← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ν. AELIUS DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1036/09, 18.11.11

ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ν. AELIUS DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1036/09, 18.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1036/09 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, από Άγιο Γεώργιο Αχερίτου, Αμμόχωστος Ενάγων -και- AELIUS DEVELOPERS LIMITED ( Αρ. Εγγραφής 180840), οδός Περνέρα 39, Διαμ.1, 5296 Παραλίμνι, Αμμόχωστος Εναγόμενοι Hμερομηνία: 18.11.11 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα. Ε. Οικονόμου Για τους Εναγόμενους: κος. Ν. Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €17.500 ως υπόλοιπο λογαριασμού δυνάμει παροχής υπηρεσιών και/ή εκτελεσθείσας και παραδοθείσας εργασίας. Με την Έκθεση Υπεράσπισης οι εναγόμενοι ήγειραν προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί αφού ενάγοντας παρουσιάζεται μόνο ο Παναγιώτης Ανδρέου ενώ τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις καθώς και σταλείσα επιστολή αναγράφουν τα ονόματα «Παναγιώτης Ανδρέου Μπιλάτ Μεχμέτ». Ο ενάγοντας με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση των εναγομένων, αρνείται την προδικαστική ένσταση των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι ο Μπιλάτ Μεχμέτ είναι συνέταιρος του σε συνεταιρισμό φυσικών προσώπων και νομίμως μπορεί έκαστος εξ' αυτών να λάβει δικαστικά μέτρα στο όνομα του μόνο αλλά για λογαριασμό του συνεταιρισμού. Παρά τη πιο πάνω τοποθέτηση του, o ενάγοντας στις 14.2.11 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο δικηγόρος του ζήτησε χρόνο για να εξετάσει το θέμα που εγείρεται με την προδικαστική ένσταση. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση με την οποία ο ενάγοντας επιζητεί την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των συναφών δικογράφων δια της απαλείψεως του ονόματος του ενάγοντα και της αντικατάστασης του με το ακόλουθο όνομα: «ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΙ MEHMET BILAL». B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος δια της απαλείψεως της παραγράφου «1» της Έκθεσης Απαίτησης και της αντικατάστασης της με την πιο κάτω παράγραφο ως νέα παράγραφος «1» με το ακόλουθο περιεχόμενο: - Παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης «Σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο οι ενάγοντες ήταν και εξακολουθούν να είναι άτυπος συνεταιρισμός φυσικών προσώπων ή/και κοινοπραξία και είναι εργολάβοι ξυλότυπων (καλουπιών) εγγεγραμμένοι στο Μητρώο του ΦΠΑ με αριθμό 50793749Τ και με έδρα στον Άγιο Γεώργιο Αχερίτου, Αμμόχωστος.» Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ2 και 10 Δ.25 Δ.48 Θ1 και 2 και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαίρης Κουσιάππα δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Παπαλλής και Σωτηρίου Δ.Ε.Π.Ε. - δικηγόρων του ενάγοντα. Δηλώνει ότι έχει στην κατοχή της το φάκελλο της αγωγής και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα αναφορικά με την υπόθεση από τα έγγραφα του φακέλλου και από πληροφορίες που συγκέντρωσε στα πλαίσια των καθηκόντων της. Είναι δε εξουσιοδοτημένη ώστε να προβεί στην αναφερόμενη ένορκο δήλωση. Προβάλλει περαιτέρω ότι εκ παραδρομής ή/και λόγω αβλεψίας κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης λανθασμένα ενεγράφη το όνομα του ενάγοντα αντί του ονόματος του συνεταιρισμού και δηλώνει ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία και ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Η αίτηση του ενάγοντα, προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων νομική βάση της οποίας αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.3,4 Δ.9 Θ.2, Δ.25 Θ.1,2,3,4,5,6, Δ.64, το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση των εναγομένων αποτυπώνονται συνολικά επτά λόγοι ένστασης που συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα 2) ότι ελλείπει η απαιτούμενη γραπτή συγκατάθεση των δύο συνεταίρων αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση και 3) ότι με την τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους εναγόμενους. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παπαδόπουλλου διευθυντή των εναγομένων ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ακροαματική διαδικασία της υπό εξέταση αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίδων. Η συνήγορος του αιτητή, αναφερόμενη στις γενικές αρχές που διέπουν το θέμα, εισηγήθηκε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κρίνονται αναγκαίες ούτως ώστε να μπορούν να εγερθούν τα ουσιώδη ζητήματα μεταξύ των μερών. Ήταν περαιτέρω εισήγηση ότι το αίτημα για τροποποίηση γίνεται σε πρώιμο στάδιο και δεν θα φέρει τους εναγόμενους σε δυσμενέστερη θέση, ούτε θα προκαλέσει σε αυτούς ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Τέθηκε ότι δεν διακρίνεται κακή πίστη από πλευράς του αιτητή παρά το ότι οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση είχαν εγείρει με προδικαστική ένσταση στην Έκθεση Υπεράσπισης τους το γεγονός ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει με ενάγοντα, τον αιτητή. Από τη πλευρά τους οι καθ'ων η αίτηση, με την αγόρευση του δικηγόρου τους, εισηγήθηκαν ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα διότι δεν επρόκειτο για καλόπιστο λάθος και περαιτέρω επέμεναν ότι ελλείπει η απαιτούμενη γραπτή συγκατάθεση του προτεινόμενου νέου ενάγοντα. Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα τη θέση των εναγομένων σύμφωνα με την οποία από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη καλόπιστου λάθους. Η θέση αυτή εδράζεται στο γεγονός, ότι, ενώ οι εναγόμενοι ήγειραν με την υπεράσπιση τους προδικαστική ένσταση και ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής αφού δεν ήταν στο όνομα του Συνεταιρισμού, ο ενάγοντας, με την απάντηση του στην υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι μπορεί να λάβει δικαστικά μέτρα μόνος του και όχι σαν συνεταιρισμός. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να σημειώσω ότι ο ενάγοντας δεν αναφέρει ακριβώς αυτό την απάντηση του αλλά ότι ο Μπιλάτ Μεχμέτ είναι συνέταιρος του σε συνεταιρισμό φυσικών προσώπων και μπορεί έκαστος εξ' αυτών να λάβει δικαστικά μέτρα στο όνομα του μόνο αλλά για λογαριασμό του συνεταιρισμού. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη κακής πίστης. Εκείνο που ουσιαστικά προέβαλλε ο ενάγοντας ήταν η θέση ότι μπορούσε να προωθήσει την αγωγή στο όνομα του για λογαριασμό του συνεταιρισμού. Θέση που δεν θα κριθεί η ορθότητα της στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, από την οποία όμως, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα κακοπιστίας. Αντίθετα μπορεί να ειπωθεί ότι πρόκειται περί λάθους και/ή λανθασμένης πεποίθησης η οποία όμως θεωρούμενη μαζί και με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ύπαρξης κακής πίστης εκ μέρους του ενάγοντα που για να στοιχειοθετηθεί απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία και συμπεριφορά εκ μέρους του που στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν μου διαφεύγει βέβαια αυτό που επεσήμανε ο δικηγόρος των εναγομένων, ότι δηλαδή, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται πως εκ παραδρομής ή/και λόγω αβλεψίας κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης λανθασμένα ενεγράφη το όνομα του ενάγοντα αντί του συνεταιρισμού, ενώ με την απάντηση στην υπεράσπιση προβάλλεται η θέση που αναφέρεται πιο πάνω, ότι δηλαδή, ο ενάγοντας μπορεί να προωθήσει την αγωγή εκ μέρους του συνεταιρισμού. Το ένα όμως δεν μπορεί να αποκλείσει το άλλο. Η παράθεση δηλαδή του ονόματος του ενάγοντα στην αγωγή να οφείλετο σε παραδρομή ή αβλεψία και όταν αυτό διαπιστώθηκε ο ενάγοντας να πίστευε ότι μπορούσε να προωθήσει την αγωγή ως έχει για λογαριασμό του συνεταιρισμού. Εν πάση περιπτώσει, παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν έλαβε αμέσως διορθωτικά μέτρα, δεν κρίνεται ότι υπήρξε εκ μέρους του υπέρμετρη καθυστέρηση. Σε ότι αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης σχετικές είναι οι αποφάσεις Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,

(1999)1(Α) Α.Α.Δ.44 και SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί την βασική πρόνοια που παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και δικογράφων. Από τη φύση της αίτησης διαφαίνεται ότι επιβάλλεται όπως το Δικαστήριο εξετάσει πρώτα αν δικαιολογείται το αίτημα για τροποποίηση του ονόματος του ενάγοντα αφού τυχόν αρνητική απόφαση θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου το αίτημα για τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Η δυνατότητα διόρθωσης αγωγής η οποία έχει αρχίσει στο όνομα εσφαλμένου προσώπου σαν ενάγοντα παρέχεται από την Δ.9 Κ
  1. η οποία προνοεί τα ακόλουθα:
  2. Όπου μια αγωγή εγερθή στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν Ενάγοντα, ή όπου αμφισβητείται ότι έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου Ενάγοντα, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι έχει εγερθεί από λάθος καλή τη πίστει και ότι είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση του πραγματικού ζητήματος να γίνει έτσι, μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που αποδέχεται να υποκατασταθεί ή προστεθεί σαν Ενάγοντας, υποκατασταθεί και προστεθεί υπό τοιούτους όρους που θα ήθελε θεωρήσει δικαίους. Από την ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης συνάγεται ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει την αντικατάσταση ή προσθήκη ενάγοντα εάν η αγωγή καταχωρήθηκε από λάθος πρόσωπο ως ενάγοντα ή υπάρχει αμφιβολία εάν ο ενάγοντας είναι το σωστό πρόσωπο για την καταχώρηση της αγωγής εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι η αγωγή έχει κινηθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν ενάγοντα ή είναι αμφίβολο κατά πόσο έχει κινηθεί στο όνομα του ορθού ενάγοντα (β) ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι είχε έτσι κινηθεί εξαιτίας καλή τη πίστει σφάλματος και (γ) ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση των πραγματικών επίδικων θεμάτων να γίνει η προσθήκη ή αντικατάσταση ενάγοντα. Ο υπό εξέταση θεσμός, ο οποίος αντιστοιχεί στη Δ.16 Θ2 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών συζητείται σε σειρά Κυπριακών αλλά και Αγγλικών αποφάσεων (βλ. Spyropoyllos v. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, Williams and Glyn´s Bank Ltd v. The Ship "Maria" 1 C.L.R.106, Έλληνας κ.α. v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ.485, Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 A.A.Δ.,1805 Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R.482). Στην υπόθεση Alexander Mountain (πιο πάνω) η αγωγή ηγέρθη επ' ονόματι του συνεταιρισμού «Alexander Mountain and co» ο μοναδικός ιδιοκτήτης του οποίου ήταν ο Alexander Mountain, ο οποίος απεβίωσε πριν την έγερση της αγωγής. Μετά την έγερση της αγωγής υπεβλήθη αίτημα από τη χήρα του αποβιώσαντα, η οποία συνέχισε την επιχείρηση κάτω από το ίδιο εμπορικό όνομα, για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και την αντικατάσταση του ενάγοντα συνεταιρισμού με την ίδια, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντος συζύγου της. Πρωτόδικα το αίτημα απορρίφθηκε. Στην Έφεση που ασκήθηκε το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μπορούσε να δοθεί η αιτούμενη άδεια για το λόγο ότι επρόκειτο, όπως κατέληξε, για λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer) η οποία δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση που εξετάζομεν όπως προκύπτει από τα όσα ετέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ο ενάγοντας Ανδρέου Παναγιώτης είναι ένας εκ των δύο συνεταίρων του συνεταιρισμού «Ανδρέου Παναγιώτης και Mehmet Bilal». Διαφαίνεται δε από τα υπόλοιπα στοιχεία ότι ο συνεταιρισμός εμπορεύεται και/ή ασκεί τις δραστηριότητες του με το πιο πάνω όνομα. Ο ορθός δικονομικά τρόπος με τον οποίο μπορούν συνέταιροι να εναγάγουν ή να εναχθούν προβλέπεται στις πρόνοιες της Δ.7
(1). Καταλήγω συνεπώς ότι η έγερση της αγωγής επ' ονόματι του ονόματος ενός εκ των συνεταίρων συνιστά λανθασμένη περιγραφή διαδίκου και αναμφίβολα η διόρθωση του λάθους δεν θα μπορούσε με οποιονδήποτε τρόπο να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Επί τούτου θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι καμία σύγχυση δεν θα μπορούσε να προκληθεί στους εναγόμενους από την πιο πάνω τροποποίηση. Οι εναγόμενοι δεν αρνούνται κατ' ουσίαν ότι είχαν εμπορικές συναλλαγές με τον συνεταιρισμό. Προς τούτο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το μέρος της υπεράσπισης τους όπου ισχυρίζονται τα ακόλουθα: «Οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και δέον όπως απορριφθεί, αφού ως ενάγων εμφαίνεται μόνο ο Παναγιώτης Ανδρέου ενώ τόσο η σταλείσα επιστολή ημ.16.6.09 όσο και τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις αναγράφουν τα ονόματα Παναγιώτη Ανδρέου και Μπιλάτ Μεχμέτ. Προκύπτει συνεπώς από τα πιο πάνω ότι οι εναγόμενοι ήταν σε θέση να αντιληφθούν και αντιλήφθηκαν, πως, η συγκεκριμένη αξίωση ουσιαστικά εγείρεται από τον συνεταιρισμό την ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητούν με την ένσταση τους. Το όνομα του συνεταιρισμού παρουσιάζεται να ήταν γνωστό στους εναγόμενους καθώς και το ότι με αυτό δραστηριοποιούνταν οι προτεινόμενοι ενάγοντες. Η καταχώρηση της αγωγής στο όνομα του ενός εκ των συνεταίρων, συνιστά συνεπώς σφάλμα περιγραφής των εναγόντων το οποίο είναι θεραπεύσιμο με τροποποίηση. Στην υπόθεση Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608 στις σελ.1624-1626 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην Davies Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R.672 έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Marbo (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη η υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία. Άλλος λόγος ένστασης των εναγομένων ήταν, ότι, η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί για το λόγο ότι δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο η απαιτούμενη έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου που θα προστεθεί ως ενάγοντας. Η Δ.9 Θ.2 αναφέρει πράγματι ότι μπορεί να προστεθεί ένα πρόσωπο με την συγκατάθεση του. Όμως δεν προσδιορίζεται από τον σχετικό κανονισμό το είδος της συγκατάθεσης και σαφώς δεν τίθεται προϋπόθεση για έγγραφη και/ή υπογεγραμμένη συγκατάθεση. Από την άλλη, στη περίπτωση που εξετάζομεν, η προτεινόμενη τροποποίηση δεν στοχεύει στο να προσθέσει ένα νέο ενάγοντα - διάδικο ώστε να απαιτείται η ρητή συγκατάθεση του. Πρόκειται για προσθήκη στο όνομα με το οποίο οι προτεινόμενοι ενάγοντες εμπορεύονται και/ή ασκούν τις δραστηριότητες τους και ουσιαστικά επιφέρεται διόρθωση του ονόματος των εναγόντων το οποίο είχε εσφαλμένα αναγραφεί στο κλητήριο. Αιτητής δε στην αίτηση είναι ένας εκ των δύο συνεταίρων του συνεταιρισμού. Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλούσε ζημιά στους εναγόμενους παρατηρώ ότι δεν ετέθησαν ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεί που να οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα δεν θεωρώ ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους εναγόμενους που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων υπέρ τους. Σε ότι αφορά το αίτημα για τροποποίηση της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης λαμβανομένων υπόψη των νομολογημένων αρχών (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.33, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. v. A. & G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726), κρίνεται ότι τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογούν το αίτημα για τη τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Α και Β της αίτησης. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας καταχώρισης τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τυχόν απάντηση εντός επτά ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση υπεράσπισης. Αναφορικά με τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που έχουν σπαταληθεί λόγω της τροποποίησης αυτά επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.