← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) ν. Kyriakides Bros (Motors) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/97, 17 Νοεμβρίου 2011

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ) ν. Kyriakides Bros (Motors) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/97, 17 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 541/97 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ), από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Kyriakides Bros (Motors) Ltd, από την Αγία Νάπα
  2. Βίκτωρας Κυριακίδης, από το Ξυλοφάγου
  3. Κώστας Κυριακίδης, από το Παραλίμνι
  4. Μάριος Κυριακίδης, από το Παραλίμνι
  5. Μαρία Κυριακίδου, από το Ξυλοφάγου
  6. Αννεζού Κυριακίδου, από το Παραλίμνι
  7. Χρίστος Κυριακίδης, από το Παραλίμνι Εναγομένων __________ Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Κλεάνθους για Ν.Κ. Κλεάνθους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κα Δ. Χ''Δημήτρη για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη & Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι χρόνων από της ημερομηνίας έκδοσης της. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.40, θ.8 και Δ.48, θ.8

(1)(κκ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Ιωάννου υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποία αναφέρονται τα εξής: Στις 22.9.97 εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 4 για το ποσό των €91.863,95 (ΛΚ53.765,58) πλέον τόκο 9% ετησίως από 1.1.97 μέχρι εξοφλήσεως και για τους Εναγόμενους 3, 5, 6 και 7 για ποσό €20.503,22 (ΛΚ12.000) πλέον τόκο 9% ετησίως από 17.12.88 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Στις 23.6.2004 εξεδόθη διάταγμα για ανανέωση της απόφασης. Στις 19.11.98 κατεχωρήθη ένταλμα κινητής περιουσίας εναντίον όλων των Εναγομένων από το οποίο έχει εισπραχθεί το ποσό των ΛΚ190,9 από τον Εναγόμενο 3 και για τους υπόλοιπους Εναγόμενους έχει επιστραφεί ανεκτέλεστο καθότι στερούνται κινητής περιουσίας. Στις 16.1.2003 καταχωρήθη ένταλμα κινητής περιουσίας εναντίον του Εναγομένου 7 το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο καθότι στερείται κινητής περιουσίας. Στις 16.1.2003 καταχωρήθη αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγομένου 4 η οποία έχει αποσυρθεί καθότι ο Εναγόμενος 4 δεν ήταν σε θέση να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό. Στις 7.9.2000 καταχωρήθη αίτηση μηναίων δόσεων εναντίον της Εναγομένης 5 η οποία έχει αποσυρθεί καθότι η Εναγομένη 5 δεν ήταν σε θέση να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό. Στις 20.2.03 και 2.10.03 καταχωρήθησαν αιτήσεις μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγομένου 7 οι οποίες έχουν αποσυρθεί καθότι ο Εναγόμενος 7 δεν ήταν σε θέση να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Στις 27.11.98 καταχωρήθη αίτηση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου για το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει ορισθεί ημερομηνία πλειστηριασμού. Κατά η περί την 20.11.97 οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της περιουσίας της Εναγομένης 6 το ΜΕΜΟ υπ' αριθμό ΕΒ359/97του Κτηματολογικού Γραφείο Αμμοχώστου το οποίο εκπνέει στις 20.11.11. Κατά ή περί την 20.11.97 οι Ενάγοντες κατέθεσαν επί της περιουσίας της Εναγομένης 1 το ΜΕΜΟ υπ' αριθμό ΕΒ360/97 του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου το οποίο εκπνέει στις 20.11.11. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν διάφορα ποσά και το σημερινό υπόλοιπο είναι €84.196,81 πλέον τόκο από 1.7.11 πλέον έξοδα. Ζητείται η ανανέωση της απόφασης με σκοπό την ανανέωση των πιο πάνω ΜΕΜΟ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση καταχωρήθη ένσταση από τους Καθ'ων η Αίτηση/Εναγόμενους η οποία βασίζεται στη Δ.40, θ.8, Δ.48, θθ.1-7, 8
(1)(κκ), 9, 11 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή έχει εξοφληθεί. Το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η ανανέωση της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την ανανέωση της απόφασης είναι τέτοια που της στερεί το δικαίωμα να προωθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Εναγόντων/Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 6 ετών. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 6 ετών. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  1. Σ' αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Στις 22.9.97 το Δικαστήριο αποφάσισε όπως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 πληρώσουν στους Ενάγοντες το ποσό των €91.862,95 (ΛΚ53.765,58) με τόκο προς 9% ετησίως από 1.7.97 μέχρι εξοφλήσεως και τους Εναγομένους 3, 5, 6 και 7 για το ποσό των €20.503,295 (ΛΚ12.000) πλέον τόκο 9% ετησίως από 17.12.98 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή έχει εξοφληθεί. Το εξ αποφάσεως χρέος αφορούσε το ποσό των €91.863,95 (ΛΚ53.765,58). Κατά ή περί την 31.3.08 ο Εναγόμενος 2 κατέβαλε προς τους Ενάγοντες/Αιτητές το ποσό των ΛΚ40.000 (€68.348,06). Στις 17.2.09 κατέβαλε στους Ενάγοντες/Αιτητές το ποσό των €17.000 και στις 26.6.09 το ποσό των €6.
  2. Περαιτέρω από το 1997 κατέβαλε ανά τακτά διαστήματα διάφορα ποσά ύψους ΛΚ45.375 (€77.527,79). Κατάσταση λογαριασμού από το 1998 μέχρι και το 2009 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Από το1997 μέχρι και το 2009 ο Εναγόμενος 2 έχει καταβάλει στους Ενάγοντες/Αιτητές ποσά συνολικού ύψους περίπου €169.
  3. Το ποσό αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο του εξ αποφάσεως χρέους και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή όχι μόνο έχει εξοφληθεί αλλά υπερκαλύπτεται από τις πληρωμές που έκανε ο Εναγόμενος 2 όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Ο τόκος στην προκείμενη περίπτωση υπερβαίνει το κεφάλαιο και οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν δικαιούνται με βάση τη νομοθεσία περί Τόκου να αξιώνουν τέτοια ποσά. Οι Αιτητές/Ενάγοντες τόσο στην Αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αναφέρονται γενικά και αόριστα ότι έχουν γίνει κάποιες πληρωμές προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δίχως να αναφέρουν με λεπτομέρεια το ύψος των πληρωμών και πως προκύπτει το αναφερόμενο οφειλόμενο, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπόλοιπο. Παραλείπουν να αναφέρουν στο Δικαστήριο την καταβολή από μέρους του Εναγομένου 2 σημαντικών και μεγάλων ποσών προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους όπως οι ΛΚ40.000 (€68.348,06), το ποσό €17.000 και το ποσό €6.
  4. Με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς τους δημιουργούν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι έχουν καταβάλει μικρά και/ή ασήμαντα ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους με αποτέλεσμα να φαίνεται δικαιολογημένο το αναφερόμενο στην Αίτηση τους οφειλόμενο υπόλοιπο για το οποίο ζητείται άδεια για εκτέλεση. Είναι αδύνατο να υπάρχει τέτοιο οφειλόμενο υπόλοιπο και αυτό που αναφέρουν οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν ανταποκρίνεται στη αλήθεια και/ή είναι διογκωμένο και υπερβολικό. Είναι αδιανόητο να έχει καταβάλει ο Εναγόμενος 2 μέχρι σήμερα ποσά ύψους περίπου €169.379 και να παραμένει ακόμη υπόλοιπο προς εξόφληση για χρέος ύψους €84.196,
  5. Το εξ αποφάσεως χρέος δεν αφορά τους Αιτητές στην παρούσα διαδικασία και η απόφαση δεν έχει εκδοθεί υπέρ της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, αλλά υπέρ της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Ως εκ τούτου η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και να πετύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον του Εναγομένου
  6. Ουδέν ποσό οφείλει ο Εναγόμενος. Ακόμη δε και αν παραμένει κάποιο οφειλόμενο υπόλοιπο από την έκδοση της απόφασης έχουν παρέλθει 14 χρόνια με αποτέλεσμα να έχει αλλάξει σημαντικά η οικονομική και προσωπική δυνατότητα και η κατάσταση τόσο του Εναγομένου 2 όσο και των λοιπών Εναγομένων. Συγκεκριμένα η κατάσταση των Εναγομένων έχει ως εξής: i. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι ανενεργή από την 1.1.
  7. Δεν εκτελεί οποιαδήποτε εργασία και δεν αποφέρει οποιοδήποτε κέρδος. Σε κάθε περίπτωση, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να κινηθούν εναντίον της εταιρείας άμεσα και δίχως καθυστέρηση μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης με ένταλμα κινητών για την εξόφληση και/ή μείωση του εξ αποφάσεως χρέους πράγμα που αμέλησαν και/ή αδιαφόρησαν να πράξουν. ii. Ο Εναγόμενος 2 αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα ένεκα της οικονομικής κρίσης που έχει επηρεάσει όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εκκρεμούν αρκετές υποθέσεις εναντίον του με άλλες Τράπεζας και αφορούν δάνεια που είχε συνάψει για τη χρηματοδότηση και υποστήριξη της επιχείρησης του. Οπότε είχε τη δυνατότητα και την οικονομική ευχέρεια να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην Τράπεζα για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους το έπραττε, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α). Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το συνολικό ποσό που έχει καταθέσει προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους το υπερκαλύπτει. Ακόμη και να παραμείνει κάποιο οφειλόμενο υπόλοιπο αναφέρει ότι κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ο γιος του ήταν 3 ετών, ενώ τώρα 18 με αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις πέραν και των λοιπών δικαστικών και επαγγελματικών υποχρεώσεων του. iii. Ο Εναγόμενος 3 ήταν και είναι φωτογράφος και τα έσοδα του έχουν μειωθεί σημαντικά. Τούτο διότι κατά την έκδοση της απόφασης ήταν ηλικίας 35 ετών ενώ τώρα είναι
  8. Περαιτέρω οι οικογενειακές του υποχρεώσεις έχουν αυξηθεί καθότι απέκτησε άλλα δύο παιδιά με αποτέλεσμα η οικογένεια του να είναι εξαμελής. Συγκεκριμένα τα παιδιά του είναι ηλικίας 26, 16, 13 και
  9. iv. Ο Εναγόμενος 4 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν ηλικίας 26 ετών και ήταν στρατιωτικός στο επάγγελμα και είχε ένα παιδί ηλικίας 4 ετών. Τότε είχε μηνιαίο εισόδημα ΛΚ
  10. Στο μεταξύ σταμάτησε από την εργασία του και εργοδοτήθηκε από την αεροπορική εταιρεία EUROCYPRIA. Η εν λόγω εταιρεία απέλυσε όλους τους υπαλλήλους της με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 4 να είναι άνεργος. Περαιτέρω απέκτησε άλλο ένα παιδί ηλικίας σήμερα 10 ετών, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι οικογενειακές του υποχρεώσεις. v. Η Εναγόμενη 5 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης εργαζοταν στη Louis Tourist Company, ωστόσο κατά το 1998 απελύθη από την εταιρεία ως πλεονάζον προσωπικό. Από το 1998 μέχρι και το 2006 ήταν άνεργη με αποτέλεσμα να μην έχει οποιοδήποτε εισόδημα όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Κατά ή περί το 2006 είχε εγγραφεί ως γεωργός με πολύ χαμηλά εισοδήματα. vi. Η Εναγόμενη 6 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν ηλικίας 55 ετών. Εργαζόταν στο εστιατόριο VITTORIO και είχε εισόδημα ύψους ΛΚ
  11. Τώρα είναι ηλικίας 70 ετών, είναι συνταξιούχος και πέραν της μηνιαίας σύνταξης που λαμβάνει από το κράτος δεν έχει οποιοδήποτε άλλο εισόδημα. vii. Ο Εναγόμενος 7 κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν Αστυνομικός. Από τότε μέχρι και σήμερα οι οικογενειακές του υποχρεώσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά καθ' ότι απέκτησε στο μεταξύ 3 παιδιά ηλικίας σήμερα, 13, 11 και
  12. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών για καταχώρηση εντάλματος κινητής περιουσίας ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι τόσο εκείνος όσο και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι δεν στερούνται κινητής περιουσίας κατά το χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος. Η αιτιολογία μη προώθησης του εντάλματος κινητών και η επιστροφή του ως ανεκτέλεστο οφείλεται αποκλειστικά στους Ενάγοντες. Ακόμα αν ευσταθούσε ο πιο πάνω ισχυρισμός, θα μπορούσαν οι Ενάγοντες να κινηθούν με ένταλμα κινητής περιουσίας εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας η οποία είχε κινητή περιουσία κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, η οποία αποτελείτο από μεγάλο αριθμό αυτοκινήτων και μοτοσυκλεττών. Ωστόσο, οι Ενάγοντες πουθενά στην Αίτηση τους δεν αναφέρουν τους λόγους που δεν κινήθηκαν εναντίον της Εναγομένης εταιρείας αρ.
  13. Από το 1998 μέχρι και το 2003 όταν κατεχωρήθηκε η Αίτηση μηνιαίων δόσεων ημερ. 16.1.03 ουδέν μέτρο εκτέλεσης έχουν λάβει τόσο εναντίον του Εναγομένου 2 όσο και εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων αφήνοντας να παρέλθουν 8 ολόκληρα χρόνια. Συνεπεία της μεγάλης αδράνειας των Εναγόντων να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή της αδιαφορίας που επέδειξαν στην προώθηση των μέτρων εκτέλεσης που είχαν λάβει όλο αυτό το χρονικό διάστημα έδωσαν την εντύπωση στους Εναγόμενους ότι ικανοποιήθηκαν από τις πληρωμές που ο Εναγόμενος 2 έκανε για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και ότι το χρέος αυτό είχε εξοφληθεί. Ακόμη και να απέμενε οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο με τη συμπεριφορά τους οι Ενάγοντες έδειξαν ότι είχαν εγκαταλείψει την ιδέα εκτέλεσης του τυχόν οφειλομένου υπολοίπου και ότι δεν είχαν πρόθεση να ικανοποιήσουν το τυχόν υπόλοιπο οφειλόμενο χρέος. Συνεπείας αυτής της δράνειας των Εναγόντων να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων, ενώ παλαιότερα και συγκεκριμένα κατά την ημερομνία έκδοσης της απόφασης κατά τα επόμενα χρόνια οι Εναγόμενοι είχαν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσουν το ισχύον οφειλόμενο υπόλοιπο, με την παρέλευση τόσων χρόνων οι οικονομικές αλλά και προσωπικές καταστάσεις του έχουν μεταβληθεί σημαντικά με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να μην είναι σε θέση να καταβάλουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό. Οι Ενάγοντες/Αιτητες δεν επεξηγούν επαρκώς τους λόγους και/ή τα περιστατικά και/ή τις συνθήκες με βάση τις οποίες να δικαιολογείτο να αποσύρουν τις Αιτήσεις μηνιαίων δόσεων. Στις 27.11.98 καταχωρήθηκε αίτηση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ωστόσο στις 10.3.09 ημέρα η οποία είχε ορισθεί ως ημερομηνία πλειστηριασμού οι Ενάγοντες/Αιτητές ανέβαλαν τον πλειστηριασμό για λόγους που είναι άγνωστοι στον ενόρκως δηλούντα και αφορούν αποκλειστικά τους ίδιους. Οι Αιτητές/Ενάγοντες δεν εξειδικεύονται στην Αίτηση τους επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο προκύπτει το υπόλοιπο, αν αυτό υπάρχει, του εξ αποφάσεως χρέους. Πουθενά δεν αναφέρουν τον τρόπο υπολογισμού και αν το οφειλόμενο υπόλοιπο περιέχει χρεώσεις ή έξοδα τα οποία δύναται να προστίθενται στο εξ αποφάσεως χρέος. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα με αποτέλεσμα να δημιουργείται μεγάλη αδικία σε βάση των Εναγομένων. Περαιτέρω δεν έλαβαν τα δέοντα και απαραίτητα και/ή προβλεπόμενα από το Νόμο μέτρα εκτέλεσης αλλά, αντιθέτως, επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια. Από την προηγούμενη ανανέωση απόφασης στις 23.6.04 έχουν παρέλθει 7 και πλέον χρόνια δίχως να δίδεται επαρκής αιτιολογία για τους λόγους καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσα Αίτησης. Ως αποτέλεσμα άφησαν ανενεργή μια απόφαση δίχως να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησαν μετά τη λήξη της περιόδου για την οποία χορηγήθηκε η άδεια για εκτέλεση στις 23.6.04 να αιτηθούν παράταση του χρόνου. Αυτό ενισχύει το δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων και το ότι με τη συμπεριφορά τους φαινόταν να είχαν πλήρως ικανοποιηθεί από τις πληρωμές που ο Εναγόμενος 2 έκανε. Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει πλήρως εξοφληθεί και, σε κάθε περίπτωση, οι Ενάγοντες/Αιτητές με τη συμπεριφορά τους έδωσαν τέτοια εντύπωση στην Εναγομένη. Οι Αιτητές πουθενά δεν αναφέρουν στην Αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει λόγους για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται, απαιτείται και θα είναι επωφελής η χορήγηση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης μετά την παρέλευση τόσων χρόνων από την έκδοση της απόφασης αν παραμένει κάποιο υπόλοιπο προς εξόφληση. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΑΙΤΗΤΩΝ Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από μέρους των Εναγόντων/Αιτητών μέσω της Κατερίνας Λίλλη -Παυλίδου. Σε αυτή αναφέρονται, εν συνόψει, τα ακόλουθα: · Οι Ενάγοντες στο μόνο το οποίο προέβησαν ήταν απλή αλλαγή ονόματος. · Σε σχέση με τις παραγράφους
(6)και
(20)της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 2 αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος κατέθεσε τα εν λόγω ποσά για να πετύχει την αναβολή του πλειστηριασμού ημερ. 1.3.
  1. Κατόπιν δικών του παρακλήσεων οι Ενάγοντες υπέκυψαν και αποδέχτηκαν όπως αυτός δώσει το ποσό των €30.
  2. Παρά τη συμφωνία για καταβολή του εν λόγω ποσού τελικώς κατέθεσε το ποσό των €17.000 στις 17.2.09 με μοναδικό σκοπό την αναστολή του πλειστηριασμού και εξέδωσε προς όφελος του και οπισθογράφησε προς όφελος της Τράπεζας δύο μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες κατατέθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Παρά το γεγονός ότι οι επιταγές θα εξαργυρώνονταν στις 30.4.09 και 30.3.09 τελικά μόνο μια εξ αυτών τιμήθηκε στις 26.6.09 (ΤΕΚΜΗΡΙΑ Α και Β) ενώ η άλλη παρουσιάστηκε και δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα. Ο Εναγόμενος 2 παραπλάνησε την Τράπεζα για να επιτύχει την αναβολή του πλειστηριασμού το οποίο και έγινε. · Όσον αφορά τις αιτήσεις μηνιαίων δόσεων εναντίον των Εναγομένων 4, 5 και 7 οι οποίες αποσύρθηκαν άνευ βλάβης καθότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να προσφέρουν το ποσό των ΛΚ200 μηνιαίως για τους Εναγόμενους 4 και 7 και για τον Εναγόμενο 5 το ποσό των ΛΚ2.000 μηνιαίως, πλην, όμως, οι Εναγόμενοι 4 και 7 προσέφεραν το ποσό των ΛΚ50 και ΛΚ100 μηνιαίως έκαστος αντίστοιχα τα οποία δεν κάλυπταν ούτε τους τόκους γι' αυτό και οι αιτήσεις είχαν αποσυρθεί άνευ βλάβης. Όσον αφορά την Εναγόμενη 5 η αίτηση απεσύρθη άνευ βλάβης καθότι η Εναγόμενη 5 είχε εναντίον της πολλά διατάγματα. · Η ενόρκως δηλούσα επεσύναψε ως Τεκμήριο Γ κατάσταση που δείχνει το εξ αποφάσεως χρέος, ασφαλιστήρια και επιδικασθέντα έξοδα υπολογισμένα με την παράλειψη της κεφαλαιοποίησης του τόκου. · Σκοπός του Εναγομένου 2 είναι να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι δεν έχουν ληφθεί μέτρα από το 2004 αφότου δόθηκε η άδεια εκτέλεσης της απόφασης. · Έχουν καταχωρηθεί αιτήσεις πτώχευσης για τους Εναγόμενους 3 και 5 εκ των οποίων η αίτηση πτώχευσης του Εναγομένου 3 απερρίφθη λόγω μη επίδοσης. Με αίτηση της η Εναγόμενη 5 εξέδωσε διάταγμα κατά ή περί το 2004 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και της διαδικασίας πτώχευσης μέχρι την πλήρη εφαρμογή των μέτρων για τους Εναγόμενους
  3. Το εν λόγω διάταγμα εμπόδιζε τους Ενάγοντες να προχωρήσουν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης για τους υπόλοιπους Εναγόμενους πλην των Εναγομένων
  4. · Είναι αδύνατο ο Εναγόμενος 2 να πιστεύει ότι δεν υπάρχει οφειλή προς την Τράπεζα όταν γνωρίζει ότι μια εκ των επιταγών που εξεδώθηκαν και οπισθογραφήθηκαν από τον Εναγόμενο 2 ακόμη δεν έχει τιμηθεί. ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Η πλευρά των Εναγόμενων/Καθ'ων η Αίτηση, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, καταχώρησαν απαντητική ένορκη δήλωση στην οποία ο Εναγόμενος 2 αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: o Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν υπάρχει εκχώρηση δικαιωμάτων από τη Λαική Τράπεζα Λτδ στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd ή αν έχει γίνει αλλαγή ονόματος. Σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες οφειλαν να κοινοποιήσουν την αλλαγή αυτή στους Εναγόμενους επιδίδοντας σε όλους ειδοποίησης αλλαγής του ονόματος. o Ο πλειστηριασμός ημερ. 1.3.09 αναβλήθηκε από υπαιτιότητα των Εναγόντων/Αιτητών. o Με την απόφαση ημερ. 22.9.97 το Δικαστήριο διέταξε την εκποίηση των υποθηκών με αριθμό Υ723/92 και Υ389/93 του Εναγομένου 1 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και την πώληση του ακινήτου δια δημόσιου πλειστηριασμού, το δε προϊόν από την πώληση αυτή να διατείθετο προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων και των εξόδων της αγωγής. Από την έκδοση της απόφασης μέχρι και την ημέρα που ορίστηκε ο πλειστηριασμό ήτοι 1.3.09 παρήλθαν 12 έτη. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της εν λόγω εκποίησης και οι Ενάγοντες καθυστέρησαν να προωθήσουν άμεσα και αποτελεσματικά το δικαίωμα που τους παρείχε η εν λόγω απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται η θέση των λοιπών Εναγομένων. o Με τη συμπεριφορά των Εναγόντων όσον αφορά την εκποίηση των υποθηκών το εξ αποφάσεως χρέος υπερδιογκώθηκε με αποτέλεσμα οι λοιποί Εναγόμενοι να καλούνται να πληρώσουν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο δεν θα προέκυπτε αν αξιοποιούσαν άμεσα και δεόντως το μέτρο που τους παρείχε η απόφαση προς εκποίηση των υποθηκών. o Οι Αιτητές δεν επιδεικνύουν ειδικούς λόγους για τους οποίους δεν εισπράχθηκε το εξ αποφάσεως χρέος και γιατί δεν προώθησαν αποτελεσματικά μέτρα εναντίον όλων των Εναγομένων. o Οι Αιτητές κανένα λόγο δεν δίνουν για τον οποίο τώρα ζητούν άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Δεν αναφέρουν ότι υπήρξε μεταβολή στην οικονομική κατάσταση των Εναγομένων που θα ήταν ικανοποιητική δικαιολογία και θα οδηγούσε το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και, κατ' επέκταση, η λήψη μέτρων εκτέλεσης θα είχε ως αποτέλεσμα την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. o Οι Ενάγοντες άφησαν να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να καταχωρήσουν τις αιτήσεις μηνιαίων για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους και επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια όχι μόνο στην καταχώρηση αλλά και την επιτυχή προώθηση τους. o Οι λογαριασμοί που επισυνάπτουν οι Ενάγοντες αποδεικνύουν ότι δεν οφείλεται το ποσό το οποίο αξιούν με την αίτηση τους για άδεια εκτέλεσης. Δεν εξειδικεύουν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται το ποσό το οποίο εμφαίνεται ως υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους και πως υπολογίζεται ο τόκος. Δεν θέτουν στο Δικαστήριο ποιο είναι το ποσό το οποίο τελικά αξιώνουν και το οποίο θα αποτελέσει τη βάση για εκτέλεση της απόφασης. o Το αν κινήθηκαν διαδικασίες για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον κάποιου από τους Εναγόμενους δεν έχει σημασία στα πλαίσια της παρούσας αίτησης καθότι η διαδικασία πτώχευσης δεν είναι μέτρο εκτέλεσης. Καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί στο Δικαστήριο για το θέμα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για το υπό εξέταση θέμα θεωρώ σκόπιμο εν πρώτοις να αναφερθώ στην Δ.40,θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1] η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  5. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Εκτός όπου δικαστική απόφαση έχει ανασταλεί ή των περιπτώσεων, για τις οποίες γίνεται ειδική πρόνοια για το αντίθετο,[2] όσον αφορά τους αρχικούς διαδίκους, μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή τους διατάγματος. Μετά την παρέλευση 6 ετών[3], θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης "may" στη Δ.40,θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά[4]. Παρά το ότι η Δ.40,θ.8 δεν καθορίζει ποια είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ. 1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με το Order 42, r.23 των Αγγλικών Θεσμών, με το οποίο η δική μας Δ.40, θ.8 είναι πανομοιότυπη: «.application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue» Επομένως εκείνο το οποίο θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι δεν αποτελεί δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια - όπως ήταν η πρόνοια της Δ.40,θ.8 πριν την τελευταία τροποποίηση που την έχει επεκτείνει στα δέκα χρόνια - και ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δίδει εξηγήσεις για το λόγο της καθυστέρησης ή για τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών (σήμερα 10 ετών) ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης. Αγγλική νομολογία που ερμήνευσε διατάξεις παρόμοιες με τη δική μας Δ.40,θ.8[5] επισημαίνει ότι το Δικαστήριο ως θέμα γενικής αρχής δεν θα πρέπει να επεκτείνει το χρόνο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης πέρα των έξι χρόνων εκτός αν καταδειχτεί από πλευράς του εξ αποφάσεως πιστωτή ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο βάσει των στοιχείων που παρουσιάζει με την επισήμανση ότι όσο πιο πολύς είναι ο χρόνος που μεσολαβεί από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα το Δικαστήριο να αποφανθεί περί δυσμενούς επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη από την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 ALLER 249 στη σελίδα 255: ".the court would not, in general, extend time beyond the six years save where it is demonstrably just to do so. The burden of demonstrating this should, in my judgment, rest on the judgment creditor. Each case must turn on its own facts but, in the absence of very special circumstances such as were present in the National Westminster Bank case, the court will have regard to such matters as the explanation given by the judgment creditor for not issuing execution during the initial six-year period, or for any delay thereafter in applying to extend the period, and any prejudice which the judgment debtor may have been subject to as a result of such delay including, in particular, any change of position by him as a result which has occurred. The longer the period that has been allowed to lapse since the judgment the more likely it is that the court will find prejudice to the judgment debtor". Στην Duer ν. Frazer (ανωτέρω), το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. Στην υπόθεση Patel v. Singh
(2002)EW CA 1938 τονίσθηκε η γενική αρχή ότι η παρέλευση έξι χρόνων από μόνη της δύναται και συνήθως είναι από μόνη της αρκετή για να δοθεί άδεια εκτέλεσης στον εξ αποφάσεως πιστωτή, εκτός αν αυτός μπορέσει να δικαιολογήσει τη χορήγηση άδειας με το να δείξει ότι τα περιστατικά της υπόθεσης του την εντάσσουν σε μια μη συνηθισμένη περίπτωση. Αυτό μπορεί να γίνει με την απόδειξη της παρουσίας κάποιου γεγονότος σε σχέση με τη θέση του ιδίου του πιστωτή, ή σε σχέση με τη θέση του ιδίου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, για παράδειγμα ότι για πολλά χρόνια ο εξ αποφάσεως δανειστής γνώριζε ότι ο χρεώστης δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία και ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστης π.χ. κέρδισε το λαχείο του με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία για σκοπούς εκτέλεσης. Παραθέτω σχετική περικοπή από την πιο πάνω απόφαση: ".the court must start from the position that the lapse of six years may, and will ordinarily, in itself justify refusing the judgment creditor permission to issue the writ of execution, unless the judgment creditor can justify the granting of permission by showing that the circumstances of his or her case takes it out of the ordinary. That may be done by showing the presence of something in relation to the judgment creditor's own position, or, as Sir Anthony Evans suggested in the course of the argument, in relation to the judgment debtor's position. Thus the judgment creditor might be able to point, for example, to the fact that for many years the judgment debtor was thought to have no money and so was not worth powder and shot but that, on the judgment creditor winning the lottery or having some other change of financial fortune, it has become worthwhile for the judgment creditor to seek to pursue the judgment debtor." Στα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης, το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από τους πιστωτές για την καθυστέρηση να εντοπίσουν τον οφειλέτη, ούτε, επίσης, δικαιολόγησαν με οποιοδήποτε τρόπο την αδράνεια των έξι μηνών από την ημερομηνία που εντόπισαν τον οφειλέτη μέχρι την ημερομηνία που αιτήθηκαν την άδεια εκτέλεσης. Η ανεπάρκεια της γραπτής δήλωσης του πιστωτή, από μόνη της, αποστέρησε από αυτόν το δικαίωμα να εξασφαλίσει άδεια εκτέλεσης, και το Αγγλικό Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, παρά το ότι δεν υπήρξε μαρτυρία από τον οφειλέτη ότι υπέστη δυσμενή επηρεασμό από την καθυστέρηση. Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: "The law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties, having regard to all the circumstances of the case" Στην Longtin, (πιο πάνω) το γεγονός ότι οι πιστωτές δεν έδωσαν εξήγηση για την αδράνειά τους να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για μια περίοδο έξι μηνών δεν ήταν αρκετό από μόνο του για να αφαιρέσει από τους πιστωτές το δικαίωμα να εξασφαλίσουν άδεια εκτέλεσης[6]. Η πάροδος των έξι χρόνων δεν αποτελεί παραγραφή: Είναι ένα εμπόδιο που μπορεί να ξεπεραστεί πάνω από μια φορά. Κρίθηκε ότι οι πιστωτές ενήργησαν δεόντως και αμέσως στην προσπάθειά τους να εκτελέσουν την απόφαση εναντίον του χρεώστη και πως δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού του χρεώστη καθότι αυτός γνώριζε την πρόθεση των πιστωτών να εκτελέσουν εναντίον του την απόφαση[7]. Στην Good Challenger Nevagante SA v. Metalexportinmport SA
(2003)QB 471 υπεδείχθη ότι ο χρόνος που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραμάτιζε από μόνος του καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [8] Επισημάνθηκε εκ νέου ότι εκείνο που εξετάζεται από το Δικαστηρίου στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής τους ευχέρειας είναι αν υπάρχει κάτι στα περιστατικά της υπόθεσης που την εντάσσει αυτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα έξι χρόνια. Από τη σχετική νομολογία τόσο των δικών μας Δικαστηρίων όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων προκύπτει ότι στο υπό εξέταση ζήτημα το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει διάφορους παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η στάση και η συμπεριφορά των Αιτητών και η τυχόν επίδειξη αδικαιολόγητης καθυστέρησης ή και αδράνειας από μέρους τους στη λήψη και/ή προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, τον οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του χρεώστη από την καθυστέρηση που μπορεί να προκύπτει από τυχόν αλλαγή σε σχέση με την οικονομική ή άλλη θέση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τη γενικότερη συμπεριφορά και ενέργειες του πιστωτή και κατά πόσο αυτές θα μπορούσαν εύλογα να οδηγήσουν τον εξ αποφάσεως χρεώστη να πιστέψει ή να σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης, το είδος και ο χαρακτήρας των μέτρων εκτέλεσης που προτίθενται να λάβουν οι Αιτητές/εξ αποφάσεως δανειστές, τυχόν αλλαγές σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ή σε σχέση με τη θέση του χρεώστη όπως, για παράδειγμα, ότι υπήρξε, στο μεταξύ, αλλαγή στην οικονομική κατάσταση του χρεώστη με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον περιουσία που να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εκτέλεσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπό συζήτηση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Σ' ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ένα θέμα που εγείρεται στην παρούσα Αίτηση είναι οι συνέπειες από το γεγονός ότι ενώ η απόφαση που εξεδόθη στις 22.9.1997 αφορούσε την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ στο μεσοδιάστημα η Ενάγουσα παρουσιάζεται ως MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων προβάλλεται η θέση ότι η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και να πετύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και στην απαντητική ένορκη δήλωση των Εναγομένων όπου σχολιάζεται η αναφορά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Εναγόντων ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε απλή αλλαγή ονόματος, αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να κοινοποιήσουν την αλλαγή αυτή στους Εναγόμενους επιδίδοντας σε όλους ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος. Στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης έχει καταχωρηθεί ειδοποίηση απευθυνόμενη προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 16.7.07 αλλαγής του ονόματος της Ενάγουσας εταιρείας από "Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ" ή στα αγγλικά Cyprus Popular Bank Ltd έχει αλλάξει σε "Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ" ή στα αγγλικά "Cyprus Popular Bank Public Company Ltd" από τις 28.3.05 και ακολούθως σε "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" από τις 4.12.
  1. Στην εν λόγω ειδοποίηση επισυνάπτεται πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος του εφόρου εταιρειών ημερ. 4.12.
  2. Το ζήτημα, επομένως, που εγείρεται είναι κατά πόσο η εν λόγω επιστολή/ειδοποίηση είναι αρκετή και ικανή από μόνη της να νομιμοποιήσει τη συμμετοχή της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD στην παρούσα διαδικασία και κατ' επέκταση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ρυθμίζεται από τις πρόνοιες της Δ.12, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα εξής: "
  3. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, σε περίπτωση αλλαγής ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και η τροποποίηση. Στις περιπτώσεις, όμως, όπου έχουμε μια απλή αλλαγή ονόματος ενός διαδίκου μετά την έναρξη της διαδικασίας δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Για το θέμα αυτό σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από το Σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents and Pleadings, 12η έκδοση σελ. 170: "An order to carry on proceedings in not necessary where the change affecting a party after action brought arises...by reason of a mere change of name" Στο ίδιο Σύγγραμμα στην υποσημείωση 99 διαβάζουμε ότι όταν το όνομα μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης αλλάξει μετά την έναρξη της διαδικασίας, η διαδικασία συνεχίζεται από ή εναντίον της εταιρείας κάτω από το νέο όνομα, αλλά θα πρέπει να καταχωρηθεί γραπτή ειδοποίηση της αλλαγής ονόματος η οποία να επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους και σε κάθε διαδικασία που ακολουθεί θα πρέπει να αντικαθίσταται το προηγούμενο όνομα με το καινούργιο το οποίο θα καταγράφεται σε παρένθεση[9]. Για το υπό εξέταση θέμα να αναφέρω ότι στην απόφαση (ex-tempore) που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέας Θεοδώρου Πολιτική Έφεση 240/05, ημερ. 18.12.06 κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που η Εφεσίουσα Τράπεζα είχε δώσει στο Πρωτοκολλητείο και είχε επιδώσει στους Εφεσίβλητους για το νέο όνομα της εταιρείας ήταν ικανοποιητική για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής, όπως χαρακτηρίστηκε, αλλαγής στη βάση των προνοιών του Άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.
  1. Περαιτέρω παραπέμπω στην Ετήσια Αγγλική Πρακτική (Annual Practice) του 1956 στις σελίδες 318-319 όπου στα πλαίσια ανάλυσης του αγγλικού O.17, r. 4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.12,θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην παράγραφο κάτω από τον τίτλο "Company changing its name": ".A written notice of the change of name should be field at the Action Department, Central Office or, in District Registry actions, in the District Registry, and a copy served on the other parties to the proceedings, and the new name of the company inserted in all future proceedings instead of the old name". Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το μόνο που προκύπτει είναι η κοινοποίηση του γεγονότος της αλλαγής ονόματος της εταιρείας των Εναγόντων προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας χωρίς, όμως, να έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οτιδήποτε σε σχέση με την κοινοποίηση αυτής της ειδοποίησης αλλαγής και στους διαδίκους. Με βάση τα στοιχεία του φακέλου δεν φαίνεται να προκύπτει κάτι τέτοιο. Τούτου δοθέντος διαπιστώνεται ότι δεν φαίνεται να έχει ακολουθηθεί η επιβαλλόμενη σε αυτές τις περιπτώσεις διαδικασία κοινοποίησης μέσω επίδοσης της αλλαγής σε όλους τους διαδίκους. Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω διαπίστωση εκ των πραγμάτων προδιαγράφει και την κατάληξη στην υπό κρίση Αίτηση θεωρώ ορθό να εξετάσω και την ουσία αυτής σε περίπτωση που η πιο πάνω άποψη του Δικαστηρίου κριθεί, κατ' έφεση, εσφαλμένη. Ένα θέμα που εγείρεται στην υπό εξέταση αίτηση είναι το γεγονός ότι ενώ στην απόφαση που εξεδόθη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 22.9.97 εκδόθηκε και διάταγμα για εκποίηση των υποθηκών υπ' αρ. Υ732/92 και Υ389/93 του Εναγόμενου 1 στο Επαρχιακό Κτηματολόγια Αμμοχώστου και την πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από πλευράς Εναγόντων/Αιτητών για το ότι ο πλειστηριασμός ορίστηκε την 1.3.09 και αφού παρήλθαν 12 σχεδόν έτη από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Η μόνη αναφορά που γίνεται από πλευράς Αιτητών στο ζήτημα αυτό είναι στο λόγο αναβολής και/ή αναστολής τους πλειστηριασμού ημερ. 1.3.09, χωρίς, όμως, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε αναφορά ή επεξήγηση σε σχέση με την αξιοποίηση του εν λόγω διατάγματος που εξασφάλισαν για την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και, επαναλαμβάνω, του λόγου που μεσολάβησε τόσο μεγάλη χρονική περίοδος μέχρις ότου οριστεί ο δημόσιος πλειστηριασμός. Για το πιο πάνω ζήτημα να πω και κάτι άλλο. Ενώ στην αρχική ένορκη δήλωση των Αιτητών ημερ. 14.7.11 αναφέρουν ότι στις 27.11.1998 κατεχωρήθη αίτηση εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ορισθεί ημερομηνία πλειστηριασμού[10], στη συμπληρωματική ένορκη τους δήλωση ημερ. 4.11.11 αναφέρουν ότι ανεβλήθη και/ή ανεστάλη πλειστηριασμός που ήταν ορισμένος την 1.3.09[11] χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση και επεξήγηση στην εκ πρώτης όψεως αντιφατική θέση που προκύπτει. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο εγείρεται στην παρούσα υπόθεση είναι το ότι οι Αιτητές ουδεμία εξήγηση δίδουν για το ότι προχώρησαν με αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον της Εναγόμενης 5 μόλις στις 7.9.00 και ενώ είχαν παρέλθει 3 περίπου χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω ουδεμία εξήγηση δίδεται για το λόγο που κατεχωρήθηκαν μόλις εντός του 2003 αιτήσεις μηναίων δόσεων εναντίον του Εναγόμενου 4 και του Εναγόμενου 7 και αφού μεσολάβησε χρονικό διάστημα πέραν των 5 ετών από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Το ότι αφέθηκε να παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι οι Αιτητές να καταχωρήσουν τις αιτήσεις μηνιαίων δόσεων για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους τους είναι στοιχείο, που, οπωσδήποτε, λαμβάνεται υπόψη και, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, εύλογα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια στην προώθηση ενός τέτοιου μέτρου εκτέλεσης. Έπειτα η εξήγηση που δίδεται για το λόγο απόσυρσης των αιτήσεων μηνιαίων δόσεων που είχαν καταχωρηθεί εναντίον των Εναγομένων 4, 5 και 7 δεν είναι αρκούντως πειστική και δικαιολογημένη. Συγκεκριμένα, χωρίς οι διαδικασίες αυτές να αφεθούν να προχωρήσουν ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασιστεί το ζήτημα από το ίδιο το Δικαστήριο, οι Αιτητές, απλώς, διατείνονται ότι τις απέσυραν γιατί οι Εναγόμενοι 2, 5 και 7 δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό, χωρίς, ωστόσο, να παραθέτουν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία τα οποία να αιτιολογούν την πιο πάνω τοποθέτηση. Όλα τα πιο πάνω, ελλείψει των απαραίτητων και απαιτούμενων εξηγήσεων, δεν μπορούν να αποκλείσουν τη θέση που πρόβαλε η πλευρά των Εναγομένων για το ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδράνεια όχι μόνο στην καταχώρηση των Αιτήσεων μηνιαίων δόσεων αλλά και στην επιτυχή προώθηση τους. Πρέπει, επίσης, να επισημάνω ότι η αρχική ένορκη δήλωση των Αιτητών ημερ. 14.7.11 απλώς καταγράφει και μάλιστα ελλειπώς, όπως προέκυψε και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατεχώρησαν οι Αιτητές ημερ. 4.11.11, κάποια από τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί εναντίον των Εναγομένων κατά διάφορα χρονικά διαστήματα. Εκείνο που επιθυμώ να επισημάνω είναι ότι, παρά το ότι δεν θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις όπου οι Αιτητές δεν προέβησαν στη λήψη οποιοδήποτε μέτρων εκτέλεσης, εν τούτοις στην αρχική τους ένορκη δήλωση δεν παρατίθενται τέτοια γεγονότα ή στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί κατά πόσο οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους 14 χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Δεν διαφεύγει, επίσης, της προσοχής μου ότι έχουν παρέλθει 7 και πλέον χρόνια από την έκδοση διατάγματος για άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης εφόσον αυτό έγινε στις 23.6.04 χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία και εξήγηση για τους λόγους καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Το γεγονός αυτό μαζί με το δεδομένο της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από της εκδόσεως της απόφασης αλλά και από την τελευταία άδεια για εκτέλεση που παραχωρήθηκε είναι στοιχείο το οποίο έχει άμεση συνάρτηση με το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εναγομένων των οποίων οι καταστάσεις τόσο οικονομικές όσο προσωπικές έχουν διαφοροποιηθεί με βάση τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς Αιτητών[12]. Διατάγματα της φύσης που επιζητείται στην προκειμένη περίπτωση για άδεια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης μετά την παρέλευση 14 και πλέον ετών από την έκδοση της δεν μπορούν να εκδίδονται χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο. Κατά την άποψη μου θα έπρεπε οι Αιτητές, σε περίπτωση που η οικονομική κατάσταση και τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων είχαν στο μεταξύ διαφοροποιηθεί ώστε να δικαιολογείται η λήψη συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα δεδομένα αυτά και τα μέτρα εκτέλεσης που αναμένεται να ληφθούν ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται και θα ήταν δίκαιο και επωφελές να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια εκτέλεσης. Όλα τα πιο πάνω προδιαγράφουν και την έκβαση της παρούσας Αίτησης. Επισημαίνεται για μια ακόμη φορά ότι η άδεια για εκτέλεση μιας απόφασης μετά την παρέλευση των 6 χρόνων - και σήμερα 10 χρόνων - δεν συνιστά δικαίωμα του Ενάγοντα. Το όλο ζήτημα τελεί υπό τον έλεγχο και τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται υπό το φως όλων των σχετικών παραγόντων, όπως αυτοί έχουν ήδη αναλυθεί ανωτέρω. Κατ ακολουθία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι, ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου εκείνα τα δεδομένα και στοιχεία επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής μου ευχέρειας, οι Αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι είναι δίκαιο και επωφελές για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραχωρηθεί σε αυτούς η αιτούμενη άδεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, όπως πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, τόσο δικονομικούς όσο και ουσιαστικούς η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και, συνεπώς, απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ακολουθήσει το βασικό κανόνα που ισχύει σε σχέση με τα έξοδα, και, ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη παρούσα διαδικασία. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Δ.40, θ.8 έχει τροποποιηθεί στις 9.9.2011 με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  2. [2]Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που σύμφωνα με τους όρους της απόφασης διάδικος δικαιούται σε θεραπεία υπό την αίρεση εκπλήρωσης κάποιου όρου (βλ. Δ.40 θ.2) [3] Σήμερα ο χρόνος είναι 10 έτη. [4]Δέστε W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7. [5] Δέστε Duel v. Frazer
(2001)1 All ER 249, Society of Lloyd's v. Longtin
(2005)EWHC 2491, και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. [6] ".Look at overall, a period of inexcusable delay of some 6 moths at most does not disentitle Lloyd's to the relief they seek. It is, with respect, a misreading of Patel to suggest that any period of unexplained delay thereby disentitle as applicant to relief" [7] "It seems to me that in this case there are facts which take this case out of the ordinary. From the very outset, Judge Longtin must have known that Lloyd's remained intent on enforcing their rights against him. There can be no prejudice to him. Lloyd's have remained active in seeking to have recognized and enforced the many judgments which they have obtained." [8] "Admittedly, there was considerable delay after the conclusion of the Romanian proceeding. This period of delay exceeded that which was reasonable for recuperation and reconsideration after the long and no doubt costly failure in those proceedings. But I do not believe that that, in itself, should lead to the claimants being refused permission to enforce " [9]
(99)Where the name of a limited liability company is changed after action brought, the action is continued by or against the company under its new name (see Companies Act 1948, s.18
(4)), but a written notice of the change of name must be filed at the appropriate office, and served on all other parties, and in all future proceedings, the new name, of the company substituted with the former name mentioned in brackets, see Queen's Bench Masters' Practice Directions, No. 13
(3), Supreme Court Practice 1973, Vol. 2, para. 914. [10] Δέστε παρ.
(9)της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Ιωάννου ημερ. 14.7.2011. [11] Δέστε παρ.
(5)της ένορκης δήλωσης της Κατερίνας Λίλη-Παυλίδου [12] Δέστε παρ. 12 (υποπαραγράφους 12.1 μέχρι 12.7) της ένορκης δήλωσης ημερ. 18.10.11 που συνοδεύει την ένσταση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.