← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της DKIntercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 594/9

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της DKIntercity Buses Larnacas Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 594/97, 30.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 594/97 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της D.K.Intercity Buses Larnacas Ltd
  2. Δήμος Καλλένος
  3. Ανδρέας Καλλένος
  4. Αχιλλέας Βοντιτσιάνος
  5. Νίκη Λουκά
  6. Κώστας Ισιδώρου
  7. Κτηματικές Επιχειρήσεις Καλλένος Λτδ ως μετονομάστηκαν από Κτηματικές Επιχειρήσεις Κάθε Λτδ
  8. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρεία Μεταφορών Δήμος Καλλένος Λτδ
  9. Demos Kallenos Hotels Ltd 10.Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Kallenos Buses Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 30/3/10 Ημερομηνία: 30.9.2011 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Μ. Κυριακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Ν. Λιασίδου). Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης και κ. Δ. Καλλένος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12/5/1997, ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (που πιο κάτω στα πλαίσια της παρούσας θα αναφέρεται ως «ο Οργανισμός») εξασφάλισε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των Εναγομένων, απόφαση σε βάρος των τελευταίων. Πέραν του ποσού των ΛΚ 216.975,04 με ανάλογο τόκο που επιδικάστηκε αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα σε βάρος όλων των εναγομένων, με την ίδια απόφαση η εναγόμενη 1 διατάχθηκε να παραδώσει αριθμό οχημάτων (λεωφορεία) τα οποία θα επωλούνταν στα πλαίσια δημόσιου πλειστηριασμού ενώ τα έσοδα από αυτή την πώληση θα χρησιμοποιούνταν για την εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Στην ίδια απόφαση διατάχθηκε επίσης η εκποίηση ακινήτων των εναγομένων αρ.7 και 9 που βαρύνονταν με τις υποθήκες Υ1467/96Β και Υ1468/96Γ αντίστοιχα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, με οδηγίες όπως το προϊόν της πώλησης των ως άνω ακινήτων διατεθεί ομοίως έναντι και ή προς εξόφληση του ως άνω εξ' αποφάσεως χρέους. Στην ίδια την ως άνω απόφαση προβλεπόταν ότι θα υπάρχει αναστολή της εκτέλεσης της, εφόσον οι εναγόμενοι πληρώνουν ΛΚ2.500 από 1/7/97 με επτά ημέρες χάρη. Στις 30/3/10 καταχωρήθηκε η υπό συζήτηση αίτηση, με την οποία επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της ως άνω απόφασης. Στον τίτλο της, ως ενάγων πλέον παρουσιάζεται η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πιο κάτω αναφερόμενη στα πλαίσια της παρούσας ως «Τράπεζα Κύπρου»). Ταυτόχρονα στον τίτλο της αίτησης εντοπίζονται διαφοροποιήσεις και σε σχέση με εναγόμενους όπως αυτοί περιγράφονται στον τίτλο του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής αλλά και της ως άνω απόφασης. Ειδικότερα: α) Ως εναγόμενος 1 αναφέρεται ο Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της D.K.INTERCITY BUSES LARNACAS Ltd αντί της D.K. INTERCITY BUSES LARNACAS Ltd β) Ως εναγόμενος 7 αναφέρεται ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ ΛΤΔ ως μετονομάστηκαν από ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΘΕ ΛΤΔ αντί τις ΚΤΗΜΑΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΘΕ ΛΤΔ γ) Ως εναγόμενος 8 αναφέρεται ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ως εκκαθαριστής της περιουσίας της ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΓΦΟΡΩΝ ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ ΛΤΔ αντί ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΕΝΟΣ ΛΤΔ δ) Ως εναγόμενος 10 αναφέρεται ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ως εκκαθαριστής της περιουσίας της KALLENOS BUSES LTD αντί της KALLENOS BUSES LTD. Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας, κρίνεται χρήσιμη η σημείωση του γεγονότος ότι είχε προηγηθεί, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε στις 6/9/2005 από τον Οργανισμό, η παραχώρηση άδειας για εκτέλεση της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου. Νέο διάταγμα ημερομηνίας 26/11/2008, που εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης ημερομηνίας 8/10/2008, που ως φαίνεται από τα στοιχεία του φακέλου προωθήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου, με το οποίο παραχωρείτο εκ νέου άδεια για εκτέλεση της ως άνω απόφασης για περίοδο δύο ετών, στις 26/3/2009 και αφού στο μεταξύ μεσολάβησαν δικονομικά διαβήματα προσβολής του σχετικού διατάγματος εκ μέρους των εναγομένων, εκ συμφώνου ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Με την υπό συζήτηση αίτηση η Τράπεζα Κύπρου επανέρχεται, επιζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 12/5/
  10. Η αίτηση η οποία προωθήθηκε δια κλήσεως εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα στην Δ.40 θ.8 και Δ.48 θ.θ.1 -
  11. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίζεται τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Μιχάλη Χατζηκαλλή και Μιχάλη Σταυρίδη, υπαλλήλων των Αιτητών. Ο κύριος Σταυρίδης στην ως άνω δήλωση του, υποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες έλαβαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης κατά των εναγομένων πλην όμως η ανταπόκριση των τελευταίων δεν ήταν πλήρης αφού παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις τους ότι θα καταβάλουν το εξ' αποφάσεως χρέος εντούτοις κατέβαλαν μόνο κάποια ποσά, όπως αυτά παρουσιάζονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β στη δήλωση του. Σήμερα οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €432.252,09 δυνάμει της ως άνω δικαστικής απόφασης. Παράλληλα υποδεικνύει ότι περί το 2006 οι ενάγοντες απάλλαξαν τους εναγομένους 7 από την υποθήκη υπ' αριθμό Υ1467/96, αφού η καταναγκαστική αξία του ακινήτου που αυτή αφορούσε δεν υπερέβαινε το ποσό προγενέστερης υποθήκης που αφορούσε το ίδιο ακίνητο η οποία είχε τεθεί προς εξασφάλιση υποχρεώσεων που δεν αφορούσαν την υπό συζήτηση υπόθεση. Το ίδιο έτος, η εναγομένη εταιρεία 9 απαλλάγηκε από την υποθήκη υπ' αριθμό Υ1468/96 που ενεγράφη σε ακίνητη περιουσία της προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους, έναντι της καταβολής ποσού ΛΚ50.
  12. Είναι δίκαιο και εύλογο εισηγείται όπως παραχωρηθεί η άδεια για εκτέλεση της απόφασης έτσι ώστε να μπορούν οι ενάγοντες να λάβουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγομένων. Ο κύριος Χατζηκαλλής από την πλευρά του, συμπληρωματικά με όσα ο κύριος Σταυρίδης έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, με τη δική του ένορκη δήλωση υποδεικνύει ότι η υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ1467/96 ενεγράφη ως Β΄ υποθήκη, ως ενυπόθηκη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας D. K. Intercity Buses Ltd, οι οποίες αφορούν την παρούσα υπόθεση στο ίδιο ακίνητο που η Εναγόμενη 7 προσέφερε ως ενυπόθηκη εξασφάλιση με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ3045/2002 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, για εξασφάλιση υποχρεώσεων της εταιρείας Ηλίας Θεοφάνους Λτδ, που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Έγιναν διάφορες συναντήσεις, υποδεικνύει ο ομνοίων, μεταξύ της Εναγομένης 7 και των Εναγόντων με σκοπό την εξεύρεση τρόπου απαλλαγής του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου, παραπέμποντας σε διάφορα πρακτικά που τηρήθηκαν από την πλευρά της Τράπεζας για το περιεχόμενο των ως άνω συναντήσεων. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε, περί τον Σεπτέμβριο του 2006 και ενώ εκκρεμούσε η πώληση του ως άνω ακινήτου συμφωνήθηκε όπως το τελευταίο απαλλαγεί τόσο από την υποθήκη υπ' αριθμό Υ3045/92 όσο και από την υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ1467/96, με την καταβολή του συνολικού ποσού των ΛΚ180.000 οι οποίες θα διετείθεντο έναντι των υποχρεώσεων της εταιρείας Ηλίας Θεοφάνους Λτδ. Τούτο έγινε ενόψει του γεγονότος ότι η καταναγκαστική αξία πώλησης του ακινήτου δεν υπερέβαινε το ποσό της υποθήκης υπ' αριθμό Υ3045/92 η οποία ήταν και προγενέστερη. Στις 11/9/2006 μάλιστα, ως υποδεικνύει, απεστάληκε στην Εναγομένη Εταιρεία 7 επιστολή απαλλαγής (τεκμήριο Β) με την οποία διευκρινιζόταν ότι η απαλλαγή του ως άνω ακινήτου και η σχετική πληρωμή που έγινε στις 7/9/2006 των ΛΚ180.000 με αποτέλεσμα την ακύρωση των ως άνω δύο υποθηκών αφορούσε άλλες υποθέσεις και όχι την υπό συζήτηση. Έξι συνολικά λόγους ένστασης προτάσσει η πλευρά των εναγομένων, στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της που καταχώρησε, στηριζόμενη επίσης στους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας ως επίσης στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς του Δικαστηρίου. Ειδικότερα: Α Ο αιτητής δεν δικαιούται στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή έχει εξοφληθεί. Β Το περιεχόμενο της αιτήσεως και των ενόρκων δηλώσεων που την συνοδεύουν δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Γ Η ανανέωση της εν λόγω απόφασης γίνετο μέχρι σήμερα παράτυπα και χωρίς να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκώς όλα τα γεγονότα και περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να εκδοθεί εκ νέου το λόγω Διάταγμα. Δ Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξε η αιτήτρια σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση είναι τέτοια που δεν της δίνει το δικαίωμα να προωθεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Ε Η αίτηση των αιτητών δεν είναι καλόπιστη ή και υποβάλλεται κακόπιστα. ΣΤ Το αιτούμενο Διάταγμα δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εγκριθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Μετά την έκδοση της απόφασης, υποδεικνύει ο Εναγόμενος 2 Δήμος Καλλένος στη δήλωση του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, κατατέθηκαν memo επί της περιουσίας των εναγομένων όπως επίσης αίτηση παρακοής διατάγματος που αφορούσε την παράδοση των οχημάτων που περιγράφονται στην απόφαση. Μετά την πληρωμή κάποιου ποσού προς τους ενάγοντες η εν λόγω αίτηση παρακοής εκ συμφώνου αποσύρθηκε στις 11/1/2010, αφού στο μεταξύ είχε προηγηθεί συμμόρφωση των εναγομένων σε σχέση με ορισμένα από τα οχήματα που περιγράφονται στην απόφαση ενώ έγινε απαλλαγή της υποχρέωσης των εναγομένων από τους ενάγοντες σε σχέση με άλλα οχήματα. Στις 28/6/2001 οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ50.000 για να επανέλθουν στην κατοχή και ιδιοκτησία τους τα οχήματα εκ των οποίων τα δύο μεταβιβάστηκαν σε άλλη εταιρεία των εναγομένων ενώ κάποια πωλήθηκαν σε τρίτους. Η ενάγουσα σε καμία άλλη ενέργεια εκτέλεσης της απόφασης δεν προχώρησε μέχρι το 2005, οπότε και προώθησε, μονομερώς, στις 6/9/2005, αίτηση για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο στηριζόμενο σε ανακριβή και παραπλανητική ένορκη δήλωση που την υποστήριζε εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Αποτελεί κεντρικό πυρήνα των θέσεων του κυρίου Καλλένου ότι το εξ' αποφάσεως χρέος στην παρούσα υπόθεση είναι πλήρως εξοφλημένο. Στις 25/8/06, προτάσσει, κατόπιν εκτεταμένων συζητήσεων που έγιναν μεταξύ του ιδίου και αρμοδίων λειτουργών των εναγόντων, συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί με δόσεις, όπως τις εξηγεί στην ένορκη δήλωση του, το συνολικό ποσό των ΛΚ230.000 προς πλήρη εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και επίσης την εξόφληση ενός ενυπόθηκου χρέους της Εναγομένης Εταιρείας αρ.7, το οποίο ήταν αποτέλεσμα της υποθήκης υπ' αριθμό Υ3045/92 που η Εναγομένη Εταιρεία 7 αποδέχθηκε να εγγραφεί σε ακίνητο της προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ως εξασφάλιση για την παροχή διευκολύνσεων από την εν λόγω τράπεζα στην εταιρεία Elias Theofanous Ltd. Το ως άνω ποσό των ΛΚ230.000 με τον τρόπο που εξηγεί ο μάρτυρας κατεβλήθη στους ενάγοντες και οι τελευταίοι με την είσπραξη του απέσυραν ή και εξάλειψαν ή και ακύρωσαν τις υποθήκες υπ' αριθμό Υ1467/96Β και Υ1468/96Γ ως επίσης ελευθέρωσαν ή και εξάλειψαν οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις είχαν εγγράψει υπό μορφή memo επί της προσωπικής του περιουσίας. Μετά την εξάλειψη των ως άνω υποθηκών και την απόσυρση των memo επί της περιουσίας του ιδίου, που έγινε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2006, οι ενάγοντες, δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης ούτε και προχώρησαν στην επιβάρυνση της περιουσίας του ιδίου ή οποιασδήποτε άλλης περιουσίας των υπόλοιπων εναγομένων. Παραδέχτηκε ότι μετά την καταβολή ΛΚ180.000 έναντι του συνολικού ποσού που σύμφωνα με τον ίδιο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε πλήρη διευθέτηση, έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 11/9/2006, για το περιεχόμενο της οποίας όμως, ως προτάσσει, ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε και ο κος Χατζηκαλλής τον καθησύχασε λέγοντας του ότι «θα το κανονίσουμε κ. Καλλένο». Λίγες μέρες αργότερα οι ενάγοντες προχώρησαν στην αφαίρεση των επιβαρύνσεων που είχαν επί της περιουσίας της εναγομένης αρ.
  13. Ο ίδιος έμεινε με την εντύπωση ότι το ζήτημα διευθετήθηκε με την πληρωμή του ποσού των ΛΚ50.000 στις 24/11/2006 και την απαλλαγή του ακινήτου της εναγομένης 9 από την υποθήκη. Η τράπεζα δεν τους ενόχλησε ξανά μέχρι τις 22/10/2008 οπότε και επιδόθηκε στους εναγομένους μονομερής αίτηση για εκτέλεση της απόφασης. Η ως άνω αίτηση απεσύρθηκε τελικά από τους αιτητές χωρίς να δικαστεί η ουσία της. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών μετά από σχετικά αιτήματα εξασφάλισαν την άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τόσο ο κύριος Σταυρίδης όσο και ο κύριος Χατζηκαλλής για την πλευρά των αιτητών αντεξεταζόμενοι από το εδώλιο του μάρτυρα απέρριψαν την θέση του κυρίου Καλλένου ότι προέβη σε συμφωνία διευθέτησης/εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους με την τράπεζα, υποδεικνύοντας ότι ο κύριος Νεοκλέους, γενικός υπεύθυνος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου, τον οποίο επικαλέσθηκε η πλευρά των ενισταμένων ότι συνομολόγησε ουσιαστικά την ισχυριζόμενη μαζί τους συμφωνία εξόφλησης, δεν είχε την δυνατότητα να προβαίνει σε ρυθμίσεις αυτής της έκτασης, πολύ περισσότερο σε διαγραφές χρεών αυτού του μεγέθους. Οι μάρτυρες εξηγώντας τον τρόπο λειτουργίας της Τράπεζας και λήψεως των σχετικών αποφάσεων, ήταν κατηγορηματικοί ότι τέτοια εξουσία είχε μόνο το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. Ο κ. Νεοκλέους, διευκρίνισε ο Χατζηκαλλής, από το 2007 παραιτήθηκε από την Τράπεζα και ως ήταν σε θέση να γνωρίζει εργοδοτήθηκε σε άλλο τραπεζικό οργανισμό στο εξωτερικό. Ως υποστήριξε παράλληλα ο κ. Χατζηκαλλής, για να ληφθεί τέτοια απόφαση ούτως ή άλλως θα έπρεπε να υπάρχει σχετική προς τούτο εισήγηση της υπηρεσίας που ο ίδιος προϊστατο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Εξήγησαν επίσης ότι το memo επί της περιουσίας του εναγομένου 2 δεν αποσύρθηκε ή αφαιρέθηκε από την Τράπεζα όπως ήταν ο ισχυρισμός του κ. Καλλένου στη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, αλλά εκ παραδρομής τούτο δεν ανανεώθηκε πριν από την εκπνοή του. Μετά την εκπνοή του, δεν επιχειρήθηκε νέα εγγραφή επιβάρυνσης στην περιουσία των εναγομένων με αποτέλεσμα, όπως ο κ. Χατζηκαλλής δέχθηκε, συμφωνώντας με τον συνήγορο των εναγομένων, ουσιαστικά η Τράπεζα να παραμείνει εκτεθειμένη. Με δεδομένες πάντως τις προσπάθειες που ο εναγόμενος 2 προέβαινε για διευθέτηση των χρεών του προς την Τράπεζα, κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να προβούν σε οποιεσδήποτε κινήσεις δέσμευσης της περιουσίας του. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν το λόγο γιατί ενώ πέρασαν τόσα χρόνια από την εκπνοή του memo και την εξάλειψη των υποθηκών που περιγράφονται στην απόφαση δεν ενεγράφη οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας των εναγομένων. Οδηγίες για προώθηση πτωχευτικών διαδικασιών σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος που δόθηκαν περί το 2006, αποσύρθηκαν, άγνωστο επίσης για ποιο λόγο τους ίδιους. Ερωτήθηκαν επίσης και εξήγησαν οι μάρτυρες ότι ουσιαστικά συγκατάνευσαν στην εξάλειψη των υποθηκών που περιγράφονται στην απόφαση και βάραιναν ακίνητα των εναγομένων εταιρειών 7 και 9 αφού επίκειτο η αναγκαστική πώληση των εν λόγω ακινήτων στη βάση άλλων προγενέστερων υποθηκών χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να εισπράξουν οποιαδήποτε ποσά έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, πέραν των ΛΚ50.000 που αποδόθηκαν για να συγκατανεύσει η τράπεζα και στην εξάλειψη της υποθήκης του ακινήτου της εναγομένης εταιρείας
  14. Ο κ. Καλλένος, υποστήριξαν, ήταν πλήρως ενήμερος ότι η πληρωμή των ΛΚ180.000 που προέβηκε, θα χρησιμοποιείτο έναντι του χρέους της εταιρείας Eleas Theofanous Ltd, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε και γραπτώς με την επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 11/9/2006 με την παραλαβή της οποίας καμία διαμαρτυρία υπήρξε εκ μέρους του κ. Καλλένου, απορρίπτοντας κατηγορηματικά την περί του αντιθέτου υποβληθείσα θέση. Αντεξεταζόμενος ο κ. Καλλένος δήλωσε βέβαιος ότι η συμφωνία διευθέτησης στην οποία προέβηκε με τον κ. Νεοκλέους, όπως την περιγράφει στη ένορκη δήλωση του, έγινε τον Οκτώβριο του
  15. Υπέδειξε ότι η υποθήκη που η εναγόμενη εταιρεία 7 αποδέχτηκε να εγγραφεί στο ακίνητο της προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας Eleas Theofanous Ltd ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ90.000, για να συμφωνήσει όμως στην εξέλιξη της κατάθεσης του ότι το χρέος που τελικά εξασφάλιζε η εν λόγω ενυπόθηκη εγγύηση, προσθέτοντας τους ανάλογους τόκους υπερδιπλασιάστηκε καλύπτοντας το ποσό των ΛΚ180.
  16. Διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 11/9/2006, έλαβε όμως διαβεβαιώσεις ότι όλα είναι εντάξει και η συμφωνία του με τον Νεοκλέους θα τηρηθεί. Απέρριψε ταυτόχρονα την εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών ότι η θέση που ο ίδιος προέβαλλε, ότι συμφώνησε δηλαδή να καταβάλει στη Τράπεζα ΛΚ50.000 ενώ ταυτόχρονα θα του χαριζόταν ένα ποσό της τάξης περίπου των ΛΚ250.000 ήταν παράλογη, υποδεικνύοντας ότι οι ενάγοντες δεν είχαν άλλο τρόπο να πάρουν μετρητά. Σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας εμμένοντας στη θέση του πως μετά το 2006 δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, ούτε ενοχλήθηκε ποτέ προς τούτο, αρνήθηκε και την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι το 2009 επεδόθη στον ίδιο αίτηση πτώχευσης σε σχέση με το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. Η σημασία που έχει ο τίτλος της αγωγής στο πλαίσιο μιας δικαστικής αντιδικίας είναι ασφαλώς αυταπόδεικτη. Με την τροποποίηση του τίτλου, ως υποδεικνύεται στην Έλληνας κ.α. ν. Χριστοδούλου

(1993)1 ΑΑΔ 485, μεταβάλλεται το πλαίσιο της αγωγής και επαναπροσδιορίζονται οι αντίδικοι. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης ως ενάγων - αιτητής παρουσιάζεται η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ αντί του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ που εμφαίνεται ως τέτοιος, τόσο στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής όσο και στην απόφαση που εκδόθηκε στις 12.5.1997 Στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης παρά το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ως ξεχωριστός - ειδικός λόγος ένστασης παρά μόνο τέθηκε κατά το στάδιο των τελικών εισηγήσεων των συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση, απασχολεί το ζήτημα της ύπαρξης ή μη ενεργητικής νομιμοποίησης της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ», όπως αυτή αναγράφεται στον τίτλο της υπό συζήτηση αίτησης. Το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να απευθυνθεί προς το Δικαστήριο αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης που αφορά την κανονικότητα ενός ένδικου διαβήματος και ως εκ τούτου αισθάνομαι ότι αυτεπάγγελτα και κατά προτεραιότητα μπορεί και πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Η Δ.40 Κ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζουν οι αιτητές το αίτημα τους, ως ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό συζήτηση αίτησης αλλά και ως σήμερα έχει αντικατασταθεί και ισχύει από την 9/9/2011, προνοεί ότι στην περίπτωση αλλαγής διαδίκων λόγω θανάτου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι νομιμοποιείται σε εκτέλεση δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο τέτοια άδεια για εκτέλεση, η οποία του δίδεται μόνο εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πράγματι αυτό νομιμοποιείται προς τούτο. Είναι γεγονός ότι στο φάκελο της διαδικασίας εντοπίζεται επιστολή/ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (ημερ. 10/4/2009) αλλαγής του ονόματος της ενάγουσας εταιρείας από «Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ» σε «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ». Στην ως άνω επιστολή/ειδοποίηση επισυνάπτεται σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 13/12/2005, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ΄ αριθμό 531/05 του Ε. Δ. Λευκωσίας, στο οποίο αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα, ότι ο ως άνω Οργανισμός εκχωρεί και ή μεταβιβάζει την επιχείρηση, ιδιοκτησία, υποχρεώσεις και δικαιώματα του στην ως άνω τράπεζα ως επίσης ότι διαλύεται χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με ψήφισμα της γενικής συνέλευσης του που έλαβε χώρα στις 30/11/
  1. Ό,τι προβληματίζει είναι αν και στην υπό εξέταση περίπτωση η ως άνω επιστολή / ειδοποίηση είναι αρκετή και ικανή από μόνη της να νομιμοποιήσει την συμμετοχή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στη δικαστική αυτή διαδικασία και την προώθηση συνακόλουθα από την πλευρά της, της υπό συζήτηση αίτησης. Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων φαίνεται να ρυθμίζεται από την Δ.12 Κ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει, σε ελεύθερη μετάφραση: "
  2. Όταν λόγω θανάτου, πτωχεύσεως ή οιουδήποτε άλλου γεγονότος που ήθελε συμβεί μετά την έναρξη αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος το οποίον επιφέρει αλλαγή ή μεταβίβασιν συμφέροντος ή ευθύνης ή λόγω οιουδήποτε προσώπου που το συμφέρον του άρχεται μετά την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος γίνεται αναγκαίο ή επιθυμητό ότι οιονδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος ή οιονδήποτε πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, μπορεί να ζητηθεί διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως (EX PARTE) από το Δικαστήριο ή Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του τοιούτου νέου διαδίκου αφού γίνει ο ισχυρισμός της τοιαύτης αλλαγής ή μεταβιβάσεως συμφέροντος ή ευθύνης ή της υπάρξεως νέου προσώπου που έχει συμφέρον. Ως ο πιο πάνω Διαδικαστικός Κανονισμός προνοεί, σε περίπτωση αλλαγής ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και η τροποποίηση. Εκτενής ανάλυση του ως άνω Κανονισμού, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το Ο.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, εντοπίζεται ανάμεσα σε άλλα, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική "Annual Practice" του 1956, σελ. 313 και επόμενες. Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedence of Pleadings 12th edition σελ 167 και επόμενες, κατά τρόπο που συμπλέει με την ως άνω ανάλυση του Ο.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης σε αγωγή από υφιστάμενο διάδικο σε άλλο πρόσωπο, το άλλο αυτό πρόσωπο οφείλει να εξασφαλίσει διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας και άδεια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον τίτλο και στο σώμα της αγωγής. Στην υπόθεση Σπανού άλλως Καφφά κ.α. v. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ. 544, εξάλλου, υποδείχθηκε ότι η Δ.12 των Διαδικαστικών Κανονισμών δεν περιορίζεται στο προ της αποφάσεως στάδιο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch. D. 544, στο λόγο της οποίας παραπέμπει η Σπανού άλλως Καφφά (ανωτέρω): «a cause is still pending even though there has been adjustment given» (βλ. επίσης Ζηντίλη v. Νεοκλέους κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.762). Είναι γεγονός ότι στην σελ. 170 του συγγράμματος Bullen and Leake (ανωτέρω) υποδεικνύεται πως σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Μία από αυτές είναι όταν πρόκειται για απλή αλλαγή ονόματος ενός διαδίκου μετά την έναρξη της αγωγής. Παραπέμποντας ειδικότερα οι συγγραφείς του ως άνω συγγράμματος σε Αγγλική οδηγία πρακτικής για το ζήτημα, υποδεικνύουν περαιτέρω ότι στην περίπτωση που μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μετά την έναρξη της αγωγής αλλάξει το όνομα της, είναι αρκετή η καταχώρηση γραπτής ειδοποίησης για την αλλαγή του ονόματος και η επίδοση αυτής της ειδοποίησης σε όλους τους άλλους διαδίκους. Σε σχέση με το ως άνω ζήτημα, το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη του την απόφαση (Ex- Tempore) που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ v. Ανδρέας Θεοδώρου (Πολιτική Έφεση 240/05 ημερ.18/12/2006), όπου κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που η εφεσείουσα τράπεζα έδωσε στο πρωτοκολλητείο και επίδωσε στους εφεσίβλητους για το νέο όνομα της εταιρείας ήταν ικανοποιητική για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής, όπως χαρακτηρίστηκε αλλαγής, στη βάση και των προνοιών του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, (Κεφ. 113). Στην εν λόγω απόφαση σημειώθηκε παράλληλα το γεγονός ότι συνήγορος των εναγομένων δέχθηκε ως ορθή την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων αφού ο πελάτης του είχε προηγουμένως ειδοποιηθεί γραπτώς προς τούτο από τους αιτητές. Επανερχόμενος ωστόσο στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ειδικότερα την ειδοποίηση αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 10/4/2009 και του επισυνημμένου σε αυτή σχετικού διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 13/12/2005, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης 531/05 Ε.Δ. Λευκωσίας, καταδεικνύεται ότι δεν πρόκειται για μία απλή, τυπική αλλαγή ονόματος μιας εταιρείας / διαδίκου. Ουσιαστικά πρόκειται για εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μιας εταιρείας σε άλλη, με ταυτόχρονη διάλυση της εταιρείας που εκχωρεί τα πιο πάνω χωρίς εκκαθάριση. Είναι φανερό, κατά την αντίληψη μου, ότι οι πρόνοιες των Δ.Δ.12 και 40.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας παραμένουν αλώβητες στη συγκεκριμένη περίπτωση και τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής, κατά τρόπο που για να καταστεί δυνατή η συμμετοχή της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» στη παρούσα διαδικασία, θα ήταν απαραίτητη, σύμφωνα με τις ως άνω πρόνοιες και νομολογία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και άδειας του Δικαστηρίου προς τούτο. Οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπόθεσης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Λτδ v. Χρίστου Χαρίδη Πολιτική Έφεση Αρ.50/2010 ημερ. 11/5/2011, φαίνεται να επιβεβαιώνουν την ως άνω προσέγγιση του Δικαστηρίου, αφού, τόσο η απόφαση της πλειοψηφίας όσο και αυτή της μειοψηφίας συμπίπτουν ως προς το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Την αναγκαιότητα δηλαδή υποκατάστασης του υφιστάμενου ενάγοντα με τον νέο, μέσω διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, όπως και στην υπό συζήτηση, αρχικός ενάγοντας ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε στις 13/12/2005 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 531/2005, (του διατάγματος που όπως γίνεται αντιληπτό επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση του δικηγόρου των εναγόντων ημερ. 10/4/2009 στα πλαίσια και της παρούσας υπόθεσης) ολόκληρη η επιχείρηση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Οργανισμού μεταφέρθηκαν στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ με ταυτόχρονη διάλυση του Οργανισμού χωρίς εκκαθάριση. Για να μπορέσει να προωθηθεί η αγωγή σε βάρος ενός εκ των εναγομένων εναντίον του οποίου η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης του τίτλου η οποία αποσκοπούσε στο να καλύψει το θέμα που ηγέρθηκε στο μεταξύ, ως προς την ύπαρξη δηλαδή του ορθού διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Η απόφαση της πλειοψηφίας, έκρινε, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, ότι εδικαιολογείτο η υποκατάσταση και συνακόλουθα η έκδοση σχετικού διατάγματος, αφού στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβανόταν και η Δ.12 άσχετα αν με την αίτηση επιζητείτο τροποποίηση, υποδεικνύοντας ότι δεν είχε σημασία αν η θεραπεία που επιζητείτο χαρακτηριζόταν ως "υποκατάσταση" ή "τροποποίηση" ή και τα δύο. Θεώρησε πάντως ότι ήταν αναγκαία να υποβληθεί σχετική αίτηση για σκοπούς δικονομικής τάξης. Αντίθετα, η μειοψηφία έκρινε, για τους λόγους που εξήγησε και οι οποίοι δεν διαφοροποιούν τη θέση ότι ήταν αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, ότι δεν εδικαιολογείτο η έγκριση του αιτήματος και η έκδοση του σχετικού διατάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της πλειοψηφίας: "Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που παρέσχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε νε συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο. Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12 κ. 3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 8(1((ρ) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διαδίκου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte)." Ο Δικαστής Νικολαϊδης στη δική του απόφαση (μειοψηφίας) έθεσε τον προβληματισμό και τις θέσεις του για το ζήτημα ως εξής: «Στην παρούσα υπόθεση σημειώνεται ότι η αιτήτρια εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου αίτηση για τροποποίηση χωρίς να υποβάλει προηγουμένως οποιαδήποτε αίτηση να καταστεί διάδικος στη διαδικασία. Ούτε εξασφάλισε άδεια από το πρωτόδικό δικαστήριο για συμμετοχή της στη διαδικασία. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να είχε διερευνηθεί πρώτα το κατά πόσο, χωρίς προηγούμενη άδεια συμμετοχής στη διαδικασία, η αιτήτρια είχε καν δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση (βλέπε Κουή v. Χριστοδούλου Π.Ε. 238/07, ημερ. 22/3/2010)». Προβαίνοντας περαιτέρω σε αναφορά και σχολιασμό του διατάγματος ημερομηνίας 13/12/2005 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης 531/05 του Ε.Δ. Λευκωσίας, υπέδειξε χαρακτηριστικά: «Λίγα λόγια για το διάταγμα στην αίτηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αρ.531/2005, που καταχωρήθηκε βάσει των άρθρων 64,65,198,199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Είναι αλήθεια ότι στο πιο πάνω διάταγμα διατάσσεται η συνέχιση από την Τράπεζα Κύπρου όλων των διαδικασιών που εκκρεμούν από ή εναντίον των εφεσειόντων. Η αναφορά όμως αυτή του διατάγματος είναι γενική και έγινε μέσα στα πλαίσια της αναγκαίας από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, επικύρωσης από δικαστήριο του ειδικού ψηφίσματος που είχε υιοθετηθεί από τη Γενική Συνέλευση. Μια όμως τόσο γενική αναφορά που σκοπό είχε τη δικαστική επικύρωση της εκχώρησης της επιχείρησης των εφεσειόντων στην Τράπεζα Κύπρου, δεν μπορεί να δεσμεύει κάθε αντίδικό τους, χωρίς προηγούμενο δικαίωμα ακρόασης. Ένα τέτοιο διάταγμα δεν αντικαθιστά, αυτομάτως, τους εφεσείοντες σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν». Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, ήταν επιβεβλημένη η υποβολή σχετικού αιτήματος, έστω για σκοπούς δικονομικής τάξης, και η εξασφάλιση προηγούμενα διατάγματος και άδειας από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να υποκαταστήσει τον Οργανισμό και να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία, προτού επιζητήσει την άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Πριν την εγκατάλειψη του ζητήματος, αισθάνομαι ότι θα πρέπει να σημειωθεί πως ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι επρόκειτο για απλή, τυπική αλλαγή ονόματος εταιρείας, όπως αυτή που περιγράφεται στο άρθρο 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε σε σχέση με την κοινοποίηση αυτής της ειδοποίησης αλλαγής και στους διαδίκους, ούτε από τα στοιχεία του φακέλου που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει κάτι τέτοιο, αφού η μόνη κοινοποίηση του πιο πάνω γεγονότος φαίνεται να έγινε προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η παρούσα αίτηση και πάλι δεν θα μπορούσε να προωθηθεί αφού δεν φαίνεται να έχει ακολουθηθεί η επιβαλλόμενη σε αυτές τις περιπτώσεις διαδικασία κοινοποίησης μέσω επίδοσης της αλλαγής σε όλους τους διαδίκους. (βλ. Bullen and Leake (ανωτέρω) σελ. 170 και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική "Annual Practice" του 1956, σελ. 313 κ.ε., όπου αναλύεται το O.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών που αποτελεί ως έχει ήδη αναφερθεί πανομοιότυπο κανονισμό με την Δ.12 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, ειδικότερα στις σελ. 318-319 όπου στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο Company changing its name αναφέρεται πως: «. A written notice of the change of name should be filed at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name.» Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία εκ των πραγμάτων φαίνεται να σφραγίζει την τύχη του υπό συζήτηση διαβήματος των αιτητών, αισθάνομαι ότι για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, θα πρέπει να απασχολήσουν στην παρούσα και ζητήματα που άπτονται της ουσίας του αιτήματος, σε περίπτωση που η ως άνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη. Στις 9/9/2011, τέθηκε σε εφαρμογή η νέα Δ.40 θ.8 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ουσιαστικά καθορίζονται πλέον σε δέκα αντί έξι τα χρόνια που θα πρέπει να έχουν παρέλθει από την έκδοση μίας απόφασης για να απαιτείται η εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης. Η πιο πάνω εξέλιξη με δεδομένη την παρέλευση στην υπό συζήτηση περίπτωση χρόνου πέραν των δέκα ετών από την έκδοση της απόφασης της οποίας η εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση επιζητείται, δεν φαίνεται να επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αναγκαιότητα εξασφάλισης εκ μέρους των αιτητών άδειας για εκτέλεση της υπό συζήτηση απόφασης. Σύμφωνα με την Δ.40 θ.8 ως έχει αντικατασταθεί και σήμερα ισχύει: " Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι είναι δίκαιοι." Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, αποτελεί ασφαλώς ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου. (Panaou ν. Hadjichristofi
(1963)2 CLR 19, σελ. 23). Ως η πιο πάνω νέα Δ.40 θ.8 προβλέπει, η εκτέλεση της είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου προς τούτο, καθ' ον χρόνο τα όποια, εκ του Νόμου πάντα προβλεπόμενα μέτρα εκτέλεσης, λαμβάνουν χώρα εντός δέκα πλέον ετών από την έκδοση της. Αναγκαία όμως είναι και πάλι η άδεια του Δικαστηρίου για λήψη μέτρων εκτέλεσης μετά την πάροδο των δέκα χρόνων από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Το αν θα δοθεί ή όχι άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση μιας απόφασης, αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ενώ όπως υπεδείχθη στην υπόθεση W.T.Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E.R. 402, το βάρος να προσφέρει ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία, "sufficient evidence," που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης από το Δικαστήριο ή ακόμα και την όποια τυχόν αδράνεια του εξ' αποφάσεως δανειστή να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των 10 πλέον ετών, βρίσκεται στους ώμους του τελευταίου. Η πλευρά των αιτητών οφείλει ουσιαστικά να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία ekt;elesh miaw υπέρ του αιτήματος. Τέτοια στοιχεία, απαραίτητα μάλιστα ως σημειώνεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956, (Annual Practice) σελ. 761, αποτελούν η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οποία επιζητείται η άδεια, το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και το ποσό που εξακολουθεί να παραμένει ως οφειλόμενο δυνάμει αυτής, να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να προωθεί την εκτέλεση της απόφασης και ασφαλώς να δίδονται εξηγήσεις από την πλευρά του για την όποια τυχόν καθυστέρηση. Μία πλειάδα παραγόντων αποκαλύπτει η πλούσια νομολογία των Δικαστηρίων μας αλλά και των Αγγλικών Δικαστηρίων, τους οποίους τα Δικαστήρια θα πρέπει να προσμετρούν κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας για το ζήτημα. Παράγοντες οι οποίοι, είτε έχουν να κάνουν με τη στάση και συμπεριφορά των αιτητών και τυχόν οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και αδράνεια εκ μέρους τους στην προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ή ακόμη και στην προώθηση του αιτήματος για εξασφάλιση άδειας εκτέλεσης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς ο καθ΄ ου η αίτηση από μια τέτοια εξέλιξη, είτε αφορούν τυχόν αλλαγές σε σχέση με την οικονομική ή άλλη θέση του αιτητή ή του καθ' ου η αίτηση - εξ αποφάσεως οφειλέτη, οι οποίες δυνατό να έχουν τη δική τους σημασία στην παραχώρηση ή μη της άδειας για εκτέλεση. Το είδος και ο χαρακτήρας ακόμα του μέτρου της εκτέλεσης που οι αιτητές προτίθενται να λάβουν σε περίπτωση που εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου, ως επίσης και η εν γένει συμπεριφορά και τυχόν ενέργειες ή παραλήψεις του εξ αποφάσεως δανειστή-αιτητή, οι οποίες αντικειμενικά θεωρούμενες θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη-καθ' ου η αίτηση βάσιμα να θεωρήσει ότι δεν θα επιδιώκετο η λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης σε βάρος του. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τα επιχειρήματα, τις τοποθετήσεις, και τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις νομικές αυθεντίες στις οποίες οι τελευταίοι παρέπεμψαν το Δικαστήριο. Ειδικότερη αναφορά σε αυτά γίνεται στην περίπτωση που τούτο κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Παρά το γεγονός ότι αποτέλεσε βασικό άξονα της ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση η εισήγηση ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει ήδη εξοφληθεί, ζήτημα για το οποίο άλλωστε αναλώθηκε σημαντικό μέρος της αντεξέτασης και των τριών ενόρκως δηλούντων, εντούτοις ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν απασχόλησε ουσιαστικά τον συνήγορο των ενισταμένων ούτε προωθήθηκε από τον τελευταίο κατά το στάδιο της τελικής ανάπτυξης των επιχειρημάτων του. Έχοντας κατά νου τη συνολική εικόνα και τις τοποθετήσεις των μαρτύρων που αντεξετάστηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, σε συνδυασμό με το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, δεν εκπλήσσει η ως άνω επιλογή του συνήγορου των καθ' ων η αίτηση. Η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του Δήμου Καλλένου δεν είναι η καλύτερη δυνατή, σε αντίθεση με την καθ' όλα θετική αντίληψη που το Δικαστήριο αποκόμισε από τη συνολική παρουσία των μαρτύρων που κλήθηκαν για την πλευρά των αιτητών και αντεξετάστηκαν. Οι τελευταίοι με λόγο σταθερό έπειθαν ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με διάθεση να θέσουν με ειλικρίνεια υπόψη του όσα οι ίδιοι γνώριζαν για την υπόθεση, ενώ οι τοποθετήσεις τους για τα ουσιαστικά και υπό εξέταση ζητήματα που άπτονται της παρούσας διαδικασίας, όχι μόνο φαίνεται να παρουσιάζουν μια λογική συνέπεια και συνέχεια αλλά παράλληλα ενισχύονται και από την εξέλιξη των γεγονότων όπως αυτή έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί. Αντίθετα, έχοντας κατά νου τη συνολική εικόνα του μάρτυρα Καλλένου καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις αναφορές και τοποθετήσεις του τελευταίου στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση, ως επίσης το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, ο τελευταίος δεν έπειθε για την αλήθεια των αναφορών του, τουλάχιστον για τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχόλησαν στην παρούσα και που ο ίδιος επιχείρησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως το ζήτημα της συμφωνίας εξόφλησης. Η επίκληση εκ μέρους του κατά τρόπο γενικό και αόριστο της συμφωνίας εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους με τον Νεοκλέους, όπως την προέβαλε στην ένορκη του δήλωση, χωρίς να είναι σε θέση να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει ή έστω να ενισχύει τη θέση του, δεν γίνεται αποδεκτή και ως εκ των υστέρων σκέψη απορρίπτεται. Ως έχει άλλωστε εξηγηθεί στο Δικαστήριο από τους μάρτυρες των αιτητών καθ' ον χρόνο αντεξετάζονταν, το οποίο και υιοθετεί τις θέσεις τους επί τούτου, η κατάληξη σε τέτοια συμφωνία εξόφλησης όπως την εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση όχι μόνο φαίνεται να ήταν πέρα και έξω από κάθε πλαίσιο λειτουργίας των εξ αποφάσεως δανειστών, αλλά και υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και τη σχέση των δύο πλευρών, ως εισήγηση και θέση από μόνη της δεν πείθει. Οι όποιες πληρωμές εξάλλου που φαίνεται στο μεσοδιάστημα να έγιναν, όπως ο ίδιος ο Καλλένος μάλιστα τις προσδιορίζει, ενισχύουν τις αναφορές των μαρτύρων της πλευράς των αιτητών σε σχέση με την εξέλιξη των γεγονότων, χωρίς επ' ουδενί να επιβεβαιώνουν την ισχυριζόμενη συμφωνία με τους εξ' αποφάσεως πιστωτές μέσω του Νεοκλέους και τον τρόπο που εισηγήθηκε η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ότι συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Ούτε διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι αντίθετα με όσα ο Καλλένος υποστήριξε στην ένορκη δήλωση του σε σχέση με το χρόνο που κατέληξε σε συμφωνία με τον Νεοκλέους για πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, προσδιορίζοντας ότι αυτή έγινε στις 25/8/2006, καταθέτοντας ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν κατηγορηματικός ότι η συμφωνία αυτή έγινε τον Οκτώβριο του 2006. Το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 11/09/2011 εξάλλου, την οποία ο Καλλένος παραδέχτηκε ότι έλαβε, επιβεβαιώνει ουσιαστικά τις αναφορές και τοποθετήσεις της πλευράς των αιτητών για την εξέλιξη των γεγονότων. Η προβολή εκ μέρους του της θέσης ότι διαμαρτυρήθηκε έντονα για το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής δεν πείθει, εντασσόμενη επίσης στην ανεπιτυχή προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια της εκδοχής του σε σχέση με το ζήτημα. Στην ίδια προσπάθεια εντάσσεται και η θέση που επιχείρησε να προβάλει, ότι δηλαδή οι εξ αποφάσεως δανειστές απέσυραν και ή διέγραψαν όχι μόνο τις υποθήκες που αναφέρονται στην απόφαση σε σχέση με την περιουσία των εναγομένων 7 και 9 αλλά και memo που ενεγράφη επί της ακίνητης περιουσίας του ιδίου προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους, θέση που όπως καταδείχθει, σύμφωνα πάντα με τις εξηγήσεις που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από τους μάρτυρες των αιτητών και οι οποίες όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν αλλά παρέμειναν και αναντίλεκτες, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού το περί ου ο λόγος memo δεν αποσύρθηκε αλλά εκ παραδρομής εξέπνευσε χωρίς να ανανεωθεί. Ομοίως, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε από την πλευρά των ενιστάμενων ικανό να ανατρέψει τις εξηγήσεις και διευκρινίσεις που δόθηκαν από την πλευρά των μαρτύρων σε σχέση με τη συγκατάνευση τους να εξαλειφθούν οι υποθήκες επί των ακινήτων των εναγομένων εταιρειών 7 και 9. Το γεγονός άλλωστε ότι ο μάρτυρας της πλευράς των καθ' ων η αίτηση προέβαλλε θέσεις αντίθετες με τις υποβληθείσες από τον συνήγορο τους σε σχέση με την εξέλιξη γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση (άρνηση ότι προωθήθηκαν πτωχευτικές διαδικασίες σε βάρος του σε συνάρτηση με το εξ αποφάσεως χρέος αντίθετα με την υποβληθείσα επί τούτου θέση του συνηγόρου του) αποτελεί ένα ακόμη παράγοντα που κλονίζει την εκδοχή του Δήμου Καλλένου ενισχύοντας την πιο πάνω θεώρηση της μαρτυρίας και των εισηγήσεων του, σε σχέση τουλάχιστον με τα υπό ουσιαστική διερεύνηση ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Είναι καλά καθιερωμένο ως νομικό αξίωμα, ότι η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητά της. Στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Δημοκρατίας, κατοχυρώνεται το δικαίωμα ενός διαδίκου για την διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου. Το ίδιο ουσιαστικά διακηρύσσεται και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με νόμο ήδη από το
  1. Έχει δε αποφασιστεί ότι στον καθορισμό του εύλογου ή μη του χρόνου, λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκτέλεση μίας απόφασης. Η αδράνεια, ακόμη και η αδικαιολόγητη αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή να ενεργήσει τα δέοντα προς εκτέλεση μιας απόφασης, έχει τη δική της σημασία και βαρύτητα στην επιτυχία ή όχι αιτήματος ως το υπό συζήτηση. Σπεύδω βέβαια να σημειώσω ότι απλή καθυστέρηση στην εκτέλεση μιας απόφασης, χωρίς τούτο να συνοδεύεται από επηρεασμό των εξ αποφάσεως οφειλετών, οποιασδήποτε μορφής, δεν αποκλείει άνευ άλλου τινός την επιτυχία παρόμοιου αιτήματος. Το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, συνολικά θεωρούμενα, θα πρέπει να καταδεικνύουν δυσμενή επηρεασμό των εξ αποφάσεως οφειλετών από την καθυστέρηση που δυνατόν να παρατηρήθηκε, κατά τρόπο και σε βαθμό που το Δικαστήριο να μην ικανοποιείται από τους αιτητές ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια. Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί, στο ομολογουμένως ικανότατο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, (δεκατρία σχεδόν χρόνια) μεσολάβησε η απαλλαγή εκ μέρους των εναγόντων-εξ αποφάσεως πιστωτών ενυπόθηκων ακινήτων των εναγομένων 7 και 9, τα οποία σύμφωνα με την απόφαση θα έπρεπε να αξιοποιηθούν προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η πραγματικότητα όμως αυτή σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις εξηγήσεις που κατά τρόπο πειστικό τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών, χωρίς να αμφισβητηθούν από την πλευρά των ενισταμένων, δεν επιτρέπει κατά την αντίληψη μου την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά τους, την αποδέσμευση δηλαδή περιουσιακών στοιχείων που στην ίδια την απόφαση περιγραφόταν και προσδιοριζόταν ο τρόπος που θα χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους οι ενάγοντες έβλαψαν τα συμφέροντα των καθ΄ ων η αίτηση κατά τρόπο ικανό να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και για τα δύο ως άνω ενυπόθηκα ακίνητα βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία αναγκαστικής εκποίησης τους στη βάση προγενέστερων υποθηκών. Η αξία μεν του ενός ακινήτου υπερκαλυπτόταν από τα προγενέστερα βάρη, σε σχέση δε με το άλλο, δεν αμφισβητήθηκε η θέση πως μετά την ικανοποίηση των προγενέστερων βαρών, το ποσό που θα μπορούσε να αποδοθεί μετά την εκποίηση του έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, δεν ξεπερνούσε το ποσό των Λ.Κ.50.000, ποσό που αποδόθηκε τελικά και καταβλήθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Παρά την μη προώθηση εκ μέρους των αιτητών διαδικασιών αναγκαστικής εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων των εναγομένων 7 και 9 ως η απόφαση του Δικαστηρίου, με δεδομένη την ύπαρξη των προγενέστερων υποθηκών επί των ακινήτων και τη δρομολόγηση ήδη των διαδικασιών εκποίησης τους, χωρίς παράλληλα να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο που θα καταδείκνυε ότι υπήρχε η δυνατότητα προώθησης των διαδικασιών αναγκαστικής εκποίησης των επίδικων ακινήτων εκ μέρους των αιτητών ενωρίτερα και αν τούτο θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε κάλυψη, ολική ή μερική, του εξ αποφάσεως χρέους, π.χ. λόγω εξασφάλισης υψηλότερης τιμής πώλησης στα πλαίσια αναγκαστικής πώλησης που τυχόν θα διενεργείτο ενωρίτερα, δεν φαίνεται βάσιμα να μπορεί να υποστηριχτεί ότι τα συμφέροντα των καθ΄ ων η αίτηση, επηρεάστηκαν συνεπεία αυτής της καθυστέρησης, κατά τρόπο μάλιστα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος. Το ζήτημα όμως της καθυστέρησης και της πιθανότητας δυσμενούς επηρεασμού των καθ' ων η αίτηση συνεπεία αυτής αλλά και ως πιθανό αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεων των εξ αποφάσεως δανειστών, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τελειώνει εδώ. Σύμφωνα με την απόφαση ημερ. 12/5/1997 για την εκτέλεση της οποίας επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου, «θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και των διαταγμάτων εφόσον οι εναγόμενοι πληρώνουν Λ.Κ.2.500 - από 1/7/1997 με επτά μέρες χάριν.» Ως η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σταυρίδη που υποστηρίζει την αίτηση), μετά τον Σεπτέμβριο του 1997 φαίνεται ότι το ως άνω πρόγραμμα αποπληρωμής το οποίο εξασφάλιζε αναστολή στην εκτέλεση της απόφασης και των διαταγμάτων δεν τηρήθηκε από την πλευρά των εναγομένων. Ακολούθησαν, ως καταδεικνύεται από το ως άνω τεκμήριο, σποραδικές και κατά το δοκούν πληρωμές έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών κανένα μέτρο εκτέλεσης προς ικανοποίηση της απόφασης δεν προώθησε. Μόλις στις 21.7.1999, αποφάσισε για πρώτη φορά να δρομολογήσει μέτρα προς ικανοποίηση της απόφασης. Ειδικότερα, προώθησε την αίτηση παρακοής διατάγματος σε σχέση με την παράδοση και αξιοποίηση των οχημάτων (λεωφορείων) που περιγράφονται στην απόφαση. Το γεγονός ότι αφέθηκε από την πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών να διαρρεύσει χρόνος περίπου δύο ετών πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς εκτέλεση της απόφασης, ουσιαστικά πριν οι εξ αποφάσεως δανειστές προβούν σε προώθηση της αίτησης παρακοής σε σχέση τουλάχιστον με τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία η ίδια η απόφαση καθόριζε ότι σε διάστημα 7 ημερών από την επίδοση της απόφασης θα έπρεπε να παραδοθούν προς εκποίηση έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, από μόνη της, θα επέτρεπε βάσιμα σε κάποιο να συζητήσει τη σημασία που δυνατό να είχε η παρέλευση αυτού του χρόνου στην αξία που τελικά τα συγκεκριμένα οχήματα (λεωφορεία) θα είχαν. Ούτε βεβαίως διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου πως μετά την ολοκλήρωση της ως άνω διαδικασίας παρακοής, με τον τρόπο έστω που αυτή ολοκληρώθηκε, ουσιαστικά οι εξ αποφάσεως δανειστές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης σε βάρος οποιουδήποτε από τους εξ αποφάσεως οφειλέτες, περιοριζόμενοι σε συζητήσεις με τον εναγόμενο 2, διευκολύνοντας τον τελευταίο κατά τον τρόπο που οι μάρτυρες της πλευράς τους αντεξεταζόμενοι εξήγησαν, αφήνοντας μάλιστα ως παραδέχθηκαν την τράπεζα «ανεξασφάλιστη», αναμένοντας ότι ο εναγόμενος 2 θα προέβαινε σε αποπληρωμή του χρέους. Το 2006, προχώρησαν απλός, για τους λόγους που οι μάρτυρες της πλευράς τους εξήγησαν, στην αποδέσμευση συγκεκριμένων ενυπόθηκων ακινήτων των εναγομένων 7 και 9, αποδεχόμενοι την καταβολή Λ.Κ.50.000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους για την αποδέσμευση του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης εταιρείας αρ. 9 ενώ είχε προηγηθεί εκ μέρους άλλων αίτηση για εκποίηση του ακινήτου. Τούτο δε, ενώ ως καταδεικνύεται από όσα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά και τα στοιχεία του φακέλου, δύο φορές, τον Σεπτέμβριο του 2005 και τον Νοέμβριο του 2008 εξασφάλισαν, κατόπιν σχετικού αιτήματος άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης. Πτωχευτικές εξάλλου διαδικασίες που δόθηκαν οδηγίες να δρομολογηθούν σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος, το 2008 οι εξ αποφάσεως δανειστές τις ανακάλεσαν, χωρίς οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την πλευρά τους να είναι σε θέση, όταν κλήθηκαν προς τούτο, να δικαιολογήσουν αυτή την εξέλιξη. Ζήτημα που κατά την αντίληψη μου αποβαίνει καταλυτικό για την ουσία του αιτήματος στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί το γεγονός πως σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 11/1/2000, το οποίο σημειώνεται ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση του Δήμου Καλλένου, οι εξ αποφάσεως δανειστές φαίνεται να ικανοποιούνται στην παράδοση σε αυτούς ορισμένων μόνο από τα οχήματα που περιγράφονταν στην απόφαση, για το σύνολο των οποίων είχαν προωθήσει την αίτηση παρακοής ημερ. 21/7/
  2. Καταγράφεται μάλιστα στο εν λόγω πρακτικό δήλωση εκ μέρους της πλευράς τους ότι κάποια από αυτά, σχεδόν τα μισά, (τέσσερα από τα δέκα) οι ενάγοντες τα έχουν απαλλάξει. Ως μάλιστα έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου εκ μέρους του κ. Καλλένου, χωρίς να αμφισβητηθεί, τα οχήματα τα οποία τελικά παραδόθησαν, όχι μόνο δεν πωλήθηκαν με δημόσιο πλειστηριασμό ως επιτάσσει η δικαστική απόφαση ημερ. 12/5/1997, τα δε έσοδα της πώλησης να χρησιμοποιηθούν για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων, αλλά, άγνωστο για ποιο λόγο φαίνεται να παραδόθηκαν έναντι ποσού Λ.Κ.50.000 στους εναγομένους, ορισμένα δε εξ αυτών να ενεγράφησαν επ' ονόματι άλλων εταιρειών των εναγομένων και κάποια άλλα πωλήθηκαν σε τρίτους. Καμία εξήγηση δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου για την απαλλαγή εκ μέρους των εναγόντων των τεσσάρων λεωφορείων τα οποία, ως η εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου προέβλεπε ότι θα αξιοποιούντο μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ομοίως, καμία δικαιολογία δεν προκρίθηκε, γιατί τα υπόλοιπα έστω λεωφορεία που περιγράφονται στην απόφαση και παραδόθηκαν στους ενάγοντες, αντί να πωληθούν ως η απόφαση προέβλεπε με δημόσιο πλειστηριασμό το δε προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί έναντι ή προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους, οι ενάγοντες συγκατάνευσαν στην επιστροφή τους έναντι ποσού Λ.Κ.50.000 και στην μεταβίβαση τους επ' ονόματι άλλων εταιρειών. Περαιτέρω, καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο, γιατί οι ενάγοντες επέστρεψαν τα εν λόγω οχήματα κατά τον πιο πάνω τρόπο έναντι του ποσού των Λ.Κ. 50.000 και αν το ποσό τούτο αντιστοιχούσε στο ποσό που θα απέφερε η αξιοποίηση αυτών των περιουσιακών στοιχείων με δημόσιο πλειστηριασμό ως προέβλεπε η απόφαση. Η ως άνω στάση και συμπεριφορά των εξ αποφάσεως πιστωτών σε σχέση με τα δέκα οχήματα (λεωφορεία) τα οποία ως η απόφαση ημερ.12/5/1997 θα έπρεπε να πωληθούν με δημόσιο πλειστηριασμό προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να την εξηγήσει και πολύ περισσότερο να την δικαιολογήσει, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόψη του Δικαστηρίου, δεν έχω αμφιβολία ότι έπληξε τα συμφέροντα των εξ αποφάσεως οφειλετών. Στις 12/5/1997, με την σύμφωνη γνώμη όλων των εναγομένων εξεδόθη απόφαση σε βάρος των τελευταίων στα πλαίσια της οποίας οριζόταν, ανάμεσα σε άλλα, ότι τα ως άνω οχήματα θα παραδίδονταν για σκοπούς πώλησης στα πλαίσια δημόσιου πλειστηριασμού εντός επτά ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος στον εναγόμενο
  3. Αντί τούτου, η πλευρά των εξ αποφάσεως δανειστών, άγνωστο για ποιο λόγο, προχώρησε σε «απαλλαγή» σύμφωνα με τη δήλωση του δικηγόρου της ορισμένων από αυτά, ενώ παράλληλα για όσα τελικά επέμενε στην παράδοση τους, αντί να προωθήσει την εκποίηση τους σε δημόσιο πλειστηριασμό, αξιοποιώντας το τίμημα που θα εισέπραττε προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, άγνωστο και πάλι για ποιο λόγο, έναντι του ποσού των Λ.Κ.50.000 τα επέστρεψε επιτρέποντας την μεταβίβαση τους σε τρίτους. Οι εξ αποφάσεως δανειστές, ενώ έστω με κάποια καθυστέρηση προσπάθησαν να αξιοποιήσουν περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονταν στην ίδια την απόφαση προς ικανοποίηση της τελευταίας, στο τέλος της ημέρας με την ως άνω στάση και συμπεριφορά τους, όχι μόνο βοήθησαν αλλά επέτρεψαν ουσιαστικά την αποδέσμευση, απαλλαγή ή και την αποξένωση των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που στην ίδια την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση προσδιοριζόταν ότι θα αξιοποιούντο με δημόσιο πλειστηριασμό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Η ως άνω εξέλιξη και ο χειρισμός του ζητήματος εκ μέρους της πλευράς των εξ αποφάσεως πιστωτών εκ των πραγμάτων και αντικειμενικά πάντα θεωρούμενη, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι επηρέασε δυσμενώς την πλευρά των εξ αποφάσεως οφειλετών πλήττοντας τα συμφέροντα τους. Οι αιτητές, παρά την ως άνω στάση τους έναντι των εξ αποφάσεως οφειλετών επανέρχονται μετά την πάροδο δεκατριών περίπου ετών, τα οποία διέρρευσαν χωρίς να «ενοχλήσουν» ουσιαστικά ούτε μία φορά την συντριπτική πλειοψηφία των εξ αποφάσεως οφειλετών για σκοπούς ικανοποίησης της απόφασης και ενώ στο μεταξύ το νομικό καθεστώς ορισμένων από αυτούς, άγνωστο πότε, φαίνεται από τον τίτλο τουλάχιστον της αίτησης να έχει αλλάξει, επιζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου να δρομολογήσουν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης, τα οποία μάλιστα δεν προσδιορίζουν, σε βάρος όλων των καθ' ων η αίτηση. Έχοντας κατά νου το χρόνο ο οποίος έχει παρέλθει, τη συμπεριφορά και στάση των εξ αποφάσεως πιστωτών έναντι των εξ αποφάσεως οφειλετών στο διάστημα που έχει διαρρεύσει και την επίδραση που αυτή αναπόδραστα είχε στα συμφέροντα των εξ αποφάσεως οφειλετών, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε δίκαιο αλλά ούτε και επωφελές για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης θα ήταν αν παραχωρείτο στους αιτητές η αιτούμενη άδεια. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, δικονομικούς και ουσιαστικούς, η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, αισθάνομαι ότι επιτρέπεται στο Δικαστήριο να αποστεί από τον βασικό κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, κρίνοντας ότι η κάθε πλευρά στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη διαδικασία. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.