← Κύπρος

John Michael Dyke ν. Α.Β. Insurance Cyprus Agency Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1280/2010, 26.10.2011

John Michael Dyke ν. Α.Β. Insurance Cyprus Agency Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1280/2010, 26.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AMMOΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1280/2010 Μεταξύ John Michael Dyke, Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα και

  1. Α.Β. Insurance Cyprus Agency Ltd, Λεμεσός
  2. Anthony Leonard Traynor, Αγία Νάπα Εναγομένων Ημερομηνία: 26.10.2011 Αίτηση ημερομηνίας 17 Νοεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες, αιτητές: Ο κ. Τ. Κουκούνης Για εναγόμενους, καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Στ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων και ο εναγόμενος είναι βρετανοί υπήκοοι και κατά τους ουσιώδεις χρόνους, εντός του έτους 2008, διέμεναν στην Κύπρο. Κατείχαν δε εξ ημισείας, ο πρώτος μέσω εταιρείας της απόλυτης του ιδιοκτησίας, το μετοχικό κεφάλαιο της εναγομένης εταιρείας η οποία ασχολείτο με την παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών. Βασικά ενεργούσε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Τις εργασίες της στον προαναφερθέντα τομέα διεκπεραίωνε πάνω σε καθημερινή βάση ο εναγόμενος από γραφείο που διατηρούσε η εναγόμενη εταιρεία στην πόλη της Πάφου. Ήταν επίσης και ένας εκ των διοικητικών της συμβούλων. Υπήρχε ακόμα ένας ο οποίος δεν εμπλέκεται στην παρούσα αντιδικία. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, ειδικώς οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος, η διαφορά των διαδίκων εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας δανείου. Πρόκειται για συμφωνία η οποία φέρεται να είχε συναφθεί μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης εταιρείας την 1.9.2008 με εγγυητή τον εναγόμενο, ο οποίος ανέλαβε γραπτώς την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων της τελευταίας. Είναι υπό αυτή την ιδιότητα που ο εναγόμενος αντιμετωπίζει την παρούσα αγωγή. Όμως, η εμπλοκή του στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία είναι σημαντική και για το λόγο ότι με το υπό αναθεώρηση ενδιάμεσο διάταγμα αυτός εμποδίζεται να προβεί με οποιοδήποτε τρόπο στην αποξένωση ή δέσμευση του ½ μεριδίου του σε συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία η οποία αποτελεί την κατοικία στην οποία διαμένει με τη σύζυγο του. Η τελευταία είναι ιδιοκτήτρια του άλλου ½ μεριδίου στην εν λόγω ακίνητη περιουσία. Το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του αριθμού 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 όπως και του πολύ όμοιου σε ουσία άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  4. Αλλά και του άρθρου 9 του τελευταίου νόμου με τη δικαιολογία ότι επείγετο η έκδοσή του. Η σχετική αίτηση, μονομερής σε πρώτη φάση, συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις εκ των οποίων η πρώτη χρονικά είχε γίνει από τον ενάγοντα. Η δεύτερη έγινε μετά από λίγες ημέρες και αφού ο ενάγων δεν ήταν πλέον διαθέσιμος αλλά με βάση εξουσιοδότηση και πληροφορίες τις οποίες είχε δώσει στην ομνύουσα προκειμένου να συμπληρωθούν κάποιες ελλείψεις της πρώτης. Ειδικά η πρώτη ένορκη δήλωση μεταφέρει με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως. Μια τρίτη ένορκη δήλωση, συμπληρωματική, καταχωρίστηκε μετά και την καταχώρηση της ένστασης με άδεια του δικαστηρίου. Όσον αφορά την ένσταση των εναγομένων αυτή υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, η δεύτερη συμπληρωματική. Στη μαρτυρία αυτή παρέπεμψαν οι συνήγοροι των μερών για τις εισηγήσεις τους, κάνοντας επίσης αναφορά στην πάγια νομολογία που εξετάζει περιπτώσεις όπως η παρούσα. Όπως αναφέρεται στην αρχική ένορκη δήλωση του ενάγοντα, με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία ημερομηνίας 1.9.2008, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2, ο ενάγοντας δάνεισε στην εναγόμενη εταιρεία συνολικό ποσό €177.990,
  5. Η τελευταία αναγνωρίζει σ' αυτή ότι έλαβε το πιο πάνω ποσό από τον ενάγοντα μεταξύ 1.1.2008 και 31.8.
  6. Και πρόσθετα ότι υποχρεούτο να το αποπληρώσει με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €4.078.95 η κάθε μια, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.1.
  7. Ολόκληρο δε το δανεισθέν ποσό μαζί με τους τόκους επί του εκάστοτε υπολοίπου, προς 10% ετησίως, θα έπρεπε να εξοφληθεί μέχρι την 31.12.
  8. Περαιτέρω, η συμφωνία των μερών προέβλεπε πως αν οποιοδήποτε περιστατικό παράλειψης (event of default) λάμβανε χώρα, τότε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο πληρωτέο και απαιτητό. Μεταξύ άλλων αναφέρονται ως τέτοια περιστατικά η περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία παρέλειπε να πληρώσει κάποια δόση μετά που θα καλείτο σε συμμόρφωση με την υποχρέωση της αυτή καθώς επίσης η περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία έπαυε να ασκεί την προαναφερθείσα επιχειρηματική δραστηριότητα της ή ένα σημαντικό μέρος αυτής. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας, η εναγόμενη εταιρεία παρέλειψε να πληρώσει οποιαδήποτε δόση. Ακόμα και μετά που κλήθηκε προς τούτο με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 6.10.
  9. Λόγω του χρόνου που πέρασε πριν ο ενάγοντας αποφασίσει να αποσταλεί η προαναφερθείσα επιστολή συσσωρεύτηκαν πολλές δόσεις το σύνολο των οποίων ανέρχεται στις €89.736,90 πλέον τόκοι. Και τότε με μια δεύτερη επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 11.11.2010, ο ενάγοντας κατέστησε ολόκληρο το ποσό του δανείου πληρωτέο και απαιτητό, ασκώντας έτσι το σχετικό δικαίωμα που του παρείχε η συμφωνία. Την πληρωμή του αξιώνει με την παρούσα αγωγή, όπως επίσης και τους δεδουλευμένους τόκους και τους τόκους υπερημερίας. Στο στάδιο αυτό με τα όσα, ανωτέρω, επικαλείται ο ενάγοντας στην έκθεση απαιτήσεως του διαπιστώνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της υπόθεση. ΄Η, κατά το άρθρο 5

(2)του Νόμου, Κεφ. 6, καλή βάση αγωγής, που ουσιαστικά είναι το ίδιο. Ικανοποιείται έτσι μια εκ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, προκειμένου να είναι εφικτή η έκδοση από το δικαστήριο ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος της φύσης που είναι το υπό αναθεώρηση. Μια άλλη προϋπόθεση η οποία θα πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο, είναι η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία. Όσον αφορά την πτυχή αυτή είναι σχετική και λαμβάνεται υπόψη στο παρόν στάδιο και η μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει με ένορκη δήλωση το ενιστάμενο μέρος. Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι επαναξιολογούνται οι περιστάσεις έκδοσης του προσωρινού διατάγματος υπό το φως της σχετικής μαρτυρίας και της άλλης πλευράς. Σε σχέση με την επίδικη συμφωνία ο εναγόμενος ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι ο ενάγοντας ουδέποτε δάνεισε το ποσό που αυτός διεκδικεί στην εναγόμενη εταιρεία και ότι ο ίδιος είχε ξεγελαστεί να υπογράψει ως εγγυητής αφού του είχε ψευδώς δηλωθεί ότι ήταν διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας κάτι που έγινε αργότερα στις 23.10.2008. Αυτά σε σχέση με τη σύναψη της συμφωνίας που έλαβε χώρα την 1.9.2008 και που αναφέρονται πολύ γενικά, όπως εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς αναφορά και στη μαρτυρία που κατ' ισχυρισμό τα επιμαρτυρεί. Ενώ στη συνέχεια ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι η εν λόγω συμφωνία είχε τροποποιηθεί ως προς το χρόνο έναρξης της αποπληρωμής του δανείου, τον οποίο χρόνο τοποθετεί μέσα στο 2010, χωρίς όμως να αναφέρεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Αυτό δε, όπως ισχυρίζεται, είχε γίνει με προφορική συμφωνία. Παραπέμπει σχετικά σε κάποια επικοινωνία την οποία είχαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οι δικηγόροι του ενάγοντα στην Κύπρο με κάποιο λογιστή στην Αγγλία, τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου, η οποία αφήνει να νοηθεί ότι για το σκοπό αυτό θα έπρεπε να γίνει άλλη γραπτή συμφωνία και τέτοια δεν έχει παρουσιαστεί από τους εναγόμενους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ενώ η επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 2, προβλέπει ρητώς ότι τυχόν καθυστέρηση από μέρους του ενάγοντα να ασκήσει τα δικαιώματα του δυνάμει αυτής δε θα συνιστούσε εγκατάλειψη τους (waiver), εκτός αν αυτό γινόταν με γραπτή συμφωνία. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ανωτέρω, ο ενάγων θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία η οποία εξεταζόμενη ως έχει στην όψης της να καταδεικνύει την ύπαρξη πιθανότητας αυτός να δικαιούται σε θεραπεία. Τίποτε πέραν αυτού, (βλ. Odysseos v A. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ενώ όσον αφορά τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή η μαρτυρία που αναφέρεται πιο πάνω του εναγομένου, αλλά και άλλη λιγότερης σημασίας μαρτυρία την οποία παραθέτει στην ένορκη δήλωση του, με δεδομένο ότι περιορίζεται σε απλούς ισχυρισμούς επιδεχόμενους αμφισβήτησης δεν είναι δυνατό να πλήξει τη μαρτυρία του ενάγοντα. Και, ακριβώς, δε διαπιστώνεται κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Παρεμπιπτόντως, η ικανοποίηση των προϋποθέσεων που θέτει το προαναφερόμενο άρθρο δεν πρέπει να παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία εφόσον ο ενάγοντας έχει παρουσιάσει μαρτυρία η οποία ικανοποιεί το πολύ χαμηλό επίπεδο απόδειξης που αναφέρθηκε προηγουμένως ότι εφαρμόζεται σε τέτοια περίπτωση. Εξ ου και το γεγονός ότι απλοί ισχυρισμοί από την πλευρά του εναγομένου δεν είναι δυνατό να κάνουν τη διαφορά. Βέβαια, η μαρτυρία αυτή του τελευταίου δεν είναι χωρίς σημασία. Αλλά, αντίθετα, έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει όταν εξετάζεται η βασική αρχή που θέτει το άρθρο 32
(1), ήτοι κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί ή να συνεχίσει σε ισχύ ένα προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Όμως, επανερχόμενος στις προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο, και στην τρίτη και τελευταία από αυτές, το δικαστήριο δεν εκδίδει ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εκτός αν συνεπεία της μη έκδοσης του θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και σύμφωνα με την πιο εξειδικευμένη πρόνοια στο άρθρο 5
(2)του Νόμου, Κεφ. 6 αν «με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του». Ακριβώς η ίδια ήταν η έγνοια του νομοθέτη και κατά τη θέσπιση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1), μόνο που προνόησε ώστε αυτή να είναι ευρύτερης εφαρμογής και δεν περιορίζεται μόνο σε ακίνητη ιδιοκτησία, στην οποία αφορά στην προκειμένη περίπτωση το υπό εξέταση απαγορευτικό διάταγμα, (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ ν. Benfleet Enterprises Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 280) Σε σχέση με την ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής ο ενάγοντας επικαλέστηκε δύο περιστατικά τα οποία έλαβαν χώρα και αφορούν στις εργασίες της εναγομένης εταιρείας. Το πρώτο είναι ότι έκλεισε το ασφαλιστικό γραφείο το οποίο διατηρούσε στην Πάφο και το δεύτερο, ακόμα πιο σημαντικό, ότι πώλησε συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο ασφαλειών σε κάποια άλλη εταιρεία. Ένα τρίτο περιστατικό αναφέρεται στο ότι ο εναγόμενος απέσυρε όλα τα χρήματα από τους λογαριασμούς της εταιρείας. Όμως, δεν είναι γνωστό αν υπήρχαν χρήματα προηγουμένως στους εν λόγω λογαριασμούς. Όσον αφορά το χαρτοφυλάκιο, η εναγόμενη εταιρεία θα ελάμβανε κάποιο τίμημα για την πώληση του, όπως προβλέπεται στη σχετική συμφωνία η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό. Θα υπολογίζετο ως ποσοστό στην απόδοση του πωληθέντος χαρτοφυλακίου για περίοδο δύο ετών. Πρόσθετα, η εν λόγω συμφωνία θέτει όρο ότι η εναγόμενη εταιρεία για περίοδο τεσσάρων ετών δε θα προωθούσε την πώληση ασφαλιστικών προϊόντων σε βρετανούς υπηκόους στην Κύπρο. Παρά την πιο πάνω απόλυτη απαγόρευση, όπως εξάγεται το συμπέρασμα αυτό εκ πρώτης όψεως, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία επιτρέπει στην εναγόμενη εταιρεία να πωλεί ασφάλειες σε σχέση με συγκροτήματα ακινήτων και με την ποιότητα και ασφάλεια προϊόντων. Όμως, δεν παρατίθεται και οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τον κύκλο εργασιών της στο τομέα αυτό μετά την πώληση του εν λόγω χαρτοφυλακίου. Ενώ, πρόσθετα, ο εναγόμενος, ισχυρίζεται πώς μετά το κλείσιμο του γραφείου της Πάφου θα συνέχιζε να διεξάγει τις ασφαλιστικές εργασίες της εναγομένης εταιρείας από το σπίτι του που βρίσκεται στην περιοχή Κάβο Γκρέκο στην Αγία Νάπα. Μάλιστα, προσκόμισε και κάποια έγγραφη μαρτυρία προς απόδειξη ότι η εναγόμενη εταιρεία συνεχίζει να διεξαγάγει εργασίες. Ενώ, όσον αφορά τον ίδιο και την πρόθεση του να μην εγκαταλείψει την Κύπρο, επικαλέσθηκε την όχι καλή κατάσταση της υγείας του, την απόκτηση από τον ίδιο και τη σύζυγο του κυπριακής ταυτότητας, την εγγραφή του αυτοκινήτου τους στην αρμόδια κυπριακή αρχή, ακόμα και το γεγονός ότι το εμποδιζόμενο με το διάταγμα ακίνητο είναι υποθηκευμένο. Όμως, απέκρυψε το γεγονός ότι στις 19.1.2010 ο ίδιος και η σύζυγος του πώλησαν το εν λόγω ακίνητο, που είναι η κατοικία τους, σε τρίτα πρόσωπα. Αντίθετα, στην αρχική ένορκη δήλωση του αρνείται κατηγορηματικά ακόμα και το ενδεχόμενο για κάτι τέτοιο. Ενώ το σχετικό πωλητήριο έγγραφο είναι κατατεθειμένο στο οικείο κτηματολογικό γραφείο και η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Τα γεγονότα αυτά έθεσε ενώπιον του δικαστηρίου με την προαναφερθείσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση η πλευρά του ενάγοντα καταθέτοντας ως τεκμήρια και αντίγραφα του πωλητηρίου εγγράφου και της απόδειξης κατάθεσης του στο κτηματολόγιο. Με την απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος δεν παρέχει οποιαδήποτε εξήγηση για τη στάση του ανωτέρω. Απλά επιχειρεί ερμηνεία του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου και προσπαθεί να παρουσιάσει ότι αφορά σε συμφωνία υπό αίρεση η οποία θα υλοποιηθεί το 2013. Όμως, δεν εξηγεί γιατί πώλησαν την οικία τους και ούτε αναφέρει ποιες είναι οι προθέσεις του ιδίου όταν τελικώς η πωλητήρια συμφωνία υλοποιηθεί ή και ανεξάρτητα στο μεταξύ, όπως και για τις δραστηριότητες της εναγομένης εταιρείας. Βέβαια, η μαρτυρία των δύο πλευρών σε σχέση και με την πτυχή αυτή αξιολογείται στον ίδιο βαθμό όπως και η προηγούμενη, της απλής πιθανολόγησης για διακρίβωση της αποδεικτικής της αξίας εξετάζοντας τη σχετική μαρτυρία ως έχει στην όψη της. Ενώ, δεν παραγνωρίζεται και για τη πτυχή αυτή αναντίλεκτη ή και αναμφισβήτητη μαρτυρία η οποία τυχόν να ενισχύει την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας της μιας ή της άλλης πλευράς. Ενώ σε καμιά περίπτωση δεν επιχειρείται η διαπίστωση γεγονότων από αμφισβητούμενη μαρτυρία τα οποία αφορούν στην ουσιαστική διαφορά μεταξύ των αντιδίκων μερών. Εξετάζοντας και αξιολογώντας, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τη μαρτυρία σχετικά των εναγομένων δεν αλλοιώνεται η αρχική εικόνα αναφορικά με την όχι ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας. Ειδικότερα δεν έχει καταδειχθεί τι οικονομικούς πόρους έχει από τους οποίους θα μπορούσε να ικανοποιηθεί απόφαση η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της για το ποσό το οποίο ο τελευταίος διεκδικεί. Το ίδιο πενιχρή είναι και η μαρτυρία σε σχέση με τα οικονομικά του εναγομένου, βασικά επαληθεύοντας τους ισχυρισμούς σχετικά του ενάγοντα ότι αυτός στερείται οποιασδήποτε περιουσία. Έχει μόνο το ½ μερίδιο στην προαναφερθείσα κατοικία το οποίο πώλησε όπως αναφέρεται προηγουμένως, πριν ακόμα αυτό δεσμευτεί με το υπό εξέταση διάταγμα. Στη βάση δε της μαρτυρίας, ανωτέρω, η οποία έχει προσκομισθεί από την πλευρά του ενάγοντα διαπιστώνεται, στα πλαίσια πάντοτε της παρούσας διαδικασίας και του εφαρμοζόμενου βάρους απόδειξης που αναφέρεται προηγουμένως, ότι θα είναι δύσκολο αν όχι και αδύνατο να ικανοποιηθεί απόφαση την οποία ο ενάγοντας τυχόν να εξασφαλίσει εναντίον της εναγομένης εταιρείας και του εναγομένου εγγυητή της. Όπως προκύπτει υπάρχει μόνο η εν λόγω ακίνητη περιουσία η οποία μάλιστα φέρεται να έχει πωληθεί ολόκληρη έναντι του ποσού των €550.000, πολύ κοντά στην εκτίμηση του ενάγοντα, αν και η σχετική συμφωνία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Κατά συνέπεια η κατοικία, προφανώς, εξακολουθεί να παραμένει εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εναγομένου και της συζύγου του. Οι διαπιστώσεις, ανωτέρω, ως προς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων τόσο του άρθρο 32
(1)όσο και του άρθρου 5, και στη βάση της μαρτυρίας η οποία αναλύεται πιο πάνω προερχομένης κατά κύριο λόγο από τον ενάγοντα, καθιστούν δίκαιη την παραμονή σε ισχύ του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Ακόμα και με δεδομένη την κατάθεση του πωλητήριου εγγράφου στο οικείο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο η οποία προηγήθηκε της έκδοσης του διατάγματος, δίδοντας προφανώς προτεραιότητα στους τρίτους αγοραστές του ακινήτου. Σε σχέση με την τελευταία παρατήρηση θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη αυτή πτυχή που αφορά στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου δεν έχει εξεταστεί από τους συνηγόρους των διαδίκων ήτοι, ως προς τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει το γεγονός αυτό σε σχέση με το διάταγμα. Ενώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος θεωρεί πως η εν λόγω συμφωνία πώλησης μπορεί και να μην υλοποιηθεί, κάτι βέβαια που αφήνει πιθανότητες για εφαρμογή του διατάγματος ώστε να θεωρείται ότι αυτό δεν εκδόθηκε επί ματαίω. Για όλους λοιπόν τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω διατάσσεται όπως το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα συνεχίσει σε ισχύ μέχρι το πέρας της αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προ όφελος του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Γ.Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.