεν είχαν πιστωθεί στην κατάσταση λογαριασμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33). £ Ο ΜΥ4 επικοινώνησε με τον κ. Κατωδρύτη προσωπικά εξηγώντας του τα ερωτήματα που υπήρχαν και ο τελευταίος προσφέρθηκε να βοηθήσει. Διευθετήθηκε όπως δοθεί χρόνος στους ελεγκτές της Ενάγουσας να εξετάσουν το θέμα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο ΜΥ4 έλαβε την επιστολή, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, από τους ελεγκτές της Ενάγουσας μαζί με επισυνημμένα τρία παραρτήματα. Επί των θέσεων των ελεγκτών της Ενάγουσας ο ΜΥ4 παρατηρεί τα εξής: § Στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 είναι φανερό στη σελίδα 7 αυτού ότι κατά το κλείσιμο του έτους δηλαδή στις 31.12.2002 εδεικνύετο υπόλοιπο Λ.Κ.67.731,
  50. Οι τελευταίες 7 καταχωρήσεις της σελίδας 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8, οι οποίες φαίνονται να έχουν γίνει μεταξύ 21.1.2003 μέχρι 25.2.2003 δεν μπορούσαν να εμφανίζονται στην κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2002 εφόσον το λογισμικό της Ενάγουσας κατά την ίδια ήταν τέτοιο ώστε να μην επιτρέπει την καταχώρηση δεδομένων του έτους
  51. § Οι επτά αυτές επιταγές της σελίδας 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επιταγών του παραρτήματος 1 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 ως επιταγές οι οποίες παραδόθηκαν μεν το 2002 αλλά πληρώθηκαν το 2003, οι οποίες περιορίζονται σε 4 στον αριθμό. Με βάση τις ημερομηνίες των επιταγών μπορεί να εξαχθεί ότι οι καταχωρήσεις με αύξοντες αριθμούς 14410, 14411, 14413 και 14430 αφορούν τις επιταγές του Παραρτήματος 1 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  52. Για τις υπόλοιπες 3 καταχωρήσεις, δηλαδή με αύξοντες αριθμούς 14412, 14415 και 14414 γίνεται ισχυρισμός ότι οι συγκεκριμένες επιταγές αντικαταστάθηκαν με άγνωστο αριθμό και στοιχείο επιταγές. § Αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν υπήρχε λόγος οι επιταγές με αριθμούς 1123690, 1123693, 1123695 και 1123696 να περιλαμβάνονται στον κατάλογο των επιταγών που αντικαταστάθηκαν και όχι στον κατάλογο των επιταγών οι οποίες δεν εμφανίζονταν για το λόγο ότι αυτές εκδόθηκαν μεν το 2002 αλλά έφεραν ημερομηνία πληρωμής το 2003 αφού και στις δύο περιπτώσεις οι πιο πάνω επιταγές αναφέρονταν στην απόδειξη με αριθμό
  53. § Όσον αφορά τις επιταγές με αριθμούς 123690 και 1123693 στις οποίες κάνουν αναφορά οι αποδείξεις με αριθμούς 07533 και 07543 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 16 ο ΜΥ4 παρατηρεί τα εξής: ® Η επιταγή με αριθμό 1123690 εμφανίζεται στο Παράρτημα 1 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 με ημερομηνία 18.1.2003 αλλά στην κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας η επιταγή αυτή εμφανίζεται στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 με ημερομηνία 18.1.
  54. ® Η επιταγή με αριθμό 1123693 εμφανίζεται στο Παράρτημα 1 του τεκμηρίου 8 με ημερομηνία 29.1.2003 ενώ στην κατάσταση λογαριασμού στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 σελίδα 7 με ημερομηνία 28.1.
  55. Όσον αφορά την επιταγή 1123690 η οποία σύμφωνα με τους ελεγκτές της Ενάγουσας είναι μία εκ των έξι επιταγών οι οποίες αντικαταστάθηκαν προφανώς εκ λάθους σημειώθηκε στην απόδειξη με αριθμό 07533 ότι εξεδόθη 18.1.2002 ενώ στην πραγματικότητα εξεδόθη στις 18.1.
  56. Αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι η απόδειξη φέρει ημερομηνία 2.12.
  57. Η επιταγή αυτή φαίνεται στην πρώτη σελίδα του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 να έχει εξοφληθεί στις 18.1.2002 με αριθμό καταχώρησης 14409 ενώ η αμέσως προηγούμενη καταχώρηση φέρει αύξοντα αριθμό 6923 και αμέσως επόμενη
  58. Είναι φανερό, κατά την άποψη του ΜΥ4, ότι η κατάσταση αυτή που αφορά το έτος 2002 έγινε κατά τρόπο αυθαίρετο και μη επιστημονικό. Ο ΜΥ4 τόνισε ότι υφίστανται διεθνή λογιστικά πρότυπα και πρακτική σύμφωνα με τα οποία ελέγχονται ή τηρούνται τα λογιστικά βιβλία και οι καταστάσεις λογαριασμού. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να δεχτεί ότι είναι δυνατό επιταγή η οποία φέρει ημερομηνία εξαργύρωσης 18.1.2003 να εξαργυρώνεται το 2002 ή ακόμη να τυγχάνουν ελέγχου και να γίνονται αποδεχτές καταχωρήσεις ή δηλώσεις αντικατάστασης επιταγών - όπως έγινε στο Παράρτημα 1 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 - χωρίς αποδειχτικά ή παραστατικά ή ακόμη να τυγχάνουν ελέγχου και να γίνονται αποδεχτές καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αν και το λογισμικό σύστημα τους δεν τους επιτρέπει καταχωρήσεις εκτός του συγκεκριμένου έτους να προστίθενται καταχωρήσεις μεταγενέστερες του έτους όπως έγινε στην περίπτωση των τελευταίων επτά καταχωρήσεων της σελίδας 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8, ενώ την ίδια στιγμή οι συγκεκριμένες καταχωρήσεις να μην εμφανίζονται, έστω και υπό μορφή σημειώσεως στην αντίστοιχη κατάσταση λογαριασμού του 2003, όπως αυτή παρουσιάζεται στο Παράρτημα 3 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  59. Δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό το γεγονός ότι σε ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 αλλά και οι καταστάσεις λογαριασμού των Παραρτημάτων 2 και 3 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 ότι οι όσες καταχωρήσεις γίνονται προς υποστήριξη της θέσης ότι η διαφορά των Λ.Κ.51.900 οφείλεται είτε στην αντικατάσταση επιταγών που πληρώθηκαν είτε στη μη εμφάνιση της καταβολής τους λόγω της αλλαγής του λογιστικού έτους δεν συνάδουν αριθμητικώς ούτε με αύξοντα αριθμό με τις υπόλοιπες καταχωρήσεις δεδομένων της συγκεκριμένης κατάστασης δηλαδή αυτές φέρουν αύξοντα αριθμό καταχώρησης ο οποίος δεν συνάδει με τις υπόλοιπες καταχωρήσεις του ιδίου λογαριασμού. Ο κ. Π. Αντωνιάδης κατά την ετοιμασία ή πριν από αυτή του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 25 ουδέποτε επικοινώνησε με τον ΜΥ4 για να λάβει πληροφορίες επί των θέσεων ή των ισχυρισμών των Εναγομένων. Ο ΜΥ4 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34 την έκθεση ελεγκτών προς τα μέλη της Εναγόμενης 1 επί των ελεγμένων λογαριασμών κατά την 31.12.2003, 31.12.2004 και 31.12.2005 την οποία ετοίμασε ο ΜΥ3 όπου στο σημείο 7 γίνεται αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.4 αναφέρθηκε σε έκταση στον τρόπο και το σύστημα τήρησης των βιβλίων της Ενάγουσας εταιρείας και υποστήριξε ότι είναι μέρος των λογιστικών προτύπων η αρχή ότι οι συναλλαγές πρέπει να καταγράφονται και να υποστηρίζονται από αντικειμενικά παραστατικά π.χ. αποδείξεις εισπράξεων και τα λοιπά. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι οι καταστάσεις της Ενάγουσας εταιρείας δεν τηρούνταν με τον σωστό τρόπο τήρησης βιβλίων και ότι οι καταστάσεις θα πρέπει να μιλούν από μόνες τους. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι για όσες επιταγές δεν είχαν τιμηθεί θα έπρεπε να απεικονίζονται στις καταστάσεις λογαριασμών της Ενάγουσας. Διαφώνησε με την υποβολή ότι τα ποσά που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 συνολικό ποσό ΛΚ32.200 έχουν πληρωθεί με τις επιταγές που εμφαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 πλην τις επιταγές με στοιχεία 1123691, 1123692, 1123694 και 1123710, οι οποίες επιταγές δόθηκαν προς αντικατάσταση αυτών του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 και συμποσούνται στο ποσό των ΛΚ32.
  60. Ο Μ.Υ.4 διαφωνώντας με αυτή την υποβολή πρόσθεσε ότι δεν έγινε σωστή απεικόνισή τους. Διαφώνησε, επίσης, με την υποβολή ότι από τη στιγμή που για τις επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 έχουν εκδοθεί αποδείξεις είσπραξης δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν αποδείξεις είσπραξης για τις επιταγές που αντικαταστάθηκαν και πρόσθεσε ότι είναι λανθασμένη η εικόνα των βιβλίων. Ο μάρτυρας επίσης σχολίασε και τα όσα αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, ημερομηνίας 8.11.2005, που είναι η επιστολή του Μ.Ε.3 μαζί με καταστάσεις λογαριασμών και καταστάσεις επιταγών και συγκεκριμένα την αναφορά του Μ.Ε.3 στο Παράρτημα 1 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 όπου καταγράφονται τα εξής: «Τhe following cheques do not appear in the customer's statement, due to calendar behaviour of the accounting system» Από αυτήν την αναφορά ο Μ.Υ.4 υποστήριξε ότι προκύπτει ότι οι επιταγές δεν είχαν περάσει στα βιβλία των πελατών (δηλαδή των Εναγομένων) και ότι επομένως, δεν είχαν εκδοθεί αποδείξεις είσπραξης. Συνέχισε λέγοντας ότι απ΄ αυτό προκύπτει ότι η διαδικασία ότι υπήρχαν δοσοληψίες που δεν περνούσαν στα βιβλία ήταν στη γνώση του Μ.Ε.3 και συνεπώς τα βιβλία δεν ήταν πλήρη. Επιπλέον, στηριζόμενος σε αυτήν την αναφορά, ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι εφόσον δεν είχαν περάσει στο σύστημα και δεν υπήρχαν παραστατικά δεν θα μπορούσε το λογιστικό σύστημα να προσδιορίσει τις επιταγές που αντικατέστησαν άλλες επιταγές. Ήταν η θέση του ότι το σύστημα ήταν ελλειπές και παραπλανητικό. Όσον αφορά το θέμα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγών (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) ερωτήθηκε κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 προτού προχωρήσει με την επιστολή του ημερομηνίας 21.10.2005 είχε μιλήσει μαζί του. Η απάντηση του Μ.Υ.4 ήταν ότι αν πράγματι δόθηκαν οι επιταγές χωρίς να πάρει αξία τότε είχε το δικαίωμα ο Εναγόμενος 2 να το κάνει προσθέτοντας ότι δεν ήταν ο ίδιος που είχε αναφέρει στον Εναγόμενο 2 να σταματήσει τις επιταγές. Αρνήθηκε την υποβολή ότι σύνταξε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 μετά από παράκληση των Εναγομένων 1 προκειμένου να καθυστερήσουν οι Εναγόμενοι την πληρωμή των επιταγών που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 των οποίων την πληρωμή σταμάτησε αδικαιολόγητα ο Εναγόμενος
  61. Πρόσθεσε ότι τα πορίσματα του τα εξέδωσε και τα έδωσε στον κ. Κατωδρύτη. Ο ΜΥ4 δέχτηκε ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 δεν έχουν χρεωθεί στο λογαριασμό των Εναγομένων και ότι, συνεπώς, δεν είχαν πληρωθεί από την Τράπεζα. Δέχτηκε, ακόμη, ότι αυτές οι επιταγές φαίνονταν στο λογαριασμό πιστωμένες. Διαφώνησε με την υποβολή ότι όλες οι επιταγές που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 (επιστολή ημερομηνίας 24.10.2005 του ΜΥ4) πλην τέσσερις (1123691, 1123692, 1123694 και 1123710) είχαν δοθεί από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα προς αντικατάσταση των επιταγών που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 και ότι, επειδή είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 ενώ δεν είχαν πληρωθεί, γι΄ αυτό δεν φαίνονται ότι πιστωθήκαν οι επιταγές που τις αντικατέστησαν και αναφέρονται στην επιστολή ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  62. Ερωτηθείς πώς, εφόσον αρνείται ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 7, πλην των τεσσάρων που αναφέρθηκαν, δόθηκαν προς αντικατάσταση των επιταγών του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 πληρώθηκε το συνολικό ποσό των ΛΚ32.200 που αφορά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 με δεδομένο ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12, ενώ δεν πληρώθηκαν, είναι πιστωμένες στο λογαριασμό των Εναγομένων, απάντησε σε σχέση με τον τρόπο που πρέπει να τηρούνται τα βιβλία. Έδωσε δε, τη δική του άποψη για το πώς πρέπει να ετοιμάζονται οι καταστάσεις λογαριασμού σε περίπτωση που μια επιταγή δεν τιμηθεί. Πρόσθεσε ότι εφόσον τα Βιβλία ελέγχονται από Λογιστές το λογιστικό σύστημα θα πρέπει να παρέχει αξιόπιστη βάση πληροφοριών και για τα χρεωστικά υπόλοιπα και να υπάρχουν στοιχεία στα βιβλία. Τόνισε ότι οι επίδικες επιταγές δεν εμφανίζονται πουθενά. Σ΄ άλλο σημείο της αντεξέτασής του είπε ότι αν είχαν αντικατασταθεί οι επιταγές θα έπρεπε οι Ενάγοντες να είχαν εκδώσει αποδείξεις είσπραξης που θα λένε ότι εισπράχθηκε η τάδε επιταγή για το τάδε ποσό προς αντικατάσταση της τάδε επιταγής και, σε τέτοια περίπτωση, τα Βιβλία της Ενάγουσας θα είχαν υπόβαθρο και θα υποστηρίζονταν με υποστηριχτικά/παραστατικά. Στην υποβολή ότι από τη στιγμή που για τις επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 έχουν εκδοθεί αποδείξεις είσπραξης (που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού) δεν μπορούσε να εκδοθεί απόδειξη είσπραξης για τις επιταγές που αντικαταστάθηκαν, απάντησε ότι πράγματι είχαν εκδοθεί αποδείξεις που παρουσιάζουν τις επιταγές ότι είχαν τιμηθεί αλλά θα έπρεπε να υπάρχει και κατάσταση ότι δεν τιμήθηκαν και μετά κατάσταση αυτών των επιταγών που δόθηκαν προς αντικατάσταση. Χαρακτήρισε δε, την εικόνα του βιβλίου της Ενάγουσας εταιρείας λανθασμένη. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των ΛΚ91.420,83 (€156.201,76) πλέον τόκοι και έξοδα. Η Απαίτηση της Ενάγουσας έχει περιοριστεί καθότι ο Εναγόμενος 2 κατέβαλε στις 15.9.2009 και στις 30.10.2009 το συνολικό ποσό των €38.500,39 έναντι του ποσού που αξιώνεται. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασία αμφότερες οι διάδικες πλευρές κατέθεσαν από κοινού αριθμό εγγράφων το περιεχόμενο των περισσοτέρων εκ των οποίων έγινε παραδεκτό. Τα επίδικα ζητήματα που παρέμειναν προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα: I. Κατά πόσο είχε πιστωθεί στο λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα για τις συναλλαγές της με την Εναγόμενη 1 το ποσό των ΛΚ51.900 (€88.676,41). II. Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ22.200 (€37.930,95) σε μετρητά και, αν καταβλήθηκε, κατά πόσο αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγομένης
  63. III. Η αξίωση των Εναγομένων όπως αυτή περιέχεται στην Ανταπαίτηση τους. Γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος Τα ακόλουθα γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί και αποτελούν κοινό έδαφος. Τα παραθέτουμε: · Η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγομένη 1 με πρώτες ύλες για την Παρασκευή ζωοτροφών και διατηρούσε λογαριασμό για τις μεταξύ τους συναλλαγές. · Στις 17.7.2001, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης η οποία κατατέθηκε από κοινού από τα διάδικα μέρη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  64. · Η Ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες προμήθευσε την Εναγομένη 1 με πρώτες ύλες ζωοτροφών και εξέδωσε και της παρέδωσε τα τιμολόγια τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6 της τροποποιημένης Εκθέσεως Απαιτήσεως και έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σε δέσμη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 για το συνολικό ποσό των €156.201,76 (ΛΚ91.420,83). Τα τιμολόγια είναι τα ακόλουθα: Α/Α ΑΡ. ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΟΣΟ [Λ.Κ. (€)] 1 1590 2.8.2005 3.714,83 (6.347,16) 2 1623 9.8.2005 3.658,03 (6.250,12) 3 1651 9.8.2005 14.476,64 (24.734,81) 4 1627 11.8.2005 3.524,66 (6.022,24) 5 1670 22.8.2005 3.714,83 (6.347,16) 6 1696 29.8.2005 3.572,13 (6.103,35) 7 1691 1.9.2005 3.403,95 (5.815,99) 8 1744 6.9.2005 2.138,85 (3.654,44 9 1803 8.9.2005 2.921,86 (4.992,29) 10 1733 9.9.2005 2.133,85 (3.645,90) 11 1766 10.9.2005 6.810,80 (11.636,94) 12 1785 14.9.2005 2.794,42 (4.774,55) 13 1835 15.9.2005 2.982,53 (5.095,96) 14 1846 16.9.2005 1.866,65 (3.189,36) 15 1847 19.9.2005 2.106,92 (3.599,89) 16 1906 19.9.2005 2.073,65 (3.543,04) 17 1850 20.9.2005 2.060,86 (3.521,19) 18 1858 22.9.2005 3.307,00 (5.650,34) 19 1879 28.9.2005 3.094,46 (5.287,20) 20 1933 28.9.2005 2.450,26 (4.186,52) 21 1945 3.10.2005 3.896,49 (6.657,55) 22 1915 4.10.2005 2.889,71 (4.937,36) 23 1952 7.10.2005 1.873,54 (3.201,14) 24 1969 12.10.2005 3.091,20 (5.281,63) 25 2003 14.10.2005 2.059,65 (3.519,12) 26 1996 18.10.2005 2.923,20 (4.994,58) 27 2015 21.10.2005 1.879,86 (3.211,93) · Έναντι αυτού του ποσού, ο Εναγόμενος 2 εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα, μέσω του εισπράκτορά της τις μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 8 της τροποποιημένης Εκθέσεως Απαιτήσεως και έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σε δέσμη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  65. · Για αυτές τις επιταγές εκδόθηκαν από την Ενάγουσα οι αποδείξεις με αριθμούς 09316, 09552, 09604, 09605, και 09608, οι οποίες έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  66. · Με επιστολή του ημερομηνίας 21.10.2005, προς τον κ. Παύλο Βάσιλα, Γραμματέα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας, η οποία κατατέθηκε από κοινού σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, ο Εναγόμενος 2 σταμάτησε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Οι επιταγές για τις οποίες ο Εναγόμενος 2 έχει προβεί στη μη εξόφληση τους (stop payment) περιέχονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  67. · Τα διάδικα μέρη διόρισαν από κοινού σαν ανεξάρτητο Ελεγκτή τον κ. Πανίκο Αντωνιάδη (Μ.Ε.4) από τον Ελεγκτικό Οίκο K.P.M.G. ο οποίος αφού μελέτησε τα έγγραφα τα οποία του δόθηκαν εξέδωσε πόρισμα για το κατά πόσο έχει πιστωθεί το ποσό των €88.676,41 (ΛΚ51.90) στον λογαριασμό της Εναγομένης εταιρείας, το οποίο έχει κατατεθεί σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  68. · Τα διάδικα μέρη κατέβαλαν στον Ελεγκτικό Οίκο K.P.M.G. το ποσό των €1.964,89 (ΛΚ1.150,00 έκαστο για τις υπηρεσίες που τους παρείχε σύμφωνα με την προσφορά για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ημερομηνίας 26.6.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24). Σχετικά είναι και τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 27 Α, 27 Β και 27 Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας συνοψίσει την προσαχθείσα μαρτυρία και έχοντας καταγράψει τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης προχωρώ να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάθε ένα από αυτά αξιολογώντας ταυτόχρονα την προσαχθείσα σε κάθε περίπτωση μαρτυρία. Προτού το κάνω θα ήθελα να τονίσω ότι μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[1] Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Επίδικα θέματα υπό στοιχεία (Ι) και (ΙΙ) Για σκοπούς εξέτασης των επίδικων θεμάτων υπό στοιχεία (Ι) και (ΙΙ) κρίνεται σκόπιμο να αξιολογηθεί η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείτο στα πλαίσια της συνεργασίας της Ενάγουσας εταιρείας με την Εναγομένη 1 κατά την αγορά και προμήθεια των πρώτων υλών που εξασφάλιζε η Εναγόμενη 1 από την Ενάγουσα. Για το θέμα αυτό σχετική είναι η μαρτυρία του Διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας Μ.Ε.1, του εισπράκτορα της Ενάγουσας εταιρείας Μ.Ε.2 και του Εναγομένου 2 (Μ.Υ.1). Δεν υπήρξε αμφιβολία ή αμφισβήτηση ότι παραδίδονταν εμπορεύματα που είχαν παραγγελθεί από την Εναγόμενη 1 στους μύλους της Εναγόμενης 1 και ότι μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και την παραλαβή από την Εναγόμενη 1 του σχετικού δελτίου αποστολής, ακολουθούσε η έκδοση τιμολογίων από τον εισπράκτορα της Ενάγουσας ο οποίος παραλάμβανε μεταχρονολογημένες επιταγές της Εναγόμενης 1 και ότι, επίσης, ο εισπράκτορας της Ενάγουσας εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης για τις μεταχρονολογημένες επιταγές που έδιδε η Εναγόμενη
  69. Εκεί που υπήρξε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείτο στις περιπτώσεις όπου μεταχρονολογημένες επιταγές της Εναγόμενης 1 τύχαινε να μην πληρωθούν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και οι οποίες, ως εκ τούτου, επιστρέφονταν από την Ενάγουσα μέσω του Μ.Ε.2 στον Εναγόμενο
  70. Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο εισπράκτορας ο Μ.Ε.2 ήταν κατηγορηματικοί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις μη πληρωμής επιταγών της Εναγόμενης 1, οι οποίες επιστρέφονταν από την Ενάγουσα μέσω του εισπράκτορα της Μ.Ε.2 στον Εναγόμενο 2, ο Εναγόμενος 2 εξέδιδε άλλες επιταγές και τις παρέδιδε στον εισπράκτορα της Ενάγουσας, Μ.Ε.2, προς αντικατάσταση των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί. Κατηγορηματικοί ήσαν επίσης και σε σχέση με τη θέση ότι γι΄ αυτές τις επιταγές που δίδονταν προς αντικατάσταση επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί δεν εκδίδετο νέα απόδειξη είσπραξης γιατί ίσχυε η απόδειξη είσπραξης η οποία είχε εκδοθεί για τις πρώτες επιταγές - αυτές που είχαν δοθεί αρχικά και δεν είχαν τιμηθεί - στις οποίες αποδείξεις είσπραξης αναφέρονταν τα στοιχεία των αρχικών επιταγών και η ημερομηνία πληρωμής τους. Επισημαίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 και του Μ.Ε.2 ήταν ταυτόσημη σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα με αποτέλεσμα η μαρτυρία του ενός να επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του άλλου. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο Μ.Ε.2 ήταν ο εισπράκτορας της Ενάγουσας εταιρείας ο οποίος είχε άμεση σχέση με την παράδοση στους πελάτες της Ενάγουσας των προϊόντων που αυτοί παρήγγειλαν μαζί με δελτία παραλαβής και ήταν αυτός ο οποίος στη συνέχεια παρέδιδε τιμολόγια που εκδίδονταν για τα προϊόντα αυτά στους πελάτες και στη συνέχεια αφού οι τελευταίοι τον πλήρωναν ο Μ.Ε.2 τους εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν σαφής και συνεπής καθόλη τη διάρκεια της εξέτασής του και η αντεξέταση δεν είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση σε οποιοδήποτε σημείο της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2, όπως και ο Μ.Ε.1, αρνήθηκαν κατηγορηματικά τη θέση ότι ο εισπράκτορας ο Μ.Ε.2 είχε πάρει από τον Εναγόμενο 2 μετρητά για κάλυψη επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί, δηλαδή για σκοπούς αντικατάστασης αυτών των επιταγών και ήταν σταθερή η θέση τους ότι οι απλήρωτες επιταγές καλύπτονταν στη συνέχεια από τον Εναγόμενο 2 με άλλες επιταγές που εξέδιδε προς αντικατάσταση και κάλυψη του ποσού των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί. Και οι δύο μάρτυρες εξήγησαν με σαφήνεια και κάθε λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολουθείτο όταν γινόταν η αντικατάσταση των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί και ότι ο Μ.Ε.1 κρατούσε φωτοτυπία της επιταγής ή των επιταγών που δεν είχαν πληρωθεί μέχρι να γίνει αντικατάσταση αυτής ή αυτών οπόταν και η φωτοτυπία της επιταγής ή των επιταγών καταστρέφετο. Το ίδιο σαφής και θετική ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με την εκδοχή που προώθησε αναφορικά με την πίστωση του ποσού των ΛΚ51.900 στο λογαριασμό της Εναγομένης
  71. Ήταν κατηγορηματικός και ξεκάθαρος ότι για τις επιταγές που ο Εναγόμενος 2 είχε παραδώσει στην Ενάγουσα με αριθμούς 1123616 ημερομηνίας 25.1.2002, 1123617 ημερομηνίας 29.11.2002, 1123690 ημερομηνίας 18.1.2002, 1123693 ημερομηνίας 28.1.2003, 1123695 ημερομηνίας 18.2.2003 και 1123696 ημερομηνίας 30.1.2003, συνολικού ποσού ΛΚ32.200, οι οποίες είχαν επιστραφεί απλήρωτες, είχε στη συνέχεια εκδώσει άλλες επιταγές προς αντικατάσταση των πιο πάνω επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί και συγκεκριμένα τις επιταγές με αριθμούς 1123744, 1123745, 1123746, 1123747, 1123748, 1123749, 1123804, 1123803, 1152834, 1152835 και 1152836, επίσης για το συνολικό ποσό των ΛΚ32.200, οι οποίες αναφέρονται στην επιστολή του ΜΥ4 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Αντίθετα, ο ΜΥ1 για το ζήτημα αυτό δεν ήταν ούτε σαφής, ούτε κατατοπιστικός. Θα έλεγα δε, ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζετο από αοριστίες και γενικόλογες αναφορές χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Παρά το γεγονός ότι αμφισβήτησε ότι οι επιταγές που αναφέρθηκαν από το ΜΕ1 ότι είχαν δοθεί προς αντικατάσταση άλλων επιταγών που δεν τιμήθηκαν, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν ήταν σε θέση να πει για ποιο λόγο είχαν εκδοθεί οι εν λόγω επιταγές και σε σχέση με ποια τιμολόγια. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι αυτές οι επιταγές δόθηκαν χωρίς να εκδοθούν γι΄ αυτές αποδείξεις είσπραξης από τον ΜΕ2 εκ μέρους της Ενάγουσας γιατί, υποτίθεται, ο ΜΕ2 δεν είχε μαζί του μπλοκ αποδείξεων. Όταν δε, του υποδείχθηκαν οι καταχωρήσεις στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 προς υποστήριξη της θέσης ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 12 είχαν πιστωθεί, όπως επίσης και οι άλλες τέσσερις επιταγές (1123691, 1123692, 1123694 και 1123710), ενώ δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι στις εν λόγω καταχωρήσεις φαίνονταν οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης και η ημερομηνία πληρωμής της κάθε επιταγής που αφορούσε σε κάθε περίπτωση η απόδειξη είσπραξης, από την άλλη προσπαθούσε να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα και εγκυρότητα της κατάστασης λογαριασμού ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν κατασκευασμένη και ότι φτιάχτηκε μετά και ότι η αρχική κατάσταση ήταν διαφορετική και μάλιστα ότι στην αρχική κατάσταση δεν ήταν καταχωρημένες οι επιταγές που του υπεδείχθηκαν ότι είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης
  72. Επαναλαμβάνω. Χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ο ΜΥ1 κατ΄ επανάληψη αμφισβητούσε την αυθεντικότητα της κατάστασης λογαριασμού του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 χωρίς να δίδει επαρκείς εξηγήσεις για ένα τόσο σοβαρό ισχυρισμό, ούτε οποιαδήποτε χειροπιαστά στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Μάλιστα, επικαλέστηκε για το θέμα της κατάστασης, τη μαρτυρία που θα έδινε ο λογιστής ΜΥ4 δίδοντας την εντύπωση ότι ο ΜΥ4 θα παρουσίαζε άλλη κατάσταση λογαριασμού κάτι που, όπως προέκυψε στη συνέχεια, δεν έγινε. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο αφορά άμεσα την αξιοπιστία της εκδοχής του ΜΥ1 είναι το χρονικό στάδιο κατά το οποίο, σύμφωνα με την εκδοχή του, είχε διαπιστώσει η πλευρά της Εναγόμενης 1 ότι υπήρχε πρόβλημα μη πίστωσης ποσών στο λογαριασμό που τηρούσε η Ενάγουσα με την Εναγομένη
  73. Ο ΜΥ1 στη μαρτυρία του, και συγκεκριμένα στο στάδιο της αντεξέτασης, ανέφερε ότι διαπίστωσε από το 2003 ότι υπήρχε πρόβλημα και γι΄αυτό, όπως ανέφερε, είχε ζητήσει από τον εισπράκτορα ΜΕ2 να του δώσει κατάσταση λογαριασμού, την οποία του έφερε στις 3.8.2005, δηλαδή μετά από δυόμισι χρόνια. Μετά που πήραν οι Εναγόμενοι την κατάσταση λογαριασμού και έγινε έλεγχος, έκαναν "stop payment" τις επιταγές που αναφέρονται στη μαρτυρία τον Οκτώβριο του 2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση γιατί, εφόσον είχε διαπιστώσει από το 2003 ότι υπήρχε πρόβλημα, δεν ζήτησε από τότε εξηγήσεις ή γιατί δεν διέκοψε τη συνεργασία μαζί με την Ενάγουσα και συνέχισε, ο ΜΥ1 απάντησε ότι συνέχισε τη συνεργασία και τους ζητούσε συνεχώς κατάσταση λογαριασμού, προσθέτοντας ότι εφόσον δεν την είχε εξασφαλίσει δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει αυτά τα οποία πίστευε, τονίζοντας ότι καθημερινά τηλεφωνούσε η υπάλληλός του στο γραφείο του κ. Κατωδρύτη. Ερωτηθείς γιατί δεν επικοινώνησε απευθείας με τον κ. Κατωδρύτη, απάντησε ότι είχε άμεση σχέση με τον εισπράκτορα ΜΕ
  74. Οι εξηγήσεις και οι απαντήσεις που έδωσε για το ζήτημα του χρόνου που μεσολάβησε από τότε που, κατά την εκδοχή του, είχε διαπιστώσει πρόβλημα μη πίστωσης ποσών που η εταιρεία του ΜΥ1 κατέβαλλε προς την Ενάγουσα μέχρι που αποφάσισε να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, δεν ήταν, κατά την άποψή μου, καθόλου πειστικές. Το χρονικό διάστημα δε, που μεσολάβησε δεν ήταν καθόλου αμελητέο και, περαιτέρω, δεν μπόρεσε να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση γιατί για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα δεν επεδίωξε να έρθει σε επαφή με τον διευθυντή της Ενάγουσας λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνεργασία των διαδίκων χρονολογείτο από το 1997, χωρίς να προηγηθούν στο παρελθόν οποιαδήποτε προβλήματα στη συνεργασία. Μάλιστα, ρωτήθηκε συγκεκριμένα κατά πόσο πριν να προχωρήσει σε εντολή μη πληρωμής των σχετικών επιταγών του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 είχε επικοινωνήσει με τον διευθυντή της Ενάγουσας ή κάποιον αντιπρόσωπο της εταιρείας για να του αναφέρει αυτές τις αμφιβολίες και/ή αμφισβητήσεις που υπήρχαν σε σχέση με ποσά που θεωρούσε ότι έπρεπε να είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1, απάντησε αρνητικά. Και αυτό ενώ παραδέχθηκε ότι η συνεργασία της εταιρείας του με την Ενάγουσα, η οποία χρονολογείτο από το 1997, και η γνωριμία του με τον διευθυντή της Ενάγουσας από το 1995 ήταν χωρίς προβλήματα και χωρίς οποιαδήποτε διαφορά. Μάλιστα, όταν του τέθηκε ξεκάθαρα κατά πόσο θα ήταν πιο σωστό, εφόσον υπήρχε αυτή η μεγάλη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων για μεγάλα ποσά, να έπαιρνε τηλέφωνο ο ΜΥ1 τον διευθυντή της Ενάγουσας και να συνεννοηθεί μαζί του προτού προχωρήσει, ο ΜΥ1 χωρίς να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση απάντησε αρνητικά. Δέχθηκε ταυτόχρονα ότι η πρώτη φορά που τέθηκε στην Ενάγουσα θέμα αμφισβήτησης ήταν με την επιστολή ημερομηνίας 24.10.2005 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  75. Εν κατακλείδι, επί του πιο πάνω θέματος θεωρώ ότι η εκδοχή που προσπάθησε ο ΜΥ1 να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν ούτε λογικοφανής, ούτε αληθοφανής. Φαντάζει δε παράξενο το γεγονός ότι η πρώτη φορά που εγέρθηκε από την πλευρά της Εναγομένης 1 θέμα οικονομικής διαφοράς με την Ενάγουσα και συγκεκριμένα θέμα μη πίστωσης ποσών που, κατά τη θέση της Εναγομένης 1, είχε καταβάλει προς την Ενάγουσα, ήταν τρεις μέρες μετά που σταμάτησε η Εναγομένη 1 την πληρωμή των επιδίκων επιταγών. Συγκεκριμένα, το θέμα ηγέρθη με την επιστολή του ΜΥ4, ημερομηνίας 24.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7), ενώ η επιστολή του ΜΥ1 με την εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών φέρει ημερομηνία 21.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Επισημαίνω, ακόμη, ότι στην επιστολή ημερομηνίας 21.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) ως λόγος για την εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών ήταν ότι δεν είχε ληφθεί η ανάλογη αξία από τον προμηθευτή. Κάτι ανάλογο έχει αναφέρει και στη μαρτυρία του ο ΜΥ4 όταν ρωτήθηκε σχετικά. Αυτός ο ισχυρισμός, ωστόσο, δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης της Εναγόμενης, εφόσον στην παράγραφο 7 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο λόγος που δόθηκαν από τον Εναγόμενο 2 (ΜΥ1) οδηγίες μη εξόφλησης των επιδίκων επιταγών ήταν λόγω της μη πίστωσης στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 των ποσών των ΛΚ51.900 και ΛΚ22.
  76. Η αντίφαση αυτή οπωσδήποτε επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής που προωθήθηκε από τους Εναγόμενους. Όλα τα πιο πάνω, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, επηρεάζουν την αξιοπιστία της εκδοχής του ΜΥ1, και ειδικότερα τη θέση που προώθησε στο Δικαστήριο και που αποτελεί ένα από τα επίδικα θέματα, της μη πίστωσης στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 του ποσού των ΛΚ51.900 και του ποσού των ΛΚ22.
  77. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ελεγκτή ΜΕ3 λέω από την αρχή ότι αυτή χαρακτηριζόταν από σαφήνεια και θετικότητα. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε το αντικείμενο της εργασίας που ανέλαβε όντας εξωτερικός ελεγκτής της Ενάγουσας εταιρείας μετά από παράκληση του διευθυντή της Ενάγουσας και αφού λήφθηκε η επιστολή του ΜΥ4, ημερομηνίας 24.10.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Η ουσία του όλου εγχειρήματος ήταν να διαπιστώσει, κατόπιν εξέτασης, κατά πόσο το ποσό των ΛΚ51.900, για το οποίο υπήρχε ισχυρισμός από πλευράς Εναγόμενης 1 μέσω του ΜΥ4 ότι δεν είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1, ήταν στην πραγματικότητα πιστωμένο. Ο ΜΕ3 εξήγησε με απλό και κατανοητό τρόπο τη διαδικασία που ακολούθησε και αναφέρθηκε στα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη για το σκοπό αυτό. Συγκεκριμένα, λήφθηκαν υπόψη έξι επιταγές (1123616, 1123617, 1123690, 1123693, 1123695 και 1123696) συνολικού ποσού ΛΚ32.200 που είχαν δοθεί από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου της και οι οποίες επιταγές επεστράφηκαν απλήρωτες λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης 1, όπως προκύπτει από την επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας Λτδ, ημερομηνίας 21.11.2005 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12). Περαιτέρω, λήφθηκαν υπόψη οι επιταγές που αναφέρονται στην επιστολή του ΜΥ4 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7) πλην τεσσάρων (1123691, 1123692, 1123694 και 1123710), οι οποίες, με βάση την πληροφόρηση που είχε ο ΜΕ3, είχαν δοθεί προς αντικατάσταση των πιο πάνω αναφερόμενων επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί και ανέρχονταν και αυτές στο συνολικό ποσό των ΛΚ32.
  78. Το άλλο στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από τον ΜΕ3 ήταν οι αποδείξεις είσπραξης με αριθμούς 7407 και 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16). Σ΄αυτές τις αποδείξεις αναφέρονται τα στοιχεία των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί και, συγκεκριμένα, στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7407 αναφέρονται οι επιταγές 1123616 και 1123617, ενώ στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 αναφέρονται οι επιταγές 1123690, 1123693, 1123695 και
  79. Ο μάρτυρας, έχοντας λοιπόν ενώπιον του αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο για τις χρεοπιστώσεις της Εναγομένης 1 και συγκεκριμένα το Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8, διαπίστωσε ότι τα ποσά των επιταγών που δεν τιμήθηκαν, τα στοιχεία των οποίων αναφέρθηκαν ανωτέρω, είχαν πιστωθεί στις σχετικές καταχωρήσεις του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 όπου καταγράφετο ταυτόχρονα και η σχετική με την κάθε επιταγή απόδειξη είσπραξης. Όσον αφορά δε, τις άλλες τέσσερις επιταγές που αναφέρονται στην επιστολή του ΜΥ4 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 (1123691, 1123692, 1123694, 1123710) συνολικού ποσού ΛΚ19.700 διαπίστωσε ότι τα ποσά που αφορούν οι επιταγές αυτές έχουν πιστωθεί με βάση τις σχετικές καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού, Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 και τις αποδείξεις είσπραξης που αναφέρονται στις σχετικές καταχωρήσεις με αριθμούς 7533 και
  80. Η ουσία του ζητήματος στην προκειμένη περίπτωση είναι το κατά πόσο το συνολικό ποσό των ΛΚ51.900, για το οποίο υπήρχε αμφισβήτηση από πλευράς Εναγομένης 1 ότι είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της, είχε πράγματι πιστωθεί στις καταστάσεις που διατηρούσε η Ενάγουσα. Το ζητούμενο δεν ήταν κατά πόσο ακολουθήθηκε ο πιο ορθός λογιστικός τρόπος απεικόνισης τέτοιων καταχωρήσεων από πλευράς Ενάγουσας. Υπενθυμίζω εδώ την αναφορά του ΜΕ3, την οποία επαναλαμβάνουμε και σε άλλο σημείο, ότι σημασία είχε για τον ίδιο που έκανε αυτή την εργασία η ουσία και κατά πόσο στην πράξη είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό του πελάτη, δηλαδή της Εναγόμενης 1, το συνολικό ποσό των ΛΚ51.
  81. Δεν είχε σημασία, με άλλα λόγια, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, ο χώρος ή η σελίδα που ήταν καταχωρημένη η κάθε λογιστική πράξη, αλλά σημασία είχε, στο τέλος της ημέρας, ότι είχαν γίνει οι σχετικές καταχωρήσεις. Θα αντιπαραβάλω στο σημείο αυτό την προσέγγιση που ακολούθησε ο ΜΥ4, η οποία στο πλείστο της μέρος αφορούσε τον τρόπο τήρησης των λογιστικών βιβλίων της Ενάγουσας και τον τρόπο που είχαν γίνει οι σχετικές καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού. Ο ΜΥ4 επικεντρώθηκε σ΄ αυτό το ζήτημα παρά στο ζήτημα ουσίας που ήταν υπό εξέταση και αφορούσε το κατά πόσο το συνολικό ποσό των ΛΚ51.900 είχε στην πράξη πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης
  82. Η προσέγγιση του ΜΥ4 προκύπτει από πολλές αναφορές που έκανε στη μαρτυρία του. Θα αναφερθώ σε ορισμένα παραδείγματα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αναφορά του ότι οι καταχωρήσεις δεδομένων στην κατάσταση λογαριασμού του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 δεν συνήδε αριθμητικώς ούτε με αύξοντα αριθμό με τις υπόλοιπες καταχωρήσεις. Άλλο παράδειγμα είναι η αναφορά του ότι θα έπρεπε να υπήρχαν υπό μορφή σημειώσεως στην κατάσταση λογαριασμού του 2003 οι τελευταίες επτά καταχωρήσεις της σελίδας 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 που αφορούσαν το έτος 2003 και είχαν συμπεριληφθεί στο τέλος της κατάστασης του
  83. Στη μαρτυρία του ο ΜΥ4 ισχυρίστηκε ότι δίδεται η εντύπωση ότι επιχειρήθηκε με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 η ταύτιση του υπολοίπου όπως αυτό είχε βεβαιωθεί με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32Α για το έτος 2002 (ΛΚ33.031,37). Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι είναι φανερό στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 στη σελίδα 7 ότι κατά το κλείσιμο του έτους, δηλαδή στις 31.12.2002, εδεικνύετο υπόλοιπο ΛΚ67.731,37 και ότι οι τελευταίες επτά καταχωρήσεις της σελίδας 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8, οι οποίες φέρονται να έχουν γίνει μεταξύ 21.1.2003 - 25.2.2003, δεν μπορούσαν να εμφανίζονται στην κατάσταση λογαριασμού για το έτος 2002 αφής στιγμής το λογισμικό των Εναγόντων, κατά τους ίδιους, ήταν τέτοιο ώστε να μην επιτρέπει την καταχώρηση δεδομένων του έτους
  84. Όταν, ωστόσο, του τέθηκε ότι με βάση τη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 η κατάσταση του 2002 τελειώνει με το χρεωστικό υπόλοιπο των ΛΚ33.031,37 το οποίο ποσό μεταφέρεται και στην κατάσταση λογαριασμού που ακολουθεί για το 2003 στο Παράρτημα 3, δεν έδωσε σαφή απάντηση. Ούτε, επίσης, έδωσε σαφή απάντηση στην υποβολή ότι στην σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 λήφθηκαν υπόψη και πιστώθηκαν οι μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνία 21.1.2003, 24.1.2003, 28.1.2003, 30.1.2003, 31.1.2003, 18.2.2003 και 25.2.2003, οι οποίες είχαν δοθεί εντός του 2002 αλλά θα πληρώνονταν το 2003 και ότι, αν φαίνονταν πιστωμένες και εμφανίζονταν και στην κατάσταση λογαριασμού του 2003, θα υπήρχε διπλή πληρωμή. Εκείνο που φάνηκε από τις τοποθετήσεις του ΜΥ4, κατά την κύρια εξέτασή του και τις απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέτασή του, ήταν ότι έδιδε περισσότερη έμφαση στον τρόπο αποτύπωσης κάποιων καταχωρήσεων στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 που τηρούσε η Ενάγουσα για χρεοπιστώσεις που γίνονταν σ΄ αυτόν παρά στην ουσία και στο αποτέλεσμα τέτοιων καταχωρήσεων. Επαναλαμβάνω εδώ και την παρατήρηση του ελεγκτή Μ.Ε.3 ότι σημασία δεν είχε ο τρόπος καταχώρησης κάθε λογιστικής πράξης αλλά το κατά πόσο είχαν γίνει οι σχετικές καταχωρήσεις. Όπως δε, το έθεσε χαρακτηριστικά η ουσία είχε σημασία και όχι ο χώρος και η σελίδα που ήταν καταχωρημένη η κάθε λογιστική πράξη. Εν πάση δε περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται διαφορά μεταξύ του χρεωστικού υπόλοιπου που καταγράφεται στη βεβαίωση υπολοίπου κατά την 31η Δεκεμβρίου 2002 στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32Α και του χρεωστικού υπόλοιπου που καταγράφεται για την ίδια χρονική περίοδο στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, εφόσον είναι προφανές ότι στην κατάσταση λογαριασμού του 2002 (Παράρτημα 2, σελίδα 7) στο τέλος καταγράφεται το ποσό των ΛΚ33.031,37 που είναι το ίδιο ποσό με εκείνο της βεβαίωσης ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32Α και στη συνέχεια στο Παράρτημα 3, σελίδα 7 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 για το έτος 2003 το ποσό αυτό μεταφέρεται στην καταχώρηση ημερομηνίας 1.1.2003 με αποτέλεσμα, επαναλαμβάνω, να μην προκύπτει διαφορά στις καταστάσεις λογαριασμού που τηρούσε η Ενάγουσα για την Εναγόμενη
  85. Καθαρό είναι, επίσης, το ότι οι επιταγές που καταχωρήθηκαν στην τελευταία σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 8 από 21.1.2003 μέχρι 25.2.2003 έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης και δίδεται στις καταχωρήσεις αυτές και ο αριθμός της απόδειξης που έχει εκδοθεί σχετικά με κάθε μια από τις επιταγές που αφορούν οι εν λόγω καταχωρήσεις. Επαναλαμβάνω. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ4 φάνηκε συνεχώς να επικαλείται τον τρόπο που γίνονταν οι καταχωρήσεις στους λογαριασμούς που τηρούσε η Ενάγουσα για τις χρεοπιστώσεις της Εναγομένης 1 και γενικά τον τρόπο τήρησης των λογιστικών βιβλίων της Ενάγουσας, εκφράζοντας κατ΄ επανάληψη τη θέση ότι τα εν λόγω βιβλία ήταν ελλειπή και ότι οι καταχωρήσεις δεν υποστηρίζονταν από τα σχετικά παραστατικά χωρίς, ωστόσο, να τοποθετείται επί της ουσίας και στο υπό εξέταση ζήτημα, που ήταν κατά πόσο συγκεκριμένες επιταγές συνολικού ποσού ΛΚ51.900 είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης
  86. Εκείνο που δεν μπορούσε, κατά την άποψη μου, να υποστηρίξει και να εξηγήσει με επάρκεια ήταν το πώς εφόσον ο ίδιος αρνείτο ότι οι επιταγές του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 7, πλην τεσσάρων (1123691, 1123692, 1123694 και 112370), είχαν δοθεί προς αντικατάσταση των επιταγών που φαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 και οι οποίες δεν είχαν πληρωθεί, οι εν λόγω λοιπόν επιταγές ήταν πιστωμένες στο λογαριασμό της Εναγομένης
  87. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα ο ΜΥ4 απέφευγε να απαντήσει επί του προκειμένου και κατέφευγε συνεχώς στον τρόπο που ετοιμάσθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμών και ότι θα έπρεπε να υπήρχαν αποδείξεις είσπραξης που να λένε ότι εισπράχθηκε η τάδε επιταγή για το τάδε ποσό προς αντικατάσταση της τάδε επιταγής και, γενικά, να υπάρχει κατάσταση τόσο για τις επιταγές που δεν τιμήθηκαν όσο και γι΄ αυτές που δόθηκαν προς αντικατάσταση. Η ουσία του ζητήματος, κατά την άποψη μου, όπως προέκυψε ειδικότερα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και του ΜΕ3, ήταν ότι το ποσό των ΛΚ51.900 που αφορούσαν οι επιταγές που αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης
  88. Συγκεκριμένα, σ΄ ό,τι αφορά το ποσό των ΛΚ32.200 η πίστωση του εν λόγω ποσού προέκυψε από την εξέταση των επιταγών και των αποδείξεων είσπραξης που αναφέρονταν στις συγκεκριμένες επιταγές. Συγκεκριμένα, οι επιταγές που αναφέρονταν στις αποδείξεις είσπραξης, αν και δεν είχαν τιμηθεί, είχαν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 γιατί στη συνέχεια αυτές οι επιταγές είχαν αντικατασταθεί με άλλες επιταγές, το ποσό των οποίων ισούτο με το ποσό των αρχικών επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί. Ενώ καθόσον αφορά το ποσό των ΛΚ19.700 αυτό είχε προκύψει ότι είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 με τις επιταγές 1123691, 1123692, 1123694 και 1123710 οι οποίες παρουσιάζονταν στις καταστάσεις λογαριασμού με τις ημερομηνίες πληρωμής τους και τον αριθμό της απόδειξης είσπραξης που είχε εκδοθεί σχετικά με κάθε μία από αυτές όπως φαίνεται στο Παράρτημα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ
  89. Η αντιπαραβολή από τη μια των επιταγών που δεν τιμήθηκαν με τις αποδείξεις είσπραξης που είχαν εκδοθεί σε σχέση με αυτές και από την άλλη των επιταγών που δόθηκαν στη συνέχεια προς αντικατάσταση των επιταγών που δεν τιμήθηκαν έγινε, όπως εξηγήθηκε με σαφήνεια και με κάθε επεξήγηση, από τον ΜΕ3 έτσι ώστε στο τέλος της ημέρας να διαπιστώνεται ότι είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 το ποσό των ΛΚ32.
  90. Ενώ για τις άλλες επιταγές που αναφέρθηκαν ανωτέρω, συνολικού ποσού ΛΚ19.700, η έρευνα έγινε στις σχετικές καταχωρήσεις της κατάστασης λογαριασμού της Εναγομένης 1 σε συνδυασμό με τις αποδείξεις είσπραξης που είχαν εκδοθεί σχετικά με τις εν λόγω επιταγές. Να προσθέσω ότι η διαπίστωση για την πίστωση του συνολικού ποσού των ΛΚ51.900 στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 έγινε σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι για τις επιταγές που φαίνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 και οι οποίες δεν τιμήθηκαν είχαν εκδοθεί μεταγενέστερα από μέρους της Εναγομένης 1 άλλες επιταγές προς αντικατάσταση αυτών που δεν τιμήθηκαν και οι οποίες προσδιορίστηκαν και ήταν μέρος των επιταγών που αναφέρονται στην επιστολή του ΜΥ4 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7, πλην τεσσάρων (1123691, 1123692, 1123694, 1123710). Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ4 διαπίστωσα ότι αυτή ήταν σαφής και θετική. Ο ΜΕ4 εξήγησε με σαφήνεια την εργασία που είχε αναλάβει κατόπιν συγκατάθεσης των δικηγόρων των διαδίκων για να εξετάσει λογιστική διαφορά που είχε προκύψει μεταξύ των διαδίκων και είχε ζητηθεί από τον ελεγκτικό οίκο στον οποίο εργάζεται ως εγκεκριμένος λογιστής και συνέταιρος να επιλύσει αυτή τη διαφορά ως ανεξάρτητοι ελεγκτές. Για τον σκοπό αυτό ο ΜΕ4 αναφέρθηκε στα στοιχεία που είχε ενώπιον του και που, μεταξύ άλλων, συμπεριελάμβαναν τα δικόγραφα, διάφορα λογιστικά στοιχεία και αλληλογραφία μεταξύ των ανεξάρτητων ελεγκτών των διαδίκων. Ο ΜΕ4, όπως εξήγησε, είχε κληθεί να εξετάσει τη διαφορά που προέκυψε κατά το έτος 2003 και αφορούσε το κατά πόσο είχε πιστωθεί ποσό ΛΚ51.
  91. Ο ΜΕ4 ξεκάθαρα εξήγησε ότι από το ποσό των ΛΚ51.900 το ποσό των ΛΚ19.700 είχε κατατεθεί και τιμηθεί με τις επιταγές 1123691, 1123692, 1123694 και 1123710, κάτι που παρουσιάζετο στις καταστάσεις λογαριασμού, καθώς επίσης και στις αποδείξεις είσπραξης με αριθμούς 7573 και
  92. Για το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ32.200 εξήγησε πάλι με σαφήνεια ότι διαπίστωσε ότι είχαν εκδοθεί επιταγές αυτού του ύψους και για τις οποίες είχαν εκδοθεί από την ενάγουσα αποδείξεις είσπραξης 7533 και
  93. Επίσης ότι οι επιταγές αυτές δεν είχαν τιμηθεί και υπήρχε προς τούτο σχετική επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας. Αφού δε έλαβε υπόψη το σενάριο ότι στη συνέχεια οι επιταγές αυτές είχαν αντικατασταθεί από άλλες χωρίς, ωστόσο, να εκδοθούν νέες αποδείξεις είσπραξης από την Ενάγουσα και να ακυρωθούν οι προηγούμενες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αριθμητικά το ποσό των ΛΚ32.200 παρουσιάζετο ως πιστωθέν στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα για την Εναγόμενη
  94. Η μαρτυρία του ΜΕ4 δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, απλώς έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί ως μια κατάληξη που στηρίχθηκε πάνω σε δεδομένα που είχαν τεθεί υπόψη του μάρτυρα, χωρίς ο ίδιος να τα διερευνήσει από μόνος του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μαρτυρία του, η οποία ήταν αξιόπιστη και στο τέλος της ημέρας αδιαμφισβήτητη, αποτελούσε είδος ελεγκτικής εργασίας και όχι λογιστικής, όπως εξάλλου το έθεσε ο ίδιος επί τη βάσει συγκεκριμένων στοιχείων που είχαν τεθεί υπόψη του. Με αυτές τις επισημάνσεις κατά νου, γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του. Να προσθέσω και κάτι άλλο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 επεσήμανε ότι σε περίπτωση που δίνονταν από την Εναγόμενη 1 μετρητά προς κάλυψη επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί τότε δεν θα αναγράφετο στην απόδειξη είσπραξης η επιταγή που είχε δοθεί, αλλά ο εισπράκτορας θα εξέδιδε απόδειξη είσπραξης για τη λήψη των μετρητών. Αντίθετα, ο ΜΥ1 όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κατά πόσο δεν θα ήταν αναμενόμενο από κάποιο που δίνει μετρητά να ζητά και να λαμβάνει απόδειξη είσπραξης, υποστήριξε ότι έπαιρνε πίσω το χαρτί της επιταγής που δεν είχε τιμηθεί και αυτός παρέδιδε μετρητά. Θεωρώ ότι η εκδοχή του ΜΥ1 επί του ζητήματος αυτού δεν ήταν ούτε λογικοφανής, ούτε αληθοφανής. Αν στο τέλος της ημέρας η πληρωμή από μέρους της Εναγομένης 1 γινόταν με μετρητά αφού είχε προηγηθεί η έκδοση επιταγής που δεν είχε τιμηθεί και η οποία, συνεπώς, επιστρέφετο στην Εναγόμενη 1 θα ήταν ποιο λογικό να αναμένετο από την Εναγόμενη 1 να ζητά και να λαμβάνει απόδειξη πληρωμής των μετρητών που κατέβαλε. Το γεγονός ότι δεν εκδίδετο νέα απόδειξη είσπραξης σε σχέση με τις επιταγές που είχαν δοθεί προς αντικατάσταση επιταγών της Εναγομένης 1 που δεν είχαν πληρωθεί και ότι ίσχυε η απόδειξη είσπραξης η οποία είχε εκδοθεί για τις πρώτες επιταγές, μπορεί, ομολογουμένως, ως τρόπος παρουσίασης μιας είσπραξης πληρωμής να μην ήταν ο καλύτερος, αλλά στο τέλος της ημέρας υπήρχε, από μέρους της Ενάγουσας, καταχωρημένη μια μορφή είσπραξης για ποσά που είχε καταβάλει η Εναγόμενη 1 προς αυτήν. Αναφορικά με τον ισχυρισμό από πλευράς Εναγομένης 1 μέσω του ΜΥ 1 ότι ποσό ΛΚ22.200 κατεβλήθη σε μετρητά από τον ίδιον στον εισπράκτορα της ενάγουσας για επιταγές που είχαν εκδοθεί από την Εναγόμενη 1 και δεν είχαν τιμηθεί, επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με το ότι δεν θεωρώ λογικοφανή, ούτε αληθοφανή την εκδοχή του ότι έδιδε μετρητά σε αντικατάσταση επιταγών που δεν είχαν πληρωθεί χωρίς να ζητά και να λαμβάνει από την ενάγουσα απόδειξη είσπραξης. Έπειτα το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα της καταβολής του ποσού των ΛΚ22.200 δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση στον εισπράκτορα της Ενάγουσας, ΜΕ2 ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που είχε την ευθύνη είσπραξης ποσών από την Εναγόμενη 1 μέσω του ΜΥ1 για να μπορέσει να το σχολιάσει. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 όταν τέθηκε γενικά το ζήτημα κατά πόσο έτυχε να λάβει μετρητά σε αντικατάσταση επιταγών που δεν είχαν πληρωθεί ο ΜΕ2 ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε λάβει ποτέ μετρητά από τον ΜΥ1 (Εναγόμενο 2) προσθέτοντας μάλιστα ότι, αν γινόταν κάτι τέτοιο, δηλ. αν ο Εναγόμενος του έδινε μετρητά, θα τα έπαιρνε αλλά στη συνέχεια θα του εξέδιδε απόδειξη είσπραξης για το ποσό που είχε εισπράξει. Επισημαίνω, επίσης, και τη μαρτυρία του ΜΕ4 επί του ζητήματος αυτού ότι για το ποσό των ΛΚ22.200 που υπήρχε ισχυρισμός από πλευράς Εναγομένων ότι είχε καταβληθεί στην Ενάγουσα σε μετρητά δεν είχαν τεθεί ενώπιον του οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την πληρωμή ενός τέτοιου ποσού από τους Εναγόμενους. Εν κατακλείδι και υπό το φως όλων όσων προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης θεμάτων γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ4 και, συνακόλουθα, η εκδοχή που προωθήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας, ενώ απορρίπτεται η εκδοχή της Εναγομένης 1 όπως παρουσιάστηκε μέσω των ΜΥ1 και ΜΥ
  95. Επίδικο θέμα υπό στοιχείο (ΙΙΙ) - Ανταπαίτηση Σε ό,τι αφορά την Ανταπαίτηση και συγκεκριμένα το θέμα που προέκυψε με την ποσότητα ουρίας που διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σε ένα φορτίο τριφύλλι που προήλθε από Ιταλία ο ΜΕ1 είχε καταρχήν εξηγήσει ότι, εφόσον το Υπουργείο Γεωργίας είχε κρίνει ότι δεν έπρεπε να πωληθεί το υπόλοιπο και ότι έπρεπε να γίνει ανάκληση, η Ενάγουσα ειδοποίησε τους πελάτες της και έγινε απ΄ όλους ανάκληση. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι ποτέ δεν τέθηκε θέμα από μέρους των Εναγομένων σε σχέση με την ποσότητα που είχε χρησιμοποιηθεί από το εν λόγω φορτίο και ότι ούτε υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση για ζημιές ένεκα αυτού του φορτίου. Όπως ξεκάθαρα τόνισε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίστηκε απρόσκοπτα μέχρι που για πρώτη φορά η Ενάγουσα πληροφορήθηκε για τις απαιτήσεις των Εναγομένων, όπως αυτές αναφέρονται στην Ανταπαίτηση τους, όταν προέκυψε το θέμα των επιταγών που η Εναγόμενη 1 σταμάτησε την πληρωμή τους, δηλαδή 4 χρόνια αργότερα. Ήταν κατηγορηματικός ότι ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων γιατί ποτέ οι Εναγόμενοι δεν είχαν κοινοποιήσει στην Ενάγουσα την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος. Ο ΜΕ1 προώθησε την πιο πάνω εκδοχή με συνέπεια και σταθερότητα σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν διαφοροποιήθηκε, ούτε κλονίσθηκε η εν λόγω εκδοχή. Μάλιστα κατά την αντεξέταση έδωσε πλήρεις και αποστομωτικές απαντήσεις επισημαίνοντας ότι, αν ετίθετο οποιοδήποτε θέμα από πλευράς των Εναγομένων σε σχέση με την ποσότητα που είχε πωληθεί σε αυτούς που προέρχετο από το ελαττωματικό φορτίο, η Ενάγουσα θα το έβλεπε θετικά και ότι μάλιστα, αν είχαν υποστεί ζημιά, η Ενάγουσα θα τους βοηθούσε, μέσω της ασφάλειας που είχε, για να αποζημιώσει τον πελάτη της. Κατά τη γνώμη μου ο ΜΕ1 ήταν ένας απόλυτα ειλικρινής μάρτυρας ο οποίος και σε σχέση με τις απαιτήσεις της Ανταπαίτησης έδωσε μια καθ΄όλα αξιόπιστη και πειστική εκδοχή για το πώς είχαν διαδραματισθεί τα σχετικά γεγονότα. Ως αποτέλεσμα η εκδοχή αυτή γίνεται απόλυτα αποδεκτή. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία του ΜΥ1 να πούμε δυο λόγια για τη μαρτυρία του ΜΥ2 και ΜΥ
  96. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν έχει αμφισβητηθεί και συνίστατο στις ενέργειες που προέβη κατόπιν σχετικών οδηγιών που είχε λάβει και τη διενέργεια δειγματοληψιών στις 28.3.2002 από τον μύλο του Εναγόμενου 2, ως επίσης και την κατάθεση των αποτελεσμάτων των τεσσάρων χημικών αναλύσεων των δειγμάτων που είχε λάβει κατά την πιο πάνω ημερομηνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 31). Από αυτά τα αποτελέσματα προκύπτει ότι η αναφερόμενη ζωοτροφή δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της σχετικής Νομοθεσίας διότι, μεταξύ άλλων, περιείχε ουρία η οποία δεν δηλώθηκε. Επιπλέον να αναφέρω ότι ο ίδιος ο ΜΕ1 έχει, στα πλαίσια της δικής του κατάθεσης, αναφερθεί στα γεγονότα που αφορούσαν τόσο τις ενέργειες του ΜΥ2 όσο και τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών. Γι΄ αυτό, εξάλλου, ο ΜΥ1 στη μαρτυρία του εξήγησε σε τι ενέργειες είχε προβεί μετά που ανιχνεύτηκε ποσότητα ουρίας στο συγκεκριμένο φορτίο που είχε λάβει από την Ιταλία. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται στο σύνολό της αποδεκτή. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ3, η βασική του αναφορά συνίστατο στο ότι στα μονογαστρικά, όπως είναι τα κουνέλια, η επιτρεπόμενη παρουσία της ουρίας είναι μηδέν και εξήγησε τους λόγους που τέτοια ουσία όπως η ουρία είναι τοξική για τα μονογαστρικά. Ο ΜΥ3 αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας αναφορικά με τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από την ύπαρξη ουρίας σε μικρά ποσοστά που προσδιόρισε και κατά πόσο η ουρία στην τροφή των κουνελιών, στο ποσοστό που προσδιορίστηκε, θα πρέπει να λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα για να προκληθούν στα κουνέλια προβλήματα. Ήταν φανερό από τις απαντήσεις που έδωσε ο ΜΥ3 ότι δεν ήταν γνώστης αυτού του θέματος και, επομένως, δεν ήταν σε θέση να δώσει απαντήσεις. Όπως, εξάλλου, ο ίδιος ξεκαθάρισε, ο ίδιος δεν έχει ασχοληθεί με τη διατροφή των ζώων, αλλά ασχολείται με την περίθαλψη των άρρωστων ζώων. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι η δική του γνώση συνίστατο και περιορίζετο μόνο στο γεγονός ότι η ουρία είναι τοξική τροφή για τα κουνέλια. Κατά συνέπεια, για τα όσα ήταν σε θέση ο ΜΥ3 να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, η μαρτυρία του γίνεται απόλυτα αποδεκτή. Προχωρώ να εξετάσω την εκδοχή του ΜΥ1 αναφορικά με την Ανταπαίτηση της Εναγομένης
  97. Ενώ δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα είχε προμηθεύσει την Εναγόμενη 1 με ακατάλληλη ποσότητα τριφυλλιού, τα όσα κατέθεσε ο ΜΥ1 σε σχέση με το ότι υπέστη ζημιές δεν μου φάνηκαν ούτε λογικοφανή, ούτε αληθοφανή. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω δίδοντας κάποια ενδεικτικά, κατά την άποψη μου, παραδείγματα. ® Ενώ ο ΜΥ1 ισχυρίσθηκε ότι υπέστη ζημιές της τάξεως των ΛΚ100.000 και πλέον και ότι μάλιστα καταστράφηκε ολόκληρο το τμήμα πωλήσεων ζωοτροφών για κουνέλια εντούτοις δεν προχώρησε δικαστικώς εναντίον της Ενάγουσας, ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε γραπτή απαίτηση εναντίον της για τις ζημιές που ισχυρίζετο ότι είχε υποστεί λόγω του ελαττωματικού εμπορεύματος που η Ενάγουσα την προμήθευσε, παρά μόνο μετά από 4½ χρόνια με την έγερση της παρούσας Ανταπαίτησης λόγω των υποσχέσεων που του έδιδε ο υπάλληλος της Ενάγουσας ο ΜΕ2 ότι θα αποζημιώνετο η Εναγόμενη
  98. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο ΜΥ1 επί του θέματος αυτού δεν ήταν ούτε σαφείς ούτε πειστικές. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι ώσπου υπήρχε συνεργασία υπήρχε υπόσχεση μέσω του υπαλλήλου της Ενάγουσας, ΜΕ2, ότι θα τους βοηθούσαν και θα τους αποζημίωναν χωρίς να εξηγεί γιατί η Εναγόμενη 1 άφησε να περάσει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου 4½ χρόνια οπόταν και καταχωρήθηκε η παρούσα Ανταπαίτηση. Μάλιστα αν αναλογισθεί κανείς το ύψος των απαιτήσεων της Εναγόμενης 1, το οποίο ανέρχεται σε ένα σημαντικό ποσό (ΛΚ112.170,77),δεν θεωρώ καθόλου λογικοφανή, ούτε αληθοφανή τη θέση ότι, ενώ είχαν υποστεί τόσης έκτασης ζημιές όπως, μεταξύ άλλων, και την ολοκληρωτική καταστροφή του τμήματος πωλήσεων ζωοτροφών σε κουνέλια της εταιρείας μετά την παράδοση από μέρους της Ενάγουσας ελαττωματικών προϊόντων, εντούτοις επειδή υπήρχε υπόσχεση από τον υπάλληλο της Ενάγουσας ότι θα τους αποζημίωνε η Ενάγουσα παρέμειναν αδρανείς και δεν διεκδίκησαν άμεσα ή έστω εντός λογικού χρονικού διαστήματος τις ζημιές τους. ® Ούτε μπορεί, κατά την άποψη μου, να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός ότι πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ2.420,77 που αφορούσε το τίμημα αγοράς της ποσότητας τριφυλλιού που χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη 1 και δεν επεστράφη στην Ενάγουσα-και ήταν μέρος του ελαττωματικού φορτίου- γιατί υποτίθεται η Ενάγουσα, ενώ γνώριζε ότι θα έπρεπε να αποζημιώσει την Εναγόμενη 1 για τις ζημιές που είχε υποστεί από το ελαττωματικό προϊόν, από την άλλη απαιτούσε την πληρωμή του τιμήματος αγοράς. ® Επισημαίνω, περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός που προβλήθηκε ευθύς εξαρχής από τον ΜΥ1 ότι από το 2002 που είχε προκληθεί στους Εναγόμενους ζημιά ένεκα του ελαττωματικού φορτίου η Ενάγουσα, μέσω του εισπράκτορα της ΜΕ2, τους είχε υποσχεθεί ότι θα τους αποζημίωνε και ότι μάλιστα η Ενάγουσα θα προχωρούσε δικαστικώς εναντίον του προμηθευτή της και τους ζητούσε να μην προχωρήσουν η Εναγόμενη 1 με αγωγή εναντίον της Ενάγουσας, ουδέποτε τέθηκε στο ΜΕ2 για να τον σχολιάσει και να δώσει τη δική του θέση. Χωρίς αμφιβολία επρόκειτο για ένα πολύ σημαντικό ισχυρισμό που αφορούσε άμεσα τον εισπράκτορα της Ενάγουσας ΜΕ2 και λογικά θα αναμένετο όχι να προβάλλεται από τον ΜΥ1 εκ των υστέρων και μονόπλευρα χωρίς προηγουμένως να τεθεί στον ίδιο τον ΜΕ
  99. Με άλλα λόγια, εφόσον η ίδια η πλευρά της Εναγομένης 1 προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό για να δικαιολογήσει το γεγονός της μη λήψης προηγουμένως οποιονδήποτε μέτρων εναντίον της Ενάγουσας για τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη από το ελαττωματικό φορτίο θα έπρεπε να το είχε θέσει στο ΜΕ2 για να τοποθετηθεί και να έχει και αυτός την ευκαιρία να προβάλει τη δική του εκδοχή. Καταλήγω, επομένως, ότι αυτή η παράλειψη, αδιαμφισβήτητα, επηρεάζει την αξιοπιστία της εκδοχής του ΜΥ
  100. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου

(1999)1 Α.Α.Δ. 785 (στη σελίδα 791): ".. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου". Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v.Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ. 1527 (στη σελ.1541): "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα". Εκτός του ότι ο ΜΥ1 απέτυχε, για τους λόγους που θα εξηγήσουμε εκτενέστερα πιο κάτω, να αποδείξει τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη η Εναγόμενη 1, ο τρόπος που προσπάθησε να τις διεκδικήσει επηρεάζει, κατά την άποψη μου, και την ποιότητα της ίδιας της μαρτυρίας του. Η μαρτυρία του στο μέρος που αφορούσε τον καθορισμό των ποσών που διεκδικούσε υπό μορφή αποζημιώσεων ήταν τόσο γενική, τόσο αόριστη και τόσο ατεκμηρίωτη ώστε κάλλιστα να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετη. Στο τέλος της ημέρας το μόνο που ο ΜΥ1 έπραξε σε ό,τι αφορά τον καθορισμό των αποζημιώσεων που η Εναγόμενη 1 διεκδικούσε από την Ενάγουσα ήταν, απλώς, να αναφέρει διάφορα ποσά χωρίς αυτά τα ποσά να στηρίζονται και να υποστηρίζονται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Ανεξάρτητα απ΄όλα τα πιο πάνω που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ1 και οδηγούν στην κατάληξη ότι η εκδοχή που προσπάθησε να προωθήσει και σε σχέση με την Ανταπαίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή προχωρώ να εξετάσω τον τρόπο που προσδιορίστηκε το ύψος της ζημιάς που ήταν ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη 1 υπέστη ένεκα ακατάλληλης ποσότητας τριφυλλιού που την προμήθευσε η Ενάγουσα. Λέω από την αρχή ότι για όλες τις επιμέρους απαιτήσεις της Εναγομένης 1 δεν προσκομίστηκε απολύτως κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Προχωρώ να αναφερθώ σε κάθε μια από τις απαιτήσεις ξεχωριστά. ü Για την αξία των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή της ζωοτροφής εκτός από το τριφύλλι ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι αυτή ανήλθε στο ποσό ΛΚ3.
  1. Ερωτηθείς αν είχε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής, ο ΜΥ1 απλώς ανέφερε «Να σας παρουσιάσω τα σιτηρέσια των κουνελιών» χωρίς, όπως είναι φανερό, να παρουσιάζει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. ü Για την απαίτηση για τα εργατικά και μεταφορικά έξοδα για την παρασκευή των ζωοτροφών που κατά τον ΜΥ1, ανήλθε σε ποσό ΛΚ1.000 ερωτηθείς αν είχε απόδειξη απάντησε αρνητικά και, επομένως, ούτε και αυτή την απαίτηση μπόρεσε να την τεκμηριώσει και αποδείξει. ü Για την απαίτηση του ποσού των ΛΚ10.000, που κατά τον ΜΥ1 ήταν το ποσό που οι πελάτες της Εναγόμενης 1 χρωστούσαν σ΄ αυτήν δυνάμει λογαριασμού ο οποίος χρεοπιστώνετο αναλόγως των ποσοτήτων ζωοτροφής που η Εναγόμενη 1 παρέδιδε και το ποσό που αυτοί κατέβαλλαν έναντι, πάλι κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει την ύπαρξη τέτοιας οφειλής από μέρους πελατών της Εναγομένης
  2. ü Παρομοίως ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίσθηκε για την απαίτηση του ποσού των ΛΚ20.000 που, κατά τον ΜΥ1, ήταν η ζημιά που η Εναγόμενη 1 υπέστη λόγω του ότι οι πλείστοι των πελατών της που αγόραζαν ζωοτροφές κουνελιών αγόραζαν σε αναλογία 7,5÷2 ζωοτροφές και για άλλα είδη ζώων ή πουλερικών. Ούτε για απόδειξη της αναλογίας αυτής, ούτε του τρόπου που προσδιορίστηκε το ποσό των ΛΚ20.000 παρουσιάσθηκε οποιοδήποτε στοιχείο. ü Σ΄ό,τι αφορά την απαίτηση για τις ΛΚ75.000 τονίζω ότι ουδεμία τεκμηρίωση και ουδεμία απόδειξη προσκομίσθηκε που να αποδεικνύει το εν λόγω ποσό, ο δε πίνακας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28 που κατατέθηκε δεν θα μπορούσε από μόνος του να αποτελεί απόδειξη του αναφερόμενου ποσού. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι το τμήμα κουνελιών της εταιρείας του υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή και για τον σκοπό αυτό κατέθεσε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28, μια κατάσταση με τις πωλήσεις ζωοτροφών σε κουνέλια για τα έτη 1999 μέχρι και το έτος 2004 για να υποστηρίξει ότι από το 2002 - που ήταν και η χρονιά όπου είχαν αγοραστεί τα ελαττωματικά προϊόντα από την Εναγόμενη 1 - μέχρι το 2004, υπήρχε μια πτωτική πορεία στις πωλήσεις με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά της τάξης των ΛΚ75.
  3. Ερωτηθείς κατά την κύρια εξέτασή του να εξηγήσει πώς κατέληξε στο ποσό των ΛΚ75.000, απάντησε, χωρίς να εξηγεί, ούτε να τεκμηριώνει με οποιαδήποτε στοιχεία ότι αυτό συνιστούσε ένα λογικό ποσό γιατί κέρδιζε 15% επί των πωλήσεων στο μέσο όρο. Αυτή η αναφορά του ΜΥ1 ότι δηλαδή η Εναγόμενη 1 κέρδιζε 15% επί των πωλήσεων ήταν και αυτή χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση και οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία. Πέραν της απουσίας των πρωτογενών στοιχείων που θα έπρεπε να παρουσιαστούν, ο ΜΥ1 δεν εξήγησε με επάρκεια το πώς κατέληξε στο ποσό των ΛΚ75.
  4. Στο τέλος της ημέρας το μόνο που ο ΜΥ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28 αναφορικά με το σύνολο των πωλήσεων ζωοτροφών για κουνέλια που έκανε η Εναγόμενη 1 για τα έτη 1999 - 2004 και ένα αυθαίρετο ισχυρισμό για απώλεια και ζημιά της τάξης των ΛΚ75.000 που καλά καλά δεν επεξηγήθηκε, ούτε συσχετίσθηκε με το ίδιο το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με την Απαίτηση: · Η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγομένη 1 με πρώτες ύλες για την Παρασκευή ζωοτροφών και διατηρούσε λογαριασμό για τις μεταξύ τους συναλλαγές. · Στις 17.7.2001, οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τη σύμβαση εγγύησης η οποία κατατέθηκε από κοινού από τα διάδικα μέρη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1, σύμφωνα με την οποία αναλάμβαναν μαζί με την Εναγόμενη 1 την αποπληρωμή ποσού μέχρι ΛΚ100.000 που τυχόν έμενε απλήρωτο αναφορικά με προμήθειες εμπορευμάτων από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη. · Η διαδικασία που ακολουθείτο ήταν ως εξής: Παραδίδονταν εμπορεύματα που είχαν παραγγελθεί από την Εναγόμενη 1 στους μύλους της Εναγόμενης 1 και μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και την παραλαβή από την Εναγόμενη 1 του σχετικού δελτίου αποστολής, ακολουθούσε η έκδοση τιμολογίων από τον εισπράκτορα της Ενάγουσας, ο οποίος παραλάμβανε μεταχρονολογημένες επιταγές της Εναγόμενης 1 και ο εισπράκτορας της Ενάγουσας εξέδιδε αποδείξεις είσπραξης για τις μεταχρονολογημένες επιταγές που έδιδε η Εναγόμενη
  6. Στις περιπτώσεις όπου μεταχρονολογημένες επιταγές της Εναγόμενης 1 τύχαινε να μην πληρωθούν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και οι οποίες, ως εκ τούτου, επιστρέφονταν από την Ενάγουσα μέσω του Μ.Ε.2 στον Εναγόμενο 2, ο Εναγόμενος 2 εξέδιδε άλλες επιταγές και τις παρέδιδε στον εισπράκτορα της Ενάγουσας, Μ.Ε.2, προς αντικατάσταση των επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί. Γι΄ αυτές τις επιταγές που δίδονταν προς αντικατάσταση επιταγών που δεν είχαν τιμηθεί δεν εκδίδετο νέα απόδειξη είσπραξης γιατί ίσχυε η απόδειξη είσπραξης η οποία είχε εκδοθεί για τις πρώτες επιταγές - αυτές που είχαν δοθεί αρχικά και δεν είχαν τιμηθεί - στις οποίες αποδείξεις είσπραξης αναφέρονταν τα στοιχεία των αρχικών επιταγών και η ημερομηνία πληρωμής τους. · Η Ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες προμήθευσε την Εναγομένη 1 με πρώτες ύλες ζωοτροφών και εξέδωσε και της παρέδωσε τα τιμολόγια τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 6 της τροποποιημένης Εκθέσεως Απαιτήσεως και έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σε δέσμη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 για το συνολικό ποσό των €156.201,76 (ΛΚ91.420,83). Τα τιμολόγια είναι τα ακόλουθα: Α/Α ΑΡ. ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΠΟΣΟ [Λ.Κ. (€)] 1 1590 2.8.2005 3.714,83 (6.347,16) 2 1623 9.8.2005 3.658,03 (6.250,12) 3 1651 9.8.2005 14.476,64 (24.734,81) 4 1627 11.8.2005 3.524,66 (6.022,24) 5 1670 22.8.2005 3.714,83 (6.347,16) 6 1696 29.8.2005 3.572,13 (6.103,35) 7 1691 1.9.2005 3.403,95 (5.815,99) 8 1744 6.9.2005 2.138,85 (3.654,44 9 1803 8.9.2005 2.921,86 (4.992,29) 10 1733 9.9.2005 2.133,85 (3.645,90) 11 1766 10.9.2005 6.810,80 (11.636,94) 12 1785 14.9.2005 2.794,42 (4.774,55) 13 1835 15.9.2005 2.982,53 (5.095,96) 14 1846 16.9.2005 1.866,65 (3.189,36) 15 1847 19.9.2005 2.106,92 (3.599,89) 16 1906 19.9.2005 2.073,65 (3.543,04) 17 1850 20.9.2005 2.060,86 (3.521,19) 18 1858 22.9.2005 3.307,00 (5.650,34) 19 1879 28.9.2005 3.094,46 (5.287,20) 20 1933 28.9.2005 2.450,26 (4.186,52) 21 1945 3.10.2005 3.896,49 (6.657,55) 22 1915 4.10.2005 2.889,71 (4.937,36) 23 1952 7.10.2005 1.873,54 (3.201,14) 24 1969 12.10.2005 3.091,20 (5.281,63) 25 2003 14.10.2005 2.059,65 (3.519,12) 26 1996 18.10.2005 2.923,20 (4.994,58) 27 2015 21.10.2005 1.879,86 (3.211,93) · Έναντι αυτού του ποσού, ο Εναγόμενος 2 εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα, μέσω του εισπράκτορά της τις μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 8 της τροποποιημένης Εκθέσεως Απαιτήσεως και έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σε δέσμη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. · Για αυτές τις επιταγές εκδόθηκαν από την Ενάγουσα οι αποδείξεις με αριθμούς 09316, 09552, 09604, 09605, και 09608, οι οποίες έχουν κατατεθεί από κοινού από τα διάδικα μέρη σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  8. · Με επιστολή του ημερομηνίας 21.10.2005, προς τον κ. Παύλο Βάσιλα, Γραμματέα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Άχνας, η οποία κατατέθηκε από κοινού σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, ο Εναγόμενος 2 σταμάτησε την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Οι επιταγές για τις οποίες ο Εναγόμενος 2 έχει προβεί στη μη εξόφληση τους (stop payment) και περιέχονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 καταγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί στον οποίο φαίνεται η ημερομηνία πληρωμής τους, ο αριθμός της κάθε επιταγής, το ποσό της κάθε επιταγής, ο αριθμός απόδειξης είσπραξης που εκδόθηκε και παραδόθηκε από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 2 ως επίσης και ο κωδικός στις καταχωρήσεις που έγιναν σε κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης 1 που είναι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΟΣΟ [Λ.Κ. (€)] ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΚΩΔΙΚΟΣ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ 22.10.2005 070-01225924 5.000,00 (8.543,01) 09316 33574 23.10.2005 070-01225990 4.557,00 (7.786,10) 09605 35379 24.10.2005 070-01225925 5.890,00 (10.063,66) 09605 35386 24.10.2005 070-01225991 2.133,00 (3644,45) 09316 33576 25.10.2005 070-01225992 1.866,00 (3.188,25) 09605 35382 26.10.2005 070-01225951 5.000,00 (8.543,01) 09552 34037 27.10.2005 070-01225993 2.138,00 (3.652,99) 09608 35393 28.10.2005 070-01225952 6.500,00 (11.105,91) 09552 34038 31.10.2005 070-01225953 6.690,00 (11.430,54) 09552 34040 4.11.2005 070-01225994 6.810,00 (11.635,58) 09608 35394 8.11.2005 070-01225995 2.794,00 (4.773,83) 09608 35395 10.11.2005 070-01225996 2.073,00 (3.541,93) 09608 35396 13.11.2005 070-01225997 2.060,00 (3.519,72) 09608 35398 21.11.2005 070-01225982 3.896,00 (6.656,71) 09604 35358 23.11.2005 070-01225983 5.000,00 (8.543,01) 09604 35359 26.11.2005 070-01225984 5.000,00 (8.543,01) 09604 35360 28.11.2005 070-01225985 5.000,00 (8.543,01) 09604 35361 30.11.2005 070-01225986 5.000,00 (8.543,01) 09604 35362 20.12.2005 070-01225987 2.170,00 (3.707,67) 09604 35374 · Τα διάδικα μέρη διόρισαν από κοινού σαν ανεξάρτητο Ελεγκτή τον κ. Πανίκο Αντωνιάδη (Μ.Ε.4) από τον Ελεγκτικό Οίκο K.P.M.G. ο οποίος αφού μελέτησε τα έγγραφα τα οποία του δόθηκαν εξέδωσε πόρισμα για το κατά πόσο έχει πιστωθεί το ποσό των €88.676,41 (ΛΚ51.90) στον λογαριασμό της Εναγομένης εταιρείας, το οποίο έχει κατατεθεί σαν ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  10. · Τα διάδικα μέρη κατέβαλαν στον Ελεγκτικό Οίκο K.P.M.G. το ποσό των €1.964,89 (ΛΚ1.150,00 έκαστο για τις υπηρεσίες που τους παρείχε σύμφωνα με την προσφορά για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ημερομηνίας 26.6.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24). Σχετικά είναι και τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 27 Α, 27 Β και 27 Γ. · Σε ό,τι αφορά το κατά πόσο είχε πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 το συνολικό ποσό των ΛΚ51.900 τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως. Από το ποσό των ΛΚ51.900, το ποσό των ΛΚ19.700 έχει κατατεθεί και τιμηθεί με τις επιταγές 1123691, 1123692, 1123694 και
  11. Συγκεκριμένα: i. Η επιταγή με αριθμό 1123691 για ποσό ΛΚ5.000 ημερ. 21.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  12. ii. Η επιταγή με αριθμό 1123692 για ποσό ΛΚ5.000 ημερ. 24.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  13. iii. Η επιταγή με αριθμό 1123694 για ποσό ΛΚ2.400 ημερ. 31.01.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  14. iv. Η επιταγή με αριθμό 1123710 για ποσό ΛΚ7.300 ημερ. 25.02.2003 φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7543 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) και φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με αρ. κωδικού
  15. · Σε ό,τι αφορά το ποσό ΛΚ32.200 προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 1 παρέδωσε στους ενάγοντες έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου της τις ακόλουθες επιταγές: ® 1123616 ημερ. 25.11.2002 για ποσό Λ.Κ.6.200 ® 1123617 ημερ. 29.11.2002 για ποσό Λ.Κ.6.000 ® 1123690 ημερ.18.01.2002 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123693 ημερ. 28.01.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123695 ημερ. 18.02.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ® 1123696 ημερ. 30.01.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ: Λ.Κ.32.200 Οι επιταγές αυτές επιστράφηκαν καθότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 1 και αντικαταστάθηκαν με τις ακόλουθες επιταγές: § 1123744 ημερ. 9.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123745 ημερ. 10.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123746 ημερ. 13.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123747 ημερ. 14.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123748 ημερ. 15.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.000 § 1123749 ημερ. 16.01.2003 για ποσό Λ.Κ.2.200 § 1123804 ημερ. 11.03.2003 για ποσό Λ.Κ.2.500 § 1123803 ημερ. 7.05.2003 για ποσό Λ.Κ.2.500 § 1152834 ημερ. 27.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 § 1152835 ημερ. 29.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 § 1152836 ημερ. 31.07.2003 για ποσό Λ.Κ.5.000 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ Λ.Κ.32.200 Οι επιταγές με αριθμούς 1123616 και 1123617 που αναφέρονται ανωτέρω φαίνονται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7407 ενώ οι επιταγές με αριθμούς 1123690, 1123693, 1123695 και 1123696 φαίνονται στην απόδειξη είσπραξης με αριθμό 7533 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16) Όταν έγινε η αντικατάσταση των επιταγών όπως αναφέρεται ανωτέρω στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 παρέμειναν τα στοιχεία των επιταγών οι οποίες επεστράφησαν και φαίνονται στις ημερομηνίες στις οποίες έπρεπε να είχε γίνει η πληρωμή τους όπου αναφέρονται οι αριθμοί των αποδείξεων είσπραξης που αναφέρθηκαν ανωτέρω καθώς και το ποσό της κάθε επιταγής και ως εκ τούτου το συνολικό ποσό των Λ.Κ.32.200 πιστώθηκε στο λογαριασμό της εναγομένης 1 και φαίνεται ξεκάθαρα η πίστωση του εν λόγω ποσού στην κατάσταση λογαριασμού ως ακολούθως: ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123616 φαίνεται στη σελίδα 6 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  16. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123617 φαίνεται στη σελίδα 6 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  17. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123690 φαίνεται στη σελίδα 1 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  18. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123693 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  19. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123695 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  20. ü Το ποσό της επιταγής υπ΄ αριθμό 1123696 φαίνεται στη σελίδα 7 του Παραρτήματος 2 του Τεκμηρίου 8 με τον κωδικό
  21. · Η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε, ως ήταν ο σχετικός ισχυρισμός, στην Ενάγουσα μέσω του ΜΥ1 ποσό ΛΚ22.200 σε μετρητά προς αντικατάσταση επιταγών που δεν πληρώθηκαν για να έπρεπε να φαίνεται πιστωμένο το εν λόγω ποσό στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 που τηρούσε η Ενάγουσα. Σ΄ ό,τι αφορά την Ανταπαίτηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: · Σ΄ ένα φορτίο ζωοτροφής τριφυλλάλευρου/μηδικάλευρου που η Ενάγουσα προμηθεύτηκε από την Ιταλία εντοπίσθηκε ποσότητα ουρίας που μπορεί να καταστήσει το προϊόν ακατάλληλο για μερικά ζώα. Συγκεκριμένα, μετά από υποψίες για την ποιότητα της ζωοτροφής αυτής έγιναν στις 28.3.2002 από το Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος δειγματοληψίες σε τέσσερα δείγματα τριφυλλάλευρου. Με βάση τα αποτελέσματα των τεσσάρων χημικών αναλύσεων των δειγμάτων προέκυψε ότι η εν λόγω ζωοτροφή δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της σχετικής Νομοθεσίας διότι περιείχε 1 - 1,5% ουρία. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19). Η ουρία είναι τοξική για τα μονογαστρικά, όπως είναι τα κουνέλια, η δε επιτρεπόμενη παρουσία της ουρίας στο σιτηρέσιο τους είναι μηδέν. Το Υπουργείο Γεωργίας έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να πωληθεί το υπόλοιπο του φορτίου της Ενάγουσας και ότι έπρεπε να γίνει ανάκληση. Εν συνεχεία η Ενάγουσα ειδοποίησε τους πελάτες της και έγινε απ΄όλους ανάκληση του εν λόγω προϊόντος. Ακολούθησε επανεξαγωγή στη χώρα απ΄όπου προήλθε και το φορτίο αντικαταστάθηκε με νέο φορτίο. · Ένα μέρος του φορτίου αυτού χρησιμοποιήθηκε από την Εναγόμενη
  22. Ποτέ, όμως, δεν τέθηκε από την Εναγόμενη 1 θέμα σε σχέση με την ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε από το εν λόγω φορτίο, ούτε η Ενάγουσα υποσχέθηκε να μην χρεώσει την Εναγόμενη 1 για την ποσότητα που χρησιμοποιήθηκε. Ούτε έγινε οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση από την Εναγόμενη για ζημιές που είχαν υποστεί ένεκα αυτού του φορτίου πριν την καταχώρηση της Ανταπαίτησης στην παρούσα Αγωγή. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων, προέκυψε ότι το ποσό των ΛΚ51.900 έχει πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγομένης 1, ενώ καθόσον αφορά το ποσό των ΛΚ22.200 σε μετρητά δεν προέκυψε ότι κατεβλήθη από την Εναγόμενη 1, μέσω του ΜΥ1, στην Ενάγουσα. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ευρημάτων και αφού προέκυψε ότι πράγματι η Εναγόμενη 1 είχε χρησιμοποιήσει κάποια ποσότητα από το φορτίο που περιείχε 1 - 1,5% ουρία με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη ζωοτροφή να μην είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της σχετικής Νομοθεσίας, η Εναγόμενη 1 απέτυχε να αποδείξει ότι ένεκα της παρουσίας αυτής της ποσότητας της ουρίας στη ζωοτροφή που χρησιμοποίησε προκλήθηκαν σε αυτή οι ισχυριζόμενες στην Ανταπαίτηση της ζημιές και/ή οποιεσδήποτε ζημιές και/ή απώλειες. ΤΟΚΟΣ Ένα άλλο θέμα που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση αφορά τον τόκο που δικαιολογείται να επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας. Στα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί από την Ενάγουσα και αφορούν το

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.