Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιου Βασίλη κ.α., Αγωγή Αρ. : 85/1995, 1 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. : 85/1995 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα-Αιτήτρια και 1.Γεώργιου Βασίλη
- Μαρίας Γεωργίου Βασίλη Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 10/05/2011 για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 15/03/1995 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Στυλιανού Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια αιτήθηκε στις 10/05/2011 διάταγμα που να επιτρέπει την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 15/03/1995, λόγω της παρέλευσης έξι ετών από την ημέρα έκδοσής της. Η Αίτηση για εκτέλεση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος είναι υπάλληλος της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι στις 15/03/1995 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίων του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 για το ποσό των Λ.Κ.2.465,13 με τόκο 9% από 30/11/1994, μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των Λ.Κ.2.309,46 και εναντίον της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση 2 για το ποσό των Λ.Κ.1.200- πλέον τόκος 9% από 28/12/1990 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ.129,30- δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, παρά τις υποσχέσεις των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση για αποπληρωμή του χρέους, το χρέος δεν πληρώθηκε. Προς εκτέλεση της απόφασης η Ενάγουσα-Αιτήτρια έκδωσε ένταλμα κινητών, στις 18/09/1995, εναντίον και των δύο Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτηση. Στις 31/01/1996 καταχωρίστηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίων του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 και στις 11/08/1995 εγγράφτηκε μέμο, με αριθμό Μ196/1995, επί της περιουσίας του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση
- Στη συνέχεια ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι «για τον πιο πάνω λόγο», τον οποίο σημειωτέον δεν καθορίζει, δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Καταλήγει ότι ο μόνος σκοπός για τον οποίο γίνεται η Αίτηση είναι για να ανανεωθεί το μέμο. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.40 θ.8, Δ.48 8
(1)(κκ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο ζήτησε όπως η Αίτηση επιδοθεί στους Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Στη συνέχεια, η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζήτησε άδεια να καταχωρίσει δύο συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις. Στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δηλωνόταν στο Δικαστήριο ότι είχε εξαντλήσει όλα τα μέτρα εκτέλεσης που είχε στη διάθεσή της χωρίς να κατορθώσει την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και παραμένει υπόλοιπο €12,823-. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι το ένταλμα κινητών, ημερομηνίας 18/09/1995, εναντίον και των δυο Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση, επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω του ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση στερούνταν οποιασδήποτε περιουσίας. Όσον αφορά την αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγομένου 1, εκδόθηκε διάταγμα αποπληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, στις 11/10/1996, Λ.Κ.50- μηνιαίως, από 01/11/1996 και εκδόθηκαν δύο φυλακιστήρια ημερομηνιών 08/05/1997 και 05/03/
- Όσον αφορά την εγγραφή του μέμο, ήταν η θέση του ότι έληξε λόγω μη ανανέωσης της δικαστικής απόφασης. Κατά τον ισχυρισμό του, στις 25/01/1999 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 και έκτοτε ο Επίσημος Παραλήπτης δεν προέβει σε εκκαθάριση της περιουσίας του. Καταλήγει, ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια εξάντλησε όλα τα μέτρα εκτέλεσης που είχε στη διάθεσή της αλλά δεν κατέστη δυνατή η είσπραξη του λαβείν της και ότι δεν επέδειξε αδράνεια. Ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 1 καταχώρισε Ένσταση στις 20/09/2011, στην οποία καταγράφει τέσσερεις λόγους ενστάσεως, τους ακόλουθους: ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί, ότι οι Αιτητές παρέλειψαν αδικαιολόγητα να προβούν έγκαιρα στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, ότι φαίνεται από την Ένορκη Δήλωση των Αιτητών ότι για 15 χρόνια δεν προχώρησαν σε κανένα μέτρο εκτέλεσης εκτός από το μέμο και την αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 και ότι ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει κηρυχτεί σε πτώχευση και δεν έχει αποκατασταθεί. Ως νομικό έρεισμα της Ένστασης καταγράφηκαν η Δ.40 θ.8 και η Δ.48 θ.8
(1)(κκ). Και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεών τους. Το Δικαστήριο έχει τις αγορεύσεις τους κατά νου. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της Αίτησης θα αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Μετά την έκδοση της απόφασης στις 15/03/1995 ακολούθησε μετά από 10 μήνες η αίτηση για αποπληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του Εναγόμενου
- Εκδόθηκε διάταγμα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 στις 11/10/
- Φυλακιστήρια εναντίων του Καθ' ου η Αίτηση 1 εκδόθηκαν το 1997 και
- Έκτοτε κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης δεν έχει ληφθεί, εκτός από την ανανέωση της απόφασης και του μέμο εναντίον της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 1 κάθε δύο χρόνια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών (τώρα δέκα χρόνια), από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ.7). Η αδελφή Δικαστής κα Μηλιώτου, στην απόφασή της στην Αγωγή Αρ.785/98, ΣΠΕ Κοντέας ν. Δημήτρη Θεοδώρου κ.α., ημερομηνίας 21/01/2011, εξέτασε με πολύ λεπτομέρεια το συγκεκριμένο θέμα και συμφωνώ απόλυτα με τα όσα έχει καταγράψει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρά το ότι η Δ.40 θ.8 δεν καθορίζει ποιά είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ.1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»». Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, η δική μας Δ.48 θ.8
(1)(kk) καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για άδεια εκτέλεσης στους Καθ' ων η αίτηση, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαδικασίας εκτέλεσης, του ποσού που εξακολουθείτε να οφείλεται, ως επίσης όλων των θεμάτων που πρέπει να αναφέρονται στη συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δίδοντάς τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει την αιτηθείσα άδεια. Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια. .................................................................................................. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19, σελ. 23, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και έλεγχο του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα που εκδίδει (βλ. Jays PVC Pipes PVT Ltd v. Intertrust Shipping Corporation
(1989)1(E) A.A.Δ. 548. .................................................................................................. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο εξ αποφάσεως πιστωτής ότι η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη και πως σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η δικαστική απόφαση εντός έξι ετών από την έκδοσή της, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη αδράνεια και να δικαιολογήσει γενικότερα τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. ................................ Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης.» Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα χρόνια. Οι Ένορκες Δηλώσεις του κ. Στυλιανού καταγράφουν απλώς, παράγραφος 5 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης, ότι λήφθηκαν μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή μια και μοναδική Αίτηση για καταβολή του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις την 31/01/1996 μόνο εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 και έκτοτε δεν έγινε οτιδήποτε άλλο, εκτός από την έκδοση διαταγμάτων φυλάκισης και την καταχώρηση μέμο εναντίον της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 1. Κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί εδώ και δεκαέξι
(16)χρόνια. Όσον αφορά την Καθ' ης η Αίτηση 2, κανένα μέτρο εκτέλεσης δε λήφθηκε από την έκδοση της απόφασης γιατί, κατά τον ισχυρισμό των Αιτητών, ήταν άνεργη και δεν διέθετε περιουσία. Όμως από το 1995 δεν έκαμαν καμιά έρευνα για να διαπιστώσουν κατά πόσο οι συνθήκες της είχαν αλλάξει. Επίσης, ενώ ενέγραψαν το μέμο επί της περιουσίας του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 το 1995, δεν αιτήθηκαν ποτέ την πώληση του συγκεκριμένου κτήματος. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το θέμα της καθυστέρησης, η αιτιολόγηση και η μαρτυρία που απαιτείται να δίδεται προς τον σκοπό αυτό από τον εξ αποφάσεως πιστωτή, ως έχοντα το βάρος απόδειξης και κατάδειξης των συνθηκών αυτών, και κατ' επέκταση το κατά πόσο θα χορηγηθεί άδεια για εκτέλεση ή όχι, θα εξαρτάται από και θα εξετάζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων και γεγονότων κάθε υπόθεσης ώστε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου να είναι δίκαιη, επωφελής και να γίνεται με γνώμονα την απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό είναι το ζητούμενο. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιοδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Τόσο στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Στυλιανού, καθώς και στις συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις του, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δεκαέξι
(16)χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν αναφέρουν οτιδήποτε για το λόγο που για δεκαέξι
(16)χρόνια δεν έλαβαν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2. Η εξήγηση που παρατίθεται, θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεκαπέντε
(15)χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1, αφού σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο ασφαλισμένος πιστωτής, όπως είναι οι Ενάγοντες-Αιτητές, δεν εμποδίζεται να εκποιήσει ή άλλως πώς να χειριστεί την ασφάλειά του. Μπορούσαν ακόμα και να επαληθεύσουν το χρέος, σύμφωνα με το άρθρο 34
(3)του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Τίποτε από αυτά δε φαίνεται να έπραξαν οι Ενάγοντες-Αιτητές. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός και όφειλαν να λάβουν τα προς αυτούς διαθέσιμα μέτρα εκτέλεσης, πράγμα που δεν έπραξαν. Όπως προανέφερα, τα διατάγματα του Δικαστηρίου, και δη ένα διάταγμα για άδεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση δεκαέξι
(16)ετών από την έκδοσή της, δεν εκδίδονται in abstracto και επί ματαίω. Αν τα περιουσιακά δεδομένα των Εναγομένων 1 και 2 άλλαξαν στο μεταξύ ώστε να δικαιολογείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης, οι Αιτητές όφειλαν, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, να θέσουν υπ΄ όψη του Δικαστηρίου την αλλαγή αυτή και τα μέτρα εκτέλεσης που σκοπεύεται να ληφθούν, ώστε να μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσον δικαιολογείται, απαιτείται και θα είναι επωφελής η χορήγηση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Δεν αναφέρουν οι Αιτητές τι μέτρα προτίθενται να λάβουν. Στο μεταξύ, το μέμο έχει λήξει. Καταλήγω λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο