Θεοδώρας Νικόλα Θεοδώρου κ.α. ν. FAMAGUSTA DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 1298/2010, 19.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1298/2010 Μεταξύ:
- Θεοδώρας Νικόλα Θεοδώρου, από την Πύλα
- Νικόλα Ναθαναήλ, από την Πύλα Εναγόντων -και- FAMAGUSTA DEVELOPERS LTD, από το Παραλίμνι Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 15.4.2011 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 19.10.2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους-αιτητές: Ο κ. Α. Κουμή. Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Χρ. Χ¨Κωστή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται ο παραμερισμός της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 25.1.2011 εναντίον της εναγομένης εταιρείας ερήμην. Είχε προηγηθεί απόδειξη της απαίτησης των εναγόντων, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου, όπως και ότι το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα είχε επιδοθεί δεόντως. Ένας από τους λόγους που προβάλλονται με την αίτηση επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae, βασικά για το λόγο ότι δεν υπάρχει σαφής και ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη εταιρεία. Ένας άλλος λόγος αναφέρεται στην ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, που επιβάλλει να επιτραπεί στην εναγόμενη εταιρεία να ακουστεί στα πλαίσια κανονικής δίκης η οποία θα διεξαχθεί επί της ουσίας της διαφοράς μεταξύ της και των εναγόντων. Με την ένσταση τους οι τελευταίοι απορρίπτουν ως αβάσιμους και τους δύο πιο πάνω λόγους, ζητώντας συγχρόνως την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Ό,τι χρειάζεται για τη διερεύνηση του πρώτου λόγου, ανωτέρω, υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης ο οποίος τηρείται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Προκύπτει δε από αυτό ότι στο κλητήριο ένταλμα το οποίο είχε καταχωριστεί αρχικά αναγράφηκε λανθασμένα το όνομα της εναγομένης εταιρείας. Υποβλήθηκε αίτηση για διόρθωση του, η οποία επιδόθηκε στο διευθυντή της κ. Κύπρο Κυπριανού. Όμως, κατά το χρόνο που αυτή ήταν ορισμένη ενώπιον του δικαστηρίου δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση και έτσι εγκρίθηκε ερήμην της εναγομένης εταιρείας. Ακολούθως, το τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο γραμματέα της εναγομένης εταιρείας, και δικηγόρο, κ. Φαίδωνα Βαλιαντή στις 30.9.
- Αυτό προκύπτει από τη σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη δικαστικού επιδότη ο οποίος διενήργησε την επίδοση. Συγκεκριμένα, πιστό αντίγραφο του εγγράφου που είχε επιδοθεί, δηλαδή του κλητηρίου εντάλματος, επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, όπως προνοείται στη Δ.5 κ.2
(2), και φέρει την υπογραφή του κ. Βαλιαντή, γεγονός που δεν έχει αμφισβητηθεί. Στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρεται, επίσης, πως αυτό που είχε επιδοθεί ήταν επίσημο αντίγραφο «της αίτησης τροποποίησης». Οι τρεις τελευταίες λέξεις είναι γραμμένες χειρόγραφα πάνω από την τυποποιημένη και διαγραμμένη φράση «του κλητηρίου εντάλματος». Όμως, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έχουν προαναφερθεί και δη αυτά που διαπιστώνουν ότι το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης φέρει την υπογραφή γραμματέα της εταιρείας κ. Βαλιαντή, δεν αφήνουν οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με το είδος του δικαστικού εγγράφου που είχε στην πραγματικότητα επιδοθεί. Ενώ διαπιστώνεται περαιτέρω πως επίδοση δικαστικής διαδικασίας σε γραμματέα εταιρείας προβλέπεται ως ένας από τους ορθούς τρόπους επίδοσης δυνάμει της Δ.5 κ.7, στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας ρυθμιστικής του υπό αναφορά θέματος. Ας σημειωθεί συναφώς πως η πρόνοια στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 δεν ρυθμίζει εξαντλητικά το θέμα της επίδοσης εγγράφων σε εταιρεία αλλά όπως αναφέρει, «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Είναι πασιφανές ότι η πρόνοια ανωτέρω δεν αποκλείει την προσωπική επίδοση εγγράφου σε αξιωματούχο εταιρείας δυνάμει της προαναφερθείσας δικονομικής διάταξης και δη εγγράφου που αφορά δικαστική διαδικασία, όπως συνέβηκε στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, διαπιστώνεται ότι το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία και η επίδοση του έγινε κατά το δέοντα τρόπο. Μόνο που η εναγόμενη εταιρεία παρέλειψε να ενεργήσει για την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως και δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε ή και επαρκής εξήγηση για τούτο. Προπάντως, όταν παρόμοια παράλειψη είχε σημειωθεί και σε άλλες δύο περιπτώσεις προηγουμένως, όταν είχε αρχικά επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα και ακολούθως και η αίτηση για τροποποίηση του. Στην προκειμένη δε περίπτωση απλά ο γραμματέας της εναγομένης εταιρείας, που είναι και δικηγόρος στο επάγγελμα, παρέλειψε να καταχωρίσει ο ίδιος σημείωμα εμφάνισης ή ενεργώντας ως αξιωματούχος που είναι της εταιρείας να δώσει οδηγίες σε άλλο δικηγόρο να το πράξει. Θα πρέπει εδώ, παρεμφερώς, να σημειωθεί πως δεν εγείρεται καν θέμα δικηγόρου πελάτη, δεδομένου ότι η επίδοση έγινε στον κ. Βαλιαντή υπό την ιδιότητα του ως γραμματέα της εναγομένης εταιρείας και συνεπώς δε θα μπορούσε να γίνει και επίκληση της υπόθεσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Εκεί είχε αποφασιστεί ότι παράλειψη του δικηγόρου ενός εναγομένου η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε έκδοση απόφασης ερήμην του τελευταίου, δεν αποτελεί παράλειψη του ίδιου του εναγομένου. Τέλος, να σημειωθεί πως ούτε και ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας κ. Κυπριανού, η ένορκη δήλωση του οποίου υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, έχει δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις γιατί δεν ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αγωγής πιο νωρίς παρά μόνο αφού έλαβε επιστολή από το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας ότι η κατάθεση της πωλητήριας συμφωνίας η οποία σχετίζεται με την παρούσα αγωγή είχε ακυρωθεί. Ενώ και για την ενημέρωση του αυτή δεν υπάρχει μαρτυρία πως προέκυψε. Βέβαια, ανεξάρτητα και από το όψιμο ενδιαφέρον που φαίνεται να επέδειξε ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, αυτή εγνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει για την πορεία της αγωγής μέσω άλλου αξιωματούχου της, ήτοι του γραμματέα της κ. Βαλιάντη. Παραμένει προς εξέταση το θέμα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Αν υπάρχει τέτοια υπεράσπιση θα πρέπει, σε διαδικασία όπως είναι η παρούσα, να αποκαλυφθεί με ένορκη μαρτυρία η οποία προσφέρεται στα πλαίσια της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Η παρούσα υπόθεση αφορά αγοραπωλησία ενός ακινήτου η γραπτή συμφωνία για την οποία είχε καταχωριστεί στο οικείο κτηματολογικό γραφείο από την αγοράστρια που είναι η εναγόμενη εταιρεία. Με την έκθεση απαιτήσεως τους οι ενάγοντες, πωλητές του εν λόγω ακινήτου, ισχυρίζονται ότι είχαν τερματίσει δεόντως την εν λόγω συμφωνία λόγω υπαιτιότητας της εναγομένης εταιρείας. Στη βάση δε αυτή ζήτησαν και τους αποδόθηκαν, στα πλαίσια της απόδειξης η οποία έλαβε χώρα ερήμην της εναγομένης εταιρείας, διάφορες θεραπείες. Μεταξύ αυτών είναι και δηλωτική απόφαση ότι η εν λόγω συμφωνία έχει διαρρηχθεί από την εναγόμενη εταιρεία και κατά συνέπεια έπαυσε να έχει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα. Συνακόλουθη ήταν η δηλωτική απόφαση ότι η κατάθεση της συμφωνίας στο κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας έπαυσε να ισχύει. Η δεδηλωμένη θέση της εναγομένης εταιρείας σε υπεράσπιση της έναντι των δικογραφημένων ισχυρισμών, ανωτέρω, των εναγόντων καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της κ. Κύπρου Κυπριανού. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 11 αυτής αναφέρεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας που διενήργησαν οι ενάγοντες είναι άκυρος και ότι αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Μόνο αυτό. Αν και στη συνέχεια γίνεται αναφορά και σε κάποιες υποχρεώσεις των εναγόντων με βάση τη συμφωνία που αφορούσαν στο θέμα της μεταβίβασης του ακινήτου προς την εναγόμενη εταιρεία, όμως, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι όροι αυτοί είχαν παραβιαστεί από τους ενάγοντες. Όπως δεν αναφέρεται επίσης, αν στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής, αν δοθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης, θα διεκδικηθούν με ανταπαίτηση χρηματικά ποσά τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι είχαν καταβάλει στους ενάγοντες για την αγορά του εν λόγω ακινήτου. Για το τελευταίο θέμα είναι αρκετό να αναφερθεί πως δεν αποτελεί υπεράσπιση, και ότι αν δεν επιτραπεί τελικά ο παραμερισμός της απόφασης, η εναγόμενη εταιρεία θα δικαιούται να διεκδικήσει με ξεχωριστή αγωγή τα όποια ποσά ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους ενάγοντες, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι για τον παραμερισμό της υπό αναφορά απόφασης η εναγόμενη εταιρεία επικαλείται την εξουσία του δικαστηρίου η οποία προβλέπεται από τη Δ.17 κ.
- Είναι διακριτικής φύσεως και η άσκηση της είχε εξεταστεί στη σημαντική στον τομέα αυτό υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All. E.R. 646, με αναφορά στις αντίστοιχες αγγλικές δικονομικές πρόνοιες. Οι αρχές που καθιέρωσε έγιναν αποδεκτές και υιοθετήθηκαν κατ' επανάληψη από τα κυπριακά δικαστήρια, (βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317 και Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774). Στην προαναφερθείσα αγγλική υπόθεση επισημαίνεται, ακριβώς, ότι η εν λόγω εξουσία είναι διακριτικής φύσεως και ότι στο σχετικό κανονισμό δεν προβλέπονται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις σε σχέση με την άσκηση της. Το πιο πάνω ρόλο ανέλαβαν τα δικαστήρια τα οποία καθιέρωσαν κανόνες προς το σκοπό αυτό. Όπως το έθεσε ο λόρδος Atkin στην απόφαση του, «One is that where the judgment was obtained regularly there must be an affidavit of merits, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence". Βέβαια, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση G & A Optus Electronics Services Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 814, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί οι οποίοι δε συνοδεύονται από μαρτυρία αποκαλυπτική του περιεχομένου τους δε θεωρείται ότι συνιστούν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτό δε φαίνεται έχει συμβεί στην παρούσα περίπτωση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η υπεράσπιση της εναγομένης εταιρείας περιορίζεται στο γενικόλογο ισχυρισμό ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από τους ενάγοντες είναι άκυρος και ότι αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Πουθενά δεν αναφέρονται σε μαρτυρία γεγονότα τα οποία να τείνουν να αποδείξουν τον πιο πάνω ουσιώδη ισχυρισμό. Ενώ οι αναφορές σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας, η εφαρμογή των οποίων φέρεται να βάρυνε τους ενάγοντες, δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε το οποίο μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση για την εναγόμενη εταιρεία. Τελικώς, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι δεν αποκαλύπτεται από την εναγόμενη εταιρεία οποιαδήποτε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έναντι της απαίτησης των εναγόντων και ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός αποτυγχάνει. Για όλους λοιπόν τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων, καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της εναγομένης, αιτήτριας, εταιρείας. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο